Ο εκφυλισμός της Ελληνικής Μουσικής και η Δύση

Αναδημοσίευση από το  «Παλιό Αντίβαρο», Οκτώβριος 2002

[Το άρθρο αυτό προέρχεται από την Porta Aurea με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα του]

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ: 



Οσο δύσκολο μού είναι να φανταστώ έναν ελβετό ή καναδό ρεμπέτη, άλλο τόσο δεν μού αρέσει ο έλληνας ροκάς (ή ό,τι άλλο ξένο). Οχι φυσικά πως δεν μπορεί το αποτέλεσμα να είναι ωραίο, αλλά ότι αναγκαστικά είναι προσποιητό σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι κάτι το αυθόρμητο. Πρέπει π.χ. ρεμπέτης της Ζυρίχης να παραστήσει πως είναι στο πνεύμα του ’30, της Σμύρνης, του Τσιτσάνη, αλλά δεν μπορεί να μπει στο νόημα. Το ίδιο κι ο ροκάς ο έλληνας, προσπαθεί να παραστήσει τον καουμπόη στην άγρια Δύση ή τον χίπυ μεσοαστό αμερικάνο του Γούντστοκ ή τον Λονδρέζο, αλλά δεν μπορεί. Γι’ αυτό και το ελληνικό ροκ πάντα θα είναι νευρικό (κι όχι με νεύρο), σφιγμένο, κι όχι αυθόρμητο όπως το αγγλικό ή αμερικανικό. Γι’ αυτό και προτιμώ να ακούσω την αυθεντικότητα ή μάλλον, καλλίτερα, την αυθορμητικότητα ενός αγγλοσαξωνικού ροκ συκγροτήματος παρά την λίγο ή πολύ ανεπιτυχή μίμηση ενός ελληνικού ροκ συγκροτήματος.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΙ Ο ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ: 


Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι κάθε ανάμιξη με ξένα στοιχεία προκαλεί εκφυλισμό. Για παράδειγμα, το κλαρίνο και το βιολί είναι δυτικά μουσικά όργανα, αλλά καθόλου δεν εκφυλίστηκε η δημοτική μουσική. Όμως τώρα, με τον εξηλεκτρισμό της, με την εγκατάλειψη των ελληνικών μουσικών κλιμάκων, εκφυλίστηκε. Ας εξετάσουμε το “ρεμπέτικο”. Στις αρχές του αιώνα εγκαταλείφθηκαν τα όργανα που δεν είταν συγκερασμένα (π.χ. ταμπουράς) χάριν οργάνων συγκερασμένων (π.χ. μπουζούκι), κι έτσι ήταν πλέον αδύνατο να παίζεται σωστά η ανατολική ελληνική μουσική. Έπειτα, απαγορεύθηκαν και με το νόμο του Μεταξά οι αμανέδες που συνθέτονταν σε διαστήματα μικρότερα του (δυτικού) ημιτονίου. Μετά, άρχισαν να χρησιμοποιούν οι ρεμπέτες, από το 1938 και μετά (Τσισάνης κ.ά.) περισσότερο τις δυτικές κλίμακες μινόρε και ματζόρε, αγνοώντας τις υπόλοιπες κλίμακες (σαμπάχ, χιτζάζ, χιτζάζκιαρ, πειραιώτικο, ουσάκ) που δεν τις έχει η δυτική μουσική. Στη δεκαετία του Σαράντα άρχισε να χρησιμοποιείται το τετράχορδο μπουζούκι αντί του τριχόρδου, για να παίζεται καλλίτερα με συνοδεία κιθάρας. Στην επόμενη δεκαετία και εφεξής κυριάρχησε το ηλεκτρικό μπουζούκι. Στο 60′ επικράτησε ο εξηλεκτρισμός και στο μπαγλαμά, εισήχθη ακόμα και ηλεκτρική (αντι για ακουστική) κιθάρα (!), φλάουτα, ντράμς, ορχήστρες, αηδίες, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 60 και μετά οι ρυθμοί από ζεϋμπέκικο και χασάπικο έγιναν κάτι σαν ροκ συρτάκι, προφανώς για να τα ματσώσουν οι μεγάλοι και μικροί μας συνθέτες από τους τουρίστες. Το σκυλάδικο επί θύραις. Παράλληλα, η δημοτική μουσική γινόταν “πανηγυρτζίδικη”, με “έκο”, και εξηλεκτρισμό λαούτων και βιολιών. Τέλος, με το “πολιτικό τραγούδι” γίναμε κουβανοζορμπάδες ρόκερς (εννοείται ότι γκρινιάζω για τη μουσική κι όχι για τη θεματολογία των στίχων), και μετά, με το ντισκοσκυλάδικο του 80′-90′, τους “βανγκέλις”, τους “γιάνις”, τους βλαχοροκάδες, χιπχοπάδες και άλλους καουμπόυδες Αιτωλοακαρνανίας και Τρικάλων, ησυχάσαμε. Αιωνία η μνήμη της ελληνικής μουσικής.


Αυτός ο εκφυλισμός, αυτό το κίτς, αυτή η δουλική απομίμηση, ασφαλώς δεν είναι προϊόν των λίγων ηλιθίων που εισήγαγαν όλα αυτά τα πράγματα, δίχως να σκεφτούν τί ταιριάζει και τί όχι. Είναι προϊόν του ακραίου και άνευ μέτρου εκδυτικισμού που επικρατεί στο ελλαδικό κράτος εδώ και 170 χρόνια. Είναι ζήτημα πολιτικών επιλογών των κρατούντων: εάν οι θεσμοί, το ντύσιμο, τα σπίτια, οι ιδεολογίες και κοσμοθεωρίες, οι συνήθειες εκδυτικιστούν, είναι δυνατόν να έμενε απείραχτη η μουσική;


Και βέβαια είναι να γελά κανείς και με έναν άλλο λόγο που οι κρατούντες περιφρόνησαν για την ελληνική μουσική: επειδή νόμιζαν πως επειδή μοιάζει με την τουρκική είναι τουρκική, και μη αρχαιοελληνική. Όντας ανιστόρητοι δεν σκέφτηκαν ποτέ ότι οι Τούρκοι, ο τελευταίος λαός που εγκαταστάθηκε στην περιοχή πήραν από τους απ’ αιώνων εγκατεστημένους λαούς της πολύ περισσότερα πολιτισμικά στοιχεία απ’ όσα έδωσαν (όντας νομάδες). Όντας ανόητοι, δεν κατάλαβαν πως η ελληνικότητα δεν είναι μόνον αρχαιοελληνικότητα, αλλά ότι οι προσμίξεις είναι κάτι φυσιολογικό.


ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΥΤΙΚΗ: 


η δυτική (=δυτικότροπη. Ελληνόφωνη (στην περίπτωσή μας) και/ή αγγλόφωνη) μουσική είναι φτωχότατη σε μουσικές κλίμακες (majore-minore) σχετικά με τις κλ?μακε?


Η δυτική μουσική βασίζεται στην μεγάλη ένταση (πχ τα 50-100 όργανα σε μια ορχήστρα.) και τη βαβούρα (το ντάμπα-ντούμπα του rave ή ο ηλεκτρικός θόρυβος του ροκ), για λόγους “εντυπωσιασμού” και “μεγαλείου”. Αυτό είναι το πολιτισμικό υπόβαθρο της δυτικής μουσικής: “όσο πιο μεγάλη ένταση και φανφάρα, τόσο πιο πολύ Μεγαλείο”.(Το ίδιο πολιτισμικό υπόβαθρο που οδηγεί στους μυτερούς γοτθικούς ναούς και τους ουρανοξύστες, με την αλαζονική αυταρέσκεια: καμμιά αίσθηση του “μέτρου”, καμμιά πνευματική μετριοπάθεια. Το Τεράστειο και το Υπεράνθρωπο.) Βέβαια, δεν ήταν πάντα έτσι(π.χ. το μεσαίωνα ή στο μπαρόκ, μουσική δωματιου κτλ).


Η δυτική μουσική, σε γενικές γραμμές, διασκεδάζει, αλλά δεν ψυχαγωγεί (αναφέρομαι στα συναισθήματα που προκαλεί ο ήχος, όχι σε στίχους). Από την αρχαιότητα ακόμη ήξεραν τις διαφορετικές ψυχικές επιδράσεις/αγωγή ψυχής που έχει κάθε μουσική κλίμακα,(π.χ. ο Δώριος Τρόπος των αρχαίων, που είναι ο Τέταρτος Ήχος των Ρωμηών, που είναι ο ‘δρόμος’ Ουσσάκ του ρεμπέτικου, έχει πολεμικό-γενναίο ήθος. Ο Υποφρύγιος Τροπος της αρχαιοελληνικής μουσικής, που είναι ο Βαρύς Ήχος της βυζαντινής μουσικής, και ο ‘δρόμος’ Σαμπάχ του ρεμπέτικου και της αραβοπερσικής μουσικής, έχει ήθος ησυχαστικό και προξενεί γαλήνη. Ο Υπολύδιος Τρόπος της αρχαιοελληνικής μουσικής, δηλαδή ο Πλάγιος του Δευτέρου Ήχος της βυζαντινής, δηλαδή ο ‘δρόμος’ Χιτζάζκιαρ του ρεμπέτικου και των Αράβων, έχει συσταλτικό ήθος, με κατανυκτικό και πένθιμο χαρακτήρα. Ο Υπομιξολύδιος Τρόπος της αρχαιοελληνικής μουσικής, δηλαδή ο Πλάγιος του Τετάρτου Ήχος της βυζαντινής, δηλαδή ο ‘δρόμος’ Ραστ των Αράβων έχει ευχάριστο χαρακτήρα.κ.ο.κ. Ο Πλάτων – κ.ά. – αναφέρει αρκετά παραδείγματα της ψυχ-αγωγικής σημασίας των ήχων) και αυτό συνεχίστηκε στην ανατολική, αλλά όχι στη δυτική μουσική. Τέλος πάντων. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, και φυσικά κάθε μουσική έχει την ιδιαίτερη χάρη της, δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Αν τα παραείπα, κι εγώ θέλω να μάθω, κι όσοι ξέρουν, ας μιλήσουν. Πάντως, είναι κρίμα όλοι να ακούνε κάτι επειδή τούς το προσφέρουν και αυτοί να μην εκλέγουν ελεύθερα, ψάχνοντας μόνοι τους. Γιατί δηλαδή ο λαός να ακούει σκυλάδικα, τα πιτσιρίκια ρόκ παριστάνοντας τον σκληρό&τον επαναστάτη, η κουλτούρα να ακούει κλασσική ή ότι άλλο κουλτουριάρικο, και οι “προχωρημένοι” την μουσική των υπολογιστών; Γιατί δεν έκατσαν να ψάξουν ποτέ μόνοι τους;


Και κυρίως, μου φαίνεται τελείως λάθος η αντίληψη πως ένα δημοτικό ή ρεμπέτικο είναι πανηγυρτζίδικο, και μόνο τότε έχει νόημα και είναι ωραίο να ακούγονται τα τραγούδια αυτά, και πως σε άλλες περιπτώσεις είναι κωμικό ή αντιαισθητικό να τα ακούς. Η αντίληψη αυτή ίσως και προέρχεται από τις ασπρόμαυρες εκείνες ελληνικές ταινίες του ’50 με τους φουστανελάδες, την Γκόλφω και τα πανηγύρια. Μα δεν είναι όλα χορευτικά, υπάρχουν και καθιστικά, και δεν είναι καθόλου όλα τα δημοτικά “κλέφτικα” ή πολεμικά ούτε ασχολούνται όλα με τα πρόβατα. Η αντίληψη αυτή επίσης προέρχεται από την ξενομανία, πως δηλαδή το αγγλικό τραγούδι είναι δήθεν πιο αυθόρμητο, λες και η μούχλα των λαών της ομίχλης υπάρχει και σε μάς, ένα λαό του ήλιου και της θάλασσας και του καθαρού ουρανού και των ψηλών βουνών. Δηλαδή, έχεις την ξεραϊλα, την τραχύτητα, την μεστότητα την ελληνική, και τα πετάς αυτά θέλοντας να είσαι δήθεν αμερικάνος στο γούντστοκ ή δήθεν αγελαδάρης σε κανένα ράντζο, ή κλάμπερ στο Λονδίνο, λες και είναι δυνατόν να έχεις την δική τους αυτοσυνειδισία. Απλώς δεν πιστεύεις στον εαυτό σου. Τρέμουν τα πόδια σου όταν κοιτας τον εαυτό σου. Νομίζεις πως είσαι λίγος, ανεπαρκής, πως δε σού γεμίζεις το μάτι, και πως “εκεί” βρήκαν τη λύση και είναι τόσο υπέροχοι, τόσο κούλ, τόσο αυθόρμητοι, ενώ εδώ όλοι ντρέπονται για τον εαυτό τους. Ε δεν είναι έτσι όμως, και δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι καραγκιόζης πραγμάτων και ανθρώπων που δεν θα τους μοιάσεις ούτε θα γίνεις σαν κι αυτούς, γιατί άλλα πράγματα έχουν “στο αίμα” τους έπειτα από τόσες χιλιετίες, στο “DNA” τους αυτοί κι άλλα εσύ, όπως άλλα έχεις εσύ κι άλλα ο ιρανός. Το αντίστοιχο γυφταριό είναι κι εκεί στην καθημερινότητά τους, και καθόλου κουλ ή πιο μάγκες δεν είναι. Αν εσύ μοιάζεις με άλλους λαούς, αυτοί είναι οι γείτονές σου: σε Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο. Απλώς, ξενομανή, έχεις πειστεί από τις ταινίες πως είναι ανώτεροι. Είναι διαφορετικοί, απλώς. Ο Καβάφης σε είχε προειδοποιήσει: “Καινούργιους τόπους δε θα βρεις, δε θάβρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Για τα αλλού – μην ελπίζεις.”


Κι όλα αυτά δεν τα λέω λόγω εθνικισμού. Κι εγώ ακούω κλασσική μουσική, καμμιά φορά και ροκ του 60-70, και δεν αντέχω να ακούω συνεχώς τα ίδια. Ανάλογα με τη διάθεση πάω από την ανατολή στη δύση κι αντίστροφα. Απλώς τα είπα όλα αυτά, επειδή η δυτική μουσική κυριαρχεί και κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον πλούτο της ανατολικής (και ελληνικής) μουσικής.

.

(532) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *