16 Ιουλίου 1054 – μία λησμονημένη ημερομηνία

Στις 16 Ιουλίου 1054, δηλαδή ακριβώς πριν 956 χρόνια, έλαβε χώρα το Σχίσμα Δυτικής και Ανατολικής Χριστιανικής Εκκλησίας. Αντιγράφω απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», σελίδες 36-38, σχετικές με το εν λόγω γεγονός

«Κατασκευάστηκε ο μύθος ότι ιδρυτής και πρώτος επίσκοπος της εκκλησίας της Ρώμης ήταν ο απόστολος Πέτρος. Και αφού ο Χριστός του είχε δώσει τα πρωτεία μεταξύ των αποστόλων, τα πρωτεία μεταβιβάζονται και στους διαδόχους του επισκόπους – όχι όλων των άλλων πόλεων όπου ίδρυσε εκκλησίες ο Πέτρος, αλλά ειδικά στους επισκόπους της Ρώμης. Στα μέσα του 9ου αιώνα χαλκεύτηκε στη Γαλλία μια από τις πιο έντεχνες κατασκευές νόθων κειμένων που γνώρισε ποτέ η Ιστορία: Οι περίφημες Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις συμπληρωμένες με τη λεγόμενο Ψευδοκωνσταντίνεια Δωρεά: Συλλογή παραποιημένων συνοδικών κανόνων που ιεραρχούσαν την ιερωσύνη ως ανώτερη από την πολιτική εξουσία και αναγνώριζαν στον πάπα της ρώμης ως κορυφή της ιερωσύνης, άρα κεφαλή της όλης οικουμένης (caput totius orbis). Σύμφωνα με την Ψευδοκωνσταντίνεια Δωρεά, ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν μετέθεσε το κέντρο της αυτοκρατορίας στην ελληνική Ανατολή, παραχώρησε στον πάπα τη διοίκηση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, εξουσία αυτοκρατορική και αυτοκρατορικά διάσημα: πορφύρια, ερυθρά πέδιλα, σκήπτρο, στέμμα, και το ανάκτορο του Λατερανού

Όλα αυτά μοιάζουν σήμερα παιδαριώδη και αφελή, είναι όμως γεγονότα που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεσαιωνικής και νεώτερης Ευρώπης. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι φιλοδοξίες των παπών δεν ήταν μόνο αποκυήματα ατομικών βλέψεων κυριαρχίας. Ήταν και ένας τρόπος να αμυνθούν και αντιπαλαίψουν τις μονοκρατορικές αντιλήψεις των φράγκων και αργότερα των τευτόνων αυτοκρατόρων, αλλά και να επιβληθούν στους επισκόπους των εκχριστιανισμένων βαρβάρων που συχνά εμφάνιζαν τάσεις αυτονομίας μιμούμενοι τους φεουδάρχες της εποχής.

Σίγουρα, η ίδρυση του παπικού κράτους [1] και η εμπλοκή των παπών στους ανταγωνισμούς και στις διεκδικήσεις ηγεμόνων και φεουδαρχών της εποχής, πρέπει να συνέβαλε ουσιαστικά στην αλλοίωση και νόθευση της εκκλησιαστικής του συνείδησης. Μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κυρίαρχος ήταν ο νόμος της επιβολής του ισχυροτέρου, πολύ δύσκολα μπορούσε να πραγματωθεί από τους ποιμένες της εκκλησίας το υπόδειγμα της «κένωσης« του Χριστού,΄η παντοδύναμη ελευθερία της αυτοπαραίτησης από κάθε κοσμική ισχύ και εξουσία. Ούτε και οι Έλληνες πατριάρχες της Ανατολής είχαν δώσει πολλά τέτοια δείγματα «χριστομιμήτου ταπεινώσεως», όμως η διαφορά των παπών ήταν ότι προχώρησαν στη θεσμοποίηση των κοσμικών τους επιδιώξεων. Οι εξουσιαστικές φιλοδοξίες δεν έμειναν, όπως στην Ανατολή, στο επίπεδο της περιστατικής παρεκτροπής ή του προσωπικού αμαρτήματος, αλλά κατοχυρώθηκαν θεωρητικά στη Δύση και έγιναν θεσμός, νομικο-κανονικό καθεστώς της ρωμαϊκής εκκλησίας.

Πρώτος ο πάπας Νικόλαος Α’ (858-867) πρόβαλε τις Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις ως νομικό κώδικα υποχρεωτικόν για όλη την Εκκλησία. Προσπάθησε να επιβάλει την παπική εξουσία σε όλες τις επισκοπές της Δύσης, αλλά και στους κοσμικούς ηγεμόνες. Παρενέβαινε στα εσωτερικά των ηγεμονιών επισείοντας ως όπλο τον αφορισμό όσων αμφισβητούσαν την προς τούτο δικαιοδοσία του. Διακήρυττε ότι και ο ίδιος ο αυτοκράτορας δέχεται ως «τιμάριον» (φέουδο) την εξουσία από τον διάδοχο του αποστόλου Πέτρου, πάπα της Ρώμης, γι’ αυτό και μόνο η χρίση και στέψη από τον πάπα δίνει εγκυρότητα στο αυτοκρατορικό αξίωμα. Έτσι, ο Νικόλαος συγκέντρωσε στο πρόσωπό του την ανώτατη εκκλησιαστική, αλλά και πολιτική εξουσία – ή , όπως έλεγαν οι σύγχρονοί του, θεωρούσε τον εαυτό του αυτοκράτορα όλου του κόσμου (: Nicolaus totius mundi imperatorem se fecit).

Οι κοσμοκρατορικές φιλοδοξίες του Νικολάου Α’ τον οδήγησαν σε αντικανονικές επεμβάσεις και στον χώρο των εκκλησιαστικών επαρχιών της Ανατολής (συγκεκριμένα στην εκκλησία της Βουλγαρίας), όπως και στην απαίτηση να αναγνωριστεί ως ανώτατος ρυθμιστής κανονικών εκκρεμοτήτων που δημιουργήθηκαν τότε στην Κωνσταντινούπολη (με αφορμή τη χειροτονία του πατριάρχη Φωτίου). Η Κωνσταντινούπολη αντέδρασε, η σύγκρουση παλαιάς και νέας Ρώμης πήρε τη μορφή οξύτατης ρήξης και αμοιβαίους αφορισμούς, και καέληξε στο λεγόμενο Πρώτο Σχίσμα μεταξύ ανατολικής και δυτικής χριστιανοσύνης (867).

Στην πρώτη αυτή ρήξη η ελληνική Ανατολή επικεντρώνει την κριτική της στις εξουσιαστικές απαιτήσεις των παπών, που υπονομεύουν την εκκλησιαστική καθολικότητα κάθε τοπικής ενορίας και επισκοπής. Επισημαίνονται και κάποιες ακόμα καινοτομίες της δυτικής εκκλησίας, αλλά χωρίς να αποδίδεται σ’ αυτές κεντρική σημασία

Διακόσια περίπου χρόνια αργότερα, όταν οι Φράγκοι έχουν πια εξασφαλίσει τον απόλυτο έλεγχο του παπικού θρόνου, αρχίζουν να απαιτούν την επιβολή των καινοτομιών τους – και ειδικά την προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως [2]- ως κανόνα και προϋπόθεση εκκλησιαστικής ορθοδοξίας. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος (1043-1059) κάνει μία έσχατη προσπάθεια να περισώσει από τις φραγκικές αυθαιρεσίες τα υπολείμματα των ελληνικών επισκοπών της Νότιας Ιταλίας. Τους απευθύνει επιστολή που καταγγέλει τις παπικές καινοτομίες και κάνει έκκληση για πιστότητα στην αποστολική και συνοδική εκκλησιαστική παράδοση. Αλλά η επιστολή του πατριάρχη Μιχαήλ δεν κατορθώνει, παρά να προκαλέσει τη βίαιη αντίδραση του πάπα Λέοντα Θ’, που στέλνει επίσημη αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη με επικεφαλής τον καρδινάλιο Ουμβέρτο. Στις 16 Ιουλίου 1054 ο Ουμβέρτος θα καταθέσει στην Αγία Τράπεζα του ναού της του Θεού Σοφίας αφορισμό ολόκληρης της ανατολικής χριστιανοσύνης. Έτσι έπαιρνε και επίσημη μορφή η απόσχιση των Δυτικών από τον κορμό της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, η ρήξη τους με την παράδοση και τον πολιτισμό που είχε σαρκώσει ιστορικάκ τη φανέρωση του «ευαγγελίου» της Εκκλησίας.

Από και κει πέρα δεν υπάρχει πια εμπόδιο ή αναστολή στην αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος στη Δύση. Η δυναμική των μεταμορφώσεων της ζωής, στην οποία καλούσε η εμπειρία και μαρτυρία της ευχαριστιακής σύναξης, μετασκευάζεται σε εξουσιαστική ιδεολογία, σε κοσμική auctoritas, που απαιτεί υποταγή της σκέψης και της συνείδησης στον θεσμικό της φορέα, την παπική εκκλησία.

Είκοσι μόλις χρόνια μετά το Σχίσμα, ο πάπας Γρηγόριος Ζ’ (1073-1085) διατυπώνει στον περίφημο Dictatus τις απαιτήσεις ολοκληρωτικής εξουσίας του παπικού θρόνου: «Ο πάπας είναι ο απόλυτος κύριος της παγκόσμιας εκκλησίας. Διορίζει και καθαιρεί επισκόπους και μητροπολίτες. Μόνο αυτός μπορεί να συγκαλέσει οικουμενική σύνοδο. Οι αντιπρόσωποί του (legati) είναι ανώτεροι από τους επισκόπους. Είναι ο κύριος του κόσμου. Η τιάρα του φέρει τα αυτοκρατορικά διάσημα. Οι πρίγκιπες οφείλουν να του φιλούν τα πόδια. Έχει το δικαίωμα να καθαιρεί τους αυτοκράτορες και να αποδεσμεύει τους υπηκόους τους από τον όρκο υποταγής. Τα κοσμικά αξιώματα πηγάζουν από το δικό του αξίωμα, όπως η σελήνη δέχεται το φως της από τον ήλιο. Απολαμβάνει της ειδικής προστασίας του αγίου Πέτρου, του οποίου οι αρετές εξασφαλίζουν την αγιοποίηση σε κάθε πάπα. Η ρωμαϊκή εκκλησία δεν σφάλλει ποτέ, ούτε και πρόκειται ποτέ να σφάλλει» [3]

[1] έλαβε χώρα το 754 από τον πατέρα του Καρλομάγνου, βασιλιά των Φράγκων Πιπίνο τον Βραχύ όταν προσέφερε αυτονομία της Εκκλησίας της Ρώμης στον πάπα Στέφανο Β’ και του παραχώρησε το δουκάτο της Ρώμης, το εξαρχάτο της Ραβέννας και την Πεντάπολη. Περισσότερες πληροφορίες στο ίδιο ή σε άλλα ιστορικά βιβλία.

[2] Το Filioque προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως σε μία σύνοδο των φράγκων το 589 στο Τολέδο της Ισπανίας. Αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός ότι παρόλο που ο πατέρας του Καρλομάγνου και κατόπιν ο ίδιος αναγνώρισαν και έδωσαν πολιτική εξουσία στον πάπα της Ρώμης, αυτοί δεν δέχθηκαν τις θεωρητικές και πρακτικές καινοτομίες των Φράγκων στην εκκλησία. Μάλιστα, ο ίδιος ο πάπας Λέων Γ’ που έστεψε τον Καρλομάγνο βασιλιά της Δύσης τα Χριστούγεννα του 800, γράφει ο συγγραφέας ότι «αρνήθηκε σθεναρά στην προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Είναι γνωστό ότι διέταξε να χαραχθεί το αυθεντικό κείμενο σε αργυρές πλάκες που εντοιχίστηκαν στο ναό του Αγίου Πέτρου, για να διαφυλαχθεί αλώβητο από τις φραγκικές παραποιήσεις. Μόνο από το 1009 και μετά, όταν οι Φράγκοι εξασφαλίζουν την άνοδο και διαδοχή τους στον παπικό θρόνο, υποτάσσεται οριστικά κάθε αντίσταση της λατινικής ορθοδοξίας και θεσμοποιούνται οι καινοτομίες που είχαν μελετημένα σχεδιαστεί στην αυλή του Καρλομάγνου»

[3] Αντιγράφω στο συγκεκριμένο σημείο την παραπομπή του ίδιου του συγγραφέα: «K. Heussi – E. Peter, Prexis d’ Histoire de l’ Eglise, Neuchatel (Delachaux et Niestle) 1967 $47,2 – August Franzen, Kleine Kirchengeschichte, Freiburg (Herder) 1975, σελ. 181 – R.W. Southern, Western Society and the Church in the Middle Ages (Penguin Books) 1976, σελ, 102 – H.X. Arquilliere, Gregoire VII – Essai sur sa conception du puvoir pontifical, Paris (Vrin) 1934.

(453) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *