Οικονομία και οικολογία

 Μετά την χρηματοπιστωτική κρίση και αναταραχή έπονται η οικονομική ύφεση και η κρίση της πραγματικής οικονομίας. Ωστόσο, πίσω από όλα αυτά τα δυσάρεστα και απογοητευτικά κρύβονται ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.

 

Σύμφωνα με τον Pavan Sukhdev, κύριο οικονομικό αναλυτή της Deutsche Bank και συντάκτη μελέτης για τα οικοσυστήματα, η ετήσια απώλεια φυσικού κεφαλαίου αποτιμάται οικονομικά σε ποσόν μεταξύ δύο με πέντε τρισεκατομμύρια δολάρια, και αυτό μόνον ως το οικονομικό αποτέλεσμα της καταστροφής των δασών. Οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν την αξία των υπηρεσιών – όπως ο περιορισμός του διοξειδίου του άνθρακα και η παροχή καθαρού νερού –, που τα δάση παρέχουν εκφρασμένο σε κόστος αναπλήρωσής τους ή στέρησής τους. Σε σύγκριση, η χρηματοπιστωτική κρίση έχει κοστίσει μέχρι στιγμής κάτι περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Υπάρχει λοιπόν ένα οικολογικό κόστος, που αν εκφραστεί με οικονομικά στοιχεία, υπερβαίνει το κόστος της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

 

Η απληστία και η έλλειψη μέτρου είναι η βάση αυτής της  κακοδαιμονίας. Είναι φανερό πια που οδηγεί η απεριόριστη επέκταση. Αυτοί που εκμεταλλεύονται και διαχειρίζονται τους οικονομικούς και φυσικούς πόρους απαιτούν υπερβολικές αποδόσεις και επιβαρύνουν τους πόρους με χρέη που δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποπληρώσουν. Τα αποτελέσματα αγνοούνται και χρεώνονται σε κάποιους που θα ζήσουν σε κάποιο αόριστο μέλλον. Η εθελοδουλία και η συλλογική τύφλωση ανέχονται τέτοιες στάσεις. Το παράδειγμα της Ισλανδίας είναι χαρακτηριστικό. Η μικρή αυτή χώρα βρισκόταν στην κορυφή του δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης και ο ΟΟΣΑ την τοποθετούσε πέμπτη στην παγκόσμια κατάταξη του πλούτου των εθνών. Ωστόσο, αυτοί που αποφάσισαν για το μέλλον της, φόρτωσαν τη χώρα με χρέος που ανέρχεται στο δεκαπλάσιο του ετήσιου εθνικού προϊόντος. Στη συγκυρία της χρηματοπιστωτικής κρίσης τα χρέη αυτά δεν μπορούν πλέον να εξυπηρετηθούν και η χώρα χρεοκόπησε. Είναι αδύνατες πλέον οι εισαγωγές τροφής, φαρμάκων και καυσίμων για μια χώρα χωρίς γεωργική παραγωγή, κοντά στον πολικό κύκλο. Εκείνο που προτείνεται είναι η απελευθέρωση του ζωικού πλούτου της ζώνης αλιείας γύρω από την Ισλανδία για τους αλιευτικούς στόλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι  η βιοποικιλότητα της θαλάσσιας ζώνης γύρω από τη νησιωτική αυτή χώρα θα παραδοθεί στην καταστρεπτική εκμετάλλευση. Την οικονομική καταστροφή της Ισλανδίας θα ακολουθήσει μία οικολογική καταστροφή, επακόλουθο της οικονομικής δυσπραγίας.

 

Τα φυσικά αποθέματα εξαντλούνται χωρίς να μπορούν να αναπληρωθούν. Έτσι η παραγωγή πλούτου υποθηκεύει τον μελλοντικό πλούτο. Η οικονομία γίνεται ο κακός δαίμων της οικολογίας. Το σύστημα πρέπει συνεχώς να μεγενθύνεται. Οποιαδήποτε επιβράδυνση το φέρνει σε κρίση και το απορυθμίζει. Ένα αυτοαναπληρούμενο σύστημα δεν φαίνεται δυνατό, παρά το γεγονός ότι οι πόροι φαίνεται να είναι επαρκείς. 

 

Αλλά είναι δυνατό  και το αντίστροφο φαινόμενο, κατά το οποίο η οικονομική κρίση ακολουθεί την οικολογική κρίση και κορυφώνεται με κοινωνική καταστροφή. Είναι γνωστή η ιστορία του απόμακρου και απομονωμένου νησιού του Πάσχα στον νότιο Ειρηνικό, όπου η υπάρχουσα εκεί απομονωμένη κοινωνία κατέρρευσε, αφού ο πληθυσμός έφθασε στον υψηλότερο ιστορικά αριθμό, τα δάση του νησιού εξαφανίσθηκαν και τα γιγαντιαία μνημειώδη αγάλματα απορρόφησαν μια χωρίς νόημα προσπάθεια του τοπικού πολιτισμού. Όλοι οι διαθέσιμοι πόροι, του περιορισμένου από τον ωκεανό εκείνου χώρου, σπαταλήθηκαν σε χίμαιρες, χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια για την αναπλήρωσή τους. Η οικολογική κατάρρευση είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού και την ανέχεια, ώστε όσοι επιβίωσαν να καταφύγουν στον κανιβαλισμό.

 

Υπάρχουν ανάλογα ιστορικά παραδείγματα, όπου η οικολογική κατάρρευση είναι το αποτέλεσμα οικονομικής ανόδου και όχι μόνο οικονομικής καταστροφής.

 

Γιατί οι κοινωνίες και οι πολιτισμοί δεν μπορούν να εμποδίσουν τέτοια φαινόμενα; Αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις θέλουν να αγνοούν τις πραγματικότητες. Ποιός θα τους υποχρεώσει να βασισθούν στην πραγματικότητα; Ακόμη και στις σύγχρονες δημοκρατίες, όπου η κοινωνική συναίνεση έχει κάποια ισχύ και όπου οι ελίτ φαίνεται να υπολογίζουν τα συλλογικά αιτήματα, οι υπάρχοντες φυσικοί πόροι κατανοούνται ως ανεξάντλητοι. Βραχυπρόθεσμα οικονομικά ανταλλάγματα, από τα οποία  επωφελούνται εθνικές και κοινωνικές μειοψηφίες, υποθηκεύουν την μακροπρόθεσμη επιβίωση.

 

Ανάλογη και ίδια είναι η αντιμετώπιση των οικονομικών πόρων. Η αντίληψη της ανάπτυξης θεωρείται ως αυτονόητη, παρά το ότι η ανάπτυξη της τάξης του 3%, που όλοι επιδιώκουν, είναι μακροπρόθεσμα παράλογη και καταστρεπτική για όλους. Η σταθερή οικονομική κατάσταση, όπου η κατανάλωση θα αντιπροσωπεύει αυτό που το οικοσύστημα είναι ικανό να αναπληρώσει, είναι βέβαια μια αντίληψη που δύσκολα γίνεται σήμερα αποδεκτή. Ωστόσο, είναι πια βέβαιο ότι η φτώχεια θα αντιμετωπισθεί με αναδιανομή, ότι η ανατροπή της φυσικής ισορροπίας θα εμποδιστεί με τη λογική διαχείριση των φυσικών πόρων και ότι η συλλογική συναινετική δράση είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία σε παγκόσμια κλίμακα.

 

 

.

(541) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *