Για το μάθημα των Θρησκευτικών

Μετά τα όσα εν μέσω καλοκαιριού έλαβαν χώρα σχετικά με το μάθημα ων Θρησκευτικών, με έκπληξη διαβάζει κανείς στον ημερήσιο τύπο (για παράδειγμα στο «Ελεύθερο Τύπο» 2.8.20008) που σηκώνουν μεγάλη συζήτηση. Για παράδειγμα λυπάμαι όταν διαπιστώνω να απαξιώνονται οι υπηρετούντες στο χώρο της μαχόμενης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης θεολόγοι Καθηγητές. Πιστεύω πως κάποιοι θα φροντίσουν οι «άχρηστοι» θεολόγοι, και μάλιστα σε ποσοστό 60%, να προσληφθούν ως θυρωροί στις πολυκατοικίες ή και ως σεκιουριτάδες σε βίλες νεόπλουτων Eλλήνων.

Aδυνατώ όμως να κατανοήσω πώς απόγονοι των ηρωικών ραγιάδων μπορούν να πολεμούν το πολύπαθο μάθημα των Θρησκευτικών. Και χαρακτηρίζω το εν λόγω μάθημα πολύπαθο, αφού στον ελλαδικό χώρο, μετά τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, πολλοί στην αρχή θρησκευτικοί μισσιονάριοι και σημαντικός αριθμός νεότερων και μάλιστα νεοεποχιτών μισσιοναρίων, στο όνομα του «εκσυγχρονισμού» φαίνεται να αγωνίστηκαν και να αγωνίζονται για την απορθοδοξοποίηση και την μετάλλαξη της ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας των απογόνων των ηρωικών ραγιάδων, ημών των σύγχρονων Eλλήνων. Συνεχίζεται έτσι, κατά ένα παράδοξο τρόπο, το έργο της Τουρκοκρατίας. Το έργο αυτό, με βάση διαμαρτυρίες γονέων και όχι μόνο, φαίνεται να υλοποιούν στο χώρο της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αρκετοί δάσκαλοι, «εκσυγχρονιστές» -κατά την άποψή μου «της όπισθεν»-, οι οποίοι διδάσκουν στην ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών άλλα μαθήματα, κατά την κρίση τους «σπουδαιότερα». Στα περισσότερα Παιδαγωγικά Τμήματα δεν υπάρχουν μέλη ΔΕΠ με γνωστικό αντικείμενο σχετικό με τη κατάρτιση των φοιτητών στο μάθημα των Θρησκευτικών. Το ίδιο συμβαίνει και στην επιμόρφωση των δασκάλων (Μαράσλειο Διδασκαλείο της Αθήνας και στο Διδασκαλείο «Δημήτριος Γληνός» της Θεσσαλονίκης).

Στις μέρες μας φαίνεται πως κάποιοι απόγονοι των ηρωικών ραγιάδων που έχουν πρόσβαση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιδιώκουν να παραγνωρίζονται, να αποσιωπούνται ή να διαστρεβλώνονται οι θυσίες και η προσφορά της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας στο Γένος, ενώ παράλληλα στα πλαίσια της ιδεολογικής υποδούλωσης και μετάλλαξης της πατρίδος μας και στο όνομα του «εξευρωπαϊσμού» μας, επιχειρούν να επηρεάσουν τη σκέψη και τη συνείδηση των παιδιών μας. Οι ίδιοι κύκλοι αποσιωπούν το γεγονός ότι η διαμόρφωση μιας κατάστασης πολιτιστικού πλουραλισμού στο χώρο της ελληνικής κοινωνίας, έτσι που γίνεται, δεν είναι απόρροια μιας φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, αλλά αποτέλεσμα επιδιώξεων ξένων δυνάμεων και συμφερόντων. Στρέφουν αλλού το πρόσωπό τους, όταν διαπιστώνουν πως ισχυροί της γης επέβαλαν στην Γιουγκοσλαβία να μη χρησιμοποιεί αυτό το όνομα, αλλά να ονομαστεί Σερβία και Μαυροβούνιο, όπως παλαιότερα συνέβη με την Πρωσία, στην οποία άλλαξαν το όνομα. Οι ίδιοι ενισχύουν τις απαράδεκτες απαιτήσεις του κράτους των Σκοπίων επιχειρώντας να γράψουν μια ψευδή ιστορία. Στο ίδιο μήκος κύματος διαπιστώνουμε πως για την Κύπρο κανείς μιλάει ότι είναι τριχοτομημένη.

Στο χώρο του σχολείου στόχος τους είναι όχι μόνο να σπείρουν στις ψυχές των μαθητών την αμφιβολία, αλλά να τους απομακρύνουν από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία και να τους καταστήσουν εύκολα και απληροφόρητα θύματα σε κάθε προπαγάνδα. Μονοπωλώντας τον «προοδευτισμό» και καταφερόμενοι συστηματικά εναντίον αρχών και θεσμών που εξέθρεψαν και συντήρησαν το Γένος μας ανά τους αιώνες χωρίζουν τους ασχολούμενους με την Παιδεία και ειδικότερα την εκπαίδευση σε «προοδευτικούς» και «συντηρητικούς», «φωτεινά πνεύματα» και «σκοταδιστές». Οι ίδιοι, ως «προοδευτικοί» -θα επαναλάβω «της όπισθεν»- διεκδικούν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό προνόμιο να ασκούν κριτική και να απονέμουν χαρακτηρισμούς.

Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω πως υπάρχουμε ως Γένος, γιατί υπήρξε η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία (και όχι η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία), η οποία έσωσε το λήμμα, τους λιγοστούς ηρωικούς ραγιάδες, πατεράδες και παππούδες μας. Αυτών είμαστε απόγονοι και αυτών τώρα τα κόκαλα τρίζουν με τέτοιου είδους ενέργειές μας. Και αυτό γιατί οι ηρωικοί ραγιάδες πατεράδες και παππούδες μας προτίμησαν να περάσουν τα πάνδεινα και να μην ακολουθήσουν τον εύκολο δρόμο των περισσοτέρων, οι οποίοι, προτιμώντας την άνετη ζωή, εξισλαμίστηκαν(οι αρχαίοι έλληνες, εκ των οποίων ασφαλώς έλκουμε την καταγωγή, είναι οι μακρινοί προππαπούδες μας). Κάποιες δυνάμεις, θέλουν και εμάς, τους απογόνους των ηρωικών ραγιάδων, να μεταλλάξουν.


Μετά από τα παραπάνω, επειδή πολύς λόγος γίνεται για τα «προσωπικά δεδομένα» θα ήθελα να γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες και ιδιαίτερα αυτοί που τα επικαλούνται πως στο όνομα των «προσωπικών δεδομένων» επιτρέπεται με βάση ποσόστωση σε Έλληνες μουσουλμάνους, δηλώνοντας το θρήσκευμά τους, να εισάγονται άνευ εξετάσεων στα Πανεπιστήμια. Επίσης, επιτρέπεται σε Έλληνες μουσουλμάνους και πάλι με ποσόστωση, χωρίς ΑΣΕΠ, να διορίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι γνωσιολογικό ή ηθικοπλαστικό αλλά βιωματικό, χωρίς συγχρόνως να αναλύουν τις παραπάνω έννοιες. Προσωπική μου θέση είναι πως το σχολείο πρέπει να προσφέρει στους μαθητές πρωτίστως παιδεία και μάλιστα με την τρισυπόστατη διάστασή της. Μάλιστα διευκρινίζω πως η Παιδεία, προσανατολισμένη πάντοτε προς συγκεκριμένους σκοπούς, νοείται κυρίως μεν ως εκπαίδευση, αλλά παράλληλα ως μόρφωση και ως καλλιέργεια. Η λέξη «μόρφωση» πλάσθηκε από το ρήμα μορφόω-ω, το οποίο σημαίνει παρέχω μορφή στο χάος, το αδιακόσμητο, το άτακτο, το άμορφο σύνολον του βίου. Η ενλόγω προσπάθεια αποτελεί την καλλιέργεια. Ο όρος Παιδεία, υποδηλώνει την παροχή μορφής και στην άψυχο (ξύλο, μέταλλο, μάρμαρο) και στην έμψυχο ύλη, τον Άνθρωπο. Ως προς τον Άνθρωπο σ’ εμάς επιτυγχάνεται δια του εμφύτου πλαστικού ελληνορθόδοξου πνεύματος με την ανάδειξή του σε μορφή αληθείας, ήθους και κάλλους.

 

Ως Καθηγητής της Παιδαγωγικής στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., εκ θεολόγων προερχόμενος, θεωρώ άχρηστο το σχολείο που απλά καθιστά τους μαθητές «ρεζερβουάρ» πληροφοριών και δεν προσφέρει σ’ αυτούς Παιδεία με την τρισυπόστατη διάστασή της ως εκπαίδευσης, μόρφωσης και ηθικής καλλιέργειας. Σημειώνω επίσης πως δεν υπάρχει ουδέτερη γνώση, ενώ παράλληλα η άχρωμη ηθική οδηγεί το νέο σε καταστάσεις ανασφάλειας, απάθειας και απροσάρμοστης συμπεριφοράς. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να γνωρίζουν οι αναγνώστες πως η «αποκαθήλωση» της Ορθόδοξα προσανατολισμένης Παιδείας στο ελληνικό σχολείο ξεκίνησε με τη μετάλλαξη άλλων μαθημάτων. Συγκεκριμένα:

Ø  Στα βιβλία «Η γλώσσα μου» στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση αποτυπώνεται μια παγκοσμιοποιημένη καθημερινότητα, η οποία όχι μόνο δεν συντελεί στην ηθική καλλιέργεια του μαθητή, αλλά δεν εγγυάται και τη σωστή εκμάθηση από αυτόν της ελληνικής γλώσσας, αφού απουσιάζουν από τα εν λόγω βιβλία λογοτεχνικά κείμενα.

Ø  Από τα βιβλία των Νεοελληνικών του Γυμνασίου και του Λυκείου έχουν αφαιρεθεί τα ποιοτικά κείμενα και μάλιστα όσα πρόσφεραν στους μαθητές Παιδεία. Στη θέση τους τοποθετήθηκαν «ρεαλιστικά», που φαίνεται να μη συντελούν στην πραγματική μόρφωση των νέων. Με λύπη παρατηρούμε να απουσιάζουν απ’ αυτά ο Εθνικός ύμνος και   κείμενα του Παλαμά, του Κόντογλου, του Κρυστάλλη κ.λπ.

Ø  Τα βιβλία της Ιστορίας δεν περιγράφουν ευκρινώς την ιστορική πραγματικότητα, για να μην «προκαλέσουν». Μετά από κάποια τελευταία δημοσιεύματα ίσως μέσα από τα βιβλία της Ιστορίας μελλοντικά επιδιωχθεί και η παρουσίαση της ελληνικής κοινωνίας ως πολυφυλετικής, αφού λ.χ. ο Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας με άρθρο του στην «Καθημερινή», 10.8.2008, αρνείται την ελληνικότητα ημών των βλαχόφωνων Ελλήνων στους οποίους, μεταξύ των άλλων, ανήκουν οι σύζυγοι του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Παιδείας.

 

Όσοι εκ των συναδέλφων εκφράζουν ριζικά αντίθετες θέσεις, που φαίνεται να έχουν πρόσβαση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα Υπουργεία και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (σ’ εμάς είναι κλειστές αυτές οι πόρτες) και που φαίνεται να διαφωνεί με την Ελληνορθόδοξα προσαρμοσμένη Παιδεία μας, θα ήθελα  δημόσια να τοποθετηθούν στα εξής:

Ø  Γιατί να στερούνται οι γονείς του δικαιώματος να δηλώνουν μέσα από ποια νεοελληνικά κείμενα επιθυμούν να μάθουν τα παιδιά τους την ελληνική γλώσσα;

Ø  Γιατί να υποχρεώνονται κάποιοι μαθητές που οι ίδιοι και οι γονείς τους δεν συμφωνούν με τα περιεχόμενα του Αναλυτικού Προγράμματος του μαθήματος της Ιστορίας ή με το περιεχόμενο των βιβλίων που εκφράζουν ορισμένη ιδεολογική γραμμή;

Ø  Γιατί να υποχρεώνονται οι μαθητές να παρακολουθούν τα Μαθηματικά τη Φυσική και τη Χημεία, κ.λπ. και μάλιστα όταν αυτά τα μαθήματα δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα στους μαθητές; Πόσοι έχοντας προβλήματα με τα εν λόγω μαθήματα διέκοψαν και διακόπτουν το σχολείο, ενώ θα μπορούσαν να διαπρέψουν ως επιστήμονες σε άλλους επιστημονικούς κλάδους;

Ø  Γιατί να διδάσκονται στο σχολείο τα μαθήματα στην ελληνική και όχι σε κάποια άλλη γλώσσα και μάλιστα στην Αγγλική, όπως συμβαίνει με αρκετά μαθήματα Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα ξενόγλωσσα σχολεία της πατρίδας μας; Τι θα συμβεί αν γονείς δηλώσουν πως επιθυμούν η υποχρεωτική εκπαίδευση των παιδιών τους να γίνεται λ.χ. στην Αγγλική γλώσσα;

 

Πολλοί αγνοούν ή μάλλον δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι μέσα από το μάθημα των Θρησκευτικών πληροφορούμε τους μαθητές για τη δική μας παράδοση και ζωή, προσφέροντάς τους προς τούτο σχετικές εμπειρίες. Στο σημείο αυτό σημειώνω πως προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω γιατί κάποιοι μαθητές να στερηθούν αυτήν την πληροφόρηση και την προσφορά εμπειριών. Τι θα ενοχλούσε αν όλοι οι μαθητές, παράλληλα με το Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο, γνωρίσουν τον άγιο Δημήτριο, τους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο κ.λπ., αν παράλληλα με τη Βεργίνα, γνωρίσουν την Αχειροποίητο, την Παναγία Χαλκέων, την Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης;

Σε κάθε περίπτωση η παράδοση, η οποία ως έννοια ενέχει τη δυναμική του σήμερα που γεννιέται από το χθες και περικλείει σπερματικά το αύριο, στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας λειτουργεί ως ένα continuum, ως μια ζωντανή δυναμική πορεία προσώπων και κοινωνιών. Εδώ το παλαιό δεν αντιμετωπίζεται ως συντήρηση από την οποία απουσιάζει η ζωή. Η παράδοση αποτελεί ένα από τα υποστασιακά στοιχεία του κάθε ανθρώπου και της κοινωνικής διαφορετικότητας των μελών μια κοινωνικής ομάδας. Τη γνώση και την εμπειρία αυτής της παράδοσης από τους μαθητές φαίνεται πως διάφοροι ζητούν να εξαφανίσουν από το χώρο του σχολείου. Όμως η παράδοση δίδει το δικό της προσανατολισμό στην Παιδεία κάθε κοινωνίας.

Με βάση τα παραπάνω γίνεται φανερό πως εμείς προσφέρουμε ή μάλλον οφείλουμε να προσφέρουμε στους κατοικούντες στον ελλαδικό τόπο μαθητές την Παιδεία εκείνη που είναι προσανατολισμένη και ανταποκρίνεται στη δική μας περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τη δική μας παράδοση. Μάλιστα για μας η εν λόγω Παιδεία μπορεί αβίαστα να χαρακτηριστεί ως Οικουμενική Παιδεία. Οι θρησκείες χωρίζουν τον κόσμο, αλλά η ορθοδοξία τον ενώνει. Προσφέροντας στους μαθητές την εν λόγω παράδοση, δεν κάνουμε «πλύση εγκεφάλου». Το αν και πότε αυτή η προσφορά πληροφόρησης και εμπειρίας καρποφορήσει είναι έργο Άλλου, ο οποίος σέβεται την αποδοχή ή απόρριψή της από το υποκείμενο της αγωγής, και ασφαλώς όχι του προσφέροντος στους μαθητές την ενλόγω πληροφόρηση και εμπειρία.

 

                                                              Ο Κοσμήτορας

 

 

Ιωάννης Β. Κογκούλης

Καθηγητής Πανεπιστημίου

                       

                       ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

                       ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

                                  ___________________________________________________________________________

                               Ο  Κοσμήτορας: Καθηγητής Ιωάννης Β. Κογκούλης

 

Θεσσαλονίκη 15.9.2008.

(354) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *