Τα αίτια της πανωλεθρίας

Πρέπει να ήταν σε απόγνωση, σε μεγάλη απελπισία ο κυρίαρχος, για μια Κυριακή, λαός για να συντρίψει κυριολεκτικά τη Νέα Δημοκρατία. Δεν πρόκειται για ψήφο διαμαρτυρίας και απόρριψης ενός κόμματος. Ούτε ο πομπωδώς υπερτιμημένος αρχηγός και «οι εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντες» συνεργάτες του, οι λιμασμένοι για χρήμα και δόξα τιποτολόγοι και τιποτοπράτες, είναι υπεύθυνοι για την ατίμωση. Όχι. Αλλού πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες.


Πρέπει να γυρίσουμε πίσω, στην αφετηρία της θητείας, στο 2004. Τι προηγήθηκε, τι επαγγέλθηκε και τι τελικά έπραξε η νυν ψυχορραγούσα Δεξιά. Τα σκάνδαλα, η άσεμνη και αταπείνωτη διαφθορά που επέδειξαν κάποιοι ανίκανοι, δεν δικαιολογούν τέτοιο μένος εκ μέρους του λαού. Το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, το οποίο αφάνισε τον λαό, ήταν κατά πολύ σοβαρότερο από αυτά της Ν.Δ. Στην εξωτερική πολιτική, κατά γενική ομολογία, η κυβέρνηση Καραμανλή, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και δεν βαρύνεται με εξευτελισμούς τύπου Ιμίων, Οτσαλάν ή και ακόμη την αναξιοπρεπή οπισθοχώρηση για την εγκατάσταση των πυραύλων S-300.


Χειροκροτήθηκε μάλιστα για την σθεναρή στάση της έναντι των Αμερικανών στο Βουκουρέστι. Ίσως όμως δεν αντιλήφθηκαν κάποιοι πως οι όποιες επιτυχίες ακυρώνονταν από την παρουσία στο ΥΠ.ΕΞ. της κ. Μητσοτάκη. Οι κατόπιν συντριβής καημενολογίες της κανέναν δεν πείθουν. Θα ησυχάσουν τα σπλάχνα της, όταν λάβει την αρχηγία, οπότε και σίγουρη η πρωθυπουργία. Βεβαίως, για να μνημονεύσουμε μια γνωστή φράση του Σαίξπηρ, αυτή δεν θα ήταν λύκος, αν δεν ήταν οι άλλοι αρνιά.


Πού οφείλεται λοιπόν, για να επανέλθω στην προλογική σκέψη, η συντριβή; Γιατί ο λαός εκτέλεσε αυτό το κόμμα; Γιατί νεκροαναστήθηκε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ποτέ δεν τιμωρήθηκε έτσι ακόμη και σε περιόδους εσχάτης παραλυσίας;


Το 2004 η Ν.Δ.  ανέλαβε την εξουσία, μετά από μια εικοσαετή διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Από το 1981 έως το 2004, εκτός της θλιβερής τριετίας του Μητσοτάκη, μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων διαποτίστηκε, ανδρώθηκε, «μορφώθηκε» από μια συγκεκριμένη ιδεολογία, που η λαϊκή θυμοσοφία συνόψισε ευθύβολα στο απόφθεγμα: «τα λίγα βγαίνουν με κόπο και τα πολλά βγαίνουν με κόλπο». Μια ολόκληρη γενιά πολιτικών – και της Δεξιάς – ανατράφηκε εν μέσω κλίματος εκμαυλισμού και εκφαυλισμού των συνειδήσεων, ενός αγοραίου λαϊκισμού που καλλιέργησε τα ελαττώματα του λαού και όχι τις αρετές του, την διαφθορά διά του λεγόμενου «πολιτικού χρήματος», τις ραγδαίες αναρριχήσεις αναξιοκρατικώ δικαιώματι και κομματική προωθήσει, με έναν λόγο, τον σαλταδορισμό, «όπου ο υστερών σε κακοποιό ευρεσιτεχνία ένιωθε ότι κοροϊδοπιάνεται και αυτοαδικείται». (Καλιόρης). Ίνδαλμα αυτών των πολιτικών ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, δημεγέρτης χαρισματικός, ικανός να συνεγείρει μάζες, στόφα ηγετική, αλλά, ταυτοχρόνως, έρμαιο των επιθυμιών του και λεία εκείνων που τις ικανοποιούσαν.


Ένας Α.Παπανδρέου που περιβαλλόταν από αλαζόνες κομματικούς αξιωματούχους, οι οποίοι ενέδωσαν γρήγορα στην «κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» και στην πασίδηλη σαγήνη του χρήματος και μεταλλάχθηκαν – κυρίως επί Σημίτη – σε πάμπλουτους γλεντοκόπους. (Θυμάμαι πως μεταξύ σοβαρού και αστείου λεγόταν, περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, ότι πολλά προβεβλημένα στελέχη της Ν.Δ. «βλαστημούσαν» την ώρα και την στιγμή που βρέθηκαν σε λάθος κόμμα). Από το 1981 ως το 2004 η γενιά των Νεοδημοκρατών που βρέθηκε στην κυβέρνηση Καραμανλή, μπολιάστηκε  με το συγκεκριμένο ήθος, το μιμήθηκε, γιατί νόμιζε πως έτσι θα εξασφάλιζε πολυχρόνια διαμονή στην εξουσία. Το αντίγραφο όμως ποτέ δεν εξισούται με το πρωτότυπο. Καταντά κακέκτυπο και γελοιοποιείται. Το 2004 ο λαός ψήφισε τη Ν.Δ. μ’ ένα συγκεκριμένο αίτημα: Να επανέλθουν οι αξίες, οι ποδοπατημένες αξίες του, στη δημόσια ζωή. Είχε σιχαθεί ο κόσμος την βορβορώδη ευτέλεια των κομματικών αρλεκίνων, την αίσθηση πως όλα επιτρέπονται άνευ ορίων και χαλινού. Μπουκωμένος και από την πολύ πρόοδο, επιζητούσε μια αναδίπλωση, να σταματήσει το λαχάνιασμα του δήθεν εξευρωπαϊσμού, να αναδειχθούν η παράδοσή του, ο πατριωτισμός, τα προτερήματα, το φιλότιμο, η αξιοπρέπειά του. Άκουγε  για «ισχυρή Ελλάδα» και έβλεπε έναν παρία  «με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητών» (Κάλβος «αι ευχαί»), …. επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης». Προίκισε ο λαός το 2004 την τότε κυβέρνηση με την εμπιστοσύνη του, ήλπιζε σε μια πραγματικά υπερήφανη εξωτερική πολιτική, γιατί αυτό του υπαγόρευε η εθνική του ιστορία. Ήθελε ακόμη και μια ριζική ανατροπή του ανεπρόκοπου εκπαιδευτικού συστήματος. Να απαλλαχθεί από την ασημαντοκρατία, την συνδικαλιστική γάγγραινα, το αίσχος των καταλήψεων, την αθλιότητα του ασύλου. Έγραφε πριν από πολλά χρόνια ο Γ.Θεοτοκάς σε κείμενό του με τίτλο «η εθνική κρίση»: «Δεν γυρεύει εξωφρενικά πράγματα αυτός ο λαός, έτσι απλός και λιτοδίαιτος καθώς συνηθίσαμε να λέμε πως είναι». (Αυτό σήμερα άλλαξε. Φρόντισαν να παραδειγματίσουν τον λαό οι κρατούντες και οι τσιφτετέλληνες της τηλοψίας). «Θέλει εργασία και μια ζωή ανθρώπινη, σχολεία για τα παιδιά του και κάποια κοινωνική πρόνοια. Και κάτι ακόμη: Θέλει να τον σέβονται. Να μην έχει το αίσθημα πως τον περιφρονούν, πως δεν τον λογαριάζουν για τίποτα. Τούτο είναι το πρώτο που πρέπει να βάζει στο νου του όποιος καταγίνεται μαζί του». Τούτο το πρώτο του λογοτέχνη, τον σεβασμό και το λογάριασμα της γνώμης του λαού, η Ν.Δ. δεν το τήρησε. Δεν κατάλαβε ούτε τι κράτος παρέλαβε ούτε από ποιους, γιατί και οι ίδιοι ήταν κακέκτυπα των πρώην. «Άλλαξαν οι βιολιτζήδες ο χαβάς έμεινε ο ίδιος». Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τους υπερφίαλους κλεφτοκατσικάδες, που ταύτιζαν νομιμότητα και ηθικότητα; Τα κομματικά απολειφάδια, υμνητές της νεοταξικής δυσωδίας, που αποτόλμησαν να προσβάλλουν τους αγώνες και τις θυσίες αυτού του λαού μέσω του ελεεινού βιβλίου ιστορίας; Τους δημοσιογραφίσκους των βοθροκαναλιών, που ανήγειραν βίλες, πουλώντας, ως αντιπαροχή, κουλτουριάρικη σοβαροφάνεια; Tα συμπλεγματικά ξαδερφάκια, χαζοχαρούμενους καλοπερασάκηδες, χωρίς ψήγμα ικανοτήτων; Τους αποτυχημένους οικονομολόγους που αποστράγγισαν τον λαό; Η Ν.Δ. είχε σαφέστατη εντολή να θεραπεύσει τα χρόνια αποστήματα, που βύθισαν το κράτος μας σε ανυποληψία. Δεν κατάλαβε, ξεπερνούσε η εντολή τις δυνατότητές της. Γι’ αυτό κατακρημνίστηκε. Η πολιτική τέχνη εδράζεται στο παράδειγμα, είναι ένα είδος διδασκαλίας. «Ου γαρ ο λόγος τοσούτον όσον ο βίος εις την αρετήν άγει».  Έκλυτος βίος και παχιά λόγια, φθείρουν και διαφθείρουν. Αν ερμηνεύω σωστά την γνώμη των νεοδημοκρατών ψηφοφόρων η προσφάτως «νωπή εντολή» είναι να συσταθεί ένα πατριωτικό κίνημα, το οποίο θα αντιμετωπίσει την επελαύνουσα Νέα Τάξη, που ήδη επικάθησε στο σβέρκο μας. Η κ. Μητσοτάκη, για να σκοτώνει τον χρόνο της, ας αναλάβει το νεοδημοκρατικό ναυάγιο. Αναζητείται ηγέτης με ιθαγένεια τόπου και ιστορίας. Όσο για τον νέο πρωθυπουργό μια μόνο παρατήρηση. Ακούγοντας τα εγκώμια των τουρκοαγγλοαμερικανών σκέφτηκα το αρχαίο ρητό : «επαινούμενος γαρ υπό των εναντίον αγωνιώ μη τι κακόν είργασμαι». Και ο νοών νοείτω…



Νατσιός Δημήτρης


δάσκαλος- Κλκίς



.

(347) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *