Ο ρόλος της θρησκείας στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας

του Κωνσταντίνου Καρακάση

Με την ευκαιρία της επίσκεψης του Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου στην Ελλάδα την ερχόμενη εβδομάδα αξίζει να ερευνήσουμε ένα ζήτημα που έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Ένα εντυπωσιακό φαινόμενο είναι «η επιστροφή της θρησκείας» στις διεθνείς σχέσεις. Παρόλο που φαινόταν ότι στη μεταμοντέρνα εποχή η θρησκευτικότητα σταδιακά θα ατονούσε και θα περιοριζόταν η σημασία της στο δημόσιο βίο και ειδικότερα στη διεθνή πολιτική, τα τελευταία χρόνια απροσδόκητα αποκτά ξανά ιδιαίτερη σημασία. Άρχισε στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα κυρίως στο μουσουλμανικό κόσμο. Επιγραμματικά, αναφέρεται ο ρόλος της θρησκείας στο λεγόμενο πόλεμο των 6 ημερών (1967) Παλαιστίνης- Ισραήλ, η επανάσταση στο Ιράν το 1979 με την επικράτηση θεοκρατίας, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν 1979-1989 εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης πήρε τη μορφή (ιερού πολέμου) Τζιχάντ για τον μουσουλμανικό κόσμο. Πιο δραματικά στην αρχή της νέας χιλιετίας έλαβε νέα δυναμική μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Στη συνέχεια η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ αποδύθηκε σε μια οιωνεί σταυροφορία εναντίον της διεθνούς τρομοκρατίας που συνδεόταν άμεσα με το Ισλάμ. Από τότε η τρομοκρατία έχει καταστεί ασύμμετρη απειλή με πολλαπλά χτυπήματα κατά του δυτικού κόσμου στο όνομα του ακραίου Ισλάμ.

Εξάλλου στη μετασοβιετική Ρωσία η κοινωνία διαρκώς τελεί σε αναζήτηση εθνικής ταυτότητας. Στη διαδικασία αυτή η θρησκεία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Παρόλο που το Σύνταγμα της Ρωσίας επιτάσσει το διαχωρισμό του Κράτους και της Εκκλησίας η πολιτική του Πούτιν και του Μεντβεντεφ σχετίζεται ιδιαίτερα με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πιο συγκεκριμένα ο Ρώσος υπουργός εξωτερικών Λαβροφ και ο νέος Πατριάρχης Ρωσίας Κύριλλος τελούν σε διαρκή συνεργασία. Αυτή η συμπόρευση έλαβε χώρα μέσα από δηλώσεις, αλλά και συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές. Η έννοια «πνευματικές αξίες» καταλαμβάνει θέση σε επίσημα θεσμικά κείμενα όπως τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ) και το Σχέδιο Εξωτερικής Πολιτικής (ΣΕΠ) της Ρωσίας. Με τον συχνά αναφερόμενο όρο «πνευματικές αξίες» εννοείται κυρίως η Ορθοδοξία. Το 2008 η κυβέρνηση Μεντβέντεφ αναθεώρησε τη ΣΕΑ και το ΣΕΠ που είχε καθορίσει η κυβέρνηση Πούτιν το 2000 καθιστώντας εντονότερη την αναφορά στο «ρωσικό πολιτισμό» με την παραπάνω έννοια.

Αποτελεί στρατηγικό στόχο της σημερινής εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας η δυνατότητα να διαδραματίζει ρόλο στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων, καθώς και η άσκηση επιρροής σε όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές πρωτίστως της πρώην σοβιετικής ένωσης, αλλά και ευρύτερα στα κράτη του ευρασιατικού χώρου. Από την άλλη στους κόλπους της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει αναπτυχθεί η ιδέα ότι στο Πατριαρχείο Μόσχας ανήκουν πλέον τα πρωτεία της τιμής και μια εξέχουσα θέση στην Οικουμενική Ορθοδοξία. Αυτή η ιδέα είναι γνωστή ως η θεωρία της τρίτης Ρώμης. Σύμφωνα με αυτήν οι ιστορικές συνθήκες προκάλεσαν τη μεταφορά του κέντρου της Οικουμενικής Ορθοδοξίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την πτώση του Βυζαντίου η αποστολή αυτή ανήκει στη Μόσχα, διότι αποτελεί το κέντρο της μεγαλύτερης κρατικής οντότητας με ορθόδοξο πληθυσμό. Έτσι εμφιλοχωρεί ένας ανέκφραστος ανταγωνισμός μεταξύ του Πατριαρχείου Μόσχας και Κωνσταντινούπολης αναφορικά με τα πρωτεία της οικουμενικότητας.

Αυτοί οι στόχοι αφενός της Ρωσίας και αφετέρου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συμπλέουν και υλοποιούνται με τη στενότατη συνεργασία των δύο πλευρών για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους. Η θρησκευτική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής της έχει δύο βασικές εκφάνσεις. Με τη βοήθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιδιώκει κάτι που αδυνατεί η «παγκοσμιοποιημένη» Δύση (ΗΠΑ και ΕΕ): πρώτον να ασκεί επιρροή σε άλλες χώρες που οι πολίτες τους ενστερνίζονται την ορθόδοξη πίστη εμφανιζόμενη ως προστάτης των ορθοδόξων λαών και δεύτερον να εμφανίζεται ότι τηρεί φιλική στάση απέναντι στο Ισλάμ με κατανόηση και σεβασμό απέναντί του. Για την πρώτη επιδίωξη το Πατριαρχείο Μόσχας δραστηριοποιείται έντονα αναπτύσσοντας διορθόδοξες επαφές. Για τη δεύτερη έχει θεσπιστεί και προβληθεί έντονα με τις «ευλογίες» του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας ο διαθρησκειακός διάλογος ανάμεσα στο Πατριαρχείο Μόσχας και τον μουσουλμανικό κλήρο του Ιράν και άλλων χωρών.

Ενδιαφέρον έχει να επισημανθεί ότι ο θρησκευτικός παράγοντας ήταν κρίσιμος και στην εξωτερική πολιτική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη σκιά της οποίας φαίνεται ότι κινείται η Ρωσία. Όταν οι Βούλγαροι, Σλάβοι και Ρώσοι άρχισαν τους επιθετικούς πολέμους εναντίον του Βυζαντίου, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία ο εκχριστιανισμός των παραπάνω λαών. Αυτή η κίνηση ήταν εξαιρετικά ευφυής από πολιτή σκοπιά. Στη συνάφεια αυτή αξίζει να αναφέρουμε και ένα ζήτημα που ερμηνεύεται μετά την παραπάνω ανάλυση. Είναι εντυπωσιακό ότι συχνά σε ανώτατο επίπεδο η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιδεικνύει ευαισθησία για τα ζητήματα που αφορούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείου πιέζοντας λόγου χάρη την Τουρκία για την επαναλειτουργία της θεολογικής σχολής της Χάλκης. Αντίθετα η Ρωσία δεν λαμβάνει καμία θέση για το παραπάνω ζήτημα. Είναι εμφανής ο λανθάνων ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών, καθώς οι ΗΠΑ υποστηρίζοντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην πραγματικότητα αντιτίθενται στη Ρωσία.

Κλείνοντας μπορούμε να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις σχετικά με το ρόλο της θρησκείας στην ελληνική διπλωματία. Η αλληλεπίδραση των δύο εννοιών απασχολεί ολοένα περισσότερο διεθνείς ακαδημαϊκούς και πολιτικούς φορείς. Για τον Ελληνισμο η Ορθοδοξία αποτελεί ένα σπουδαίο κεφάλαιο. Αυτό μπορούμε να το αξιοποιήσουμε προς όφελος των εθνικών επιδιώξεων σύμφωνα με το ρωσικό παράδειγμα αποφεύγοντας τις υποδείξεις των δύο ακραίων τάσεων της νεοελληνικής πολιτικής πραγματικότητας: δηλαδή ούτε να εξαλείψουμε την παρουσία της από το δημόσιο βίο ούτε να επιδιδόμαστε σε κηρύγματα μίσους κατά των μουσουλμάνων. Αντίθετα με την Ορθοδοξία μπορεί η ελληνική διπλωματία να αποκτήσει διαύλους επικοινωνίας με πολλές χώρες.

(1088) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *