Το νεορεαλιστικό υπόδειγμα στις Διεθνείς Σχέσεις

Κωτούλας, Ιωάννης, Θεωρία πολιτικής δημογραφίας: Πληθυσμοί, διεθνείς σχέσεις και ιστορία (Παπαζήσης, υπό συγγραφή)

Η εξέταση των παραγόντων πρόκλησης δημογραφικών κινδύνων στο εσωτερικότων κρατικών σχηματισμών και των συνεπειών τους σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων πραγματοποιείται, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, επί τη βάσει του νεορεαλιστικού υποδείγματος στις Διεθνείς Σχέσεις.[1]
Το νεορεαλιστικό υπόδειγμα εντάσσεται στο ευρύτερο φιλοσοφικό και επιστημολογικό πλαίσιο του θετικισμού και μάλιστα στην αναδιαμορφωμένη εκδοχή αυτού, το νεοθετικιστικό πλαίσιο. Η χρησιμότητα και μεθοδολογική εγκυρότητα του νεοθετικισμού ως γενικού ερμηνευτικού πλαισίου αποτελεί βασική παραδοχή στην παρούσα επιστημονική εργασία. Και αυτό διότι ο θετικισμός «επέφερε τη δέσμευση προς μια ενοποιημένη άποψη της επιστήμης και την υιοθέτηση μεθοδολογιών των φυσικών επιστημών για την εξήγηση του κοινωνικού κόσμου. Οι αποκαλούμενες‘μεγάλες συζητήσεις’ στην ιστορία του κλάδου, ανάμεσα 1) στον ιδεαλισμό και τορεαλισμό, 2) την παραδοσιοκρατία και τον συμπεριφορισμό ή 3) ανάμεσα στη διεθνικότητα και τον κρατο-κεντρισμό, δεν γέννησαν πολλά επιστημολογικά ερωτήματα. Ο κλάδος είχε την τάση να δέχεται ανεπιφύλακτα ένα μάλλον απλό και, κρισίμως αδιαμφισβήτητο σύνολο θετικιστικών υποθέσεων, οι οποίες ουσιαστικά έπαυαν κάθε συζήτηση γύρω από το πώς είναι ο κόσμος και πώς μπορούμε να τον εξηγήσομε […] Η επικράτηση, όμως, του θετικισμού είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και, κυρίως, του περιεχομένου των κεντρικών συζητήσεων στη διεθνή θεωρία. […] Ο κεντρικός ισχυρισμός μου […] θα είναι ότι η σημασία του θετικισμού έγκειται όχι στο γεγονός ότι παρείχε μια μέθοδο στη διεθνήθεωρία αλλά ότι η εμπειριστική επιστημολογία του καθόρισε τι δύναται να τυγχάνει μελέτης, καθώς προσδιόρισε τι είδους αντικείμενα υφίστανται στις διεθνείςσχέσεις».[2]
Το νεορεαλιστικό υπόδειγμα εν προκειμένω, το οποίο αξιοποιείται στηνπαρούσα εργασία, μορφοποιήθηκε επί τη βάσει των παραδοχών του ρεαλιστικούυποδείγματος, από το οποίο αποκλίνει σε ορισμένα πλην ουσιώδη σημεία.[3]
Το ρεαλιστικό υπόδειγμα, η ανάλυση του οποίου τείνει να εδράζεται στηνιστορική εμπειρία, εξετάζει πολυάριθμες περιπτώσεις επί τη βάσει της αρχής της επαγωγής, αντλώντας, δηλαδή, στοιχεία από επιμέρους καταστάσεις. Η ιστορική εμπειρία συνδέεται με τους περιορισμούς, οι οποίοι θεωρούνται εγγενείς στην ανθρώπινη φύση, και οι οποίοι σχετίζονται με επαναλαμβανόμενες ιστορικές εκδηλώσεις, όπως οι πόλεμοι ή η αναζήτηση της ισχύος.[4]Ταυτοχρόνως στο τυπικό ρεαλιστικό υπόδειγμα παρατηρείται τάση αποφυγής των γενικεύσεων ή της διαμόρφωσης πολύπλοκων θεωρητικών υποδειγμάτων. Ο πολλαπλασιασμός των ειδικών παρατηρήσεων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι είναι σε θέση να υποστηρίξει μία γενικού χαρακτήρα πρόταση, περιορισμός, ο οποίος γίνεται δεκτός από τους εισηγητές του ρεαλιστικού υποδείγματος, αλλά και απότους επικριτές τους, τους οπαδούς του νεορεαλιστικού υποδείγματος.[5]
Στο νεορεαλιστικό υπόδειγμα, αντιθέτως, υιοθετείται σε μεθοδολογικό επίπεδο η αρχή της απαγωγής και της δόμησης θεωρίας, επί τη βάσει της οποίας κατόπιν προσεγγίζεται η πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων, προσέγγιση, η οποία, μάλιστα, εμπλουτίζεται με νεωτερικές μεθόδους των κοινωνικών επιστημών. Μία περαιτέρω διάκριση του νεορεαλιστικού υποδείγματος είναι δυνατόν να διακρίνειανάμεσα στην ερμηνευτική προσέγγιση του αμυντικού ρεαλισμού (defensive realism) και σε αυτήν του επιθετικού ρεαλισμού (offensive realism).Βάσει της θεωρίας του αμυντικού ρεαλισμού πρωταρχική και θεμελιώδης μέριμνα των κρατών είναι η διατήρηση του μεγέθους της ασφάλειάς τους. Ο επιθετικός ρεαλισμός θεωρεί την ισχύ και την πρόσκτηση ή/και αύξησή της θεμελιώδη και όχι δευτερεύουσα επιλογή των κρατών.[6]
Βασικές παράμετροι του νεορεαλιστικού υποδείγματος στις διεθνείς σχέσειςείναι οι εξής:
1. Το διεθνές σύστημα είναι άναρχο, καθώς δεν διαθέτει κεντρική υπερκρατική ρυθμιστική εξουσία, κατάσταση, η οποία επηρεάζει τη συμπεριφορά των κρατών και τη σταθερότητα ή την αστάθεια του διεθνούς συστήματος. Η διαπίστωση αυτή για την φύση του διεθνούς συστήματος αποτελεί λειτουργική αντανάκλαση σε διακρατικό επίπεδο του τρόπου λειτουργίας ενός κρατικού σχηματισμού στο εσωτερικό αυτού. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την υφιστάμενη κατάσταση στο εσωτερικό ενός κρατικού σχηματισμού, όπου παρατηρείται η ισχύς μίας κεντρικής ρυθμιστικής εξουσίας, στο διεθνές σύστημα δεν υπάρχει κάποια κεντρική ρυθμιστική εξουσία.
2. Το διεθνές σύστημα είναι ανταγωνιστικό, αφού η απουσία της κεντρικής υπερκρατικής εξουσίας συνεπάγεται απουσία ρύθμισης του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών και πρόκληση συχνών συγκρούσεων. Ο πόλεμος ως διαδικασία μεταξύ των κρατών είναι όχι απλώς ένα δυνητικό αποτέλεσμα της ανταγωνιστικής υφής του διεθνούς συστήματος, αλλά η φυσική κατάσταση μεταξύ των κρατών, στον βαθμό,κατά τον οποίον η καταφυγή στην χρήση βίας από ένα ή/και περισσότερα κράτη αποτελεί ενδεχόμενο δράσης.[7]Κατά συνέπεια η ανταγωνιστική υφή του διεθνούς συστήματος αποτελεί λογική συνέπεια και ευθεία προέκταση του άναρχου χαρακτήρα του (παράμετρος 1).
3. Τα κράτη εντός του διεθνούς συστήματος βασίζονται στην αρχή της αυτοβοήθειας, οφείλουν, δηλαδή, να μεριμνούν με τις δικές τους δυνάμεις για τηνδιατήρηση της ασφάλειάς τους. Καθώς ελλείπει μία κεντρική υπερκρατική εξουσία,η οποία θα ήταν δυνατόν να συμβάλλει κατά τρόπο σταθερό και συνεχόμενο στηνρύθμιση των επιμέρους ανταγωνισμών και κατά συνέπεια στην αποσόβηση τωνπολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των κρατών, έπεται ότι τα κράτη, τα οποία αποτελούν τις βασικές μονάδες (units)του διεθνούς συστήματος είναι αναγκασμένα δεδομένων των ανωτέρω περιορισμών τουδιεθνούς περιβάλλοντος να μεριμνούν από μόνα τους για την αυτοπροστασία τους και την διατήρηση της ασφάλειάς τους, η οποία, άλλωστε, αποτελεί την πρωταρχικήμέριμνά τους.
Η αρχή της αυτοβοήθειας προκύπτει από τον συνδυασμό των προηγούμενων δύο ανωτέρω παραμέτρων, ήτοι της άναρχης υφής του διεθνούς συστήματος (παράμετρος1) και του ανταγωνιστικού χαρακτήρα αυτού (παράμετρος 2). Η αρχή της αυτοβοήθειας, επομένως, ταυτίζεται από εννοιολογικής άποψης με την ίδια την αρχή της δράσης εντός ενός άναρχου περιβάλλοντος.[8]
4. Τα κράτη εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος υιοθετούν μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αυτοβοήθειας (παράμετρος 3), με σκοπό την αύξηση του μεγέθους της ασφάλειάςτους. Η λήψη των μέτρων αυτών από τα κράτη προκαλεί τη σχετική μείωση τηςασφαλείας των άλλων κρατών, εξέλιξη, η οποία συμβάλλει στην επίταση της λήψης μέτρων από όλους τους κρατικούς δρώντες, καθώς κάθε δρών επιδιώκει τη διατήρησητης σχετικής θέσης ισχύος του και της ασφάλειάς του.[9]
Κάθε κράτος, κάθε κρατικός σχηματισμός, αποπειράται να προωθήσει τα ιδιαίτερα συμφέροντά του με τον τρόπο,τον οποίον κρίνει αποτελεσματικότερο. Μεταξύ των τρόπων αυτών προώθησης τωνιδιαίτερων συμφερόντων σε διεθνές επίπεδο περιλαμβάνεται και η χρήση βίας ή η απειλή αυτής. Η χρήση της βίας ως μέσου από έναν κρατικό σχηματισμό προκύπτει από την άναρχη φύση του διεθνούς περιβάλλοντος, καθώς δεν υφίσταται κάποια σταθερή, αξιόπιστη διαδικασία συμβιβασμού της σύγκρουσης των συγκρούσεων επιμέρους και αντιτιθέμενων συμφερόντων των κρατικών σχηματισμών, όπως αυτές προκύπτουν σε συνθήκες αναρχίας του διεθνούς περιβάλλοντος.[10]
Η λήψη μέτρων από κάθε δρώντα γιατη μεγιστοποίηση του μεγέθους της ασφάλειας και η πρόκληση λήψης νέων ή/καιπρόσθετων μέτρων από τον ίδιο και τους άλλους δρώντες αποτελεί συνέπεια της άναρχης φύσης του διεθνούς συστήματος (παράμετρος 1), του ανταγωνιστικού τουχαρακτήρα (παράμετρος 2), καθώς και της αρχής της αυτοβοήθειας (παράμετρος 3).Πρόκειται για το λεγόμενο δίλημμα ασφαλείας (security dilemma), θεμελιώδη έννοια του νεορεαλιστικού υποδείγματος των διεθνών σχέσεων, η οποία αναπτύσσεται κατωτέρωστην παρούσα μελέτη (Βλ. Ενότητα 2.2).
5. Τα κράτη είναι οι πρωταρχικοί δρώντες στο διεθνές σύστημα και κατά συνέπεια αποτελούν τη βασική μονάδα ανάλυσης των διεθνών σχέσεων. Το διεθνές σύστημα, επομένως, εκτός από άναρχο (παράμετρος 1) και ανταγωνιστικό(παράμετρος 2) είναι κρατικοκεντρικό. Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών και η κατανομή της ισχύος εντός του διεθνούς συστήματος στα επιμέρους κράτη ενέχει σημαντικές επιπτώσεις και εν τέλει καθορίζει τις εξελίξεις της διεθνούς πολιτικής.[11]
Τα κράτη, φυσικά, δεν είναι οι μόνοι δρώντες εντός του διεθνούς συστήματος, καθώς υπάρχουν και υπερκρατικοί δρώντες (όπως οι διεθνείς οργανισμοί) ή μη-κρατικοί δρώντες (λ.χ. οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις και τα ποικίλα δίκτυα), ωστόσο παραμένουν σε κάθε περίπτωση οι κυριότεροι δρώντες του διεθνούς συστήματος. Οι δομές του διεθνούς συστήματος καθορίζονται και τα χαρακτηριστικά τους προσδιορίζονται επί τη βάσει των κυριοτέρων δρώντων, δηλαδή των κρατών. Οι ίδιοι οι κανόνες της δράσης εντός του διεθνούς συστήματος τόσο των κρατών όσο και των υπερκρατικών ή μη-κρατικών οργανισμών και δρώντων καθορίζονται ήαναπροσαρμόζονται από τα κράτη.[12]
6. Τα κράτη συμπεριφέρονται σε διεθνές επίπεδο επί τη βάσει αρχών ορθολογικής υφής, καθώς ενδεχόμενη ανορθολογική συμπεριφορά οδηγεί σε μείωση του μεγέθους της ασφάλειας και της ισχύος τους. Τα κράτη συμπεριφέρονται κατά τρόπο ορθολογικό, υπό την έννοια ότι αξιολογούν τη στρατηγική τους κατάσταση με βάση τα δεδομένα του περιβάλλοντός τους και επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα αναμενόμενα οφέλη από οποιαδήποτε ενέργεια, την οποία αναλαμβάνουν.[13]
Ενδεχόμενη ανορθολογική συμπεριφορά των κρατών οδηγεί σε μείωση του μεγέθους της ασφάλειας και της ισχύος, σε σημαντικό, δηλαδή, κόστος για τα ίδια τα κράτη.[14]Το κόστος της ανορθολογικής συμπεριφοράς των κρατών εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος είναι υψηλό, καθώς είναι δυνατόν να συνδέεται με μία σειρά αρνητικών συνεπειών, όπως μείωση τουμεγέθους της ασφάλειας, μείωση του μεγέθους της ισχύος, προσβολή της εθνικήςανεξαρτησίας/αυτονομίας, υπονόμευση ή/και απώλεια της εδαφικής κυριαρχίας επί της επικράτειας.
7. Ο θεμελιώδης σκοπός του κράτους, το βασικό εθνικό συμφέρον αυτού,είναι η ίδια η επιβίωσή του, η κατοχύρωση του μεγέθους της ασφάλειας, ήτοι η διατήρηση της αυτόνομης υπόστασής του, της εδαφικής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας και αυτονομίας του. Εντός του άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς πλαισίου τα κράτη ενεργούν με βασικό γνώμονα της δράσης τους την ίδια την επιβίωση και διατήρηση της ύπαρξής τους.[15]Ο πρωταρχικός και άμεσος σκοπός του κράτους, της βασικής μονάδας των διεθνών σχέσεων και κύριου δρώντα του διεθνούς περιβάλλοντος, είναι η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της επικράτειας και της ανεξαρτησίας του. Η επίτευξη του στόχου αυτού αποτελεί sine qua non προϋπόθεση για την πρόκριση δευτερευόντων σε σχέση με τον πρωταρχικό σκοπών.[16]
Η άναρχη και ανταγωνιστική υφή του διεθνούς συστήματος αναγκάζει τα κράτη να προσπαθούν να διατηρήσουν τη θέση τους σε επίπεδο σχετικής ισχύος (relative power position), την ισχύ τους,δηλαδή, σε σχέση με την ισχύ των άλλων κρατικών δρώντων. Η διατήρηση του μεγέθους της σχετικής ισχύος (relative power) εκ μέρους των κρατών κρίνεται επιτακτική, καθώς ενδεχόμενη μείωση της σχετικής ισχύος ενός κράτους συνεπάγεται αύξηση της σχετικής ισχύος ενός άλλου κράτους,το οποίο προσλαμβάνεται ως αντίπαλο, και κατά συνέπεια προκαλεί υπονόμευση του θεμελιώδους σκοπού ενός κράτους, δηλαδή της ασφάλειας. Ένας κρατικός δρών διαθέτει ισχύ εφόσον είναι σε θέση να ασκεί μεγαλύτερη επιρροή επί άλλων δρώντων σε σχέση με την επιρροή, την οποία υφίσταται.[17]Σε κάθε περίπτωση η διατήρηση της ασφάλειας είναι σημαντικότερη για έναν κρατικό δρώντα σε σχέση με την αύξηση της ισχύος, η οποία αποτελεί δευτερεύοντα σκοπό.
8. Δευτερεύων σκοπός ενός κράτους είναι η απόκτηση ισχύος εντός του διεθνούς συστήματος, η οποία λειτουργεί ως αντισταθμιστικό όφελος στιςσυναλλαγές με τα άλλα κράτη. Η ισχύς και η πρόσκτησή της δεν αποτελούν αυτοσκοπούς των βασικών μονάδων του διεθνούς συστήματος, των κρατών, αλλά ταβασικά μέσα άσκησης πολιτικής σε διεθνές επίπεδο.[18]Η προσέγγιση του επιθετικού ρεαλισμού διαφοροποιείται σε αυτό το σημείο, καθώςβάσει αυτής θεωρείται ότι η ισχύς και η πρόσκτησή της αποτελούν έναν εκ των αυτοσκοπών των κρατών και όχι δευτερεύουσα επιλογή αυτών.[19]
Η ισχύς (power) στο νεορεαλιστικό υπόδειγμα αποτελεί συνδυασμό επιμέρους στοιχείων, όπως του μεγέθουςτου πληθυσμού, της έκτασης της εδαφικής επικράτειας, της γεωφυσικής θέσης, των πλουτοπαραγωγικών πόρων, της οικονομικής ανάπτυξης, της πολιτικής σταθερότητας και της στρατιωτικής ισχύος και της γενικής ικανότητας ενός κρατικού σχηματισμού να διαχειριστεί κατά τρόπο αποτελεσματικό τα στοιχεία αυτά, ώστε να προωθεί το εκάστοτε εθνικό του συμφέρον.[20] Ηισχύς ως γενική έννοια ενίοτε διακρίνεται σε δύο περαιτέρω κατηγορίες, αυτές της σκληρής ισχύος και της ήπιας ισχύος.
Η σκληρή ισχύς (hard power) ως έννοια των διεθνών σχέσεων ταυτίζεται με την ικανότητα ενός κρατικού δρώντα να επιβάλλει μία δραστηριότητα ή έναν τρόπο δράσης κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο σε ένα άλλο κράτος και εφαρμόζεται κυρίως μέσω της στρατιωτικής ισχύος και της οικονομικής ισχύος, η οποία ασκείται απόέναν κρατικό δρώντα ή μία συμμαχία κρατών επί ενός ή/και περισσοτέρων κρατών.[21]Η στρατιωτική ισχύς είναι δυνατόν να περιλαμβάνει την άσκηση διπλωματικήςπίεσης, τη σύναψη διακρατικών συμμαχιών, την διατύπωση απειλής χρήσης βίας,καθώς και την καταφυγή σε πολεμικές συγκρούσεις. Η οικονομική ισχύς είναι δυνατόν να περιλαμβάνει την παροχή οικονομικής βοήθειας, την δωροδοκία και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων. Εκπεφρασμένος σκοπός της σκληρής ισχύος είναι η συμμόρφωση του αντιπάλου κρατικού δρώντα, η αποτροπή κάποιας δραστηριότητάς του ή η προστασίας ενός τρίτου κρατικού δρώντα.[22]
Η ήπια ισχύς (soft power) ως έννοια των διεθνών σχέσεων αφορά στην δυνατότητα άσκησης επιρροής επί άλλων δρώντων μέσω της έντεχνης διπλωματίας, του πολιτισμού και των αξιών και του εν γένει παραδείγματος ενός δρώντος και είναι δυνατόν να ασκηθεί όχι μόνον απότους κρατικούς δρώντες, αλλά και από υπερκρατικούς οργανισμούς και μη-κρατικούςοργανισμούς, όπως οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις.[23]
Η ισχύς ως μέγεθος στον κλάδο των διεθνών σχέσεων είναι δυνατόν να διακριθεί περαιτέρω σε επιμέρους κατηγορίες, ιδίως στην περίπτωση, κατά την οποία ταυτίζεται με την έννοια του ελέγχου (control) επί θεμελιωδών παραγόντων ή/και καταστάσεων.[24] Στην περίπτωση αυτή η ισχύς, προσλαμβανόμενη ως έλεγχος, ενέχει τριπλή διάσταση:
α. έλεγχος επί των πόρων (control over resources),ήτοι κυριαρχική αρμοδιότητα επί των γεωφυσικών, οικονομικών και στρατιωτικώνπόρων.
β. έλεγχος επί της συμπεριφοράς άλλων δρώντων (control over others), ήτοι δυνατότητα άσκησης επιρροής επί άλλων δρώντων του διεθνούς συστήματος.
γ. έλεγχος επί των αποτελεσμάτων (control over outcomes), ήτοι δυνατότητα άσκησης επιρροής και καθορισμού ενός αποτελέσματος, το οποίο είναι δυνατόν να προσδιορίζεται ως επιτυχία ή αποτυχία σε σχέση με έναν τεθέντα σκοπό.
9. Τα κράτη υιοθετούν στρατηγική εξισορρόπησης των αντιπάλων τους, καθώς το διεθνές σύστημα εδράζεται σε δεδομένα ανταγωνιστικών μεταξύ των κρατών σχέσεων (παράμετρος 2). Η στρατηγική εξισορρόπησης αποσκοπεί στην αύξηση του θεμελιώδους σκοπού ενός κράτους, του μεγέθους της ασφάλειας (παράμετρος 7).Καθώς τα κράτη είναι αναγκασμένα να μεριμνούν μόνα τους, με τις δικές τουςδυνάμεις, για την ασφάλειά τους στο πλαίσιο της αρχής της αυτοβοήθειας (παράμετρος 4), οφείλουν ταυτοχρόνως να διατηρούν τη σχετική τους ισχύ(παράμετρος 7) εντός ενός συστήματος αλληλεξάρτησης με άλλους κρατικούςδρώντες. Η διατήρηση του μεγέθους της σχετικής ισχύος πραγματοποιείται μέσω της στρατηγικής εξισορρόπησης των προσλαμβανομένων ως αντιπάλων κρατικώνσχηματισμών.[25]
Η στρατηγική εξισορρόπηση ενός αντιπάλου είναι διττή και διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική εξισορρόπηση. Η εσωτερική εξισορρόπηση ενός αντιπάλου συνίσταται την αξιοποίηση των υφισταμένων πόρων, αγαθών και δεξιοτήτων, τα οποία απαντούν στο εσωτερικό ενός κρατικού σχηματισμού. Μέτρα εντασσόμενα στοπλαίσιο της εσωτερικής στρατηγικής εξισορρόπησης είναι δυνατόν να είναι ηκινητοποίηση και πολιτική επιστράτευση του πληθυσμού, η αύξηση των αμυντικών δαπανών επί του προϋπολογισμού, η θέσπιση γενικών κοινωνικών συμπεριφορών και πρακτικών. Η εξωτερική εξισορρόπηση ενός αντιπάλου πραγματοποιείται σε επίπεδο διεθνών σχέσεων και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει τη σύναψη στρατηγικώνσυμμαχιών με άλλους κρατικούς δρώντες ή την υπονόμευση των υφισταμένων διακρατικών συμμαχιών ‘η/και επαφών ενός προσλαμβανομένου ως αντιπάλου κρατικούσχηματισμού.[26] Η εξωτερική εξισορρόπηση ενός αντιπάλου αφορά, επομένως, στο μέγεθος της σχετικής ισχύος του, αλλά και στην δυνατότητα πρόκλησης απειλών για το μέγεθος της ασφάλειας.[27]
10. Οι προσπάθειες, οι οποίες αναλαμβάνονται από τα κράτη κατά τη στρατηγική εξισορρόπησης των αντιπάλων τους, συμβάλλουν με τη σειρά τους στηνδιαμόρφωση ενός αυτορυθμιζόμενου εν τέλει συστήματος ισορροπίας. Το αυτορυθμιζόμενο αυτό σύστημα δυνάμεων είναι δυνατόν να συνεισφέρει στηνδιατήρηση της ειρήνης μεταξύ των κρατών.
Πρόκειται για την αρχή της ισορροπίας της ισχύος, βάσει της οποίας ηκατανομή της ισχύος εντός του διεθνούς συστήματος συμβάλλει στην ενδεχόμενη σταθερότητα ή αστάθεια του συστήματος.[28]Πιθανή απότομη ή/και μαζική μεταβολή των όρων ισορροπίας του συστήματος είναι δυνατόν να οδηγήσει σε πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των κρατών, ενώ αντιθέτως η προσεκτική μεταβολή των όρων ισορροπίας του συστήματος είναι δυνατόν να παρατείνει τη σταθερότητα του συστήματος και την ειρήνη μεταξύ των κρατών. Ηστρατηγική εξισορρόπησης των αντιπάλων, την οποία υιοθετούν ως μέτρο τα κράτη εντός του διεθνούς συστήματος (παράμετρος 9), οδηγεί στην δημιουργία επιμέρους ισορροπιών, αλλά και γενικής ισορροπίαςτου συστήματος μέσω της αναδιάταξης των όρων του διεθνούς συστήματος καιαναπροσαρμογής του συστήματος ισορροπίας.[29]
Η αυτορρύθμιση του συστήματος ισορροπίας σε διεθνές επίπεδο προάγει τησταθερότητα του διεθνούς συστήματος παρά τα εγγενή μειονεκτήματά του, τα οποίαοδηγούν στην αστάθεια, δηλαδή την άναρχη υφή του (παράμετρος 1) και τιςανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των κρατικών δρώντων (παράμετρος 2). Κατά τοντρόπο αυτό προκύπτει μία ιδιαίτερη, αν και υποκείμενη σε συνεχή επαναπροσδιορισμό των χαρακτηριστικών της, δομή του διεθνούς συστήματος, ηοποία συμβάλλει στην σταθερότητα αυτού.[30]

[1] Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούςπολιτικής, μτφρ. Κ. Κολιόπουλος, Αθήνα: Ποιότητα, 2011,
1979.Πβ.K.N. Waltz, Realism and InternationalPolitics, London and New York: Routledge, 2009.
[2] Βλ. S. Smith, Positivism and Beyond’, στο S. Smith, K. Booth & M. Zalewski (eds), International Theory: Positivism and Beyond,Cambridge:Cambridge University Press, 1996, 11-3. Πβ. Ι.Θ. Μάζης, Μεταθεωρητική κριτική Δεθνών Σχέσεων καιΓεωπολιτικής: Το νεοθετικιστικό πλαίσιο, Αθήνα: Παπαζήσης, 2012, 28-9.
[3] Βλ. K.N. Waltz,‘Realist Thought and Neorealist Theory’, Journalof International Affairs 44 (Spring/Summer 1990), 21-37.
[4]Βλ. την διατύπωση του Morgenthau:«Η ανθρώπινη φύση, στην οποία έχουν τις ρίζες τους οι νόμοι της πολιτικής, δενέχει αλλάξει από την εποχή όπου οι κλασικές φιλοσοφίες της Κίνας, της Ινδίαςκαι της Ελλάδας προσπάθησαν να ανακαλύψουν αυτούς τους νόμους. Επομένως ονεωτερισμός δεν συνιστά κατ’ ανάγκην αρετή στην πολιτική θεωρία ούτε και ηπαλαιότητα συνιστά ελάττωμα». Βλ.H.J. Morgenthau, Politics among Nations:The Struggle for Power and Peace, revised by K.W. Thompson, New York:McGraw-Hill, 2005⁷[1993, 1948], 4.
[5] Βλ. H.J. Morgenthau, Politics amongNations: The Struggle for Power and Peace, ό.π.∙ H.J. Morgenthau, Επιστήμη και πολιτική της ισχύος, μτφρ. Π. Τσακαλογιάννης, επιμ. Μ. Μπλέτας,Αθήνα: Τουρίκης, 2011.
[6]Βλ. J. Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλωνδυνάμεων, μτφρ. Κ. Κολιόπουλος, επιμ. Π. Ήφαιστος-Η. Κουσκουβέλης, Αθήνα:Ποιότητα, 2006.
[7]Όπως προσφυώς παρατηρεί ο Waltz:«Μεταξύ των κρατών η φυσική κατάσταση είναι η εμπόλεμη κατάσταση. Αυτό δενσημαίνει ότι ο πόλεμος λαμβάνει χώρα συνεχώς αλλά ότι καθώς το κράτοςαποφασίζει από μόνο του εάν θα χρησιμοποιήσει βία ή όχι, ο πόλεμος μπορεί ναξεσπάσει ανά πάσα στιγμή». Βλ.K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 221.
[8]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 238: «Για να πετύχουν τουςαντικειμενικούς σκοπούς τους και να διατηρήσουν την ασφάλειά τους, μονάδες πουβρίσκονται σε κατάσταση αναρχίας –είτε πρόκειται για ανθρώπους είτε γιαεπιχειρήσεις είτε για κράτη είτε για οτιδήποτε άλλο- θα πρέπει να βασίζονταιστα μέσα που μπορούν να κινητοποιήσουν και στους διακανονισμούς που μπορούν νακάνουν για τους εαυτούς τους. Η αυτοβοήθεια είναι κατ’ ανάγκην η αρχή τηςδράσης σε μια άναρχη τάξη».
[9]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 387.
[10]Βλ. K.N. Waltz, Ο άνθρωπος, τοκράτος και ο πόλεμος: Μία θεωρητική ανάλυση, μτφρ. Κ. Κολιόπουλος, Αθήνα: Ποιότητα, 2011, 302.
[11] Βλ. J.A. Vasquez, The Power of PowerPolitics: A Critique, New Brunswick: Rutgers University Press, 1983, 205.
[12]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 209.
[13]Οι θέσεις αυτές του νεορεαλιστικού υποδείγματος θεωρούνται από τους επικριτέςτους ως επηρεασμένες από μία τάση οργανικισμού και απόδοσης ανθρωπομορφικώνιδιοτήτων στους κρατικούς σχηματισμούς. Βλ. Y.H. Ferguson & R.W. Mansbach, Η αναζήτηση τηςουτοπίας: Θεωρία και διεθνής πολιτική, ό.π., 304, 308-13.
[14]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 205: «Αν και περιορίζεται από τοδιεθνές σύστημα, μια μονάδα του συστήματος μπορεί να συμπεριφερθεί όπως θέλει.όμως δεν θα πάει και τόσο καλά ειδικά όταν οι ανταγωνιστές της συμπεριφέρονταιστοιχειωδώς έξυπνα. Το ότι αρκετά κράτη αντιγράφουν τις επιτυχημένες πρακτικέςτων άλλων δείχνει ότι ο διεθνής στίβος είναι ανταγωνιστικός και ότι τα λιγότεροικανά κράτη πληρώνουν το κόστος της ανικανότητάς τους. Η κατάσταση δίνεικίνητρα, ώστε οι περισσότεροι δρώντες να συμπεριφέρονται ορθολογικά. Οι δρώντεςείναι ευαίσθητοι στο κόστος».
[15]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 203.
[16]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 269: «[…] στην αναρχία η ασφάλειαείναι ο υπέρτερος σκοπός. Μόνο αν η επιβίωση είναι εξασφαλισμένη, μπορούν τακράτη να επιδιώκουν με ασφάλεια άλλους σκοπούς, όπως η ειρήνη, το κέρδος και ηισχύς».
[17]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 398.
[18]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 270.
[19]Βλ. J. Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλωνδυνάμεων, μτφρ. Κ. Κολιόπουλος, επιμ. Π. Ήφαιστος-Η. Κουσκουβέλης, Αθήνα:Ποιότητα, 2006.
[20]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 278.
[21] Βλ. R.O. Keohane & J.S. Nye Jr., ‘Power and Interdependence in the InformationAge’, Foreign Affairs 77:5(9-10/2008), 86.
[22] Βλ. K. Campbell & M. O’Hanlon, HardPower: The New Politics of National Security, New York: Basic Books, 2006.
[23] Για την έννοια της ήπιας ισχύος βλ.τη θεμελιώδη εργασία του Joseph Nye, Ήπιαισχύς: Το μέσο επιτυχίας στην παγκόσμια πολιτική, μτφρ. Ε. Μπαρτζινόπουλος, Αθήνα: Παπαζήσης, 2005. Πβ. G.M.Gallarotti, ‘Soft Power: What it is, Why it’s Important, and the Conditionsunder Which it Can Be Effectively Used’, Journal of Political Power 4:1 (2011),25-47.
[24]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 397-9, για ενστάσεις σχετικά μετην ταύτιση της έννοιας της ισχύος με αυτήν του ελέγχου.
[25] Βλ. R. Jervis,‘Realism, Neoliberalism, and Cooperation’, InternationalSecurity 24:1 (Summer 1999), 42-63.
[26] Βλ. B.R. Posen, Sources of MilitaryDoctrine, Ithaca, NY: Cornell University Press, 1994, 17-8.
[27] Βλ. St. M. Walt, The Origins ofAlliances, Ithaca, NY: Cornell University Press, 1987.
[28] Βλ. R. Little, The Balance of Power in InternationalRelations: Metaphors, Myths and Models, Cambridge: Cambridge UniversityPress, 2007.
[29]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 272: «Από τη θεωρία προβλέπεταιότι τα κράτη θα προβούν σε εξισορροπητική συμπεριφορά ανεξαρτήτως εάν ηισορροπημένη αποτελεί τον στόχο των πράξεών τους. Από τη θεωρία προβλέπεται ότιτο σύστημα θα έχει έντονη τάση προς ισορροπία. Η προσδοκία δεν είναι ότι μιαισορροπία, άπαξ και επιτευχθεί, θα διατηρηθεί, αλλά ότι μια ισορροπία, άπαξ αιδιαταραχθεί, θα αποκατασταθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ισορροπίες τηςισχύος δημιουργούνται επανειλημμένως».
[30]Βλ. K. N. Waltz, Θεωρία διεθνούς πολιτικής, ό.π., 209.

(2021) αναγνώσεις

2 comments

  1. Για την ανάλυση του ρόλου και της συμπεριφοράς των κρατών στο διεθνές σύστημα μέσα από τη σκέψη της ρεαλιστικής σχολής (που ανάγεται στον Θουκυδίδη) διαβάστε το ‘Διπλωματία και στρατηγική των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων’ του Παναγιώτη Ήφαιστου. Κριτική του υπάρχει εδώ:
    http://argonautis.eu/diplomatia_kai_stratigiki_ton_megalon_europaikon_dynameon.htm

  2. Πολύ καλό το κείμενο του κ Κωτούλα.
    Και για τον Kenneth Waltz, εξ αποστάσεως τον σύγχρονο διεθνολόγο Νο 1, διαβάστε βιβλιοκριτικές και δες τε άρθρα του αναρτημένα στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/54waltzduo.htm . Σε επερχόμενο δοκίμιο γίνεται προσπάθεια να εξεταστεί το δεύτερο επίπεδο (κράτος) σε σχέση με το τρίτο επίπεδο (διεθνές σύστημα). Παραθέτω την περίληψη
    Π. Ήφαιστος, «Στρατηγική αντιπαράθεση στην μεταψυχροπολεμική εποχή και αστάθμητοι ανθρωπολογικοί παράγοντες της μετά-αποικιακής εποχής»* στο Μάζης Ι. (επιμ.) Εξεγέρσεις στον Αραβομουσουλμανικό Κόσμο: Ζητήματα Ειρήνης και Σταθερότητας στη Μεσόγειο (Εκδόσεις Ηρόδοτος 2013)

    Περίληψη. Ποιες είναι οι επιπτώσεις εκ του γεγονότος της χειραφέτησης πολλών εθνοκρατών τα οποία διαθέτουν πνευματικά μεστές πολιτικές ανθρωπολογίες; Πως συμπλέκονται τα τρία επίπεδα ανάλυσης –άνθρωπος, κράτος, διεθνές σύστημα– εκ του γεγονότος ότι μέσα στην μέχρι τούδε υλιστική δημόσια σφαίρα εισρέει πλέον δραστικά και διαμορφωτικά ο πνευματικός κόσμος των πολιτών; Επηρεάζεται η εξωτερική πολιτική των κρατών; Το Υπόδειγμα των διεθνών σχέσεων, υποστηρίζεται, ορίζεται από τις εγγενείς ιδιότητες της εθνοκρατοκεντρικής οντολογίας. Από το Υπόδειγμα απορρέουν οι αξιωματικές θέσεις όπως διατυπώθηκαν από τον Θουκυδίδη σε αναφορά με το πανομοιότυπο κλασικό σύστημα των Πόλεων. Το Υπόδειγμα και οι αξιωματικές διατυπώσεις του Θουκυδίδη οριοθετούν το θεωρητικό πεδίο ανάπτυξης της διεθνούς πολιτικής και δεσμεύουν δεοντολογικά την πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων. Τα ιδεολογικά συναρτημένα θεωρήματα του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, υποστηρίζεται πιο κάτω, δεν εμπίπτουν σε αυτό το πεδίο και γι’ αυτό θεωρούνται επιστημονικά έωλα. Συγκρατώντας πολλά αξιόπιστα πορίσματα του κλασικού ρεαλισμού, υποστηρίζεται, η μόνη βάσιμα συγκροτημένη θεωρία διεθνούς πολιτικής είναι, εξ αντικειμένου, η δομική θεωρία του Kenneth Waltz. Συμβατά με το Υπόδειγμα θεμελιώνει με ακλόνητο τρόπο την σχέση αιτίων-αιτιατών και σταθερότητας-αστάθειας και αλλαγής ανάλογα με την διεθνή κατανομή ισχύος. Η ανάλυση που ακολουθεί συνδέει και συμπλέκει τα εξής:
    1. Στο ενδοκρατικό πολιτικό γίγνεσθαι η απροσμέτρητη ποικιλομορφία και η μεγάλη κύμανση των τιμών των ενδοκρατικών μεταβλητών –πολιτισμοί, θρησκείες, κτλ, και σύμμειξη και μέθεξη πνεύματος και αισθητών στην πολιτειακή συγκρότηση– δεν επιτρέπουν μια επιστημονικών προδιαγραφών στάθμιση και εκτίμηση αιτίων και αποτελεσμάτων. Ως εκ τούτου και με δεδομένης της ανομοιότητας των κρατικών δρώντων, γενική θεωρία εξωτερικής δεν μπορεί να υπάρξει. Καλούτσικες περιγραφές κάθε κράτους, ενδεχομένως.
    2. Στο ενδοκρατικό επίπεδο όσον αφορά την διεθνή πολιτική το μόνο επιτρεπτό είναι η στάθμιση και εκτίμηση των διαμορφωτικών μεταβλητών της κρατικής ισχύος. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε αναφορά με τις υποστασιοποιημένες πολιτειακές συγκροτήσεις και θεσμίσεις που αφορούν την κρατική ισχύ. Αυτές οι διαμορφωτικές μεταβλητές, επιπλέον, ανάλογα με την κατά περίπτωση κύμανση των τιμών τους διαβαθμίζονται ως εκτιμήσεις υψηλότερου και χαμηλότερου ρίσκου.
    3. Έτσι εκτιμούμενη η κρατική ισχύς ανάγεται στο διεθνές επίπεδο και μαζί με την ισχύ των άλλων κρατών προσδιορίζεται η διεθνής κατανομή ισχύος. Η αναγωγή αυτή γίνεται αφού προηγουμένως “αφαιρεθούν όλα τα άλλα πλην των δυνατοτήτων (δηλαδή πλην της ισχύος)” των κρατών.
    4. Στην τρίτη ενότητα του παρόντος δοκιμίου και με όρους πολιτικής φιλοσοφίας αναλύονται οι προεκτάσεις για το δεύτερο και τρίτο επίπεδο εκ του γεγονότος ότι το ολοένα και πιο πνευματικά μεστό Βεστφαλιανό κράτος συγκροτεί τα εθνοκρατικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης με μοναδικό, ιδιαίτερο και ιδιόμορφο τρόπο: α) Βαθαίνει ολοένα και περισσότερο η ετερότητα της κατά κράτος πολιτικής ανθρωπολογίας. β) Συνεπαγόμενα αυξάνεται η εθνοκρατοκεντρική διαφοροποίηση. γ) Οι κρατοκεντρικές σχέσεις πρωτίστως εάν όχι αποκλειστικά διεξάγονται σε υλιστική βάση.
    5. Ο υλιστικός χαρακτήρας των κρατοκεντρικών σχέσεων δεν αφήνει πολιτικά άξια λόγου περιθώρια διεθνικών πολιτικών συγκροτήσεων. Αυτή η θεώρηση συμπληρώνει την θεωρητική θέση του Waltz ότι μόνο οι δυνατότητες μπορούν να αναχθούν στο διεθνές επίπεδο.
    6. Υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων, έστω και εάν κανείς έχει κάποιες επιφυλάξεις για την προαναφερθείσα διαβάθμιση των ενδοκρατικών μεταβλητών, μπορούμε να διακρίνουμε απολύτως το δεύτερο από το τρίτο επίπεδο.
    7. Διακρίνοντας απόλυτα το δεύτερο από το τρίτο επίπεδο αφήνονται μεγάλα περιθώρια σταθμίσεων και εκτιμήσεων για τις εθνοκρατικές υποστασιοποιήσεις και την κρατική ισχύ. Σταθμίζοντας, εκτιμώντας και ανάγοντας την κρατική ισχύ στο τρίτο επίπεδο η ανά πάσα στιγμή προκύπτουσα διεθνής κατανομή ισχύος προσδιορίζει την ανισορροπία και ισορροπία σε αναφορά με ερωτήματα για την σταθερότητα ή την αστάθεια του εγγενώς άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος.
    8. Υπό το πιο πάνω πρίσμα διανοίγονται μια σειρά ερευνητικών πεδίων. Για παράδειγμα, για
    ———————————————-
    * Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους συναδέλφους Γιάννη Μάζη και Αθανάσιο Πλατιά για τις συνομιλίες μαζί τους στην φάση συγγραφής του παρόντος. Ως είθισται, για τυχόν λάθη ευθύνεται ο γράφων. Όταν το παρόν είχε βασικά ολοκληρωθεί ο Γιάννης Μάζης κυκλοφόρησε το Μεταθεωρητική κριτική διεθνών σχέσεων και γεωπολιτικής (εκδόσεις Παπαζήση), μια εκτιμώ πολύ σημαντική επιστημονική παρέμβαση, ιδιαίτερα στα πεδία της μεθοδολογίας και της επιστημολογίας. Δεν πρόλαβα και δεν θέλησα πριν το μελετήσω να το ενσωματώσω εδώ, δεδομένου μάλιστα ότι οι επιστημολογικές του επισημάνσεις αφορούν ζωτικά πολλά ζητήματα που εξετάζω πιο κάτω. Θα γίνει σε μεταγενέστερες δημοσιεύσεις. Τα κριτικά σχόλια του Αθανάσιου Πλατιά με έκαναν να είμαι πιο επιφυλακτικός για κάποιες διατυπώσεις και επηρέασαν την τελική διατύπωση της θέσης μου για την διαβαθμισμένη ιεράρχηση και τα όρια και τους περιορισμούς στην εξέταση μεταβλητών με τιμές μεγάλης κύμανσης της πολιτειακής συγκρότησης στα πεδία της κρατικής ισχύος.

    τον τρόπο που η εκάστοτε διεθνής κατανομή καταναγκάζει και προσδιορίζει τις αποφάσεις υποστασιοποίησης πολιτικών συγκροτήσεων που αφορούν την κρατική ισχύ.
    9. Η προκύπτουσα διάκριση του δευτέρου από το τρίτο επίπεδο ανατρέπει επιστημολογικά και μεθοδολογικά τα θεωρήματα και ιδεολογήματα περί διεθνικών, αισθητικών και άλλων σχέσεων. Εξ ορισμού δεν μπορούν να οδηγήσουν, υποστηρίζεται πιο κάτω, σε άξια λόγου πολιτική συγκρότηση: Οι διεθνικοί δρώντες είναι είτε ανεξάρτητες μεταβλητές βλαπτικές για όλους (τρομοκράτες, λαθρέμποροι κτλ) είτε εξαρτημένες μεταβλητές των κρατικών στρατηγικών. Οι διεθνείς θεσμοί, επίσης, ως εκ της φύσεώς τους είναι εξαρτημένες μεταβλητές των κρατών.
    10. Στην αγνώστου διάρκειας Οδύσσεια των εθνοκρατών η ισορροπία ή ανισορροπία ανάλογα με την εκάστοτε διεθνή κατανομή ισχύος είναι ο προσδιοριστικός παράγοντας της σταθερότητας-αστάθειας και των διεθνών αλλαγών.

    1. Η διαλεκτική σχέση μετά-ψυχροπολεμικής και μετά-αποικιακής εποχής

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *