Οι θετικές συνέπειες του καπνίσματος ή περί μιας εναλλακτικής στην μεταμοντερνικότητα

Η ιδρυτική του διακήρυξη καταφέρεται ενάντια σε «κάθε είδους ακραίες, υπερβολικές και αυθαίρετες κρατικές απαγορεύσεις» όπως είναι η απαγόρευση του καπνίσματος σε κάθε δημόσιο χώρο. Για αυτούς, «οι συγκυριακές πλειοψηφίες ή οι κρατούσες κάθε φορά επιστημονικές ελίτ δεν έχουν από το Σύνταγμα το δικαίωμα να υπαγορεύουν πατερναλιστικά στα πρόσωπα ποιο είναι το καλό τους λες και πρόκειται για ανώριμα παιδιά χωρίς στοιχειώδη κρίση και ικανότητα αυτοκαθορισμού». Και συνεχίζουν στηλιτεύοντας την πολιτική ορθότητα που «οδηγεί αργά ή γρήγορα σε κυνήγι μαγισσών…Η πολιτική ορθότητα είναι στον πυρήνα της πολεμική. Θέλει να μεταμορφώσει τους μη καπνιστές σε αντι-καπνιστές: σε μισαλλάδοξους φορείς αστυνόμευσης και καταστολής της διαφορετικότητας, σωφρονισμού όσων αποκλίνουν από τον «ίσιο δρόμο» της πολιτικής ορθότητας». Καταλήγουν καταδικάζοντας το πνεύμα διώξεων κατά των καπνιστών και γενικά την «επιλεκτική εφαρμογή των δικαιωμάτων του ανθρώπου».


Το εν λόγω πόνημα θίγει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα σημεία, όπως το νόημα των απαγορεύσεων στην σημερινή εποχή, ο στιγματισμός συνηθειών όπως το κάπνισμα, ο νέος ρόλος της επιστήμης και, γενικά, η αναδιάταξη της πολιτικής γύρω από νέα κοινωνικά ζητούμενα. Σε αυτό το σημείωμα θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω την πολιτική σημασία του καπνίσματος (και της απαγόρευσής του) και να δείξω ότι, αντίθετα με την ερμηνεία αρκετών, μια τέτοια ανάλυση κάνει επίκαιρη την κατάρτιση μιας νέας πρότασης που θα επιχειρήσει να απαντήσει σε καίρια πολιτικά ζητήματα και να αναδιατάξει το πολιτικό τοπίο από τα δεξιά.



Εκ πρώτης όψεως, και όπως προκύπτει από την λογική των Καπνιστικών Ομάδων, το κάπνισμα συνδέεται περισσότερο με μια αριστερή, πιο επαναστατική στάση και οι απαγορεύσεις του μπορούν να θεωρηθούν δείγμα αυταρχισμού και επιβολής εκ μέρους της κρατικής εξουσίας. Όμως, η παραδοσιακή διαφοροποίηση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, όπως έχει παρουσιασθεί εξαιρετικά από τον Μπόμπιο, αφορά αυτήν μεταξύ ελευθερίας και ισότητας<!–[if !supportFootnotes]–>[2]<!–[endif]–>. Από την άκρα δεξιά στην άκρα αριστερά, το στίγμα κάθε σημείου στο πολιτικό «αμφιθέατρο» δίδεται από την διαφορετική ποσότητα καθενός από αυτά τα δυο στοιχεία στο προτεινόμενο πολιτικό μείγμα. Από αυτήν την άποψη, στον νέο κόσμο των (σχεδόν) καθολικών απαγορεύσεων, το κάπνισμα φαίνεται να συντάσσεται με την πλευρά της ελευθερίας και η λογική της απαγόρευσής του στην πλευρά της ισότητας.


Είναι λοιπόν το κάπνισμα κάτι «δεξιό»; Μια ένσταση εδώ θα ήταν ότι είναι δύσκολο να συνδεθεί κάτι που διώκεται, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το «κατεστημένο», με την δεξιά. Από την αρχή της δημιουργίας της διάκρισης δεξιάς-αριστεράς η δεξιά συνδέεται με την εξουσία, τον συντηρητισμό των εχόντων και τα συμφέροντα του κατεστημένου, και η αριστερά με την προσπάθεια επαναστατικής ανατροπής αυτών. Η ίδια η διάκριση αυτή όμως έχει χάσει κάποιο από το νόημά της μετά από την αναδιάταξη – όχι τόσο πολιτικών δυνάμεων όσο – αντιλήψεων στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η «συντηρητική επανάσταση» στις ΗΠΑ, που έγινε κατεστημένο βέβαια μετά την δεκαετία του ’80, ή ο μαχητικός λόγος λαϊκιστικών δεξιών κομμάτων στην Δυτική Ευρώπη τα τελευταία 20 χρόνια, δείχνουν ότι η δεξιά μπορεί να συνδεθεί ως ενός σημείου με μια επαναστατική αντίληψη – είτε για πρακτικούς λόγους (η Αμερικανική δεξιά βρισκόταν για τόσο καιρό εκτός εξουσίας ώστε η μακρά πορεία της προς την κυριαρχία μπορούσε πραγματικά να θεωρηθεί επανάσταση), είτε γιατί στην νέα πραγματικότητα των μετα-βιομηχανικών κοινωνιών<!–[if !supportFootnotes]–>[3]<!–[endif]–> η δεξιά εμφανίζεται ως φορέας κάποιων αιτημάτων στρωμάτων που είχαν συνδεθεί με την διεκδικητική αριστερά των βιομηχανικών χρόνων. Επομένως, αν το κάπνισμα πλέον γίνεται ένα επαναστατικό σημάδι, δεν υπάρχει κάτι που να απαγορεύει να θεωρηθεί δεξιό. Είναι όμως η απαγόρευση του καπνίσματος, σαν αυτοτελής πολιτική πράξη, αριστερής έμπνευσης;



Οπωσδήποτε, και όπως αναφέρουν και οι Kαπνιστικές Oμάδες, η απαγόρευση του καπνίσματος εντάσσεται στην γενικότερη δημιουργία ενός συστήματος πολιτικής ορθότητας, της επιβολής δηλαδή απαγορεύσεων στην έκφραση γνώμης και την πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα, με αιτιολόγηση την πιθανή προσβολή των δικαιωμάτων ή του συναισθήματος άλλων ομάδων ή ατόμων. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του καπνίσματος, αυτή η διάθεση περιορισμού υποστηρίζεται από αναμφισβήτητα επιστημονικά ευρήματα που αποδεικνύουν ότι το κάπνισμα όντως αποτελεί απειλή για την υγεία όχι μόνο του καπνιστή αλλά και των ανθρώπων γύρω του. Ο μοναδικός τρόπος για να προστατευτούν οι μη καπνιστές είναι ο περιορισμός του δικαιώματος των καπνιστών να καπνίζουν σε δημόσιους χώρους.


Παρά ταύτα, υπάρχουν εδώ δυο ζητήματα. Το πρώτο αφορά στην πλήρη αποπολιτικοποίηση ενός ζητήματος από την στιγμή που η επιστημονική κοινότητα έχει αποφανθεί, θεωρητικά πέραν αμφιβολίας, για τις επιπτώσεις ενός φαινομένου ή όταν κυριαρχεί στην δημόσια συζήτηση μια συγκεκριμένη άποψη για αυτές τις επιπτώσεις και την αντιμετώπισή τους. Όμως, αυτή ακριβώς η διαδικασία αποπολιτικοποίησης – ότι δηλαδή η αντιμετώπιση συνεπειών σε θέματα υγείας, οικολογίας, ασφάλειας κλπ δεν είναι ζήτημα πολιτικής διαβούλευσης αλλά ζήτημα λήψης της απόφασης που υποδεικνύουν συγκεκριμένες λειτουργικές ανάγκες – είναι απλώς το τελικό στάδιο μιας άκρως πολιτικής διαδικασίας. Η αποπολιτικοποίηση δηλαδή είναι το σύμβολο της επιτυχίας μιας συγκεκριμένης άποψης να επιβληθεί στην δημόσια σφαίρα και να επιβάλει κάποια μέτρα ως περίπου αναπόφευκτα<!–[if !supportFootnotes]–>[4]<!–[endif]–>. Η δημιουργία θεσφάτων ανοίγει τον δρόμο για την αυταρχικότητα των διακόνων των αυτονόητων λειτουργικών λύσεων, ακόμα και για σκοπούς που σήμερα μοιάζουν ενάρετοι (πχ το περιβάλλον). Και συνήθως αυτές οι λύσεις δεν πρωτοεμφανίζονται ως αυτονόητες ή λειτουργικές, αλλά σαν πολιτικά διακυβεύματα, συχνά εξόχως διχαστικά.


Το δεύτερο ζήτημα είναι απόρροια του πρώτου, και αφορά αυτήν την ίδια την αυθεντία της επιστήμης. Σύμφωνα με τον Ούλριχ Μπεκ<!–[if !supportFootnotes]–>[5]<!–[endif]–>, η αυθεντία της επιστήμης αποτελεί την καλύτερη δικαιολογία για την αναπαραγωγή ενός συγκεκριμένου προτύπου ανάπτυξης. Μόνο που η επιστήμη η ίδια σπάνια δίνει αυταπόδεικτες και αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Αντίθετα, συχνά η ίδια η επιστημονική πρόοδος σε έναν τομέα επιφέρει στρεβλώσεις και απειλές σε έναν άλλο, τις οποίες μετά η ίδια η θετική επιστήμη καλείται να διερμηνεύσει και να προσφέρει λύσεις με βάση τον ίδιο τρόπο λειτουργίας που επέφερε αυτά τα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, η επιστήμη προσφέρει πολλές «αλήθειες» (όλες λιγότερο ή περισσότερο αληθείς ανάλογα με την περίσταση), και κατά τον Μπεκ είναι καθήκον της πολιτικής να τις ερμηνεύσει και να διαλέξει μεταξύ τους, μέσα από πολιτική διαβούλευση και όχι μέσα από μηχανιστική αποδοχή έτοιμων λύσεων. Στην περίπτωση του καπνίσματος αξίζει να θυμηθούμε την εποχή που Αμερικανικές καπνοβιομηχανίες σπονσονάραν προγράμματα στην Αμερικανική τηλεόραση παρουσιάζοντας γιατρούς να δηλώνουν ότι το κάπνισμα κάνει καλό στην υγεία. Μοιάζει πραγματικότητα πολύ μακρινή, αλλά δεν έλαβε τέλος τόσο εύκολα όσο αυτονόητες επιστημονικές αλήθειες σήμερα μας κάνουν να νομίζουμε.


Με άλλα λόγια, το ποιό επιστημονικό πρότυπο θα επικρατήσει αποτελεί τελικά προϊόν πολιτικής επιλογής και διαπάλης, και δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε από την πλήρη κυριαρχία μιας άποψης και να θεωρήσουμε ότι οι εκφραστές της απλά τυχαίνει να εκφράζουν την μια αλήθεια. Αντίθετα, κάτι τέτοιο επιτρέπει την αιτιολόγηση νόμων και απαγορεύσεων με ένα τελείως απολιτικό τρόπο, με έναν τρόπο δηλαδή που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και κάνει την συζήτηση άσκοπη. Αυτό φυσικά δεν παύει να έρχεται σε σύγκρουση με προφανή ζητήματα ελευθερίας της επιλογής, κάτι που κάνει την ίδια την δικαιολόγηση μιας απαγόρευσης να αναζητά ακόμα πιο ουδέτερα και πολιτικώς ορθά επιχειρήματα για να επιβληθεί.



Αφού λοιπόν δεχόμαστε ότι η απαγόρευση του καπνίσματος είναι πολιτική επιλογή, ποιο είναι ακριβώς το πολιτικό στίγμα της; Αναζητώντας την καταγωγή της λογικής τόσο της πολιτικής ορθότητας όσο και της ανάδειξης των κινδύνων που οφείλονται στην μοντερνικότητα, οδηγούμαστε οπωσδήποτε στα διάφορα κινήματα και οργανώσεις προστασίας καταναλωτών, οικολόγων κοκ που την δεκαετία του ’70 είχαν λάβει τον συλλογικό τίτλο Νέα Αριστερά. Το ουσιαστικό περιεχόμενο όμως πολιτικών επιλογών όπως η αντικαπνιστική νομοθεσία που εμπνέονται από την Νέα Αριστερά, δεν έχει να κάνει με το αν απαγορεύουν ή επιβάλλουν κάτι, αλλά με αυτήν την ίδια την λογική της αποπολιτικοποίησης που τις συνοδεύουν. Αν μπορεί να χαρακτηριστεί «αριστερή» η αντικαπνιστική νομοθεσία δεν οφείλεται στο τί λέει, όσο ακριβώς στον χαρακτήρα της ως εκφραστή στην πολιτική σφαίρα ενός επιστημονικού θέσφατου και μιας προωθούμενης πολιτικής ορθότητας, μέτρου της πράξης και της σκέψης για την πολιτική, που εξαρχής χαρακτήρισε ένα κομμάτι της άκρας αριστεράς, τελικά κυριάρχησε (βοηθούμενη και από την γενεαλογική εξέλιξη των πραγμάτων) στην μετριοπαθή κεντροαριστερά και προσυλήτισε την εξελισσόμενη φιλελεύθερη κεντροδεξιά.


Ο Μπεκ οπωσδήποτε είχε το αντίθετο στο μυαλό του όταν έγραφε για την επιστημονική τυραννία της μοντερνικότητας στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Για εκείνον η αναγκαία επαναπολιτικοποίηση ζητημάτων όπως το περιβάλλον ή η διατροφική ασφάλεια θα ερχόταν από αυτά ακριβώς τα κινήματα της Νέας Αριστεράς τα οποία αμφισβητούν την επιστημονική και τεχνολογική σοφία στην οποία στηρίζονται οι μεγαλοβιομηχανίες και ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Ο Μπεκ όμως εκείνη την περίοδο περιέγραφε στην πραγματικότητα μια συγκεκριμένη πολιτική δύναμη της οποίας η επιρροή έμελλε να ξεπεράσει τα αρχικά «τοπογραφικά» της όρια. Το κάλεσμά του για περισσότερη πολιτική στην πολιτική ζωή αποτελεί εφαλτήριο και αυτού εδώ του σημειώματος. Θα διαφωνήσω όμως ότι αυτό είναι πλέον αποστολή της πολιτικής μεριάς που εξέφραζε τότε ο ίδιος ο Μπεκ. Αντίθετα, η δυναμική προώθηση ζητημάτων όπως το περιβάλλον, τα οποία δείχνουν να ακολουθούν την πορεία που ήδη χάραξε η πλήρης επικράτηση της λειτουργιστικής άποψης στον τομέα του καπνίσματος, δεν μπορεί παρά να έχει σκοπό την δημιουργία μιας νέας αποπολιτικοποίησης, με τον κίνδυνο του αυταρχισμού ορατό. Το γεγονός ότι η διεκδικητική μεταμοντερνικότητα αποκτά τον δικό της κυρίαρχο δημόσιο λόγο, που εμφανίζεται με την μορφή της πολιτικής ορθότητας ως «νυχτοφύλακα» αντιλήψεων που μπορεί να αμφισβητήσουν τις νέες απαγορεύσεις, είναι ένδειξη ότι αποτελεί μια διακριτή πολιτική πρόταση, διαχεόμενη σε όλα τα μέρη του πολιτικού φάσματος, όχι η έκφραση μιας πολιτικά ουδέτερης οικουμενικής κοινότητας «ανησυχούντων πολιτών».


Παρ’ όλα αυτά, η παραδοσιακή διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς δεν αναιρείται ως προς το ζητούμενό της (δηλαδή την εξεύρεση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και ισότητας), αποτυπώνεται όμως σε μια νέα μορφή διαπάλης. Αυτή θα πρέπει να αναζητηθεί πλέον στο κατά πόσο σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, ή ακόμα-ακόμα και αυτή η ίδια η πράξη της καθημερινής πολιτικής σκέψης, αφήνονται στο έλεος επιστημονικών εξελίξεων σε χώρους έξω από την δημόσια σφαίρα. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η διάκριση η ίδια, όσο το πού πρέπει να κοιτάζουμε για να την εντοπίσουμε. Δεν πρέπει να εστιάζουμε τόσο στην διατύπωση, (δηλαδή το λεκτικό περιεχόμενο) των πολιτικών, όσο στον τρόπο που αυτές δικαιολογούνται. Στο μυαλό μου έρχονται κυρίως είτε Νεοαριστερές (ή μεταρρυθμισμένες σοσιαλδημοκρατικές) πολιτικές που αναζητούν να αποπολιτικοποιήσουν και να καθοσιώσουν μια επιστήμη περιοριστική της μοντερνικότητας (χωρίς όμως να τολμούν να προχωρήσουν σε πραγματικά ανατρεπτικές πολιτικές του υπάρχοντος προτύπου ανάπτυξης), είτε «δεξιοί» σκοποί όπως η άκρατη χρημαστηριακή δραστηριότητα ή το ελεύθερο εμπόριο, δραστηριότητες καθοσιωμένες από τα διδάγματα της οικονομικής επιστήμης<!–[if !supportFootnotes]–>[6]<!–[endif]–>.



Η παραπάνω ανάλυση σημαίνει ότι η αντίθεση στην επέλαση της επιστημονικής αυταρχικότητας από την Νέα Αριστερά πρέπει να έρθει από μια κατ’ αναλογία νέα Δεξιά, η οποία όμως θα απαντάει σε αυτό το νέο παιχνίδι με την δημιουργία μιας ολότελα καινούριας πρότασης. Πρόκειται για μια Πολιτική Δεξιά, αντίπαλο της Επιστημονικά Ορθής Αριστεράς: και οι δυο μαζί ορίζουν το νέο πολιτικό αμφιθέατρο της μεταβιομηχανικής πολιτικής σκηνής, απορροφούν παλαιότερες και ειδικότερες διαφοροποιήσεις, εξακολουθούν όμως να συστηματοποιούν την παραδοσιακή πολιτική διαμάχη σχετικά με την ιδεατή ισορροπία ελευθερίας και ισότητας.


Αυτή η Δεξιά πρέπει να δώσει σαν πολιτικό της στίγμα την πολιτική διαβούλευση, την συζήτηση και τον συλλογισμό σαν προωθητικό μηχανισμό της πολιτικής διαδικασίας, με έμφαση στα στοιχεία εκείνα που σε κάθε χώρα «χρωματίζουν» αναγκαστικά τις πολιτικές αποφάσεις: την κουλτούρα, την θρησκεία, τις καταβολές και ανησυχίες του πληθυσμού, τις ιστορικές εμπειρίες κλπ. Μια τέτοια οπτική μπορεί να δώσει μια ξεκάθαρη πολιτική πρόταση έναντι ζητημάτων που «εργαλειοποιούνται» ακόμα και με τελείως σχιζοφρενικό τρόπο (όπως τα φιλελεύθερα οικονομικά επιχειρήματα που προσφέρονται από την σημερινή Αριστερά υπέρ της μετανάστευσης). Αυτό που χρειάζεται είναι διαφορετική αιτιολόγηση, ή ακόμα μια κάποια αιτιολόγηση όταν αυτή δεν προσφέρεται με πολιτικούς όρους<!–[if !supportFootnotes]–>[7]<!–[endif]–>. Αυτή η πρόταση κάνει χρήση της μακράς παράδοσης της Δεξιάς ως του μέρους εκείνου του πολιτικού φάσματος που πάντα διατηρούσε έναν σώφρονα σκεπτικισμό έναντι της άκριτης «προόδου» και μια καλύτερη αντίληψη κοινωνικών παραμέτρων. Αποτελεί απαύγασμα των θεωρητικών αντιρρήσεων στην επιστημονικιστική αισιοδοξία του Διαφωτισμού, στον Αγγλοσαξωνικής έμπνευσης φιλελευθερισμό του 18ου και του 19ου αιώνα και στα οικονομικιστικά πειράματα του 20ου αιώνα. Η σημερινή σύνθεση αυτών, τα πάσης φύσεως «κινήματα» και πρασινορόζ σοσιαλδημοκράτες που εύκολα συνθέτουν ετερόκλητες ελευθεριακές ιδέες με σκοπό την διαιώνιση της πολιτικής ορθότητας και της μεταμοντερνικότητας ως κυρίαρχων αξιών, κάνουν επιτακτική την κατ’ αντιδιαστολή σύνθεση μιας πρότασης που θα αναδείξει την ελευθερία στην σκέψη (και όχι στην αναζήτηση του κέρδους) και την ισότητα στην συζήτηση (και όχι στην απονεύρωση της έκφρασης) ως κύριες πολιτικές αξίες.­_



Α.Σ.Ν.Χ.


<!–[if !supportFootnotes]–>


<!–[endif]–>


<!–[if !supportFootnotes]–>[2]<!–[endif]–> Μπόμπιο, Νορμπέρτο (1996), Δεξιά και Αριστερά, Αθήνα: Πόλις.



<!–[if !supportFootnotes]–>[3]<!–[endif]–> Inglehart, Ronald (1971), ‘The Silent Revolution in Europe: Intergenerational Change in Post-Industrial Societies’, American Political Science Review, 65(4): 991-1017.




<!–[if !supportFootnotes]–>[4]<!–[endif]–> Αξίζει να αναλογιστούμε ότι αυτή η διαπίστωση έχει σαν βάση την μελέτη της δημιουργίας κυρίαρχων απόψεων σε θέματα ασφάλειας, τρομοκρατίας, αστυνόμευσης κλπ. Βλ. Buzan, Barry, Ole Wæver and Jaap de Wilde (1998), Security: A New Framework for Analysis, Boulder: Lynne Rienner Publishers.



<!–[if !supportFootnotes]–>[5]<!–[endif]–> Beck, Ulrich (1992), Risk Society: Toward a New Modernity, London, Newbury Park: SAGE.



<!–[if !supportFootnotes]–>[6]<!–[endif]–> Ο ίδιος ο όρος securitization που πρωτοχρησιμοποίησαν οι Buzan, Wæver και De Wilde (βλ. υποσημείωση 4) καταδεικνύει ότι η αποπολιτικοποίηση ως μέθοδος μπορεί αρχικά να παρατηρείται πιο εύκολα σε ‘αντιδραστικές’ πολιτικές, βρίσκει όμως λαμπρή εφαρμογή σε προτάσεις που προέρχονται τελικά από όλες τις μεριές του πολιτικού φάσματος.



<!–[if !supportFootnotes]–>[7]<!–[endif]–> Στο ζήτημα του καπνίσματος στην Ελλάδα για παράδειγμα, μια τέτοια πρόταση θα έδινε έμφαση σε ζητήματα κουλτούρας και θα έθετε την αντικαπνιστική νομοθεσία (αν κρίναμε ότι αυτή είναι απαραίτητη) με όρους προσωπικού πολιτισμού, και βελτίωσης της νοοτροπίας του Έλληνα έναντι των αναγκών του συνανθρώπου του ως προσωπικότητας/υποκειμένου και όχι απλώς ως φορέα δικαιωμάτων.



του Άγγελου-Στυλιανού Χρυσόγελου


υποψήφιος διδάκτωρ  πολιτική επιστήμης


European University Institute



.

(759) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *