Το σχέδιο Ανάν επιστρέφει;

          Στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε στις 23 Μαίου  2008, μετά τη συνάντηση των κ.κ. Χριστόφια και Ταλάτ, αναφερόταν ότι οι δύο ηγέτες «έδωσαν εντολές στους εκπροσώπους τους να εξετάσουν, εντός 15 ημερών, τα αποτελέσματα των τεχνικών επιτροπών. Οι εκπρόσωποι θα μελετήσουν πολιτικά και στρατιωτικά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Σημειωνόταν επίσης πως οι δύο πλευρές «επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους σε μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται σε σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτός ο συνεταιρισμός θα έχει μία Ομόσπονδη Κυβέρνηση με μία διεθνή προσωπικότητα, καθώς και ένα Τουρκοκυπριακό Συνιστών Κράτος και ένα Ελληνοκυπριακό Συνιστών Κράτος, ίσου καθεστώτος». Πρωτοστατούντος του ηγέτη του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης, ασκήθηκε σφοδρή κριτική στον Χριστόφια και το ΑΚΕΛ, όταν ταλαντεύτηκαν σχετικά με την συνέχιση των συνομιλιών, προειδοποιώντας για το τι τους περιμένει αν παρεκκλίνουν από τα «δρομολογηθέντα».

         Τον φετινό Ιούνιο η σημερινή Κυπριακή Κυβέρνηση υπέγραψε Μνημόνιο με τον Βρετανό πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν, για το οποίο το Λονδίνο εκφράζει την ικανοποίησή του. Για το Μνημόνιο πανηγύρισε και η Λευκωσία, υποστηρίζοντας ότι το Λονδίνο απορρίπτει τη διχοτόμηση. Δεν συμμερίζονται όλοι την εκτίμηση αυτή. Στην πραγματικότητα, υπογράμμιζαν Κύπριοι διπλωμάτες, το Λονδίνο ούτε θέλει διχοτόμηση (προτιμά όλη την Κύπρο υπό στρατηγικό έλεγχο), ούτε και μπορεί να την επιβάλει. Είναι ήδη δεσμευμένο από διεθνείς αποφάσεις πολύ υπέρτερης νομικής αξίας του μνημονίου. Πάγια υποδαυλίζει την τουρκική διχοτομική προσδοκία, για να σπρώξει μετά στην απατηλή αγκάλη του τους Ελληνες. Με το μνημόνιο έδωσε κάτι που η Λευκωσία είχε, παίρνοντας κάτι πολύ ουσιώδες για τη βρετανική διπλωματία. Την έγγραφη αναγνώριση, στο τέταρτο σημείο του μνημονίου, για πρώτη φορά από εκλεγμένο Κύπριο Πρόεδρο του συνόλου των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις συνθήκες του 1960, περιλαμβανομένων της εγκατάστασης και κυριαρχίας των βρετανικών βάσεων και δικαιωμάτων επέμβασης-εγγύησης. Οι συνθήκες του 1960 είναι υποχρεωτικές για τις τρεις εγγυήτριες, όχι όμως για την Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί αντιτίθενται σε αποφάσεις του ΟΗΕ για την απελευθέρωση αποικιών, δεν έχουν ποτέ εγκριθεί από τον κυπριακό λαό και η Βρετανία δεν τις τήρησε επιτρέποντας τα γεγονότα του 1974. Η ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν στηρίζεται νομικά σε αυτές, αλλά στην απόφαση αναγνώρισής της. Για ποιό λόγο η Λευκωσία παραιτήθηκε προκαταβολικά και χωρίς αντάλλαγμα, από το ένα από τα δύο σπουδαία διπλωματικά χαρτιά που είχε για να πιέσει για αξιοπρεπή λύση, τη δυνατότητα να εγείρει θέμα βάσεων (το άλλο είναι το βέτο).

          Ο Κύπριος Πρόεδρος, προτού αρχίσουν καν οι κυρίως συνομιλίες, έδειξε διατεθειμένος να προχωρήσει σε σημαντικές παραχωρήσεις: Αποδέχτηκε την παραμονή 50.000 εποίκων. Απέσυρε οκτώ προσφυγές της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά της Κομισιόν, για τις σχέσεις με τους Τουρκοκύπριους. Αποδέχτηκε την εσαεί παραμονή βρετανικών βάσεων/στρατευμάτων στην «αποστρατιωτικοποιημένη» Κύπρο. Αυτή η τακτική έδειχνε να εξαντλεί τα περιθώρια επίδειξης καλής θέλησης της ελληνικής πλευράς. Όμως, παρατηρήθηκε «σκλήρυνση» των Τούρκων, σύμφωνα με διαρροές αναφορικά με το περιεχόμενο των συνομιλιών, γεγονός που οδηγεί τον Χριστόφια σύντομα σε οδυνηρά διλήμματα, αν δεν προκύψει κάποια δραματική μεταβολή. (Η τακτική του προκάλεσε την απογοήτευση τμήματος της τουρκοκυπριακής αριστεράς, που τον εγκάλεσε για πλημμελή υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους εποίκους και τα ξένα στρατεύματα!).

         Επί δεκαετίες, το κυπριακό έχει αναπόφευκτες και πολύ σπουδαίες επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αλλά, επηρεάζει και τις ευρω-τουρκικές σχέσεις. Η λύση του κυπριακού θα έχει καθοριστικά επιρροή σε ενδεχόμενες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά. Η Ελλάδα είναι εγγυήτρια δύναμη. Η μορφή της λύσης, όπως και στο παρελθόν, μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ειρήνη και πόλεμο. Αν η σημερινή κατάσταση δεν τροποποιηθεί ριζικά, ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα τεθεί προ οδυνηρού διλήμματος: Είτε να παραιτηθεί από το «όνειρό» του (να περάσει στην ιστορία ως ο ηγέτης που έλυσε το κυπριακό), είτε, όπως ο Μακάριος το 1960, να υπογράψει μια μη εφαρμόσιμη ‘‘λύση’’, που θα διακινδυνεύσει νέο κύκλο αιματηρής αντιπαράθεσης, με ότι συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ωστόσο, το ερώτημα ήταν το κατά πόσον ο Πρόεδρος, το ΑΚΕΛ και οι συμπαρατασσόμενες με τις επιλογές τους πολιτικές δυνάμεις είχαν σκεφθεί και προετοιμάσει επαρκώς εναλλακτική στρατηγική, σε περίπτωση αποτυχίας της ακολουθούμενης.

         Η αποδοχή μιας λύσης παρόμοιας με εκείνη που προέβλεπε το ‘‘σχέδιο Ανάν’’, λύσης που θα επέφερε διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας έχοντας ως βάση τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία – όπως και το σχέδιο Ανάν -, θα επεξέτεινε την κηδεμονία της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή Επικράτεια. Ο κίνδυνος να δημιουργηθούν δύο κράτη και όχι να πρραγματοποιηθεί επανένωση είναι ορατός. Προέρχεται τόσο από τους δήθεν θεματοφύλακες του διεθνούς δικαίου και από την Αγκυρα, όσο και από τους χειρισμούς των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου.

         Τα Ηνωμένα Εθνη, όφειλαν να επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία, ως κράτους που εισέβαλε και κατέχει παράνομα έδαφος άλλου κράτους μέλους του διεθνούς Οργανισμού, όπως προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης του. Αντί αυτού, είδαμε την επιβράβευση της Τουρκίας με την εκλογή της ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, με πρόσφατο ψήφισμα, όχι μόνο ζητά απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα από την Τουρκία και πολιτική εκπροσώπηση του ψευδοκράτους, αλλά επικρίνει και την Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί προσπαθεί να εμποδίσει την αναβάθμισή του ως ξεχωριστής οντότητας. Ικανοποιούνται οι ιθύνοντες των Ηνωμένων Εθνών με το άνοιγμα του οδοφράγματος της οδού Λήδρας – κατεξοχήν σύμβολο της Κατοχής – παρότι τα τουρκικά στρατεύματα παραμένουν στην περιοχή.

          Από τα Ιμια και την παράδοση Οτσαλάν το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι ουσιαστικά ‘‘ό,τι θέλει η Τουρκία’’, ενώ η τελευταία προβάλλει συστηματικά τις πάγιες διεκδικήσεις της σε βάρος της Ελλάδας. Η Θράκη αποτελεί στόχο της αναθεωρητικής/επεκτατικής πολιτικής του τουρκικού κατεστημένου. Η εμμονή της Ελλάδας να υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και οι χειρισμοί της κυβέρνησης Χριστόφια ενθαρρύνουν τους ‘‘φίλους’’ και ‘‘συμμάχους’’ στις κακόβουλες, επιθετικές τους τακτικές εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας. Το κυπριακό παραμένει πρώτα απ’όλα πρόβλημα παράνομης κατοχής εδάφους κράτους μέλους του ΟΗΕ, της Ε.Ε. από στρατεύματα άλλου κράτους, της Τουρκίας. Η λύση του Κυπριακού θα μπορούσε να επιτευχθεί μετά από σχεδιασμένες κρίσιμες επιλογές στη βάση των αποφάσεων και ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών που ζητούν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και με πλήρη σεβασμό του κοινοτικού κεκτημένου. Μπορεί να προκύψει ως προïόν στενής στρατηγικής συνεργασίας και συντονισμού ενεργειών Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και του όπου γης ελληνισμού.

          Η Συντονιστική Επιτροπή Υποστήριξης Αγώνα για Ελεύθερη Κύπρο (Σ.Ε.Υ.Α.Ε.Κ.) δραστηριοποιείται και προσπαθεί να ενημερώσει τους Ελληνες και την διεθνή κοινή γνώμη. Χρειάζεται νέα συστράτευση από τον ελληνισμό. Ζητάμε: Αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και των εποίκων. Κατάργηση των αγγλικών βάσεων. Επιστροφή στις εστίες τους όλων των προσφύγων. Πλήρη άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων και των εγκλωβισμένων. Ασκηση του δικαιώματος ‘‘βέτο’’ από την Ελλάδα και την Κύπρο για την εξακολούθηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαïκή Ενωση. Αξιοποίηση των θετικών θέσεων για το Κυπριακό από Κράτη εντός και εκτός της Ε.Ε. Οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού να τεθεί υπό την έγκριση του κυρίαρχου κυπριακού λαού με δημοψήφισμα.

 

                                               Θεόδωρος Μπατρακούλης

                                     theothessalian@hotmail.com

.

(395) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *