Δημήτριος Γούναρης: Ένας Ολέθριος Λαϊκιστής Πολιτικός του Παρελθόντος μ’ Αντανάκλαση στο Παρόν;

Κωνσταντίνος Φουράκης

Ο Δημήτριος Γούναρης (1867 – 1922) στις 17 Νοεμβρίου του 1902 πολιτεύθηκε και εκλέχτηκε για πρώτη φορά με ανεξάρτητο συνδυασμό επειδή οι απόψεις του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα προοδευτικές αφού πρότεινε μέτρα για την eκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, υποστηριχθείς απ’ την ομάδα «των γοβών», όπως αποκαλέστηκε από τον λαό, η οποία αποτελείτο από επαγγελματίες τεχνοκράτες φερόμενους ως ανεξάρτητοι από κομματικές εξαρτήσεις. Στις 17 Μαΐου του 1903, στη συζήτηση του νόμου για την κύρωση της συμβάσεως του μονοπωλίου της σταφίδας που είχε φέρει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, ο Γούναρης διαφώνησε και εξεφώνησε ένα θαυμαστό, για κείνη την εποχή λόγο, που ανάγκασε την κυβέρνηση μετά από λίγες μέρες και εξαιτίας των αντιδράσεων για τον νόμο αλλά και της διαφωνίας Ζαΐμη, σε παραίτηση. Ο νόμος αφορούσε στην σύναψη, μεταξύ του ελληνικού κράτους και ομάδας βρετανών κεφαλαιούχων, συμφωνίας για τη μονοπώληση του εμπορίου ελληνικής σταφίδας για είκοσι χρόνια.

Στις εκλογές του 1905, συνεργάστηκε με το Θεοτοκικό κόμμα αλλά συνάντησε την αντίσταση των σταφιδοπαραγωγών με αποτέλεσμα να μην εκλεγόταν αλλά κατάφερε να επανεκλεγόταν στις εκλογές του Μαρτίου του 1906 και αφού είχε προηγηθεί η τραγική δολοφονία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, με το Θεοτοκικό κόμμα. Τον Ιούνιο του 1906 δημιουργήθηκε η γνωστή πολιτική «ομάδα των Ιαπώνων», η οποία ονομάστηκε έτσι λόγω της μαχητικότητάς της που ομοίαζε με τη μαχητικότητα των Ιαπώνων στρατιωτών στον διεξαγόμενο κατά την εποχή εκείνη Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο και απετελείτο από τους Στέφανο Δραγούμη, Δημήτριο Γούναρη, Εμμανουήλ Ρέπουλη, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Χαράλαμπο Βοζίκη, Απόστολο Αλεξανδρή και Ανδρέα Παναγιωτόπουλο (οι συνιστώσες εκείνης της εποχής). Η δράση των Ιαπώνων ενόχλησε τον Γεώργιο Θεοτόκη, ο οποίος διαβλέποντας την επικείμενη κρίση προσπάθησε να προσεταιριζόταν μερικούς από αυτή την πολιτική ομάδα, προσφέρων υπουργικά αξιώματα στους Γούναρη, Πρωτοπαπαδάκη και Ρέπουλη. Οι δύο πρώτοι δέχτηκαν αυτά τα αξιώματα με αποτέλεσμα η ομάδα των Ιαπώνων να εξουδετερωνόταν πολιτικώς. Με την εκδήλωση του κινήματος του Στρατιωτικού Συνδέσμου, η οποία έφερε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην εξουσία για να έδινε λύση στο τότε σκοτεινό πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, ο Γούναρης εναντιώθηκε μανιωδώς εναντίον του αφού δεν συμφωνούσε με την επέμβαση του στρατού στις πολιτικές εξελίξεις κι έμεινε πιστός στις ιδέες του παρά τις προσπάθειες του Στρατιωτικού Συνδέσμου να τον ενέτασε στο κυβερνητικό σχήμα, λέγων «Πρέπει να έλθω στην εξουσία δια του λαού» αλλά υποστηρίζεται ότι πριν να εκαλείτο ο Βενιζέλος απ’ την Κρήτη, αυτός ήταν εκείνος ο οποίος καθοδηγούσε πολιτικά τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο.

Στις εκλογές το 1910, εκλέχτηκε βουλευτής Πατρών με άνεση λόγω της υποστηρίξεως του από το Θεοτοκικό κόμμα και μετά τις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, οι οποίες ακολούθησαν τον ίδιο χρόνο, ο Γούναρης προσεχώρησε στην δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία (πάλι συνιστώσες και τότε). Στις εκλογές του Μαρτίου 1912, ο Γούναρης μόλις και μετά βίας κατάφερε να εκλεγόταν βουλευτής Πατρών εξαιτίας της ανετοιμότητας του και της σαρωτικής εκλογικής επιτυχίας του κόμματος των Φιλελευθέρων, το οποίο κέρδισε τις 151 από τις 181 βουλευτικές έδρες. Η πρώτη σοβαρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και Γούναρη πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1913 με κύριο θέμα τους χειρισμούς της κυβερνήσεως Βενιζέλου στην εξωτερική πολιτική ως προς τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Αφορμή γι’ αυτές τις εξελίξεις ήταν η δήλωση του Ελ. Βενιζέλου, κατόπιν συναντήσεως του με επιτροπή κατοίκων Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βάναυση συμπεριφορά Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον τους, ότι «Εάν οι Έλληνες εκ των υποδούλων περιέλθουν υπό την κυριαρχίαν τινός των συμμάχων κρατών όπως κατ’ ανάγκην θα περιέλθωσιν, η κυβέρνησις θα πράξει ό,τι είναι δυνατόν να περιέλθωσιν λιγότερον». Ο Γούναρης κατηγόρησε τότε τον Βενιζέλο ότι είχε αφήσει ανενημέρωτη την εθνική αντιπροσωπεία σχετικά με την πορεία των εξωτερικών πραγμάτων και ότι δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας και, συγκεκριμένως, των Ελλήνων κατοίκων της υπόδουλης Μακεδονίας απέναντι στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της τότε συμμάχου της Ελλάδος Βουλγαρίας.

Στις 21 Ιουνίου του 1913, κατά την ημερομηνία κηρύξεως –του απελευθερωτικού, με την διεκδίκηση των κατεχομένων ακόμα Ελληνικών εδαφών- πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, ο Γούναρης επεσήμανε στη Βουλή ότι ο πόλεμος ήταν απότοκο της λανθασμένης προσεγγίσεως της κυβερνήσεως Βενιζέλου προς αυτήν της Βουλγαρίας. Στους επόμενους μήνες η διαμάχη των δύο ανδρών επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα, εσωτερικής πολιτικής σχετικώς με διάφορες «αυθαιρεσίες» της κυβερνήσεως κι ο Γούναρης καυτηρίασε την κίνησή της του να κατέφευγε στην έκδοση αναγκαστικών διαταγμάτων χωρίς την έγκριση της ίδιας της Βουλής, με την σύναψη δανείων, όπως η συζήτηση της 23ης Δεκεμβρίου που στην αφορούσε στην σύναψη δανείου 500 εκατομμυρίων δραχμών κ.α.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 15 Ιουνίου/28 Ιουνίου του 1914, ο Αρχιδούκας της Αυστρίας και διάδοχος του θρόνου Φραγκίσκος Φερδινάνδος δολοφονήθηκε από τον Σέρβο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ στο Σεράγεβο, μια πόλη που τελούσε τότε υπό την επικυριαρχία της Αυστροουγγρικής Αυτικρατορλθας. Η Αυστρία απεύθυνε τελεσίγραφο στη Σερβία, η οποία το απέρριψε. Τα γεγονότα προχώρησαν με ταχύ ρυθμό και στις 22 Ιουλίου η Μεγάλη Βρετανία εισήλθε στον πόλεμο. Η Ελλάδα αρχικά τήρησε ουδέτερη στάση αλλά ήταν ξεκάθαρη η διχογνωμία απόψεων μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος υποστήριζε την Αντάντ, δηλαδή τη Γαλλία, τη Ρωσία και την Αγγλία αλλά ο Κωνσταντίνος A’, όμως, λόγω και της συγγένειας του με την γερμανική αυτοκρατορική οικογένεια, εμπιστευόταν την -κατ’ αυτόν- γερμανική υπεροχή. Με αφορμή επιστολή-απάντηση του Βασιλιά σε ερώτημα του Βρετανού ναυάρχου Καρ, η οποία κατά τον Βενιζέλο υποδήλωνε μεταβολή της συμπεφωνημένης Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπέβαλε την παραίτηση του στις 25 Αυγούστου. Ο βασιλιάς, όμως, αρνήθηκε να έκανε δεκτή την παραίτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου κι η επακολουθήσασα ρήξη μεταξύ τους ήταν μια αναμενόμενη, προδιαγεγραμμένη συνέπεια της. Η απομάκρυνση του φιλοβασιλικού Γεωργίου Στρέϊτ, υπουργού επί των εξωτερικών, η παύση του υποστράτηγου Δούσμανη από την αρχηγία του επιτελείου και τέλος η άρνηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’ να ικανοποιούσε το αίτημα για συμμετοχή της Ελλάδας στις Αγγλογαλλικές συμμαχικές επιχειρήσεις στα Δαρδανέλια επέφερε το τέλος, το οποίο επισημοποιήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1915, της συνεργασίας Βενιζέλου-Βασιλέως όταν ο πρώτος υπέβαλε την παραίτηση του κι ο δεύτερος την έκανε αμέσως γενόμενη αποδεκτή. Η στάση του Γούναρη όλων αυτών τον καιρό ήταν απλώς η παρακολούθηση των εξελίξεων αν και σε στενό κύκλο συνεργατών είχε δηλώσει ότι προτιμούσε την ουδετερότητα παρ’ όλο το γεγονός ότι είχε πειστεί από τον Μεταξά για την υπεροχή της Γερμανίας.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1915, και αφού είχε παραιτηθεί η κυβέρνηση Βενιζέλου, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ πρότεινε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη την πρωθυπουργία και, κατόπιν της αρνήσεως του τελευταίου να την δεχόταν, στον Στέφανο Σκουλούδη. Ύστερα από την άρνηση και του Στέφανο Σκουλούδη για την πρωθυπουργοποίηση του, απευθύνθηκε στον Δημήτριο Γούναρη, ο οποίος στις 24 Φεβρουαρίου σχημάτισε κυβέρνηση, στην οποία κράτησε για τον εαυτόν του το υπουργείο στρατιωτικών, κατά την θητεία της οποία συγκρούστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο εξαιτίας μιας κυβερνητικής ανακοίνωσης, με την οποία ο Γούναρης εμμέσως πλην σαφώς κατηγορούσε τον Βενιζέλο για άσκοπες παραχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική οι οποίες δεν ευνοούσαν την χώρα. Ο Βενιζέλος αντέδρασε στέλνοντας επιστολή στον υπουργό των εξωτερικών Ζωγράφο, ο οποίος τον παρέπεμψε σε επιστολή του Γούναρη προς τον πρώτο. Ο Βενιζέλος δεν ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις και απευθύνθηκε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος την μεταβίβασε στον πλέον αρμόδιο, τον πρωθυπουργό Γούναρη. Τελικώς, η κρίση έληξε με την ανακοίνωση του Βενιζέλου ότι αποχωρούσε της ενεργού πολιτικής τον Απρίλιο του 1915. Στις εκλογές του Μαΐου 1915, ο Γούναρης πολιτεύθηκε με το κόμμα των Εθνικοφρόνων, το οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος, πλην η ενασχόληση του με την διακυβέρνηση του κράτους ήταν αποτυχημένη, με αποτέλεσμα να υφίστατο συντριπτική ήττα από το κόμμα των Φιλελευθέρων, λαβών 95 βουλευτικές έδρες έναντι 185 του κόμματος του Βενιζέλου. Όμως, αρνήθηκε να υπέβαλε αμέσως την παραίτηση του, επικαλούμενος την κατάσταση υγείας του βασιλιά, ενώ παράλληλα ο τελευταίως παρέτεινε για ένα μήνα την έναρξη των εργασιών της νέας βουλής, δημιουργώντας έντονες αντιδράσεις από την πλευρά των Φιλελευθέρων. Τελικώς, η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε την 4η Αυγούστου του ίδιου έτους κατόπιν της παραιτήσεως της προηγούμενης κυβερνήσεως πέντε μέρες νωρίτερα. Στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ εκλογών και της αναδείξεως της κυβερνήσεως Βενιζέλου, ο Γούναρης είχε αναλάβει και το υπουργείο εξωτερικών, ύστερα από την παραίτηση Ζωγράφου.

Μετά την άνοδο του Ελ. Βενιζέλου και λόγω του κινδύνου επιθέσεως της Βουλγαρίας, η κυβέρνηση κήρυξε γενική επιστράτευση, η οποία επικρίθηκε από τον Γούναρη. Η αποβίβαση ταγμάτων στρατού από πλευράς Γαλλίας και Αγγλίας στην Θεσσαλονίκη και η χλιαρή στάση της κυβερνήσεως έδωσαν το έναυσμα για την αρχή του λεγόμενου Εθνικού διχασμού. Ο Γούναρης, στη συνεδρίαση της βουλής στις 21 Σεπτεμβρίου του 1915, αφού σχολίασε τα γεγονότα, ξεκαθάρισε την θέση του λέγων: «Η φυσική πολιτική μιας χώρας, όταν έτερα κράτη συμπλέκονται προς άλληλα, είναι η πολιτική της ουδετερότητας… Η πολιτική του πολέμου ενδείκνυται μόνον προς αποτροπήν κινδύνου των ζωτικών συμφερόντων της χώρας, ενδείκνυται μόνον προς προστασίαν των υπερτάτων αυτής συμφερόντων». Ο Βενιζέλος απαντώντας, τόνισε ότι μια επικείμενη συμμαχία με τις κεντρικές δυνάμεις θα ωφελούσε την Ελλάδα ενώ απέρριψε την πρόταση ουδετερότητας. Στο τέλος της συζήτησης, πραγματοποιήθηκε η ψηφοφορία για ψήφο εμπιστοσύνης, η οποία έληξε υπέρ της κυβέρνησης Βενιζέλου. Ο βασιλιάς κάλεσε αμέσως μετά τον πρωθυπουργό και τον επέπληξε για την πρωτοβουλία που πήρε μόνος του. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και ο βασιλιάς απευθύνθηκε στον αρχηγό της αντιπολίτευσης, Δημήτριο Γούναρη, o οποίος δεν θέλησε να αναλάμβανε την πρωθυπουργία φοβούμενος ακραίες καταστάσεις. Έτσι ο βασιλιάς κάλεσε τον Αλέξανδρο Ζαΐμη για να αντικαταστούσε τον Βενιζέλο στην προεδρία της κυβερνήσεως.

Ο Δ. Γούναρης χρημάτισε υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Την 21η Οκτωβρίου του 1915, μετά από ένα διαπληκτισμό του Βενιζέλου με τον υπουργό στρατιωτικών Ιωάννη Γιαννακίτσα, ο Βενιζέλος ζήτησε την άμεση αποπομπή του από την κυβέρνηση, επεκταθείς συντόμως και σε άλλα ζητήματα θίγοντας κυρίως τα εξωτερικά θέματα της χώρας. Ο Γούναρης, αφού έλαβε τον λόγο, ξεκαθάρισε για άλλη μια φορά τη θέση του λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η διαφορά της γνώμης μεταξύ ημών και υμών είναι μέγιστη». Τελικά η κυβέρνηση καταψηφίστηκε, και κλήθηκε να αναλάβει την πρωθυπουργία ο Σκουλούδης, ο οποίος όμως δεν κατόρθωσε να λάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης. Οι εκλογές προκηρύχθηκαν για την 6η Δεκεμβρίου του 1915, στις οποίες όμως δεν αρνήθηκαν να συμμετάσχει το κόμμα των Φιλελευθέρων. Τις εκλογές κέρδισε ο Γούναρης αλλά κυβέρνηση σχημάτισε ο Σκουλούδης, στην οποία ο Γούναρης μετείχε αρχικά ως υπουργός επί των εσωτερικών και αργότερα, λόγω του θανάτου του Γεωργίου Θεοτόκη, ως υπουργός των οικονομικών. Στις 8 Ιουνίου παραιτήθηκε η κυβέρνηση Σκουλούδη και σχηματίστηκε νέα τοιαύτη την επόμενη μέρα υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, η οποία παραιτήθηκε στις 29 Αυγούστου, λόγω του κινήματος της «Εθνικής Αμύνης» που είχε ξεσπάσει στη Θεσσαλονίκη. Ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, ο οποίος δήλωσε αδυναμία με αποτέλεσμα να αναλάβει ο Νικόλαος Καλογερόπουλος.

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1916, ο Βενιζέλος εγκαθίδρυσε την προσωρινή κυβέρνηση της Τριανδρίας στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον Παναγιώτη Δαγκλή, απαιτώντας την είσοδο της Ελλάδος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ουσιαστικώς, η χώρα είχε διαιρεθεί στα δύο: σ’ αυτήν της Βενιζελικής κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης και σ’ αυτή της «βασιλικής» κυβερνήσεως των Αθηνών. Στις 27 Σεπτεμβρίου παραιτήθηκε η κυβέρνηση Καλογερόπουλου και σχηματίστηκε νέα υπό τον Σπυρίδωνα Λάμπρο. Μερικές μέρες αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου εισέβαλαν Γαλλικά στρατεύματα στην Αθήνα και τον Πειραιά αλλά απωθήθηκαν. Ταυτοχρόνως, φιλοβασιλικοί διαδηλωτές πραγματοποίησαν βιαιότητες εναντίον των Βενιζελικών με την έκρηξη οχλοκρατικών εκδηλώσεων οι οποίες έμειναν γνωστέ ως «τα Νοεμβριανά». Έξι μέρες αργότερα απ’ αυτά γεγονότα, οι σύμμαχοι ενεργοποίησαν γενικό αποκλεισμό της Ελλάδας. Ο ρόλος του Γούναρη στα Νοεμβριανά είναι διφορούμενος. Από πολλούς κατηγορείται ότι ήταν ο ιδρυτής των επιστράτων, ένα σώμα απλών πολιτών, οπαδών του βασιλιά, οι οποίοι κατά την περίοδο των Νοεμβριανών προέβησαν σε καταστροφές, ξυλοδαρμούς κ.α. εναντίον φιλοβενιζελικών. Ο ίδιος απαντούσε χαρακτηριστικά ότι «ουδόλως συνδέεται» μ’ αυτά τα γεγονότα. Γεγονός είναι ότι η συμμετοχή του δεν αποδείχτηκε και ότι ουσιαστικός αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς καθώς και ο Ιωάννης Σαγιάς, πιθανότατα συγγενής του γαμπρού του Γούναρη, Νικολάου Σαγιά. Η στάση του Γούναρη δεν μπορεί να θεωρηθεί θετική μπροστά στις αυθαιρεσίες των επιστράτων αλλά ούτε και αρνητική, προτιμήσας μάλλον την τήρηση μετριοπαθούς στάσεως έτσι ώστε να μην ερχόταν σε σύγκρουση με τα ανάκτορα.

Η κυβέρνηση, μπροστά στην απειλή λιμοκτονίας του πληθυσμού εξαιτίας του ναυτικού αποκλεισμού, αναγκάστηκε να υποχωρούσε και να απέσυρε τα στρατεύματα της προς την Πελοπόννησο. Οι Γάλλοι εν των μεταξύ κατέλαβαν την Αθήνα και τον Πειραιά. Στις 21 Απριλίου του 1917, η κυβέρνηση Λάμπρου παραιτήθηκε και ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Στις 29 Μαΐου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ παραιτήθηκε από τον θρόνο υπέρ του γιου του Αλέξανδρου, ύστερα από πιέσεις των συμμάχων και υπό την απειλή των γαλλικών στρατευμάτων. Η τοποθέτηση Βενιζέλου στην εξουσία ήταν πια θέμα χρόνου.

Με τον σχηματισμό κυβερνήσεως υπό τον Ελ. Βενιζέλο στις 14 Ιουνίου του 1917 και αφού είχαν προηγηθεί τα Νοεμβριανά, ο Γούναρης έλαβε εντολή να παρουσιαζόταν στο συμμαχικό στρατηγείο στον Πειραιά, όπου μαζί με άλλες 30 αντιβενιζελικές προσωπικότητες θα εξοριζόταν στην Κορσική. Αφού ανέγνωσε ένα σύντομο λόγο, αναχώρησε στις 7 Ιουλίου για το Αιάκιο της Κορσικής με το ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος». Ο φόβος των εξορίστων για πιθανές διώξεις μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα ανάγκασε μερικούς από αυτούς να σκεφτόταν την λύση της αποδράσεως απ’ την Ελλάδα. Έτσι, κατόπιν συνεννοήσεως με την κυβέρνηση, ο Γούναρης, ο Μεταξάς και ο Πεσμαζόγλου διέφυγαν στη Σαρδηνία, όπου συνελήφθησαν από τις ιταλικές αρχές, από τις οποίες τους παρεσχέθη η απαραίτητη κάλυψη την 6η Δεκεμβρίου του 1918. Η Ιταλική κυβέρνηση αρνήθηκε να τους εξέδιδε παρ’ όλες τις έξωθεν ασκηθείσες πιέσεις σ’ αυτήν και έτσι ο Γούναρης εγκαταστάθηκε αρχικά στην Πίζα και έπειτα στη Σιένα αφού είχε χορηγηθεί η άδεια ελευθέρας κινήσεως εντός της χώρας σ’ αυτόν και στους συντρόφους του.

Κατά την απουσία του Δ. Γούναρη, η Ελλάδα είχε συνταγεί με τις συμμαχικές δυνάμεις και κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και της Βουλγαρίας. Το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου βρήκε την Ελλάδα νικήτρια σε αντίθεση με τις γείτονες χώρες, Βουλγαρία & Τουρκία. Με τη συνθήκη των Σεβρών, στις 28 Ιουλίου (10 Αυγούστου) του 1920, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρούσε την Ίμβρο, την Τένεδο, τα νησιά του Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, πλην της Ρόδου, τα παράλια της Μικράς Ασίας και την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος προκειμένου να εξάλειφε τον κίνδυνο του τουρκικού στρατού, οργάνωσε εκστρατείες στο εσωτερικό της Τουρκίας, εκτείνοντας ακόμα περισσότερο το εύρος των πολεμικών επιχειρήσεων. Έτσι είχαν τα πράγματα όταν ο Γούναρης επέστρεψε από την Ιταλία στη Κέρκυρα στις 10 Οκτωβρίου του 1920. Στις 17 Οκτωβρίου ίδρυσε το Λαϊκό κόμμα, όπως μετονόμασε το «κόμμα των Εθνικοφρόνων», με κύρια δέσμευση του να ήταν η απεμπλοκή των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία. Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου τον βρήκαν νικητή με την άνοδο στην εξουσία της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως», όπως ονομαζόταν ο συνασπισμός των αντιβενιζελικών κομμάτων με την ανάδειξη 260 βουλευτές έναντι 110 του κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου. Συγκεκριμένα το Λαϊκό κόμμα είχε αποσπάσει 75 έδρες. Προτίμησε όμως να εκινείτο παρασκηνιακώς, δεχόμενος την ανάληψη της πρωθυπουργίας απ’ τον Δημήτριο Ράλλης, στην κυβέρνηση του οποίου ο Γούναρης προτίμησε να αναλάμβανε το υπουργείο στρατιωτικών. Μια από τις πρώτες κινήσεις της νέας φιλοβασιλικής κυβερνήσεως ήταν η διενέργεια δημοψηφίσματος για την επαναφορά του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, παρά τις έντονες αντιδράσεις του αρχηγού των Φιλελευθέρων, Παναγιώτη Δαγκλή, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Βενιζέλο με τη σύμφωνη γνώμη του δεύτερου, και των ξένων δυνάμεων. Aπέκρυψαν όμως από τον λαό την διακοίνωση των συμμάχων, στην οποία προειδοποιούσαν την Ελληνική κυβέρνηση για οικονομικό αποκλεισμό στην περίπτωση επαναφοράς του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Η κυβέρνηση επανέφερε τον Κωνσταντίνο, ο οικονομικός αποκλεισμός πραγματοποιήθηκε και οι σύμμαχοι, φοβούμενοι τον φιλογερμανό Κωνσταντίνο, άρχισαν να κρατούν αποστάσεις. Παρατηρήθηκε τότε απότομη μεταστροφή της πολιτικής των συμμάχων υπέρ των Τούρκων, τους οποίους ενίσχυσαν πολλές φορές με πολεμικό υλικό. Επίσης φρόντισε να επανέφερε 3.000 απόστρατους φιλοβασιλικούς αξιωματικούς και να αντικαταστούσε τους βενιζελικούς αξιωματικούς με αυτούς παρ’ όλη την κρίσιμη χρονική στιγμή, με αποτέλεσμα οι άπειροι ως προς τα θέματα της Μικρασιατικής εκστρατείας, και ανέτοιμοι αξιωματικοί να αναλάμβαναν υψηλές και καίριες για την εξέλιξη της εκστρατείας, θέσεις.

Στις 22 Ιανουαρίου του 1921 ο Δημήτριος Ράλλης, κατόπιν διαφωνίας του με τον Γούναρη, υπέβαλε την παραίτηση του και αντικαταστάθηκε από τον Νικόλαο Καλογερόπουλο. Ο Γούναρης ανέλαβε το υπουργείο των στρατιωτικών και σε αυτή την κυβέρνηση. Την 24η Φεβρουαρίου του 1921, έφτασε στο Λονδίνο μαζί με τον πρωθυπουργό Καλογερόπουλο και διαφόρους κυβερνητικούς συμβούλους για να συναντιόταν με τον Άγγλο πρωθυπουργό Λόϋντ Τζορτζ. Η συνάντηση δεν ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμη, με τον Δημήτριο Μάξιμο, τότε διοικητή της εθνικής τράπεζας, να επέμενε στην εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας από τα Ελληνικά στρατεύματα, πράγμα το οποία αποτελούσε μια άποψη την οποία δεν συμμεριζόταν ούτε ο Καλογερόπουλος αλλά ούτε ο ίδιος ο Γούναρης. Με την επιστροφή του στην Αθήνα, ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε από το πρωθυπουργικό αξίωμα.

Ύστερα από την παραίτηση του Καλογερόπουλου, σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Γούναρη, ο οποίος διατήρησε και το υπουργείο δικαιοσύνης. Το κλίμα δυσφορίας που είχε αρχίσει να δημιουργείται στο λαό, κυρίως Λόγω της μη τηρήσεως των υποσχέσεων περί αποσύρσεως των Ελληνικών στρατευμάτων από την Μικρά Ασία, όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικώς η κυβέρνηση Γούναρη ως κύρια προεκλογική εξαγγελία κι υπόσχεση της, είχε αρχίσει να μεταδίδεται και στους στρατιώτες. Προς τόνωση λοιπόν του ηθικού του στρατεύματος, ο Γούναρης μαζί με τον Βασιλιά επισκέφθηκαν τα στρατεύματα στη Σμύρνη ενώ παράλληλα ενίσχυσε το στρατό με καινούρια αυτοκίνητα οχήμαρα, όπλα κ.λπ. Αφού επέστρεψαν στην Ελλάδα, στις 3 Οκτωβρίου του 1921 αναχώρησε μαζί με τον υπουργό των εξωτερικών, Γεώργιο Μπαλτατζή, για το Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον Γάλλο ομόλογό του. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο Λονδίνο, όπου είχε προκαθορισμένη συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό, στον οποίο δήλωσε ότι δεχόταν τις συμμαχικές προτάσεις που είχαν γίνει από το Μάρτιο του 1921 (σαν τα ταξίδια του Τσίπρα στην Ευρώπη και την Λατινική Αμερική). Ακολούθησε η μετάβαση του στη Ρώμη, έπειτα στις Κάννες, στο Παρίσι και τέλος πάλι στο Λονδίνο. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου του 1922, έχοντας ουσιαστικά αποτύχει να επέσπευδε την λήξη του Μικρασιατικού ζητήματος και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού, ο οποίος είχε επιβληθεί από τις μεγάλες δυνάμεις για την επάνοδο του Κωνσταντίνου Α΄. Με την επιστροφή του λοιπόν στην Αθήνα, ο Δ. Γούναρης απέτυχε να λάβαινε ψήφο εμπιστοσύνης με αποτέλεσμα να εκαλείτο για την ανάληψη της πρωθυπουργίας ο Νικόλαος Στράτος, ο οποίος όμως καταψηφίστηκε και δεν μπόρεσε να σχημάτιζε κυβέρνηση. Έτσι ο Γούναρης ανέλαβε να σχημάτιζε νέα κυβέρνηση, στην οποία κράτησε πάλι το υπουργείο δικαιοσύνης για τον εαυτόν του. Ο Γεώργιος Μπαλτατζής διορίστηκε υπουργός εξωτερικών και ναυτικών, ο Γούδας εκκλησιαστικών, ο Νικόλαος Θεοτόκης στρατιωτικών και ο Πρωτοπαπαδάκης οικονομικών. Η αποδοχή των όρων της συμμαχικής συνδιάσκεψης ήταν στην άμεση προτεραιότητα της κυβερνήσεως, πράγμα το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους στρατιωτικούς κύκλους, με πρωταγωνιστή τον αρχιστράτηγο Παπούλα, και στη κοινωνία της Μικράς Ασίας.

Από την άλλη πλευρά, η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν δραματική. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της καταστάσεως ήταν το ότι το μέσο ημερήσιο κόστος της εκστρατείας είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια δραχμές. Ο υπουργός οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΔΙΧΟΤΟΜΟΥΣΕ ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΠΡΟΕΒΑΙΝΕ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΚΟΒΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ ΣΕ ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ. Το ένα κομμάτι διατήρησε την μισή αξία του χαρτονομίσματος και το άλλο μετατράπηκε σε έντοκο δάνειο, εικοσαετούς διαρκείας. Ο Γούναρης, στην προσπάθεια του να λάβαινε οικονομική αλλά και διπλωματική ενίσχυση, αναχώρησε για τη Βιέννη, όπου συναντήθηκε με ξένους ομολόγους του στο περιθώριο της διάσκεψης για τα μέτρα της οικονομικής ανόρθωσης της Ευρώπης χωρίς όμως να κατάφερνε κάτι το ουσιαστικό.

Απότοκο αυτής της προσπάθειας ήταν η καταψήψιση του προϋπολογισμού και η οδήγηση του Γούναρη σε παραίτηση με την αντικατάσταση του και πάλι από τον Νικόλαο Στράτο αλλ’ ο τελευταίος δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης και στη συνέχεια, ο Πρωτοπαπαδάκης ανέλαβε την πρωθυπουργία, τεθείς επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού. Ο Γούναρης διορίστηκε υπουργός δικαιοσύνης. Mια από τις πρώτες ενέργειες της κυβερνήσεως ήταν η ψήφιση του νομού περί κοινωνικών ασφαλίσεων και η αντικατάσταση του Παπούλα από τον Γεώργιο Χατζανέστη. Το σκηνικό στη Μικρά Ασία ήταν δραματικό. Ο στρατός ήταν ανοργάνωτος και με χαμηλό ηθικό, η Ελλάδα παρατημένη από τους συμμάχους ενώ από την αντίθετη πλευρά οι Τούρκοι με την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων οργάνωναν αντεπίθεση. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη πρότεινε επίθεση στη Κωνσταντινούπολη για αντιπερισπασμό, οι σύμμαχοι όμως, και ιδιαίτερα η Γαλλία, αντέδρασαν. Έτσι στις 13 Αυγούστου, εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση που είχε ως συνέπεια τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής.

Tο εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το γιατί το Λαϊκό Κόμμα επέλεξε να συνέχιζε την μικρασιατική εκστρατεία παρ’ όλο που είχε κερδίσει τις εκλογές με κύρια προεκλογική δέσμευση του την απόσυρση του Ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία; Στη συγκεκριμένη απορία, η απάντηση δίνεται απ’ το ρητορικό ερώτημα του Γούναρη προς εκείνους που τον συμβούλευαν να εγκατέλειπε την Μικρά Ασία: «ναι αλλά τι θα απογίνουν οι δυστυχείς αυτοί πληθυσμοί που τους πήραμε στο λαιμό μας»; H απόσυρση του στρατού σε μια τόσο κρίσιμη χρονική στιγμή, όταν υπήρχαν ακόμα οι ελπίδες για ολική εξόντωση του τούρκικου στρατού και οριστική επικράτηση της Ελληνικής κυριαρχίας στα παράλια της Μικρός Ασίας καθώς και η ελπίδα για την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας και της Ελλάδας των δυο ηπείρων και των επτά θαλασσών δεν επέτρεψαν στους πολιτικούς του Λαϊκού Κόμματος, και ειδικότερα στον Γούναρη, να προέβλεπαν την επικείμενη καταστροφή ενώ, βεβαίως, ήταν υπαρκτός και ο κίνδυνος τουρκικών αντεκδίκησεων σε περίπτωση που ο ελληνικός στρατός εγκατέλειπε τα μικρασιατικά παράλια αφού οι Τούρκοι δεν ήταν πρόθυμοι να συμβιβαζόταν. Η μη εύρεση ικανοποιητικής λύσεως διαφυγής ανάγκασε την Ελληνική κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Δ. Γούναρη να συνέχιζε τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Στις 17 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε έκτακτο στρατοδικείο για τη δίκη των υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης είχαν ήδη συλληφθεί από ομάδα αξιωματικών με αρχηγό τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Λίγο πριν τη σύλληψη του Γούναρη, του προτάθηκε να διέφευγε στο εξωτερικό αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικώς. Στις 15 Οκτωβρίου, ξεκίνησε η δίκη η οποία έμεινε στην ιστορία ως η δίκη των έξι και οι κατηγορούμενοι άκουσαν το κατηγορητήριο, ο Γούναρης δήλωσε: «Δεν έχει τίποτε που να στηρίζεται μέσα εις τον κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκη μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικώς ισχυρούς». Χαρακτηριστικό της καλλιέργειας του και της ικανότητας του (τρομάρα του) είναι ότι, αν και έπασχε από υψηλό πυρετό, κατάφερε και έγραψε απολογητικό υπόμνημα 67 σελίδων. Εξαντλήθηκε όμως και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του παρεστάθη ελάχιστες φορές στην ακροαματική διαδικασία.

Η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στους κατηγορούμενους στις 9 π.μ και ήταν καταδικαστική σε θάνατο και για τους έξι από τους συνολικώς οκτώ κατηγορούμενους: Γούναρη, Μπαλτατζή, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Στράτο και Χατζανέστη. Τι ωφέλεια όμως προσέφερε στην χώρα η εκτέλεση τους όταν είχε ήδη επισυμβεί η, διαχρονικώς, τρίτη συμφορά (μετά την καταστροφή των Πελοποννησιακών Πολέμων και την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως) που έπληττε το Ελληνικό έθνος, το οποίο, μαζί με την χώρα του, η είχε υποδουλωθεί ξανά στους Τούρκους αν έλλειπε ένα φωτισμένος, ικανός Έλληνας πατριώτης κι ηγέτης: ο Ελευθέριος Βενιζέλος;
Όμως, ενώ σήμερα, φευ, δεν υπάρχει πια ένας ηγέτης παρομοίας ολκής όπως τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να έδινε στην Ελλάδα ένα νέο όραμα, σχέδιο σωτηρίας και υψηλό ηθικό, η ευμενής ιστορική, πολιτική και κοινωνική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών υπέρ της Ελλάδος έχει επιτρέψει στην τελευταία να κινείται μέσα σ’ ένα προστατευμένο κι ασφαλές περιβάλλον το οποίο της εγγυάται δημοκρατική νομιμότητα και σταθερότητα, οικονομική άνοδο -ιδίως τώρα με την εισέτι σοβούσα, βαριά αλλά όχι αμάχητη οικονομική κρίση η οποία την πλήττει- και προστασία των κυριαρχικών της δικαίων, απαιτήσεων και οραμάτων, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία μας εισήγαγε ένα άλλος φωτισμός εθνικός ηγέτης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, η Ευρωζώνη και η Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, και της δίνει την πολυτέλεια να διοικείται από μικρότερου βεληνεκούς –απ’ τους Ελ, Βενιζέλο και Κων. Καραμανλή- μεν αλλά λογικούς, ψύχραιμους κι ικανούς πολιτικούς άνδρες αρκεί η ιστορία της χώρας να έχει διδάξει τον Ελληνικό λαό να κλείνει τ’ αυτιά του ως νέος Οδυσσέας στα απατηλά, λαϊκιστικά, εύπεπτα κι εύηχα τραγούδια ορισμένων νεανικών, ευειδών, δημαγωγικών αλλά τυχάρπαστων πολιτικών σειρήνων φιλοδοξούντων να σφετεριστούν την εξουσία και λυσσομανούντων αδιαλείπτως για την διενέργεια εκλογών οι οποίες θα τους –κατά τους ευσεβείς τους πόθους- βοηθήσουν στην υλοποίηση του προσωπικού, ιδιοτελούς ονείρου τους ασχέτως του αν αυτό σημαίνει την εκ νέου καταστροφή της Ελλάδος και την εξαθλίωση του λαού της.
Η ανάδειξη ενός επιπλέον σύγχρονου Δ. Γούναρη και η ανάκυψη μιας νέας μεταφορικής Μικρασιατικής Καταστροφής θα πρέπει να παραμείνουν θλιβερά γεγονότα-εφιάλτες του παρελθόντος και της ιστορίας μας και να μην αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ως έωλα, απατηλά και ζημιογόνα οράματα του παρόντος.

(5679) αναγνώσεις

35 comments

  1. δηλαδή ο Δημ. Γούναρης υπήρξε ο αντίστοιχος για την άλλη παράταξη Ανδρέας Παπανδρέου. Αμφότεροι καταγάφονται ιστορικά σαν οι ολετήρες του ελληνισμού….

  2. Το άρθρο έχει πλήθος συντακτικά λάθη σε μετοχές και ρήματ

  3. Ποιος έγραψε το παραπάνω άρθρο; Το Google Translate;

  4. Η εύρεση ποικίλης φύσεως λαθών σ’ ένα αντικειμενικώς και από πάσης απόψεως άψογο κείμενο είναι ένα φαινόμενο παρατηρούμενο συνήθως σε άτομα τα οποία είναι αυτόκλητοι κι αυθαίρετοι κριτές-τιμητές του μεν πλην: α. δεν διαθέτουν αρκετή παιδεία, γνώση και γραμματολογική εμπειρία διακρίσεως μεταξύ των όντως ορθών και των λανθασμένων στοιχείων στον γραπτό (Ελληνικό) λόγο, β) δεν έχουν παραστάσεις και διαθέτουν καλώς δομημένο γλωσσικό υπόβαθρο, εκλαμβάνοντα μοιραίως –λόγω αυτής της ανεπαρκείας τους- τον ορθό λόγο ως εσφαλμένο λόγω της ελλείψεως εξοικειώσεως και οποιασδήποτε ενοχικής σχέσεως μ’ αυτόν και γ) όταν ευρισκονται σε πλήρη αδυναμία στο να αντιστρατευθούν το εννοιολογικό περιεχόμενο, το πλέγμα ιδεών και το κεντρικό νόημα ενός κειμένου, προσπαθούν να το βάλλουν, απαξιώσουν και αποδομήσουν με την παρελκυστική επίθεση τους εναντίον –πραγματικών ή υποθετικών αρνητικών- ιδιοτήτων ή του προσώπου του συντάκτη του για την πρόκληση απαξιώσεως και αποδομήσεως της σημαντικής του «εξ συμπαθείας», ευκόλως και ανέτως εξ αδυναμίας αρθρώσεως τεκμηριωμένου και πειστικού αντιλόγου εκ μέρους τους.

    Ο αξιότιμος κ. «Σπύρος» (αγνώστων λοιπών στοιχείων της ταυτότητος του), όπως συνάγεται αβιάστως από το σχόλιο του στο εν λόγω άθρο μου, φαίνεται ότι εμπίπτει και στις τρεις ανωτέρω περιγραφόμενες περιπτώσεις ανεχείας επαρκούς Ελληνικής παιδείας, όπως αποδεικνύεται με την διάπραξη τριών λαθών (α. ενός εννοιολογικού: «έχει» [κτήση] αντί για «περιέχει» [εντάσσεται σε]. β. ενός συντακτικού «πλήθος συντακτικά λάθη» [αντί για την ορθή φράση «πλήθος συντακτικών λαθών» [λόγω της λανθασμένης χρήσεως απ’ αυτόν του ετερόπτωτου προσδιορισμό «πλήθος», ο οποίος επιβάλλει την σύνταξη του με γενική], στην ονομαστική πτώση και γ. ενός ορθογραφικού λάθους [ρήματ] με την έλλειψη του τελικού «α» της ονομαστικής πληθυντικού [ονόματα] του οδοντικόληκτου ουδέτερου ακατάληκτου, μονοθεματικού, λήγοντος σε α, ουσιαστικού «το όνομα») σε μια μόλις δεκάλεξη πρόταση του, όπως είναι αυτή εδώ: «Το άρθρο έχει πλήθος συντακτικά λάθη σε μετοχές και ρήματ», η οποία θα έπρεπε να έλεγε ορθώς και πλήρως: «ΑΥΤΟ/ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΝΗΡΤΗΜΕΝΟ άρθρο ΠΕΡΙέχει πλήθος συντακτικΏΝ λαθΏΝ ΚΥΡΙΩΣ σε μετοχές και ρήματΑ».

    Θα του συνιστούσα, αντί να παραβιάζει ανοιχτές θύρες και να εντοπίζει ανύπαρκτα λάθη οποιασδήποτε φύσεως άλλων ατόμων, να ενδυνάμωνε ο ίδιος την γνώση του στα σωστά Νέα Ελληνικά με το να επληροφορείτο περί την ύπαρξη διαφόρων στοιχείων της γλώσσας του, όπως είναι οι «ετερόπτωτοι προσδιορισμοί (π.χ. όπως αυτούς οι οποίοι αφορούν εις 1. το περιεχόμενο ενός αντικειμένου ή μιας έννοιας η οποία δηλώνει πλήθος ή ποσότητα (γενική του περιεχομένου) π,χ. πλήθος περιηγητών, κοινό χιλιάδων ατόμων, συσκευή πολλαπλών εφαρμογών κλπ, 2. κάποια ιδιότητα του προσδιοριζόμενου ουσιαστικού, συνήθως μέγεθος, ηλικία κλπ, οπότε συνοδεύεται και από αριθμητικό (γενική της ιδιότητας), όπως, για παράδειγμα, Ένα γήπεδο τεραστίων διαστάσεων, άτομο νεαρής ηλικίας, μια γυναίκα πενήντα ετών, πλήρωμα πενήντα ανδρών κλπ) αλλά και των μετοχών, την χρήση των οποίων μάλλον αγνοεί επίσης για να βρίσκει λανθασμένες τις δικές μου αλλά στην παρούσα απάντηση μου θα τις χορτάσει, καθώς και να του υπενθυμίσω το γνωμικό κατά το οποίο «οι άνθρωποι που ζουν σε γυάλινα σπίτια δεν πρέπει να πετροβολούν».

    Αξιότιμε κ. Σπύρε δείτε, παρακαλώ, την σωστή χρήση του ετερόπτωτου προσδιορισμού «το πλήθος» και του, συντασσόμενου στην γενική κατόπιν τούτου), ουσιαστικού «το λάθος» (π.χ. πλήθος/σωρεία λαθών) και στους παρακάτω παρατιθέμενους ιστοτόπους προς γνώσιν και μάθηση σας του λοιπού:

    http://mariak-theory.blogspot.gr/2011/07/blog-post.html

    http://www.rizospastis.gr/story.do?id=1870081&publDate=

  5. Ας διορθώσει κάποιος ἀπὸ το Ἀντίβαρο το άρθρο και ἄς το “ξαναανεβάσει”

  6. Η δισκελής ερώτηση ενός κ. «Κωνσταντίνου» (ωσαύτως αγνώστων λοιπών στοιχείων της ταυτότητος του), αποσκοπούσα δήθεν στην ανεύρεση του «ποιος έγραψε το παραπάνω (ανηρτημένο) άρθρο» με το δεύτερο σκέλος της να είναι ρητορικής φύσεως, υπέχουσας την λειτουργία απαντητικής τοιαύτης στο πρώτο τοιούτο ότι, δηλαδή, είναι προϊόν (μηχανικής μεταφράσεως του μηχανικού μεταφραστή) της εταιρείας Google, υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς ότι:

    α) δεν διαθέτει παραστάσεις και πρότυπα ορθού Ελληνικού λόγου, εμπίπτων απολύτως κι αυτός στα διαλαμβανόμενα στοιχεία της απαντήσεως μου στον κ. «Σπύρο» και αδυνατών, έτσι, να διακρίνει τον ορθό, υψηλής ποιότητος γραπτό Ελληνικό λόγο από τον εσφαλμένο, άτεχνο, κακής ποιότητος μηχανικώς παραγόμενο τοιούτο λόγω εξοικειώσεως του με τοβ τελευταίο

    και

    β) η μηχανική μετάφραση μέσω του μηχανικού μεταφραστή της εταιρείας Google αποτελεί μακρά ερριζωμένη άσκηση, ενασχόληση και συνήθεια του, καταφεύγων σ’ αυτήν οσάκις χρειάζεται να μεταφράσει κείμενο από μία γλώσσα σε μια άλλη, πράγμα το οποίο εξηγεί το γιατί πέρασε αυτομάτως κι αυθορμήτως από το μυαλό (και του «βγήκε» συνειρμικώς σε κείμενο) του η ευτελής και βολική (γι’ αυτόν) ιδέα περί την δήθεν δική μου καταφυγή σ’ αυτόν για την σύνταξη κι απόδοση του κειμένου μου ενώ ετήρησε αιδήμονα σιωπή ως προς το περιεχόμενο του άρθρου μου, πράγμα το οποίο θα έπρεπε να αποτελούσε την κυρίαρχη μέριμνα του ως σχολιαστής.

  7. Ο κ. Θεόδωρος Κοκκορόγιαννης θα όφειλε να διόρθωνε πρώτα ο ίδιος το λάθος χασμωδίας το οποίο διέπραξε με την χρήση του ασυναίρετου ρήματος “ξαναανεβάσει” (ορθώς: ξανανεβάσει) πριν να προέτρεπε το «Αντίβαρο» να το απέσυρε προς διόρθωση και «επαναναρτούσε» (όπως έπρεπε να είχε αναφέρει ορθώς κι όχι «ξανανεβάσει», σαν να επρόκειτο για ανάβαση σε βουνό, ο κατά τ’ άλλα γλωσσαμύντωρ και θιασώτης του πολυτονικού συστήματος εν λόγω αξιότιμος σχολιαστής) ενώ απέφυγε οποιοδήποτε σχολιασμό για τα διαλαμβανόμενα στοιχεία στο άρθρο μου, πράγμα το οποίο έπρεπε να ήταν ο κύριος σκοπός του σχολιασμού του. Έκαστος δύο πήρας φέρει…

  8. Αξιότιμε Κ. Κωνσταντίνε Σπ., αφού σας ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον σας στην ανάγνωση του παραπάνω ανηρτημένου άρθρου μου και για τον σχολιασμό του, δηλώνω ευθαρσώς ότι κάθε άτομο δικαιούται απολύτως να κρίνει πράγματα και καταστάσεις και να προβαίνει σε οποιουσδήποτε συνειρμούς αναλόγως με την πείρα, κρίση, καλλιέργεια, έρευνα και πολιτική/ιδεολογική παράταξη στην οποία ανήκει πλην, επί του προκειμένου θέματος, δεν είχα στο μυαλό μου τον Α. Γ. Παπανδρέου όταν έγραφα το εν λόγω άρθρο λόγω του ότι αυτός α) είναι ένας εκλιπών –του παρελθόντος, δηλαδή, κι όχι του παρόντος, όπως αναφέρεται σαφώς στον τίτλο του εν λόγω άρθρου- Έλληνας πολιτικός άνδρας και β) εψηφίσθη κι εξελέγη επανειλημμένως από σημαντικώς πολυάριθμα –και ενίοτε συντριπτικώς πλειοψηφούντα- τμήματα του Ελληνικού λαού σε –ασχέτως των σοβαρών ενίοτε πολιτικών λαθών τα οποία διέπραξε κατά την διάρκεια των θητειών του ως αρχηγός της ελάσσονος ή της μείζονος αντιπολιτεύσεως καθώς και ως πρωθυπουργός- πολυάριθμες κι αλλεπάλληλες πολιτικές εκλογικές αναμετρήσεις, δεν επέφερε ανήκεστες βλάβες στην οικονομία, πολιτική σταθερότητα, αξιοπρέπεια, ακεραιότητα και εθνική κυριαρχία της χώρας καθώς και δεν δικάστηκε, καταδικάστηκε και εξετελέσθη ποτέ για οποιαδήποτε άλλα ολέθρια σφάλματα του διαπραγέντα εις βάρος της Ελλάδος.

    Έτσι, θα σας παρακαλούσα να στρέφατε το προφανώς ευρηματικό μυαλό σας σε συνειρμούς για άλλους εν δυνάμει –κι ο Θεός να βοηθήσει για να μην τους δοθεί η ευκαιρία να εφαρμόσουν την πολιτική τους εν τη πράξει- ορατούς, υπάρχοντες, ολέθριους, σύγχρονους, σαγηνευτικούς, λαϊκιστές Έλληνες πολιτικούς άνδρες οι οποίοι χαϊδεύουν αυτιά, μοιράζουν μετοχές σε ανύπαρκτα χρυσοφόρα πολιτικά μεταλλεία, πωλούν ανέφικτη ευδαιμονία και ποντάρουν στην εκμετάλλευση του δικαιολογημένου θυμού και στην κατάπτωση ενός ολόκληρου αναξιοπαθούντος λαού ως εφαλτήρια για την ανάρρηση τους στην εξουσία, όπως έπραξε ο μοιραίος Έλληνας πολιτικός Δ. Γούναρης, ο οποίος ας ευχηθούμε να είναι ο τελευταίος κι έσχατος αυτού του είδους των πολιτικών οι οποίοι έσυραν μια χώρα και τον λαό της στην χρεοκοπία και την καταστροφή από ένα δρόμο στρωμένο με καλές προθέσεις, παχιές υποσχέσεις, φρούδες ελπίδες και γλυκόλαλες διαβεβαιώσεις.

  9. Κύριε Φουράκη, δεν γνωριζόμαστε, είχε τύχει ωστόσο να διαβάσω πέραν του παρόντος κάποιο άλλο άρθρο σας εδώ στο Αντίβαρο, το οποίο αναφερόταν ακριβώς στην ορθή χρήση της γλώσσας, όπου στο κείμενο εκείνο εσείς ο ίδιος δεν αποφεύγατε τα λάθη τα οποία σας υποδείχθηκαν. Τότε δεν απαντήσατε. Σήμερα βγαίνετα κι αντεπιτίθεστε στους αναγνώστες σας που εκφράζουν δικαιολογημένα παράπονα. Και ιδού δύο προτάσεις σας μόνο από το παρόν κείμενο:

    «Στις εκλογές του 1905, συνεργάστηκε με το Θεοτοκικό κόμμα αλλά συνάντησε την αντίσταση των σταφιδοπαραγωγών με αποτέλεσμα να μην εκλεγόταν αλλά κατάφερε να επανεκλεγόταν στις εκλογές του Μαρτίου του 1906 και αφού είχε προηγηθεί η τραγική δολοφονία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, με το Θεοτοκικό κόμμα.
    ο Γούναρης εναντιώθηκε μανιωδώς εναντίον του αφού δεν συμφωνούσε με την επέμβαση του στρατού στις πολιτικές εξελίξεις κι έμεινε πιστός στις ιδέες του παρά τις προσπάθειες του Στρατιωτικού Συνδέσμου να τον ενέτασε στο κυβερνητικό σχήμα, λέγων «Πρέπει να έλθω στην εξουσία δια του λαού» αλλά υποστηρίζεται ότι πριν να εκαλείτο ο Βενιζέλος απ’ την Κρήτη, αυτός ήταν εκείνος ο οποίος καθοδηγούσε πολιτικά τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο.»

    Εάν αυτά θεωρείτε ορθή σύνταξη, τότε εμείς οι υπόλοιποι τζάμπα πήγαμε σχολείο και κρίμα τα γράμματα που μας έμαθαν οι δάσκαλοί μας.
    Οτι βγαίνετε από πάνω τρίς και αντεπιτίθεστε με ύφος επιτιμητικό προς τους αναγνώστες σας, χωρίς καν να ζητάτε μία συγνώμη αναγνωρίζοντας τα λάθη σας, δείχνει πέραν των “δεινών βαρβαρισμών σας” τρόπο μεν άκομψο και αγενή , πνεύμα δε εκδικητικό και μνησίκακο.
    Τι είδους λοιπόν μάθημα ιστορίας έρχεστε να μας διδάξετε και γιατί να σεβαστούμε εμείς κατόπιν τις απόψεις σας, πολύ περισσότερο να ανοίξουμε διάλογο επί αυτών, όταν το ήθος και το ύφος σας είναι προκλητικά;

    Κατά παρέκκλιση ωστόσο των ανωτέρω, θα πώ επί των όσων μονομερειών εκθέτετε στο άρθροο σας ως γενική θέση, ένα πράγμα μόνο.
    Όπως ο Γιωργάκης ξεκίνησε την εμπλοκή μας στον ιστό της αράχνης της Τρόϊκας και το εγκληματικό του έργο, συνεχίζουν σήμερα ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος, έτσι και στην Μεγάλη Ιδέα μας είχε εμπλέξει ο παλιός εκείνος Βενιζέλος, ο “Λεφτεράκης” και ήταν ο ίδιος που μετά τη Μικρασιατική καταστροφή στο πλαίσιο της Ελληνοτουρκικής φιλίας σε συμπαιγνία με τον Ινονού και τις Μεγάλες Δυνάμεις, κατάφεραν το τελειωτικό χτύπημα με την οριστική απομάκρυνση των ελληνικών πληθυσμών από τις πατροπαράδοτες εστίες τους.

  10. καταλάβατε Κε αρθρογράφε γιατι λύσσαξαν τάχα με ασυνταξίες και άλλα παρόμοια; Γιατί θύμωσαν που τους θίγετε το ίνδαλμα τους. Άντε καλά κρασιά και να απαντάνε στην ουσία του άρθρου.

  11. Αυτό ακριβώς Ελληνάρα μου, έπεσες διάνα και μας εκμηδένισες! Τουλάχιστον μαθαίνουμε να ερμηνεύουμε την ιστορία, μας λες, διαβάζοντας παρόμοια άρθρα. Και μεις νομίζαμε ότι θα έπρεπε προς τούτο να διαβάζαμε και κανένα ιστορικό βιβλίο!

  12. “….έτσι και στην Μεγάλη Ιδέα μας είχε εμπλέξει ο παλιός εκείνος Βενιζέλος, ο “Λεφτεράκης”

    Noμίζω ότι η άποψη που θεωρεί την Ιωνία και τη Σμύρνη υπερπόντιο χώρο (κάτι σαν Βιετνάμ, Αλγερία, Ινδοκίνα ή Κορέα: έχουν γραφτεί όλα από απολογητές τόσο των μοναρχικών όσο και των σταλινικών) είναι επιεικώς εθνοπροδοτική.

    Είναι τραγικό ότι 90 χρόνια μετά την μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ποτέ ο ελληνισμός (και είχε ως αποτέλεσμα να φτιαχτεί η σύγχρονη Τουρκία) αντί να πουν ένα συγγνώμη, γίνονται θρασύτατοι τιμητές οι απολογητές των ένοχων πολιτικών παρατάξεων που οδήγησαν στην ήττα, …

  13. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Τη σπίθα από τη φωτιά που κόρωσε στη Σμύρνη, άναψε ο Βενιζέλος με τη Μεγάλη Ιδέα, στης οποίας το αδιέξοδο της προσήλωσης είχε αντιληφθεί από νωρίς, ίσως από την περίοδο των εκλογών του 1920 και τη χάρισε στους πολιτικούς του αντιπάλους.
    Ηταν η σειρά των Τούρκων να ζήσουν την περίοδο της δικής τους Μεγάλης Ιδέας που λεγόταν Παντουρκισμός και εθνοκάθαρση, την οποία προώθησε η Κοινωνία των Εθνών αρκετά χρόνια πριν την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη και αποδέχτηκε (αν δεν τη προκάλεσε) ο Βενιζέλος με την ανταλλαγή των πληθυσμών, υπό το κράτος της βιασύνης και της προχειρότητας, υποτιμώντας το δράμα των ανθρώπων που έχασαν συγγενείς, φίλους, περιουσίες και τη γή των προγόνων τους.

    Όσο για τα περί τιμητών και απολογητών πολιτικών παρατάξεων να έρθετε να μας τα πείτε όταν καμμιά φορά λοξοδρομήσετε από το κοπάδι.

  14. Καλός ο Ελευθέριος, αλλά μας τα είπαν κι άλλοι. Από τον Μεταξά και τον Αβέρωφ έως τον Ζαχαριάδη και την Παπαρήγα.

    Το μόνο που ήθελαν οι Πόντιοι και οι Μικρασιάτες από τους αχρείους διοικούντες την Παλαιά Ελλάδα ήταν όπλα και πολιτική υποστήριξη. Ως στοιχειώδη ανταπόδοση για τους Υψηλάντηδες, για τα μπαρουτόβολα που έφτασαν από τη Σμύρνη στη Μάνη το Μάρτη του 1821, για τους χιλιάδες εθελοντές που ήρθαν και πολέμησαν και τους χιλιάδες Μικρασιάτες που σφάχτηκαν τότε στο Αϊβαλί και τη Σμύρνη ως αντίποινα για την Επανάσταση..

    Ούτε το ένα τους έδωσαν, ούτε το άλλο. Ούτε όπλα, ούτε υποστήριξη των πολιτικών τους αιτημάτων.

    Ως γνωστόν, ούτε μια σφαίρα δεν έφτασε στον Πόντο, και βεβαίως βεβαίως απαγορεύτηκε δια ροπάλου στους Ίωνες να δημιουργήσουν δικό τους στρατό για να αμυνθούν στους τσέτες του Κεμάλ. Καί όχι μόνο αυτό, αλλά απαγόρευσαν και την έξοδο του μικρασιατικού πληθυσμού και μετά την κατάρρευση του μετώπου.

    Οι προδότες του Λαϊκού Κόμματος δεν έμειναν ούτε να υπερασπίσουν για την τιμή των όπλων τη Σμύρνη, ούτε καν τη χερσόνησο της Ερυθραίας.

    Τα ελληνικά πλοία που αναχώρησαν από το λιμάνι της Σμύρνης δεν πήραν μαζί τους ούτε ένα Έλληνες ή Αρμένιο πρόσφυγα.

    Ο Κεμάλ γιοόρτασε πάνω στα κορμιά των Μικρασιατών την αθλιότητα του ελλαδικού πολιτικού σσυτήματος της Μικράς πλην Εντίμου, (συμπεριλαμβανομένου και του Λευτεράκη που έκανε εκλογές εν μέσω πολέμου.)

    Εάν υπήρχε πλήρης συνείδηση σ’ αυτό τον τόπο, οι απόγονοι των Μικρασιατών και Ποντίων θα έπρεπε να ζητήσουν να καταδικαστούν ηθικά και δια παντός οι μοναρχικοί ηγέτες εκείνης της εποχής για συνέργεια στο έγκλημα της Γενοκτονίας.

    Φτάσαμε στο σημείο οι πολιτικοί απόγονοι των δολοφόνων να περιφέρουν εύκολα τις αντιμικρασιατικές/αντι-ελληνικές τους απόψεις.

    Αλλά που αξιοπρέπεια σε τούτο το φτωχό νοτιοβλακανικό κράτος;

  15. Προς Αρθρογράφο

    Αναρτήστε άρθρο για την στάση του Μεταξά στην φάση που ο Κεμάλ μας πίεζε.
    Εκεί να δείτε τι ασυνταξίες θα βρουν

  16. Αξιότιμε κ. “ελλην-1821”

    αφού σας ευχαριστήσω θερμώς για το ενδιαφέρον, την έμμεση και χιουμοριστική αλλά σαφή επιδοκιμασία σας για το επίμαχο άρθρο μου περί του Δ. Γούναρη και την ενθαρρυντική προτροπή σας περί την συγγραφή από μένα ενός άλλου άρθρου περί την φύση, τον βίο και την πολιτεία του -παραδόξως δικαιωθέντος, καθαγιασθέντος και εξυμνηθέντος μετά θάνατον μόνο και μόνο επειδή επωφελήθηκε από μια ιστορική συγκυρία και υποχρεώθηκε απ’ αυτήν, εκ των πραγμάτων και υπό την ισχυρή επήρεια και πίεση της αυτονόητης, ομόθυμης Ελληνικής κοινής γνώμης, να άρθρωνε μια άρνηση αποδοχής της επαπειλούμενης εισβολής στην χώρα του από τις στρατιωτικές δυνάμεις ενός αυθάδους, αλαζονικού, αλλογενούς, φασιστικού υποψηφίου εισβολέως της αφού αυτή (η άρνηση) ήταν στο μυαλό, στην ψυχή και στο στόμα όλου του Ελληνικού λαού τότε και θα την έλεγε αυτός δυναμικώς ούτως ή άλλως αν δεν την πρόφερε ο τότε δοτός “πρωθυπουργός του- σκαιού και σκιώδους, νάνου σωματικώς, πολιτικώς και ψυχικώς δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.

    Επίσης χαίρομαι για το ότι διείδατε ορθώς πως οι μετωπικές, απρεπείς, αήθεις επιθέσεις τις οποίες δέχτηκαν το άρθρο μου, το οποίο όντως περιείχε πέντε (5), διαφυγόντα της προσοχής μου, «ολισθήματα καλάμου» [lapsi calami] ή “δακτυλοτυπίας” επειδή δεν το ξαναδιάβασα προς επανέλεγχο για να το διόρθωνα πριν το απέστελα προς δημοσίευση λόγω ελλείψεως χρόνου και της ψευδαισθήσεως μου πως δεν έχρηζε επαναξετάσεως, κι εγώ προσωπικώς από ορισμένους επικριτές μου, οι οποίοι, όπως φάνηκε σαφώς, ήσαν οι ίδιοι λίαν γλωσσικώς ανεπαρκείς κι εσφαλμένοι, δεν οφειλότανε στην δήθεν συντακτική, γραμματική, υφολογική κλπ έλλειψη αρτιότητας του αλλά στο ότι ενοχλήθηκαν και «τσούχτηκαν» σφοδρώς λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων από το περιεχόμενο αυτού του άρθρου, αδυνατούντες να αντεπιχειρηματολογούσαν ευήθως, πειστικώς και τεκμηριωμένως στις εκτιθέμενες αντικειμενικές, αδιαμφισβήτητες ιστορικές αλήθειες σ’ αυτό, αλλά και απ’ τις υπαινισσόμενες σ’ αυτό αρνητικές πολιτικές αντανακλάσεις του σε σύγχρονους –παρομοίας δυνητικής καταστροφικότητας μ’ αυτήν του Γούναρη- δημαγωγούς, λαϊκιστές Έλληνες πολιτικούς άνδρες,.

  17. Αξιότμε κ. Γιωρίκα,

    αφού σας ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον σας στο άρθρο μου καθώς για το ότι μπήκατε στον κόπο να το σχολιάσετε, σας δηλώνω ότι αναφέρεστε ορθώς στο παρασκήνιο, το προσκήνιο και τραγικές συνέπειες την Μικρασιατικής καταστροφής στον Μικρασιατικό Ελληνισμό αλλά και ότι πρέπει να επανεξετάσετε την άποψη και θέση σας για τον μεγαλύτερο Έλληνα πολιτικό της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, ο οποίος εκλήθη να κυβερνούσε μια υπανάπτυκτη, πάμπτωχη, ταπεινωμένη -μετά απ’ την ήττα της Μελούνας του 1897 και την επιβολή στον σβέρκο του Ελληνικού λαού του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου για να εξοφλούσε το υπέρογκο ποσό της αποζημιώσεως την οποία απαιτούσε η τότε Τουρκική κυβέρνηση απ’ την Ελληνική λόγω της προαναφερθείσης ήττας της- χώρα, η οποία περιελάμβανε μόνο τα Ιόνια νησιά, την Πελοπόννησο και την Αττικοβοιωτία και τα σύνορα της έφταναν ως τις ακρώρειες της Θεσσαλίας για να την μετέτρεπε σε σύγχρονη Ευρωπαϊκή τοιαύτη με θεσμούς, νόμους, μεταρρυθμίσεις και ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και υπερδιπλασίαζε σε έκταση και πληθυσμό με την προσθήκη της Κρήτης, των νησιών του Αιγαίου (μαζί με την Ίμβρο και την Τένεδο, οι οποίες αφαιρέθηκαν από την κυριαρχία της Ελλάδος μετά την αδόκητη κι επαίσχυντη ήττα της στην Μικρά Ασία λόγω των μοιραίων, τραγικών λαθών της κυβερνήσεως των “πέντε”), την υπόλοιπη Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Μακεδονία και ολόκληρη την Θράκη (απ’ την οποία αφαιρέθηκε μετέπειτα η Δυτική τοιαύτη με την Συνθήκη της Λωζάνης πάλι λόγω της Μικρασιατικής ήττας της Ελλάδος).

    Επίσης, ο Ελ. Βενιζέλος, καίτοι υβριζόμενος από τους πολιτικούς του αντιπάλους και υπευθύνους της μεγάλης συμφοράς η οποία έπληξε το έθνος και μη ανήκων στην τότε Ελληνική κυβέρνηση, ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις της επακολουθησάσης συνθήκης της Λωζάνης με ένθερμο πατριωτισμό, Ελληνικό φιλότιμο και απαράμιλλη διπλωματική δεινότητα και κατόρθωσε να την καθιστούσε και πάλι ένα ελεύθερο, κυρίαρχο και ανεπτυγμένο κράτος με τις λιγότερες δυνατές ζημιές τις οποίες υπέστη μετά την Μικρασιατική συντριβή της. Πόση θα΄ ταν η έκταση της Ελλάδας και ο αριθμός του πληθυσμού της αν δεν υπήρχε αυτός ο μέγιστος Έλληνας πολιτικός;

    Τέλος, πολλοί ιστορικοί του καταμαρτυρούν ως μοιραίο και ολέθριο λάθος του το ότι κήρυξε εκλογές μέσα σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας ενώ ήταν μάλλον βέβαιος πως θα τις έχανε (λόγω της έντονης δημαγωγικής προπαγάνδας, την οποία είχε καταπιεί και αποδεχτεί ευμενώς ο κουρασμένος από τους συνεχείς πολέμους, Ελληνικός λαός, της κυβερνήσεως Γούναρη ότι θα γύριζε πίσω τον Ελληνικό Στρατό αλλά υπάρχει κι ο αντίλογος σ’ αυτόν τον ισχυρισμό ότι:

    α) η τότε Ελλάδα δεν είχε την μακρά, παγιωμένη κοινοβουλευτική και δημοκρατική προϊστορία και πρακτική της Βρετανίας, η οποία «πάγωσε» -με την συναίνεση όλων των κομμάτων του κοινοβουλίου της- την διενέργεια γενικών εκλογών κατά την διάρκεια του πολέμου κι αν ο Βενιζέλος παρέτεινε την διακυβέρνηση της χώρας απ’ αυτόν πραξικοπηματικώς, θα ξεσηκωνόταν τέτοιος ισχυρός και διχαστικώς σάλος που θα αποσταθεροποιούσε εντελώς την χώρα και θα επέφερε δυσμενείς συνέπειες στο πολιτικό status quo στην Σμύρνη ενώ δεν μπορούσε να διανοούνταν ότι οι διάδοχοι του κυβερνήτες της Ελλάδος θα ήσαν τόσο τραγικώς απροετοίμαστοι, ανεύθυνοι, επιπόλαιοι και προδοτικοί και μάλλον πίστευε ενδομύχως πως θα συνέχιζαν την πολιτική του παρ’ όλες τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους,

    β) ο Ελ. Βενιζέλος δεν ήταν μάντης για να προέβλεπε ότι οι διάδοχοι του θα επανέφεραν τον βασιλιά Κωνσταντίνο στον θρόνο, ο οποίος ήταν το κόκκινο πανί για τους Αγγλογάλλους, κι ότι η Ελλάδα θα έχανε την στήριξη της Μικρασιατικής εκστρατείας απ΄ τους Ευρωπαίους συμμάχους της –όπως είχαν απειλήσει ότι θα’ καναν αν παλινορθωνόταν ο Κωνσταντίνος Α’ στον θρόνο του- κι ότι αυτοί θα ενίσχυαν, αντιθέτως, την πρώην εχθρά τους Τουρκία και

    γ) ο Ελ. Βενιζέλος δεν ήθελε να κηλίδωνε την ιστορία και μεταθανάτιο υπόληψη και φήμη του με το να παρίστανε τον δικτάτορα ο οποίος ενεργεί ερήμην και παρά την θέληση του λαού τον οποίο κυβερνά. Όντως, κάποιος καλόπιστος κριτής θα μπορούσε να αντιλαμβανόταν το τι επιπλέον αληθοφανείς, φριχτές κατηγορίες θα του πρόσθεταν στις ήδη υφιστάμενες ισχυρές πραγματικές και κατασκευασμένες τοιαύτες οι αντίπαλοι και κατήγοροι του εναντίον του.

  18. Kύριε Φουράκη καλά μας τα είπατε για τον Γούναρη και τον Μεταξά.

    Όμως η αγιοποίηση του Βενιζέλου δεν κάνει καλό ούτε στην υστεροφημία του συγκεκριμένου ανδρός. Μιας και στο προηγούμενο σχόλιό μου σας πρότεινα ένα κείμνο του κ. Αγτζίδη για τον άθλιο Γούναρη, επιτρέψετε να σας προτείνω άλλο ένα κείμενο του ιδίου ποτυ φιλοξενήθηκε σ’έναποντιακό ιστολόγιο και το θεωρώ αντικειμενικό για τον Ελ. Βενιζέλο:

    http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/06/06/venizelos/

  19. Aλλά μιας και το θέμα μας είναι ο Γούναρης και η φιλομοναρχική ηγεσία που οδήγησε στη μικρασιατική ήττα και στην παράδοση του του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας στα κεμαλικά στρατεύματα, ας επιστρέψουμε στο θέμα μ’ ένα άλλο προτεινόμενο άρθρο που παρουσιάζει την ιστορία της αντιμικρασιατικής και αντιπροσφυγικής στάσης που υπάρχει έως και σήμερα:

    http://kars1918.wordpress.com/2008/12/17/plevris-nakratzas/

  20. Αγαπητέ Κύριε Γιωρίκα,

    αφού σας ευχαριστήσω για το πολύ ενδιαφέρον νέο σχόλιο σας και το πληροφοριακό υλικό το οποίο μου προσφέρετε, σας δηλώνω ειλικρινώς ότι δεν προσπαθώ να εξαγιάσω καθόλου τον Βενιζέλο, ο οποίος, ως ανθρώπινο ον, το οποίο είναι ευεπίφορο εκ φύσεως στην διάπραξη λαθών, υπέπεσε κι αυτός σε σοβαρά σφάλματα -μια Περσική παροιμία λέει ότι ένα βουνό έχει τόσα χιόνια όσος είναι κι ο όγκος του- αλλά αν τοποθετήσει κάποιος καλόπιστος παρατηρητής τα μειονεκτήματα-αμαρτήματα και τα πλεονεκτήματα-κατορθώματα του στην πλάστιγγα της ιστορίας, θα δει πως αυτή θα γείρει αμέσως και σαφώς στην μεριά των δεύτερων.

    Οφείλω να σας πω ότι ο πάππος μου εκ μητρός καταγόταν από την Σμύρνη από τα Βυζαντινά χρόνια αλλά η οικογένεια του απεφάσισαν να εγκατέλειπαν την Μικρά Ασία και να μετακόμιζαν οριστικώς στην ασφάλεια της μητροπολιτικής Ελλάδας, στην οποία προσέτρεξαν κι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου ο πάππος μου σπούδασε νομικά, εισήλθε στο Ελληνικό διπλωματικό σώμα (πολύ πριν την βίαιη, αιματηρή, έξωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού και την καταστροφή της Σμύρνης το 1922) και υπηρέτησε στο Ελληνικό Προξενείο στα Χανιά, την τότε πρωτεύουσα της ανεξάρτητης Κρητικής Πολιτείας, η οποία ιδρύθηκε το 1896 μετά την πλήρη απόσχιση της Κρήτης από την μερική Οθωμανική επικυριαρχία του Χάρτη της Χαλέπας του 1878 αλλά, νυμφευθείς αυτόχθονα Κρήσσα, παραιτήθηκε από το Ελληνικό Διπλωματικό Σώμα και δικηγόρησε στα Χανιά μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913. Όμως, προσέφερε καταφύγιο στην οικία του σε στενούς συγγενείς του, συμπεριλαμβανομένων και Ποντίων, οι οποίοι κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην Κρήτη μετά την Μικρασιατική καταστροφή αλλά και απεδύθη με όλες του τις δυνάμεις στην διευκόλυνση της εγκαταστάσεως και εξομάλυνση της ζωής των υπόλοιπων Μικρασιατών προσφύγων οι οποίοι συνέρρευσαν στα Χανιά με αποτέλεσμα την ανέγερση προσφυγικών πολυκατοικιών ως κατάλυμα τους, την ανεύρεση εργασιών για τον βιοπορισμό τους και την ταχεία, ομαλή ένταξη τους στην τοπική κοινωνία. Έτσι, άκουγα ιστορίες για τις «Χαμένες Πατρίδες» τους (και μας) από τους απογόνους αυτών των προσφύγων κι από τον πάππο μου από την νηπιακή μου ηλικία και για πολλά χρόνια μετά και έχω μορφώσει κρίση και άποψη περί γι’ αυτό το θέμα από πρώτο χέρι όπως έχει συμβεί και για τους Ποντίους αφού θείοι και θείες μου εξ αγχιστείας αλλά και εξαδέλφες, εξάδελφοι, ανεψιοί κι ανεψιές εξ αίματος έχουν διασταυρωθεί με το Ποντιακό στοιχείο, το οποίο αγαπώ, θαυμάζω κι εκτιμώ πάρα πολύ σε τέτοιο μεγάλο βαθμό ώστε να μ’ αρέσουν τα Ποντιακά φαγητά, τα ήθη και τα έθιμα, να εξοικειωθώ με την Ποντιακή διάλεκτο και να χορεύω με μεγάλη ευχαρίστηση όλους τους Ποντιακούς χορούς, όπως κότσαρι, ομάλ, τικ, σερανίτσα κλπ.

    Επίσης, παρακολουθώ εκ του σύνεγγυς τις κινήσεις και πρωτοβουλίες του Πανελλήνιου Παμποντιακού Συλλόγου, σε ένα συνέδριο του οποίου περί την γενοκτονία Ποντίων, Αρμενίων και Ασσυρίων από τους Οθωμανούς παρέστην στο Μουσείο της Ακροπόλεως των περασμένο μήνα, και διαθέτω αρκετά εκτεταμένη γνώση και κρίση για τις διώξεις των και τις γενοκτονίες εναντίον των αδελφών μας Ποντίων είτε από Τούρκους είτε από τον Στάλιν.

  21. «Υπάρχουν δύο τραγωδίες στη ζωή. Η μία είναι το ναυάγιο του ονείρου σου. Η άλλη η πραγματοποίησή του»
    Τζώρτζ Μπέρναρντ Σω

    Ο Βενιζέλος αφού είδε τα οράματά του της Μεγάλης Ιδέας να βγαίνουν όλα πλάνα, έριξε μετά όλο του το βάρος στην διευθέτηση των σχέσεων με την Τουρκία, γράφοντας τον επίλογο του δράματος με έναν επώδυνο για την Ελλάδα και τους πρόσφυγες συμβιβασμό, τον συμψηφισμό των εκατέρωθεν περιουσιών και το Οικονομικό Σύμφωνο, καταβάλλοντας και ως αποζημίωση στην Τουρκία ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό και παίρνοντας υποτίθεται ως αντίδωρο την επιβίωση του Ελληνισμού της Πόλης, ελπίδες που και αυτές γρήγορα αποδείχθηκαν φρούδες.

    Κατά τα άλλα είναι βολικό για την υστεροφημία μας, να ρίχνουμε όλη την ευθύνη στους πολιτικούς αντιπάλους – στον όντως κατάπτυστο ρόλο του βασιλιά Κωνσταντίνου, του Γούναρη κλπ.
    Και μετά απ’όλα αυτά μπορούμε βεβαίως να χορεύουμε κι ένα κότσαρι με τους πόντιους.
    Όλα ξεχνιούνται σ’αυτή τη ζωή, ακόμα κι οι μεγάλοι έρωτες!

  22. Αγαπητέ Κύριε Γιωρίκα,

    δευτερολογών επί του σχολίου σας στο άρθρο μου για τον Δ. Γούναρη και την συμβολή του στην επέλευση της Μικρασιατικής Καταστροφής» μετά την ανάγνωση του –αν και (δικαιολογημένως) συγκινησιακώς φορτισμένου πλην μάλλον αντικειμενικώς γραφέντος- άρθρου, στο οποίο με παραπέμψατε, με τον, αδικούντα, όμως, (έστω και αναιρούμενο εννοιολογικώς στην συνέχεια από τα διαλαμβανόμενα στοιχεία στο κείμενο του) εθνάρχη τίτλο: «Ο Βενιζέλος της Ήττας», ο οποίος (τίτλος) θα μπορούσε να ήταν στοιχειοθετημένος ορθότερα ως «Ο Βενιζέλος Πριν από την Εκλογική Του και την Μικρασιατική Ήττα» και προτείνων την αντικατάσταση του αρνητικώς φορτισμένου όρου «παλινωδίες» με τον ουδέτερο τοιούτο «αμφιταλαντεύσεις», σας πληροφορώ ότι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η αλληλοαναιρούμενη στάση αυτού του μεγάλου Έλληνα πολιτικού ανδρός ως προς το Ποντιακό Ζήτημα (με την μοιραία κατάληξη και αυτού και της τύχης του Μικρασιατικού Ελληνισμού εν γένει) οφειλόταν εις: α) τις σφοδρές αντιδράσεις κι αντιρρήσεις αρκετών έγκυρων Βρετανών πολιτικών διπλωματών και στρατιωτικών εναντίον οποιασδήποτε προοπτικής επεκτάσεως της Ελληνικής επιρροής σε άλλα μέρη, β) την οικονομική και στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδος να άνοιγε δύο μέτωπα κι αναλάμβανε κι άλλο τεράστιο εγχείρημα συγχρόνως, γ) στην λυσσαλέα πολεμική του, αντιπολιτευόμενου το κυβερνητικό κόμμα και σχήμα του Ελ, Βενιζέλου και δ) τις –προσωπικές ή επηρεασμένες από διάφορους συμβούλους και φίλους του- αλλαγές και μεταλλαγές απόψεων και τοποθετήσεων του ίδιου το Βενιζέλου επί του Ποντιακού Ζητήματος.

    Ερανίζομαι τις δύο ακροτελεύτιες παραγράφους (την μία αποσπασματικώς και την άλλη αυτουσίως) εις επίρρωση των –εις το άρθρο μου παρατεθέντων- ισχυρισμών μου περί την ολέθρια υπαιτιότητα, σύμπραξη κι αυτουργία του Δημητρίου Γούναρη, των «πέντε» στελεχών της κυβερνήσεως του και του κόμματος του στην οδήγηση, μεθόδευση και επέλευση της ήττας του Ελληνικού στρατού, της βαριάς, τρομερής καταστροφής την οποία υπέστη ο Μικρασιατικός Ελληνισμός εν γένει και της συμφοράς των Χαμένων Πατρίδων.
    …………………………………
    «Στη συνέχεια, το καλοκαίρι του 1920, ο Βενιζέλος θα λάβει τις εκθέσεις των Σταυριδάκη και Καθενιώτη, με τις οποίες προτρέπεται να αποδεχτεί αμέσως τα ποντιακά αιτήματα………….. άλλαξε για άλλη μια φορά στάση και ανακοίνωσε στο Βρετανό πρωθυπουργό το σχέδιό του για επέμβαση στον Πόντο με στόχο τη δημιουργία ελληνικού κράτους εκεί……… τελικά ο Βενιζέλος, λίγο πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου του ’20, παρόλες τις παλινωδίες του στο Ζήτημα του Πόντου …………….αποφάσισε να αποστείλει ελληνικά στρατεύματα στον Πόντο και ενημέρωσε το Βρετανό πρωθυπουργό Λόιδ Τζορτζ για το σχέδιο επέμβασης στον Πόντο με στόχο τη δημιουργία ελληνικού κράτους ……..υπέβαλε Υπόμνημα προς τον βρετανό πρωθυπουργό, με το οποίο ζητούσε από τη βρετανική πλευρά να συνταχθεί με τους Έλληνες στην προσπάθεια καταστολής του ενοχλητικού, αλλά αδύναμου έως εκείνη τη στιγμή, κεμαλικού κινήματος ….και……… επί πλέον την αναθεώρηση της συνθήκης των Σεβρών εις βάρος της Τουρκίας με τη δημιουργία δύο κρατών, της Κωσταντινούπολης και του Πόντου. Η Δημοκρατία του Πόντου θα περιλάμβανε τη διεκδικούμενη από τους Ποντίους περιοχή, πλην της περιοχής του Λαζιστάν.»

    «Ήταν όμως πολύ αργά! Στην Ελλάδα άρχιζε η προεκλογική περίοδος. Ο Διχασμός και οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στην Αθήνα δεν επέτρεψαν την υλοποίηση της νέας γραμμής στο Ποντιακό Ζήτημα. Στις 14 Νοεμβρίου 1920 ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές. Αργότερα, η βενιζελική πλευρά υποστήριξε ότι εάν στις εκλογές δεν κέρδιζε η φιλομοναρχική παράταξη, οι σύμμαχοι της Αντάντ θα είχαν «…καλύψει την απελευθέρωση του Πόντου από την Μεραρχία Δ. Καθενιώτη.» Με τα τις εκλογές του Νοεμβρίου του ’20, οι φιλομοναρχικοί ακολούθησαν μια αντιπαραγωγική πολιτική, με την οποία διέρηξαν τις σχέσεις με το συμμαχικό μέτωπο, μετέτρεψαν το κεμαλικό κίνημα σε συνομιλητή των μεγάλων δυνάμεων, υπονόμευσαν τα κινήματα των Ελλήνων της Ανατολής, εγκατέλειψαν τελείως το Ποντιακό Ζήτημα και εν τέλει αποφάσισαν τον Ιούλιο τυου 1922 να εγκαταλείψουν τη Μικρά Ασία -χωρίς να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία να το πράξουν- απαγορεύοντας παράλληλα την αποχώρηση των χριστιανικών πληθυσμών απ’ αυτήν. Με νόμο που έφερε τις υπογαφες των Κωσταντίνου, Γούναρη και Ρούφου απαγόρευασαν και νομοθετικά των έξοδο. Παρέδιδαν έτσι τους Έλληνες και τους Αρμένιους της Μικρά Ασίας στα τουρκικά εθνικιστικά σταρτεύματα του Κεμάλ. Την πολιτική αυτή θα την ακολουθήσουν και μετά τη συντριβή του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του ’22, όταν ο Γούναρης θα διατάξει τον Έλληνα αρμοστή Σμύρνης Αρ. Στεργιάδη να μην επιτρέψει την αναχώρηση του ελληνικού πληθυσμού και “δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα”. Ουσιαστικά η ελληνική μοναρχική κυβέρνηση παρέδωσε τους ελληνικούς πληθυσμούς στον Κεμάλ και είναι συνυπεύθυνη του Ολοκαυτώματος της Σμύρνης».
    ………………………………

    Τούτων λεχθέντων, επανακύπτει το ζήτημα και ερώτημα του «γιατί ο Ελ. Βενιζέλος έστερξε εις και αποδέχτηκε την διενέργεια γενικών εκλογών το 1920 κατά την διάρκεια μιας τόσο δραματικής, κρίσιμης και αποφασιστικής καμπής για τον Ελληνισμό με τόσα ανοιχτά μέτωπα στον ορίζοντα;» αλλά αυτό αποτελεί από μόνο του –αν και το σχολίασα ακροθιγώς σ’ ένα αντισχόλιο μου επί σχολίου αναγνώστη στο άρθρο μου- ένα άλλο τεράστιο θέμα το οποίο χρήζει διερευνήσεως και αναλύσεως σε άλλο αυτόνομο άρθρο.

  23. Αφιερωμένο εξαιρετικά στον αρθρογράφο μας, την πρωθυπουργάρα μας νυν και αείποτε κι όλα τα υπουργεία μας

    Οι πρωθυπουργοί

    Οσοι γινούν πρωθυπουργοί όλοι τους θα πεθάνουν
    τους κυνηγάει ο λαός απ’ τα καλά που κάνουν

    Βάζω υποψηφιότητα πρωθυπουργός να γίνω
    να κάθουμαι τεμπέλικα να τρώω και να πίνω

    Και ν’ανεβαίνω στη Βουλή εγώ να τους διατάζω
    να τους πατώ τον αργιλέ και να τους μαστουριάζω

    Απέθανε ο Κονδύλης μας πάει κι ο Βενιζέλος
    Την πούλεψε κι ο Δεμερτζής που θάφερνε το τέλος
    Την πούλεψε κι ο Δεμερτζής που θάφερνε το τέελος
    Απέθανε ο Κονδύλης μας πάει κι ο Βενιζέλος

    http://www.youtube.com/watch?v=HynLC06jnUE

  24. Κ. Φουράκι, οι αγιογραφίες ατόμων για τα οποία η ιστορία χωρίς παροπίδες και τοπικισμούς έχει αποφανθεί, έστω και με καθυστέρηση δεκαετιών, όπως ο ολετήρας της Ελλάδος Ε. Βενιζέλος, πρέπει να σταματήσει. Ο αντίπαλός του Γούναρης υπήρξε ένας πολιτικός ο οποίος μπορεί να κατηγορηθεί για δημοκρατική ευαισθησία, απιθάνου μεγέθους για εκείνη την εποχή. Αλλά ΔΕΝ πρόδωσε. Δεν συνεργάστηκε με όλους όσους είχαν εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα με την Ελλάδα και μοιραία απλώς μας εκμεταλλευόταν μέχρι να πετύχουν τους δικούς τους στόχους, όπως έκανε μόνιμα ο “”αγιασμένος”” εκ Κρήτης.
    Και εν πάση περιπτώσει, από ολόκληρο το άρθρο δεν κατάφερα να βγάλω μιά στοιχειοθετημένη κατηγορία, παρά μόνο αυθέρετα συμπεράσματα και εικασίες. Τέλος να μην ξεχνάμε ότι ο Γούναρης πλήρωσε με τη ζωή του τα όποια λάθη του. Λάθη όμως που τα βρήκε και δεν διορθωνόταν με κανέναν τρόπο πλήν της στρατιωτικής εκμηδένησης του αντιπάλου. Για το οποίο φρόντισαν όλοι οι Αμυνήτες να μην επιτευχθεί. Και να μην ξεχνάμε. Την μέρα που καιγόταν η Σμύρνη και εσφαγιάζετω ο ελληνικός πληθυσμός της (ο συνωστισμός των καμμένων μυαλών), εκείνη τη νύκτα το ζεύγος Βενιζέλου στο Παρίσι έδωσε την πιό λαμπρή δεξίωση της χρονιάς κατά τις παρισινές κοσμικές στήλες.

  25. “Αλλά ΔΕΝ πρόδωσε.”

    Σιγά, θα μας πεθάνετε. Μην μας τα λέτε τόσο απότομα.Φυσικά γνωρίζουμε ότι ο διεφθαρμένος αυτός πολιτικός της “μικράς πλην εντίμου Ελλάδος”, ΔΕΝ πρόδωσε την Πάτρα, ούτε την υπόλοιπη Αχαϊα.

    Μόνο που αν διαβάσουμε τα άρθρα όπου μας παραπέμπουν τα λινκ που έβαλαν παραπάνω οι συσχολιαστές μας, ο Δημήτριος Γούναρης είναι μάλλον κάτι σαν δειλός εθνοπροδότης, συνυπεύθυνος της σφαγής των χιλιάδων Μικρασιατών και Ποντίων από τον Μουσταφά Κεμάλ, αφού τους απαγόρευσε να εξοπλιστούν, τους απαγόρευσε και να διαφύγουν και δε διέταξε το στρατό του να υπερασπίσει τη Σμύρνη εγκαταλείποντάς την με τον άμαχο πληθυσμό στο έλεος των τσετών, ενώ γνώριζε το τι θα επακολουθήσει.

    Ωραίους ηγέτες είχαμε εμείς οι Νεοέλληνες. Γι αυτό κρατάμε και την παράδοση καλά !!!!

  26. Μένω ενεός και θλιμμένος με την τυφλότητα, την ιστορική αχρωματοψία κι αγνωσία καθώς και την αποκαρδιωτική -σχεδόν προδοτική- αχαριστία όσων δεν τους αφήνει ο πολιτικός φανατισμός, η μικροκομματική εμπάθεια κι η διαλεκτική αρτηριοσκλήρωση να αναλογιστούν απλώς και χωρίς περίπλοκες σκέψεις ότι όταν ο Βενιζέλος εκλήθη απ’ τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο να κυβερνούσε την Ελλάδα, αυτή ήταν μια πάμπτωχη, καθυστερημένη, Ανατολίζουσα χώρα, ηττημένη στον πρόσφατο τότε Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ντροπιασμένη με την επαίσχυντη Συνθήκη της Μελούνας του 1897, ατιμασμένη με την επιβολή αποζημιώσεως σ’ αυτήν και σε όφελος της νικήτριας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ενός υπέρογκου ποσού το οποίο αδυνατούσε να κατέβαλε και, γι’ αυτόν τον λόγο, της επιβλήθηκε ο διαβόητος, ατιμωτικός Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, ο οποίος ενείχε την άγρυπνη παρακολούθηση και αιματηρή απομύζηση οποιουδήποτε εσόδου του τότε νάνου, μίζερου Ελληνικού κράτους υπέρ των αλλοδαπών δανειοδοτών του έως της πλήρους εξοφλήσεως του επαχθέστατου δανείου το οποίο είχε ζητιανέψει απ΄ αυτούς για την καταβολή της προαναφερθείσας αποζημιώσεως στην Υψηλή Πύλη, περιλαμβάνουσα στην επικράτεια της μόνο τα Ιόνια Νησιά, την Πελοπόννησο και την Αττικοβοιωτία έως τις ακρώρειες της Θεσσαλίας και, μέσα σε μόλις τρία χρόνια, δηλαδή, το 1913, αυτός ο μέγιστος εθνικός ηγέτης όλων των εποχών του Ελληνισμού, είχε κατορθώσει, ως πρωθυπουργός της Ελλάδος, να υπερδιπλασίαζε την, θριαμβευτικώς νικήτρια δύο Βαλκανικών πολέμων, μητροπολιτική πατρίδα μας σε πληθυσμό και νέα εδάφη με την προσθήκη της –ελεύθερης κι ενωμένης πια με την φυσική μητέρα της- Κρήτη, του υπολοίπου τμήματος της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας (με το διαμάντι της την Θεσσαλονίκη), την Θεσσαλία και τον κύριο όγκο των Αιγαιοπελαγίτικο νησιών μαζί με την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών της Συνθήκης των Σεβρών καθώς και να την μετέτρεπε σε σύγχρονη, ευνομούμενη, ευκατάστατη Ευρωπαϊκή –από άθλια, ανατολικο-βαλκανική, όπως ήταν πριν απ΄ αυτόν- χώρα κι ήρκεσε η δημοκρατική του συνείδηση για να έστεργε στην προκήρυξη των εκλογών του 1920, πράγμα το οποίο αρκετοί επιστήμονες ερευνητές ιστορικοί, διπλωμάτες, στρατιωτικοί και πολιτικοί του καταλογίζουν ως μέγα ολίσθημα και λάθος, και να’ εκλεγόταν ο κ. Κανένας, Δ. Γούναρης, ο οποίος έστρωσε τον δρόμο προς την καταστροφή της χώρας του με απατηλές κι έωλες αλλά εύηχες και λαϊκιστικώς δημοφιλείς –όπως κάνουν τώρα και ένας άλλος σύγχρονος νέος Έλληνας λαοπλάνος, δημεγέρτης και δημαγωγός πολιτικός άνδρας- προπαγανδιστικές –με το διαβόητο διαλυτικό, διχαστικό και αποδομητικό της συνεκτικότητας και του ηθικού του Ελληνικού λαού και Στρατού σύνθημα «Οίκαδε» (γυρίστε πίσω στην πατρίδα)- υποσχέσεις για να παλινόρθωνε τον μοιραίο, απαγορευμένο από τους τότε Αγγλογάλλους συμμάχους της Ελλάδος, βασιλιά Κωνσταντίνο Α’, να συνέχιζε την πολιτική –την οποία υποτίθεται θα ακύρωνε (όπως άλλοι σύγχρονοι πολιτικοί ισχυρίζονται πως θα καταργήσουν το μνημόνιο όταν έλθουν εν τη βασιλεία τους)- του Βενιζέλου χωρίς αυτόν, την κυβερνητική και διπλωματική δεινότητα του και το διεθνές του κύρος και να διέταζε, αφρόνως και σχιζοφρενώς, τον στρατό να εξεστράτευε στα βάθη της Ανατολίας έως την Άγκυρα -εκτός της συμμαχικής βοηθείας, ενισχύσεων, εφοδιοπομπών κλπ και εντός του ολοένα στενεύοντος κλοιού των έφιππων τσετών του Κεμάλ Ατατούρκ- για να ηττάτο κατά κράτος στον Σαγγάριο, υποχωρούσε στην Σμύρνη και απέπλεε ολοταχώς προς την Ελλάδα, εγκαταλείψας εκατομμύρια συφοριασμένων Μικρασιατών Ελλήνων έρμαιων και θυμάτων των Τουρκικών λογχών και της πυρκαγιάς της Σμύρνης στην προκυμαία της.

    Ο ολετήρας Δ. Γούναρης πολύ κακώς εκτελέστηκε –και επειδή εκτελέστηκε τι έγινε; Απαλύνθηκαν οι πληγές κι η καταστροφή της Ελλάδος με την εκτέλεση του;- διότι η τιμωρία του –αν γλίτωνε από το λιντσάρισμα δεκάδων χιλιάδων εξαγριωμένων Ελλήνων πολιτών- στην περίπτωση που του χαριζόταν η ζωή, θα ήταν πολύ χειρότερη και πιο ανυπόφορη απ’ την –μια κι έξω, ανώδυνη- εκτέλεση του: θα ήταν υποχρεωμένος να ζούσε με τις φριχτές τύψεις και ψυχικές οδύνες της χρονικώς σύντομης αλλά ενοχικώς και πρακτικώς εγκληματικής, τυχοδιωκτικής, αποφράδας διακυβερνήσεως του ωσότου αυτοκτονούσε.

    Όμως, ο Ελ. Βενιζέλος ήταν αυτός ο οποίος διέθεσε εαυτόν αυθορμήτως για την διάσωση της δύστηνης Ελλάδας, την οποία οι «πέντε» είχαν οδηγήσει στην μεγαλύτερη καταστροφή της σύγχρονης Ιστορίας της, και πάλι -καίτοι δεν διέθετε κανένα δημόσιο αξίωμα τότε αλλά μόνο απαράμιλλη διπλωματική και διαπραγματευτική δεινότητα καθώς κι ανεξάντλητο Ελληνικό φιλότιμο και πατριωτισμό- με την αποφασιστική, ευεργετική για την χώρα μας συμμετοχή του στις διαπραγματεύσεις της Λωζάνης, κατορθώσας να την διέσωζε σχεδόν αλώβητη μ την απώλεια μόνο της Δυτικής Θράκης και των νήσων Ίμβρου και Τενέδου.

    Αιδώς Αργείοι!

  27. Δεν βάζουμε μυαλό, δεν μελετάμε μετά τόσα δεινά και στα πρόθυρα και πάλι μιας σε βάθος χρόνου αυτή τη φορά φθίνουσας πορείας, τα τσαλίμια της ιστορίας της πανούργας και δεν διδασκόμαστε από τα λάθη μας, παρά επιμένουμε να ακολουθάμε σαν τα πρόβατα είτε εθνικούς σωτήρες, είτε ιδεολογήματα και παρατάξεις. Ξανά βουτιά στα ιστορικά γεγονότα λοιπόν.

    Οι κωνσταντινικές κυβερνήσεις παρά τις προεκλογικές τους υποσχέσεις για τερματισμό του πολέμου, με τις οποίες απέσπασαν την πλειοψηφία στις εκλογές του 20, για την επάνοδο των φαντάρων που πολεμούσαν αδιάλειπτα 10 χρόνια, διαβεβαίωναν διαρκώς την Αντάντ για την πρόθεση της Ελλάδας να συνεχιστεί η Μικρασιατική εκστρατεία προκειμένου να εφαρμοστεί η συνθήκη των Σεβρών. Όμως είχαν ήδη απομακρύνει από το στράτευμα έμπειρους βενιζελικούς στρατιωτικούς, αντικαθιστώντας τους με άπειρους ή ανίκανους αξιωματικούς, γεγονός εγκληματικό σε μία τόσο κρίσιμη στιγμή για την ίδια την συνοχή, το ηθικό και την αποτελεσματικότητα του ελληνικού στρατεύματος, που επιπλέον καθιστούσε καχύποπτες τις συμμαχικές δυνάμεις και ιδιαίτερα τη Γαλλία για την ικανότητά του επικράτησης απέναντι στον συνεχώς ενισχυόμενο Κεμαλικό στρατό, ύστερα μάλιστα και από την νίκη του τελευταίου επί των Γάλλων στρατιωτών στην Κιλικία. Έτσι η Γαλλία αλλά και η Ιταλία στην Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1921, κατέστησαν σαφές ότι δεν θα συγκρούονταν με τον Κεμάλ προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελληνική κυριαρχία έστω στην Ανατολική Θράκη, θέση που υποστήριζε η Αγγλία για τον έλεγχο των Στενών. Είχε ήδη προταθεί η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη. Υπο τις συνθήκες αυτές και κάτω από το βάρος μιας τραγικής οικονομικής κατάστασης, η ελληνική πολιτική ηγεσία, – που είχε αποφασίσει εκ των προτέρων να συμφωνήσει με ό,τι η Αγγλία θα μπορούσε να αποσπάσει στη Συνδιάσκεψη για λογαριασμό της Ελλάδας, εναποθέτοντας «τας τύχας της χώρας εις τας χείρας της Αγγλίας»,- βρισκόταν σε αδιέξοδο τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η δημόσια αποδοχή των προτάσεων ειρήνευσης της Αντάντ προς την Κεμαλική αντιπροσωπεία για οριστική αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη κι από το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης θα απογοήτευε πλήρως τον ελληνικό λαό και θα έφερνε πιθανότατα εσωτερική πολιτική αναταραχή και παραχώρηση και πάλι της εξουσίας στον «μιαρόν βενιζελισμόν» και τον αυτοεξόριστο στο Παρίσι μισερό αρχηγό του. Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα. Μέσα στις συνθήκες αυτές και με το χρόνο να τρέχει σε βάρος των ελληνικών θέσεων, η ελληνική κυβέρνηση για να υποβαθμίσει τις αποτυχίες της στο διπλωματικό πεδίο αποφασίζει νέα προέλαση του ελληνικού στρατού στο Εσκί Σεχήρ. Στο στρατιωτικό πεδίο με τον ελληνικό στρατό ανοργάνωτο και με χαμηλό ηθικό απέναντι στον ενισχυμένο σε άνδρες και όπλα Τουρκικό στρατό υπό την καθοδήγηση του Κεμάλ , με εξημμένο το εθνικοαπελευθερωτικό του φρόνημα και την ενεργό πλέον υποστήριξη της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ενωσης οι πιθανότητες επιτυχίας μόνο σε ένα θαύμα θα μπορούσαν να βασιστούν. Αλλά κι ο καλός θεούλης με όλους τους αγίους του, ως φαίνεται αποφάσισαν να μας αφήσουν να τα βγάλουμε πέρα μόνοι με τους αλλόπιστους. Στις 13 Αυγούστου του 1922 εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση και σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες πέτυχε την πλήρη αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία και στη συνέχεια από την Ανατολική Θράκη, εγκαταλείποντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να προσπαθούν απεγνωσμένα να φύγουν με κάθε μέσο προς την Ελλάδα προκειμένου να γλυτώσουν τα αντίποινα από τον τουρκικό στρατό, τερματίζοντας με αυτόν τον δραματικό κι ολέθριο για τον μικρασιατικό ελληνισμό τρόπο την μακραίωνη πατρογονική του παρουσία και συνύπαρξη με το μουσουλμανικό πληθυσμό.

    Από την άλλη μας έχει πρήξει με αυτό το άκριτο λιβάνισμα του Βενιζέλου του ο αρθρογράφος. Η εντυπωσιακή επέκταση του αρχικώς ισχνού κρατιδίου δεν αποτελεί αποκλειστικά έργο του ικανού και μοιραίου αυτού πολιτικού άνδρα. Οι έλληνες πολεμούσαν 10 ολόκληρα χρόνια! Δεν θα αποδυθώ εκτενώς να μεταπείσω έναν ακόμη οπαδό. Θα πρέπει να μελετήσει κανείς σε βάθος και με βλέμμα αμερόληπτο τα γεγονότα. Εδώ ακροθιγώς μόνο αναφέρω κάποιες κρίσιμες φάσεις του όλου δράματος και δεν θα επανέλθω, αφήνοντας τον τελευταίο λόγο – αυτό είναι δεδομένο – στον έμπλεο ιερού μένους αν τυχόν κάμουν κριτική στο ίνδαλμά του, αρθρογράφο μας κύριο Φουράκη.

    Ο Βενιζέλος, αυτός ο διορατικός διπλωμάτης, μέσα στην παραζάλη και τον ενθουσιασμό του για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας και «της Ελλάδας των δυο ηπείρων και των επτά θαλασσών» που πίστεψε ότι επετύγχανε με την Συνθήκη των Σεβρών, δεν μπόρεσε άραγε να διακρίνει τί γινόταν γύρω του, τη λαϊκή δυσαρέσκεια και τα μεγάλα προβλήματα που είχε σωρεύσει ο πόλεμος στη χώρα και το λαό; Συνέπεσε και κείνος ο απροσδόκητος θάνατος από το δάγκωμα μιας μαϊμούς, του βασιλιά Αλέξανδρου που έφερνε πιο κοντά το ενδεχόμενο επιστροφής του Κωνσταντίνου και την αναζωπύρωση των παθών του Διχασμού. Οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας δεν είχαν προωθήσει την επικύρωση της Συνθήκης και προειδοποίησαν την Ελλάδα ότι τυχόν επιστροφή του Κωνσταντίνου θα τις αποδέσμευε εντελώς από την υποχρέωση που είχαν να το πράξουν, καθώς ο Κωνσταντίνος ήταν πρόσωπο ιδιαίτερα μισητό στη Δυτική Ευρώπη και η επάνοδός του στην Ελλάδα την επομένη ενός πολέμου με εκατομμύρια θύματα θα ισοδυναμούσε, για τις συμμαχικές κυβερνήσεις και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη με επιστροφή στην εξουσία της ηττημένης Γερμανίας.
    Από την άλλη οι Αγγλογάλλοι, ιδιαίτερα οι Άγγλοι, στο πλαίσιο της Συνθήκης των Σεβρών, έβλεπαν την Ελλάδα ως προστάτιδα δύναμη των δικών τους συμφερόντων στην περιοχή της Μικράς Ασίας, αλλά δεν ήθελαν και να εμπλέξουν δικά τους στρατεύματα απέναντι στους Τούρκους εθνικιστές που είχαν αναπτυχθεί και αμφισβητούσαν ήδη ανοικτά την εξουσία του σουλτάνου και απειλούσαν τις δικές τους βλέψεις, χρησιμοποίησαν έτσι τον ελληνικό στρατό, να έχει μόνο την εποπτεία στην περιοχή της Σμύρνης, χωρίς κανένα επίσημο αντάλλαγμα, μόνο αόριστες υποσχέσεις.
    Ο Βενιζέλος με τον αέρα της υποτιθέμενης κυριάρχησης των ελληνικών συμφερόντων στη Συνθήκη των Σεβρών προκάλεσε τις εκλογές του 1920 νομίζοντας πως θα κάνει περίπατο. Ή μήπως είχε ήδη διακρίνει το αδιέξοδο στο βάθος του τούνελ της Μεγάλης Ιδέας που είχε μπεί και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια όπως ο νεότερος ομόλογός του Κωστάκης Καραμανλής; Δύσκολο να το υποθέσει κανείς αλλά στην πολιτική τίποτε δεν αποκλείεται. Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν τελείως απογοητευτικό για τον Βενιζέλο και την παράταξή του. Η ήττα του στις εκλογές αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία της Μικρασιατικής εκστρατείας και για πολλούς το αποτέλεσμά τους ήταν η αιτία της Καταστροφής.
    Ομως από ένα αρθρογράφο της σύγχρονης ιστορίας μας ή επίδοξο μελετητή της, το λιγότερο που θα περίμενε κανείς θα ήταν μια κάποια δόση αντικειμενικότητας και όχι αγιαστούρες και λιβάνια. Αυτά δεν μας επροστάτευσαν ποτέ και δεν τα έχουμε ανάγκη. Κι όπως θα έλεγε μα δεν τηρούσε εκείνος ο νεώτερος τον οποίο επίσης διαφαίνεται να θαυμάζει ο αρθρογράφοος «σεμνά και ταπεινά».

    Όσο για το “Αιδώς Αργείοι” να μη νομίζει ότι είναι αυτός μόνο το υπόδειγμα της ηθικής και ο γλωσσαμύντορας γιατί θα τον παραπέμψω στους στίχους του Πίνδαρου.

    «Εστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
    Όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω
    Μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.»

  28. 28 σχόλια, εκτός από το δικό μου, για ιστορίες 90 και πλέον χρόνων. Λες και δεν έχουμε με τι να ασχοληθούμε σήμερα και πρέπει να ανατρέχουμε στον Εμφύλιο, την Μ.Α. Καταστροφή και τον Εθνικό Διχασμό, όχι για να προσθέσουμε ιστορικά στοιχεία, πράγμα απόλυτα θεμιτό και επιβεβλημένο, αλλά για να αναμοχλεύουμε πάθη, να ξύνουμε πληγές και να ερίζουμε.

    Η Ελλάδα, όπως και όλα τα κράτη, χρειαζόταν πάντα ομόνοια, αλλά φαίνεται ότι η έρις ήταν και είναι στο αίμα της φυλής μας.

    Η σημερινή, όμως, Ελλάδα, αν και για όσο ζήσει, χρειάζεται απολύτως την σύμπνοια. Οι αρθρογραφούντες για τέτοια θέματα και οι συμμετέχοντες σε τέτοιους διαλόγους, μόνον κάκιστες υπηρεσίες προσφέρουν στην εθνική υπόθεση.

  29. @ Πατριώτη

    Για όσα έγιναν, γίνονται και θα γίνουν…

    “1. Σ’ αυτές τις ακρότητες έφτασε ο εμφύλιος πόλεμος και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, γιατί ήταν ο πρώτος που έγινε. Αργότερα μπορεί να πη κανείς ότι ολόκληρος ο Ελληνισμός συνταράχτηκε, γιατί παντού σημειώθηκαν εμφύλιοι σπαραγμοί. Οι δημοκρατικοί καλούσαν τους Αθηναίους να τους βοηθήσουν και οι ολιγαρχικοί τους Λακεδαιμόνιους. όσο διαρκούσε η ειρήνη δεν είχαν ούτε πρόφαση, αλλά ούτε και την διάθεση να τους καλέσουν για βοήθεια. Με τον πόλεμο, όμως καθεμιά από τις αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις μπορούσε εύκολα να βρη ευκαιρία να προκαλέση εξωτερική επέμβαση για να καταστρέψη τους αντιπάλους της και να ενισχυθή η ίδια για ν’ ανατρέψη το πολίτευμα.

    2. Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνωνται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κι έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε καιρό ειρήνης και όταν ευημερή ο κόσμος και οι πολιτείες, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι γιατί δεν τους πιέζουν ανάγκες φοβερές. Αλλ’ όταν έρθη ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κι ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί.

    3. Ο εμφύλιος πόλεμος, λοιπόν, μεταδόθηκε από πολιτεία σε πολιτεία. Κι όσες πολιτείες έμειναν τελευταίες, έχοντας μάθει τι είχε γίνει αλλού, προσπαθούσαν να υπερβάλουν σ’ επινοητικότητα, σε ύπουλα μέσα και σε ανήκουστες εκδικήσεις.

    4. Για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρείας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζωνται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή.

    5. Όποιος ήταν έξαλλος γινόταν ξακουστός, ενώ όποιος έφερνε αντιρρήσεις γινόταν ύποπτος. Όποιον επινοούσε κανένα τέχνασμα και πετύχαινε, τον θεωρούσαν σπουδαίο, κι όταν υποψιαζόταν σύγκαιρα και φανέρωνε τα σχέδια του αντιπάλου, τον θεωρούσαν ακόμα πιο σπουδαίο. Ενώ όποιος ήταν αρκετά προνοητικός, ώστε να μην χρειαστούν τέτοια μέσα, θεωρούσαν ότι διαλύει το κόμμα και ότι είναι τρομοκρατημένος από την αντίπαλη παράταξη. Με μια λέξη, όποιος πρόφταινε να κάνη κακό πριν από τον άλλον, ήταν άξιος επαίνου, καθώς κι εκείνος που παρακινούσε στο κακό όποιον δεν είχε σκεφτεί να το κάνη.

    6. Αλλά και η συγγένεια θεωρήθηκε χαλαρότερος δεσμός από την κομματική αλληλεγγύη, γιατί οι ομοϊδεάτες ήσαν έτοιμοι να επιχειρήσουν οτιδήποτε, χωρίς δισταγμό, και τούτο επειδή τα κόμματα δεν σχηματίστηκαν για να επιδιώξουν κοινή ωφέλεια με νόμιμα μέσα, αλλά, αντίθετα, για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους παρανομώντας. Και η μεταξύ τους αλληλεγγύη βασιζόταν περισσότερο στην συνενοχή τους παρά στους όρκους τους στους θεούς.

    7. Τις εύλογες προτάσεις των αντιπάλων τις δέχονταν με υστεροβουλία και όχι με ειλικρίνεια για να φυλαχτούν από ένα κακό αν οι άλλοι ήταν πιο δυνατοί. Και προτιμούσαν να εκδικηθούν για κάποιο κακό αντί να προσπαθήσουν να μην το πάθουν. Όταν έκαναν όρκους για κάποια συμφιλίωση, τους κρατούσαν τόσο μόνο όσο δεν είχαν την δύναμη να τους καταπατήσουν, μη έχοντας να περιμένουν βοήθεια από αλλού. Αλλά μόλις παρουσιαζόταν εικαιρία, εκείνοι που πρώτοι είχαν ξαναβρεί το θάρρος τους, αν έβλεπαν ότι οι αντίπαλοί τους ήσαν αφύλαχτοι, τους χτυπούσαν κι ένοιωθαν μεγαλύτερη χαρά να τους βλάψουν εξαπατώντας τους, παρά χτυπώντας τους ανοιχτά. Θεωρούσαν ότι ο τρόπος αυτός όχι μόνο είναι πιο ασφαλής αλλά και βραβείο σε αγώνα δόλου. Γενικά είναι ευκολώτερο να φαίνονται επιδέξιοι οι κακούργοι, παρά να θεωρούνται τίμιοι όσοι δεν είναι δόλιοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να κάνουν το κακό και να θεωρούνται έξυπνοι, παρά να είναι καλοί και να τους λένε κουτούς.

    8. Αιτία όλων αυτών είναι η φιλαρχία που έχει ρίζα την πλεονεξία και την φιλοδοξία που έσπρωχναν τις φατρίες ν’ αγωνίζωνται με λύσσα. Οι αρχηγοί των κομμάτων, στις διάφορες πολιτείες, πρόβαλλαν ωραία συνθήματα. Ισότητα των πολιτών από την μια μεριά, σωφροσύνη της αριστοκρατικής διοίκησης από την άλλη. Προσποιούνταν έτσι ότι υπηρετούν την πολιτεία, ενώ πραγματικά ήθελαν να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα και αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Τούτο τους οδηγούσε να κάνουν τα φοβερώτερα πράγματα επιδιώκοντας να εκδικηθούν τους αντιπάλους τους, όχι ως το σημείο που επιτρέπει η δικαιοσύνη ή το συμφέρον της πολιτείας, αλλά κάνοντας τις αγριότερες πράξεις, με μοναδικό κριτήριο την ικανοποίηση του κόμματός τους. Καταδίκαζαν άνομα τους αντιπάλους τους ή άρπαζαν βίαια την εξουσία, έτοιμοι να κορέσουν το μίσος τους. Καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν είχε κανέναν ηθικό φραγμό κι εκτιμούσε περισσότερο όσους κατόρθωναν να κρύβουν κάτω από ωραία λόγια φοβερές πράξεις. Όσοι πολίτες ήταν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθή να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο.”

    ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ
    Βιβλίο Γ. Κεφάλαιο 82
    (Μετάφραση: Άγγελος Βλάχος)

    Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω γραφόμενα πριν από 2,5 χιλιάδες χρόνια του μεγάλου ιστορικού, είναι σα να αντικρύζει μπροστά του σε αδρές γραμμές, τα γεγονότα και τις καταστροφικές συνέπειες που έλαβαν χώρα σε κάθε μετέπειτα εμφύλια σύρραξη ανεξαρτήτως εποχής και για να περιορισθοούμε στα καθ’ημάς είτε στα ελληνιστικά βασίλεια, είτε στο Βυζάντιο, είτε στο 21 που η επανάσταση έφτασε να κρέμεται από μια κλωστή, είτε μετά στον Μεγάλο Διχασμό, είτε στον εμφύλιο 46-49, είτε στις “ειρηνικές” μεταπολιτευτικές κόντρες του δικομματισμού και των πολιτικών δυναστειών, είτε αυτές που έρχονται.

    Τί συμπέρασμα βγάζει κανείς από αυτά; Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που συμπεραίνει ο ίδιος ο Θουκυδίδης για να το υπογραμμίσω άλλη μια φορά.

    “Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνωνται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κι έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις.”

    Αν αυτά όλα ηχούν ακόμη άκαιρα, παράταιρα και απαισιόδοξα στ’ αυτιά σας, λυπάμαι που σας απογοήτεψα αλλά βλέπετε δεν επιλέγουμε εμείς που, πώς, πότε γενιόμαστε και ότι ανήκουμε σε αυτό το εκλεκτό είδος, “την κορωνίδα της δημιουργίας”.

  30. Με απογοητεύσατε όντως, διότι δεν καταλάβατε λέξη από το σχόλιό μου. Εάν θεωρείτε ότι βοηθά να είμαστε διχασμένοι εσαεί, συνεχίστε να βρικολακιάζετε έριδες. «Δόξα» τω Θεώ δεν μας έλειψαν ποτέ.

  31. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να σας καταλάβει κάποιος. Εκφράζετε ευσεβείς πόθους, όμως η ιστορία δεν ρωτάει περί αυτών και η ίδια η ανθρώπινη φύση είναι σύνθετη και αντιφατική. Βλέπετε μόνο το περιστέρι εκεί όπου συνυπάρχουν επίσης το φίδι, ο αετός και το γουρούνι!

  32. Και όμως φαίνεται ότι είναι δύσκολο να με καταλάβει κανείς, αν δεν διαβάζει προσεκτικά τι γράφω. Δεν εκφράζω ευσεβείς πόθους (πού τους είδατε;). Απλώς λέω ότι είναι «πολυτέλεια» η αναμόχλευση ερίδων και παθών. Αν και τώρα δεν έγινα αντιληπτός, λυπάμαι.

  33. Αξιότιμε Πατριώτη,

    αφού σ’ ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον και την θετικότατη συμβολή σου καθώς και όλων των άλλων εκλεκτών συμμετεχόντων στον -φρονώ εποικοδομητικό- διάλογο μετά λίαν ενδιαφερόντων -θετικών, ουδετέρων κι αρνητικών- σχολίων και αντισχολίων επί του παρόντος συγκεκριμένου άρθρου, σε διαβεβαιώνω ότι έχεις κατανοηθεί πλήρως ως προς τις απόψεις και θέσεις σου, τις οποίες επικροτώ σχετικώς με την, τονιζόμενη και σημαινόμενη από σένα, διαχρονική καταστροφικότητα των εθνικών διχασμών σ’ ολόκληρη την Ιστορία του Ελληνικού έθνους και την σαφή ευεργετικότητα της εθνικής συμφιλιώσεως, ομονοίας και συνενώσεως υπέρ αυτού ακριβώς του έθνους, λόγω της εννοιολογικής σαφήνειας αλλά και της άρτιας γλωσσικής αποδόσεως των απόψεων σου αλλά και σπεύδω να διευκρινίσω ότι, πέραν του ευκόλως νοουμένου -και οφειλομένου να ισχύει στην πράξη και στην πρακτική μας σήμερα- αξιώματος “η διχόνοια καταστρέφει ή ομόνοια ενδυναμώνει, σώζει και προάγει λαούς”, εν τούτοις, η νηφάλια. (όσο το δυνατόν) αντικειμενική κι ανεγκλώβιστη συναισθηματικώς, πολιτικώς και εθνικιστικώς αναδρομή στο -απώτατο, απώτερο και σύγχρονο (πάμπλουτο) παρελθόν της χώρας μας δεν προκαλεί ή αναρριπίζει απαραιτήτως διχαστικές, συγκρουσιακές και διαλυτικές τάσεις στο παρόν αλλά, αντιθέτως: α) η γνώση παρομοίων αρνητικών καταστάσεων δια της αναδιφήσεως της Ιστορίας μας πληροφορεί περί το πως αυτές στοιχειοθετήθηκαν, συναρμολογήθηκαν και εμφανίστηκαν έτσι ώστε να προλάβουμε την επανάληψη του σχηματισμού τους “εν τη γενέσει” τους σήμερα και β) η πληροφόρηση περί των ολεθρίων συνεπειών τις οποίες επέφεραν διχασμοί και εμφύλιες διαμάχες στην χώρα και στο έθνος κατά το παρελθόν να χρησιμεύσουν ως ισχυρό αποτρεπτικό αντικίνητρο για να μην επαναληφθούν στο παρόν έτσι όπως διαχέονται στην ατμόσφαιρα εν σπέρματι μεν αλλά εν υπάρξει δε τρεχόντως και απειλούν να μορφοποιηθούν και ενσκήψουν συμπαγώς με συνέπεια την πιθανή επέλευση παρομοίων καταστροφών στην Ελλάδα του σήμερα όπως αυτές οι οποίες ταλάνισαν την Ελλάδα του προσφάτου παρελθόντος και απειλούν να ταλανίσουν δυνητικώς κι αυτήν του παρόντος.

    Άλλωστε, αυτήν την προοπτική -δηλαδή, του κινδύνου υποτροπής παρελθόντων συμφορών οφειλομένων σε διχαστικές καταστάσεις στο παρόν και στο μέλλον- απηχεί κι η ακροτελεύτια φράση του τίτλου το παρόντος άρθρου: “…με αντανάκλαση (στο παρόν και) στο μέλλον (διχαστικών πρακτικών λαϊκιστών πολιτικών του παρελθόντος)».

    Τέλος, δεν βλέπω να διαφωνείς ουσιαστικώς με την άποψη του “Ελευθέριου”, τον οποίον ευχαριστώ πολύ για την πολύ γλαφυρή, εύγλωττη και διδακτική παράθεση απ’ αυτόν αποσπασμάτων απ΄τις Θουκυδίδειες Ιστορίες, για την ανάγνωση (και απόλαυση) και μόνο των οποίων από το πρωτότυπο τους αξίζει το να μάθει κάποιος αρχαία Ελληνικά, ως προς την άφατη καταστροφικότητα της ενδοφυλετικής διχόνοιας, συγκρούσεως κι εμφύλιας διαμάχης έστω κι αν το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τα πρωταγωνιστικά πολιτικά πρόσωπα -και δη τον Ελ. Βενιζέλο- τα οποία έδρασαν και συμμετείχαν τότε στην επέλευση της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι διαφορετικό από το δικό σου και δικό του τοιούτο.

    Στο κάτω-κάτω, κυριολεκτικώς, της γραφής η διαφωνία (κι η διαφορετικότητα στην άποψη) είναι η προαγωγός του επιστητού, της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και του διαφωτισμού αρκεί να γίνεται με συν-διαλεκτικό, εξελικτικό, γόνιμο, νηφάλιο τρόπο χωρίς να μετατρέπεται σε πάσης φύσεως διαμάχη και εμφύλια έριδα.

  34. Η Ναυμαχία Καβάφης Κ. Π.

    Εκτύπωση

    Aφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
    Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.
    Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,
    και η Περσέπολις — οι πιο ωραίοι τόποι.
    Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
    στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
    Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
    θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.
    Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
    Οτοτοτοί, οτοτοτοί· η ναυμαχία
    αυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτείται.
    Οτοτοτοί, οτοτοτοί· γιατί να πρέπει
    να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
    κ’ εκεί να πηαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
    Έτσι γιατί να είναι: μόλις κανείς έχει
    τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
    και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
    και πηαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήσει.
    Aν ναι βεβαίως· άλλο λόγο να μη λέμε:
    οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
    A ναι τω όντι· τι μας μένει πια να πούμε:
    οά, οά, οά, οά, οά, οά.

    Κ. Π. Καβάφης
    (Από τα ανέκδοτα ποιήματα, 1899)

    Υ.Γ.
    Παρέθεσα εκ των υστέρων εδώ, το ανέκδοτο αυτό ποίημα του Καβάφη, συνθεμένο το 1899, αφ’ενός γιατί έκρινα ότι το θέμα του – η φοβερή καταστροφή των Περσών στην ναυμαχία της Σαλαμίνας – παραλληλίζεται με την δική μας πανωλεθρία στη Μικρασιατική εκστρατεία, αφ’ ετέρου για να υπογραμμίσω την απαράμμιλη εκφραστική τόλμη του μεγάλου Αλεξανδρινού, απαντώντας έμμεσα σε άστοχες συγκρίσεις περι της Ποιητικής Τέχνης σε άλλη πρόσφατη ανάρτηση υπό τον τίτλο “Τα μνημόσυνα των Γρηγόρη Αυξεντίου και Ευαγόρα Παλληκαρίδη”

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *