Σφαιρική Προσέγγιση της Επιμάχου Αποφάσεως του ΣτΕ

Κωνσταντίνος Φουράκης

newego_LARGE_t_1101_54144071
Για να κατανοηθεί η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για την διακοπή της λειτουργίας της ΕΡΤόσο γίνεται σαφέστερα, πρέπει να γνωστοποιηθεί ότι αυτό το κορυφαίο δικαστικό σώμα συνεστήθη και λειτουργεί (με την αυτούσια επεισαγωγή του από το Γαλλικό Δίκαιο [Conseil d’État]) προς τον σκοπό της προστασίας του πολίτη από τις υπερβάσεις, παρανομίες, παραβιάσεις των άρθρων του ΑΚ και καταχρηστικές αποφάσεις, ενέργειες και πράξεις του κράτους, το οποίο, σ’ αυτήν την περίπτωση, δρα ως ” pontentior persona” (πρόσωπο με υπερέχουσα ισχύ έναντι αυτής του πολίτη) κι όχι ως “fiscus” (ο έχων απλή νομική υπόσταση η οποία είναι ισότιμη δικαιϊκώς και νομικώς μ’ αυτήν του πολίτη), δια της ακυρώσεως αυτών των ενεργειών, πράξεων κι αποφάσεων και την εξαφάνιση τους υπέρ του πολίτη και την επιστροφή της εξωτερικής και εσωτερικής φύσεως μιας εννόμου πράξεως σε “statum ex ante”, ήτοι στο καθεστώς το οποίο ίσχυε προηγουμένως της επιβολής της παράνομης και καταχρηστικής δράσεως, ενεργείας και πράξεως του κράτους.

Για να μπορέσει το ΣτΕ να ακυρώνει τις παράνομες και καταχρηστικές ενέργειες, πράξεις και αποφάσεις του Κράτους θα πρέπει:

1. Να μην συντρέχει σ’ αυτές η αρχή της “παράλληλης προσφυγής”, δηλαδή, η διενέργεια αποφάνσεως του αν και γιατί μπορεί μια συγκεκριμένη προσφυγή εκ μέρους του πολίτη σ’ αυτό για την δικαίωση του έναντι παρανόμων ενεργειών και πράξεων του κράτους μπορεί να εκδικαστεί κι επιλυθεί εκ παραλλήλου από ένα κοινό αστικό, διοικητικό ή ελεγκτικό δικαστήριο, οπότε παραπέμπεται η συγκεκριμένη υπόθεση (κι ο πολίτης) στον κοινό (αστικό, διοικητικό και ελεγκτικό) δικαστή του.

2. Να μην είναι εκτελεστή, όπως είναι οι νόμοι οι θεσπιζόμενοι και ψηφιζόμενοι στο κοινοβούλιο της χώρας, αποφάσεις δικηγορικών, ιατρικών κλπ συλλόγων, πειθαρχικών συμβουλίων κλπ, αλλά μη εκτελεστή διοικητική πράξη αυτή η οποία κατατίθεται στο ΣτΕ προς ακύρωση. Για παράδειγμα. στην κορύφωση των κατηγοριών για την παράνομη φύση και αντισυνταγματικότητα των μνημονίων και ως προς την κατάθεση αιτήσεως ακυρώσεως τους στο ΣτΕ από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (για πολιτική κατανάλωση διότι δεν μπορώ να δεχτώ και πιστέψω πως τόσο πολλοί, έμπειροι κι ικανοί δικηγόροι ήσαν άσχετοι με το Διοικητικό Δίκαιο), αντέτεινα σθεναρώς -και μόνος μου εντελώς- με συνεχή αρθρογραφία ότι αυτή η αίτηση θα απορριπτόταν από το ΣτΕ λόγω αναρμοδιότητος του και, βεβαίως, δικαιώθηκα επειδή το

ΣτΕ απέρριψε πανηγυρικώς την αίτηση ακυρότητας απάντων των μνημονίων.

Συνεπώς, το ΣτΕ εθεώρησε εαυτό αναρμόδιο να επιλαμβανόταν της ουσίας της πρόσφατης πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αφού αυτή αποτελεί εν δυνάμει εκτελεστή -και, συνεπώς, μη ακυρωτέα ή ακυρώσιμη- διοικητική πράξη νομοθετικής φύσεως και περιορίστηκε σε μια μάλλον αυστηρή προτροπή -ως “πυροσβεστικό” μέσο αποκαταστάσεως της διαταραχθείσης πολιτικής και κοινωνικής τάξεως και σταθερότητας στην χώρα- παρά ανέγκλητη διαταγή επαναλειτουργίας της ΕΡΤ κι εκπομπής των προγραμμάτων της προς την κυβέρνηση, η οποία δύναται να αδιαφορήσει γι’ αυτήν ή την “τρενάρει” κατά το δοκούν.

Έτσι, η σχετική επίμαχη απόφαση του ΣτΕ έχει ως εξής:

1. Εντέλλεται (τρόπος του λέγει δηλαδή, μάλλον “προτρέπεται”) η κυβέρνηση -η απόδειξη αυτού του ισχυρισμού μου είναι η εισέτι μη επανεκκινηθείσα, έστω και υποτυπωδώς, λειτουργία της ΕΡΤ- να προβεί στις κατάλληλες κι απαραίτητες διαδικασίες για την άμεση επαναλειτουργία των εκπομπών της ΕΡΤ (και των συνδεδεμένων μ’ αυτήν προγραμμάτων του ΡΙΚ, του σταθνού της Βουλής, του BBC, της Deutsche Welle και TV5 France), του σήματος και της ροής των προγραμμάτων της διακοπέντων μη νομίμως (όχι παρανόμως) και σύμφωνα με τα χρηστά και

συναλλακτικά ήθη.

2. “Εντέλλεται” η κυβέρνηση να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες και πράξεις οι οποίες προβλέπονται στην υπ’ αυτής εκδοθείσα υπουργική απόφαση νομοθετικού περιεχομένου για την εξυγίανση και εξορθολογισμό της λειτουργίας της ΕΡΤ ενώ αυτ’η ευρίσκεται σε συνεχή λειτουργία μέχρις της συστάσεως και λειτουργίας του νέου, διαδόχου αυτής δημοσίου τηλεπικοινωνιακού φορέα-οργανισμού.

3. Η απόφαση και τα έννομα αποτελέσματα της καταργήσεως της ΕΡΤ δεν καταργούνται κι εξαφανίζονται κι η ΕΡΤ θεωρείται επισήμως κι ανεκκλήτως καταργηθείσα και παυθείσα.

και

4. Οι πάσης φύσεως υπάλληλοι, συνδεδεμένοιι μ’ αυτήν συνεργάτες και όλα τα στελέχη της θεωρούνται νομίμως κι οριστικώς απολυθέντες/α και παυθέντες/α καθώς κι ότι συντρέχει παράλληλος προσφυγή ως προς τις σχέσεις εργατικού δικαίου τους.

Για να εξαφανιστούν οι επίμαχη πράξη νομοθετικού περιεχομένου -πριν περιβληθεί την ισχύ νόμου δια της καταθέσεως της ως νομοσχέδιο στην ολομέλεια της Βουλής προς ψήφιση- και τα έννομα αποτελέσματα της θα πρέπει να ανακληθεί ή/και ακυρωθεί δι΄άλλης πράξεως νομοθετικού περιεχομένου από τα ίδια κρατικά όργανα (υπουργοί) τα οποία την εξέδωσαν.

Αυτές οι ασαφείς καταστάσεις και συνέπειες ως προς την συνταγματικότητα ή αντισυνταγματικότητα των εκάστοτε εκδιδομένων πράξεων νομοθετικού περιεχομένου από την εκτελεστική εξουσία και των ψηφιζομένων νόμων από την νομοθετική εξουσία πλανώνται εις τον αέρα στην Ελλάδα, όπως έχω πει επανειλλημένως λόγω της ανυπαρξίας Συνταγματικού Δικαστηρίου το οποίο θα αποφαινόταν κυριαρχικώς, εξαναγκαστικώς, αρμοδίως κι ισχυρώς περί της συνταγματικότητας ή αντισυνταγματικότητας των και θα τους εξαφάνιζε ή κατακύρωνε αναλόγως κι εξαφάνιζε (ή επεκύρωνε κατά περίπτωση) την αντισυνταγματική πράξη ή τον αντισυνταγματικό νόμο καθώς και τα έννομα αποτελέσματα τα απορρέοντα εξ αυτών.

Έτσι, η απόφανση περί της αντισυνταγματικότητας ή αντισυνταγματικότητας τέτοιων νομοθετημάτων ή/και νόμων κι η επικύρωση ή ακύρωση αυτών και των εννόμων αποτελεσμάτων τα οποία απορρέουν αυτών έχουν ανατεθεί στον κοινό δικαστή, ο οποίος, όμως, κρίνει κατά το δοκούν κι οι αποφάσεις του μπορούν να προσβληθούν δια της προσφυγής των διαδίκων σε ανώτερα δικαιοδοτικά κλιμάκια (Εφετείο και Άρειος Πάγος) ενώ δεν ισχύουν γενικώς σ’ όλη την επικράτεια παρά μόνο στον τόπο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ο δικαστής του οποίου εξέδωσε την σχετική απόφαση κι έτσι αν, για παράδειγμα, ένα δικαστήριο της Δράμας αποφανθεί περί την συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος ή νόμου κι αντιστρόφως, ένα δικαστήριο της Καλαμάτας μπορεί να κρίνει άλλως, οπότε επικρατεί σύγχυση και αμφισημία ως προς την ουσιαστική συνταγματική ή αντισυνταγματική φύση ενός επιδίκου νομοθετήματος ή νόμου.

Οι λόγοι του γιατί δεν έχει ιδρυθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ελλάδα, όπως υπάρχει σε άλλες προηγμένες δημοκρατικές Ευρωπαϊκές χώρες, ή/και ποιος και ποιοι δεν επιθυμούν την ίδρυση του υπεκφεύγουν της αντιλήψεως /και γνώσεως μου και ανήκουν στην σφαίρα εύλογων εικασιών.

.

.

.

.

(1000) αναγνώσεις

One comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *