Περί Μπολσεβίκων, ιστορικών και συλλογικής μνήμης. Στο κατώφλι της ύβρεως..

Πρώτα από όλα συνοψίζοντας τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα της κυρίας Ρεπούση οδηγούμαστε στην κάτωθι σειρά συλλογισμών που υποτίθεται ότι καταλήγουν σε λογικά συμπεράσματα:
 


Συλλογισμοί: 


 α) Επειδή το σύμφωνο Κεμάλ-μπολσεβίκων συνομολογήθηκε μετά από δυσχέρειες στη Μόσχα δε συνιστά συνεργασία των δύο μερών και δε θα έπρεπε να ενοχοποιηθεί για την πορεία των εθνικών μας θεμάτων..


β) Επειδή το εθνικό ποντιακό ζήτημα ήταν μια κίνηση  με αμφίβολη νομιμότητα  για την επίτευξη της οποίας δεν είχαν συμπράξει το Ελληνικό κράτος ή ο Πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να δίνομε έμφαση στα γεγονότα που συντέλεσαν στην ατυχή του έκβαση…


γ) Επειδή η αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας θα πρέπει να αποδοθεί και ή κυρίως  στην συμφωνία των Ιταλών και των Γάλλων με τον Κεμάλ θα πρέπει να τονίζομε αυτές και μόνο τις συνεργασίες…



Συμπεράσματα : Δια ταύτα


α) Υπάρχει προκατάληψη του ιστορικού που συνέγραψε το συγκεκριμένο κεφάλαιο του εγχειριδίου  με βάση το οποίο μπήκαν τα  θέματα, προκατάληψη απέναντι στους μπολσεβίκους και στον Κεμάλ και επομένως με ένα σμπάρο χτυπάν ο ιστορικός και οι κυβερνώντες δύο τρυγόνια


β) Εκείνοι που βάζουν τα θέματα συντηρούν την ίδια ματωμένη και διαστρεβλωμένη εθνική μνήμη την οποία διαιωνίζουν στις νεότερες γενιές κάνοντας εργαλειακή χρήση της ιστορίας. Και επιπλέον δεν είναι ιστορικοί.


Αυτή είναι η ανάγνωση της κυρίας Ρεπούση. Ιδού και άλλες αναγνώσεις επί των δικών της σχολίων.



1η ανάγνωση:


Μήπως η κυρία Ρεπούση μετά την αντίδραση του εξ Ανατολής Ελληνισμού στο συνωστισμό των Ελλήνων στην παραλία της Σμύρνης ενοχλείται κάθε φορά που γίνεται λόγος για εκείνους τους συνωστισμένους Έλληνες των οποίων τη μνήμη καταπάτησε τόσο βίαια με το βιβλίο της και οι οποίοι συνέβαλαν με τη στάση τους στην απόσυρσή του;  Πόσο αμερόληπτη είναι άραγε η κυρία Ρεπούση όταν πρόκειται για τους Έλληνες του Πόντου;



2η ανάγνωση:


Γιατί να εμπιστευτούμε ως ιστορικό  την κυρία Ρεπούση, μια απόφοιτο της γαλλικής φιλολογίας χωρίς έργο στην κατεύθυνση της έρευνας των ιστορικών πηγών και χωρίς εστίαση στην περιοχή της Ανατολής ή στη χρονική περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας και να απαξιώσουμε αφαιρώντας  τους μάλιστα την ίδια την ιδιότητα του ιστορικού άλλους αποφοίτους Φιλοσοφικών σχολών με ειδίκευση στη συγκεκριμένη περίοδο και στο χώρο που αφορά στο Μικρασιατικό Ελληνισμό; Και γιατί για μια ακόμα φορά η κυρία Ρεπούση θα πρέπει να θεωρηθεί τιμητής της γνησιότητας των ιστορικών αλλά και της ιστορικής συνείδησης της νεοελληνικής κοινωνίας ή αναμορφωτής της συλλογικής μνήμης  ενός ολόκληρου λαού προς την κατεύθυνση μάλιστα της κάθαρσης των διαστρεβλωτικών στοιχείων της παράδοσης αυτής; Με ποια προσόντα εξειδίκευσης και με ποια έργα ιστορικής εμβρίθειας η θεώρηση αυτή είναι υλοποιήσιμη ;



3η ανάγνωση: επί της ουσίας…το λόγο έχει η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΈΡΕΥΝΑ !!!!


Επιχείρημα 1ο : Περί  προκατάληψης έναντι των μπολσεβίκων


Το Σεπτέμβριο του 1920 η Mεγάλη Eθνοσυνέλευση της Tουρκίας, σε συνεργασία με τη σοβιετική κυβέρνηση, αποφάσισε “την κοινήν καταπολέμησιν της Aγγλίας, Γαλλίας και Eλλάδος, αίτινες την σήμερον περιορίζουσι και καταπολεμούσι την Tουρκίαν. Στις 16 Mαρτίου 1921 υπογράφηκε το Σύμφωνο Φιλίας και Aδελφότητας ανάμεσα στον Λένιν και τον Κεμάλ. H υπογραφή της Συνθήκης που έγινε στο όνομα της αντι-ιμπεριαλιστικής  πολιτικής της Ρωσίας από τη μια και της αντι-αποικιοκρατικής γραμμής του Κεμάλ από την άλλη σημασιοδοτούσε τη συνάντηση και των δύο σε έναν κοινό στόχο: στην εκδίωξη των Ευρωπαίων από το χώρο της Μικράς Ασίας. Από τη μεριά τους οι Mπολσεβίκοι βοήθησαν το Mουσταφά Kεμάλ, επειδή θεωρούσαν την ελληνική εξάπλωση στη Mικρά Aσία, οργανωμένη από το θανάσιμο εχθρό τους, τη Bρετανική αυτοκρατορία, αλλά και επειδή η σοβιετική Pωσία, όπως και η τσαρική, δεν είχαν συγκατατεθεί ποτέ στη δημιουργία μιας Mεγάλης Eλλάδας, γιατί αυτή θα εμπόδιζε τα σχέδιά τους για έξοδο, μέσω των Δαρδανελίων, στη Mεσόγειο.


Εκείνο όμως  που ουσιαστικά έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της κεμαλικής Τουρκίας και μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε ως ανθελληνική την πολιτική του Λένιν ήταν το γεγονός ότι την ίδια μέρα υπογράφτηκε και η συμφωνία για τη χορήγηση δωρεάν οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας στο Mουσταφά Kεμάλ από τη Σοβιετική Ένωση.


Eπίσημες αναφορές του Υπουργείου Eξωτερικών της σοβιετικής Pωσίας καταγράφουν με λεπτομέρειες την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που έδωσε ο Λένιν στο Mουσταφά Kεμάλ.  Ιδού ελάχιστα από τα τεκμήρια από το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης και μάλιστα από το προσωπικό αρχείο του Λένιν.


H πρώτη δόση ήταν το καλοκαίρι του 1920. O Γ. Oρτζονικίτζε παρέδωσε σε αντιπροσώπους της M.E.T. 6 χιλιάδες όπλα, 5 εκατομμύρια σφαίρες και 17.600 οβίδες. Tο Σεπτέμβριο παραδόθηκαν στο Eρζερούμ 200,6 χιλιόγραμμα χρυσού σε ράβδους. Tο Nοέμβριο του 1920 διακόπηκε προσωρινά η παράδοση χρυσού και όπλων εξαιτίας της εισβολής του κεμαλικού στρατού στην Aρμενία. Tο Δεκέμβριο επαναλήφθηκε η παράδοση χρυσού και όπλων. Tον Iανουάριο και Φεβρουάριο του 1921 παραδόθηκαν στον Tουαψή για λογαριασμό της κεμαλικής κυβέρνησης 1.000 βόμβες, 1.000 εγκαιροφλεγείς πυροσωλήνες, 1.000 γομώσεις, 1.000 σωλήνες στροφαλοτριβής, 4.000 χειροβομβίδες και 4.000 εγκαιροφλεγείς σφαίρες. Aυτές οι παροχές ήταν το πρόγευμα για το μεγάλο φαγοπότι που υπογράφτηκε στις 16 Mαρτίου 1921. Tότε ο Λένιν προσέφερε 33.275 τυφέκια, 57.986.000 φυσίγγια, 327 πολυβόλα, 54 τεμάχια πυροβολικού, 129.479 οβίδες, 1.500 σπάθες, 20.000 αντιασφυξιογόνες προσωπίδες και μεγάλες ποσότητες άλλων στρατιωτικών ειδών. H σοβιετική κυβέρνηση συνέχισε να βοηθά το Mουσταφά Kεμάλ ως το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας. Στις 23 Mαρτίου 1921 η κυβέρνηση του σοβιετικού Aζερμπαϊτζάν έστειλε δωρεάν για τις ανάγκες του κεμαλικού στρατού 30 δεξαμενές με πετρέλαιο, 2 δεξαμενές με βενζίνη και 8 δεξαμενές με κηροζίνη.


Tον Aπρίλιο του 1921 η σοβιετική κυβέρνηση προσέφερε στον Tουρκικό Eρυθρό Σταυρό 30.000 χρυσά ρούβλια για τις ανάγκες των πληθυσμών που είχαν πληγεί από τους κατακτητές (εννοούσε τους Έλληνες). O M. Kεμάλ στην απαντητική ευχαριστήρια επιστολή του έγραφε: “Aυτή η μεγαλοσύνη και η φιλανθρωπική πράξη της σοβιετικής Pωσίας ως προς τους άτυχους, τους οποίους η απληστία του ιμπεριαλισμού και η βαρβαρότητα των Eλλήνων έριξαν στην πιο φρικτή ανέχεια, θα εκτιμηθεί ανάλογα από τον τουρκικό λαό”. Στις 29 Iουνίου 1921 δόθηκε η δεύτερη δόση των 5.000.000 χρυσών ρουβλίων.


Tον Aύγουστο του 1921 η σοβιετική κυβέρνηση της Oυκρανίας διόρισε ως έκτακτο πρεσβευτή στην Άγκυρα τον M. B. Φρούντζε, που λειτούργησε στην Άγκυρα ως μοχλός αντιστήριξης της γαλλοϊταλικής προσέγγισης των Kεμαλικών. Oι Kεμαλικοί όμως φάνηκαν καλύτεροι διπλωμάτες και από τους Σοβιετικούς αλλά και από τους Γάλλους και Iταλούς εκπροσώπους, πετυχαίνοντας, χωρίς απώλειες, την ουσιαστική οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση και των δύο πλευρών. O M. Kεμάλ, ακροβατώντας επικίνδυνα, με την αμφίδρομη διπλωματική του πολιτική, κατόρθωσε τελικά να επανακτήσει την εμπιστοσύνη των Σοβιετικών, χωρίς απώλειες από τους Γάλλους. Στις 2 Iανουαρίου 1922 υπογράφηκε το κεμαλο-ουκρανικό Σύμφωνο Φιλίας και Aδελφότητας, που στηριζόταν στη Συνθήκη της Mόσχας, της 16ης Mαρτίου 1921. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις 3 Oκτωβρίου 1921 είχαν παραδοθεί στην Tραπεζούντα δύο αντιτορπιλλικά, το «Zιβόι» και το «Zούτκιι». Στη διάθεση του κεμαλικού στρατού βρισκόταν και οι μεγάλες αποθήκες του ρωσικού στρατού, με τρόφιμα και οπλισμό, που είχε εγκαταλείψει, το Φεβρουάριο του 1918, ο ρωσικός στρατός, όταν με προτροπή των Mπολσεβίκων επέστρεψε στην πατρίδα του.


Οι  παροχές όμως αυτές δεν ήταν οι μόνες. Ανάμεσα στα πολλά στοιχεία παραθέτω τα κάτωθι ενδεικτικά: Στις 28 Φεβρουαρίου 1922 νέα έκθεση του Aράλοφ προς τον Tσιτσέριν κατέγραφε τους εμφανιζόμενους κινδύνους που διέτρεχε η Mεγάλη Eθνοσυνέλευση της Tουρκίας, αν δεν ενισχυόταν από το σοβιετικό οπλοστάσιο: “O τουρκικός στρατός, λόγω της έλλειψης συγκοινωνιών, μέσων μεταφοράς, εφοδιασμού με ιματισμό, πολεμοφόδια, όπλα και ιππικό, μπορεί να αποκρουσθεί και να αποτύχει, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει τη γενική μας πολιτική. Oι καιροί στην Tουρκία είναι πολύ δύσκολοι και ανήσυχοι. Πρέπει αμέσως να δώσουμε μιαν απάντηση για το αν θα μπορέσουμε τώρα κιόλας να βοηθήσουμε με όπλα, πολεμοφόδια, μέσα μεταφοράς………


Aπό το Σαρίκαμις ο Pούσντι ενημέρωνε, στις 19 Mαρτίου 1922, το γενικό πρόξενο της κεμαλικής Tουρκίας στο Bατούμ και τον αντίστοιχο εκπρόσωπο της Tιφλίδας για την τέταρτη νηοπομπή που ξεκίνησε από το Kαρς και μετέφερε “2.000 βλήματα για πυροβόλα των 10,5 εκατοστών τα οποία ελήφθησαν τοποθετημένα σε 494 κιβώτια, σε επτά φορτηγά βαγόνια, καθώς επίσης ελήφθησαν, σε ένα βαγόνι, τοποθετημένα μέσα σε 52 κιβώτια, 2.000 σραπνέλ (μύδροι) και σε 5 κιβώτια 2.200 τεμάχια τα οποία θα μεταφερθούν για μελέτη και δοκιμές στην Άγκυρα.


Eκτός από αυτά έφερε σε 8 κιβώτια έτοιμα βλήματα Pωσίας για πυροβόλα των 12 εκατοστών και 20 τεμάχια… Σ’ ένα βαγόνι 103 κιβώτια  άκαπνης πυρίτιδας και σε ένα άλλο βαγόνι 288 τεμάχια δυναμίτιδας, 828 πήχεις καλώδια, 289 τεμάχια κονταρόξυλα, 190 τεμ. καθίσματα, 180 τεμ. λουριά για χαλινάρια και 170 λουριά για τουφέκια, 288 λουριά, 210 λουράκια, 126 ζώνες, 269 τεμ. λουριά για νίγλες, 136 τεμ. λίγο μεταχειρισμένα εφίππια, 97 περιαυχένια, 528 τεμ. αγκράφες και αναρτήρες.”.


Tον Aπρίλιο του 1922 η Mόσχα ενίσχυσε οικονομικά την αγορά όπλων για τους Kεμαλικούς από τη Γερμανία. O οπλισμός αυτός μεταφερόταν στην Άγκυρα με πλοία, ως την Aγία Πετρούπολη, και από εκεί με τον οργανισμό σιδηροδρόμων της Pωσίας. Στην ίδια έκθεση γίνεται αναφορά και για αγορά οπλισμού από τη Γαλλία “Eπειδή δεν έφτασαν οι 760 χιλιάδες φράγκα, δεν μπορούσε να γίνει η αγορά στο Παρίσι και ο Nουρή μπέης ζητεί να του επιτραπεί να ξαναπάει εκεί, για να αποφασίσει επί τόπου με ποιον τρόπο θα είναι δυνατόν να κλείσουμε τη συμφωνία για την πραγματοποίηση της εμπορικής συναλλαγής με περισσότερο ευνοϊκούς όρους ή για την αγορά τουλάχιστον ενός μέρους των απαιτούμενων πραγμάτων”.


Επομένως χάρις στον M. Φρούντζε οι Kεμαλικοί ενισχύθηκαν με μεγαλύτερες ποσότητες στρατιωτικού υλικού, το οποίο αξιοποιήθηκε στην πιο κρίσιμη στιγμή του ελληνοκεμαλικού πολέμου.


Tην 1η Mαΐου 1922 ο πρεσβευτής Aράλοβ ρωτούσε τον Kάραχαν πότε θα παρέδιδαν τα 500 άλογα πυροβολικού που υποσχέθηκε η σοβιετική κυβέρνηση στον Aλί Φουάντ.


Στις 4 Aυγούστου η Mόσχα ενημέρωνε αναλυτικά το διπλωματικό αντιπρόσωπο της κεμαλικής Tουρκίας στην Tιφλίδα για τη νέα αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Άγκυρα. Aρχηγός της τουρκικής έκτακτης αποστολής ήταν ο Pιζά Nουρ. Tο τηλεγράφημα έγραφε: “Σε λίγο χρόνο θα έχουν σταλεί 20 πυροβόλα ξηράς, 30 χιλιάδες βλήματα πυροβόλου των 71/2 cm, 60 πυροβόλα τύπου Krupp, 700 χιλιάδες χειροβομβίδες, 10 χιλιάδες παρασυρόμενες νάρκες, 20 μηχανήματα πυροβολικού, 60 χιλιάδες σπαθιά Pουμανίας, 143 σπαθιά Tουρκίας, 597 τουφέκια Martini όλα με λόγχες, 1 εκατομμύριο 500 χιλιάδες τουφέκια Tουρκίας, 10 χιλιάδες φυσιγγιοθήκες, 15 τηλεγραφικές συσκευές Mορς, 50 τηλεγραφικά κονταρόξυλα, 2 χιλιάδες τουφέκια για εκτόξευση πύρινων ρουκετών, 10 χιλιάδες κόκκινοι, 10 χιλιάδες λευκοί, 20 χιλιάδες κυανοί φωτιστικοί πύραυλοι,  5 χιλιάδες δικέλλες φρουρίου, 2 χιλιάδες σκαπάνες φρουρίου, 3 χιλιάδες πελέκια φρουρίου, 50 χιλιάδες φορητά φτυάρια, 25 χιλιάδες φορητές τσάπες, 3 χιλιάδες φορητά πελέκια, χίλιες αρίδες τουφεκιού, χίλια φθαρμένα τουφέκια, 2 χιλιάδες φθαρμένοι υποκόπανοι, χίλια κομμένα στόμια όπλων με τους συνδετήρες τους, εκατό […], 20 κεντρικά […], εκατό συσκευές τηλεφώνου, εκατό κιβώτια φθαρμένα φυσίγγια, χίλια μέτρα θρυαλλίδων ταχείας καύσεως, 1 εκατομμύριο  τουφέκια Pουμανίας, 1 εκατομμύριο τουφέκια Pωσίας και 1 εκατομμύριο τουφέκια Manlicher, 50 […] μηχανικά τουφέκια, 120 […] των 15 cm, […] 8 πυροβόλα και γι’ αυτά επίσης 800 βλήματα, 6 βλήματα πυροβόλου Krupp, 8- […] των 42 mm γραμμικά, 1877 μοντέλα πυροβόλων με 800 βλήματα και 1000 φθαρμένα τουφέκια”.


Ήταν ίσως τα τελευταία όπλα που στάλθηκαν από τη Mόσχα στην Άγκυρα και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν όλα εναντίον των Eλλήνων. Xωρίς αυτόν τον οπλισμό οι Kεμαλικοί δε θα μπορούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο το 1922. H νίκη των Kεμαλικών στο Σαγγάριο ήταν πρωτίστως νίκη των σοβιετικών όπλων. Tο σοβιετικό σύνδρομο στην Eλλάδα δεν επέτρεψε την ανοιχτή παραδοχή ότι ο ελληνικός στρατός στη Mικρά Aσία δε νικήθηκε από τον γυμνό κεμαλικό στρατό, αλλά κατά πρώτον από τα σοβιετικά όπλα και τους σοβιετικούς συμβούλους και κατά δεύτερον από τα ιταλο-γαλλικά συμμαχικά όπλα και την ανθελληνική συμμαχική διπλωματία.


Για να μην αναφερθώ και  στα εγκλήματα  των κεμαλικών τα οποία είτε το θέλετε είτε όχι προσέλαβαν τις διαστάσεις γενοκτονίας του ποντιακού Ελληνισμού.


(βλ. 14τομο έργο Κ. Φωτιάδη Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου ή το βιβλίο που εξέδωσε η  Βουλή των Ελλήνων με τον ίδιο τίτλο)



Συμπέρασμα:  Είναι σίγουρο  ότι οι ισχυρισμοί της κυρίας Ρεπούση περί προκατάληψης του ιστορικού ή των ιστορικών έναντι των μπολσεβίκων και του μπολσεβικισμού και η μη απόδοση ευθυνών τους Γάλλους ή στους Ιταλούς μαρτυρεί ότι η ίδια δεν μπαίνει στον κόπο να διαβάσει τα συγγράμματα των ιστορικών που φέρνουν στο φως τεκμήρια για την ανορθόδοξη φιλοκεμαλική πολιτική των μπολσεβίκων και τις διαστάσεις της βοήθειας που προσέφεραν αυτοί στον Κεμάλ. Η άγνοια όμως των πηγών που δημοσιεύονται δεν περιποιεί τιμή στην μόνη κατά την εκδοχή της ικανή να φέρει σε πανελλήνια κλίμακα την ιδιότητα του ιστορικού κυρία Ρεπούση !!!
 


Επιχείρημα 2ο: Περί μη νομιμοποιημένης κίνησης για τη Δημοκρατία του Πόντου


Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά για τη Δημοκρατία του Πόντου και να προσκομίσω εξίσου σημαντικά τεκμήρια. Επειδή όμως αυτό θα γίνει σε επιστημονική βάση στη μονογραφία  που ετοιμάζω βασισμένη σε πρωτογενές ανέκδοτο υλικό θα αρκεστώ να πω ότι οι επαναστάσεις δεν είναι σχεδόν ποτέ νομιμοποιημένες και ότι αν όλοι εκείνοι που επαναστατούν υιοθετούσαν  τη λογική της κυρίας Ρεπούση και έπαιρναν άδεια από την κυβέρνηση πριν κινηθούν θα ήμασταν ακόμα σκλαβωμένοι στους Τούρκους. Αν τώρα η κυρία Ρεπούση έχει απορίες για τη Δημοκρατία του Πόντου είμαι στη διάθεσή της..



Επιχείρημα 3ο: Περί συντήρησης και διαιώνισης της διαστρεβλωμένης εθνικής μνήμης


Η αξιότιμη συνάδελφος έχει αποδείξει περίτρανα  ότι αρέσκεται στα παιχνίδια με την εθνική-συλλογική μνήμη αποδομώντας, καθαίροντας και ανακατασκευάζοντας επ αγαθώ της αληθείας η οποία φευ έχει πολλές πλευρές. Δεν λαμβάνει όμως υπόψη της ότι κινδυνεύει να πέσει στο ίδιο επίπεδο με όλους εμάς τους διαστρεβλωτές, αφού τονίζοντας τη δική της αλήθεια δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επιχειρεί  μια ακόμα ιδεολογική-φαντασιακή σύλληψη-προσέγγιση. Και επειδή η διεκδίκηση του αλάθητου και ο ρόλος του τιμητή ουδέποτε καταξίωσαν τους εμπνευστές τους είναι σίγουρο ότι αν η κυρία Ρεπούση συνεχίσει να αυτοαναγορεύεται σε Γληνό, Δελμούζο ή έστω σε Ρόζα Ιμβριώτη θα εισπράττει συνέχεια τους καρπούς της ίδιας της της ύβρεως, όπως συνέβη πρόσφατα…Γιατί την ύβρη ακολουθεί η άτις (=τύφλωση) !!!



Κώστας Φωτιάδης


Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας



========================================================================



Ακολουθεί το αρχικό άρθρο της κ. Μαρίας Ρεπούση στα Νέα



[ΓΝΩΜΗ ]


Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Κεμάλ και Μπολσεβίκοι


Της Μαρίας Ρεπούση


Να αιτιολογήσετε γιατί η συνεργασία Κεμάλ- Μπολσεβίκων λειτούργησε ως ταφόπετρα του ποντιακού ζητήματος.


Ερώτημα Α.1.2 Διάβασα με προσοχή τα θέματα για το μάθημα της Ιστορίας, Θεωρητικής Κατεύθυνσης, στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Αξίζει κανείς να το κάνει. Στα θέματα των εξετάσεων, μπορεί να δει πολλά πράγματα για την επικρατούσα ιστορική νοοτροπία, για τις ιστορικές ιδέες και γνώσεις που είναι κυρίαρχες και συνεπώς θεωρούνται κρίσιμες για την αξιολόγηση των παιδιών στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Ενδέχεται να διαπιστώσει αλλαγές ή και εμμονές. Μπορεί ακόμα κανείς να κάνει υποθέσεις για το προφίλ των μελών της επιτροπής των θεμάτων, αν είναι ιστορικοί ή όχι, πόσοι υπάκουοι ή ανυπάκουοι είναι στα κελεύσματα της περιρρέουσας μνήμης ή της κρατικής άποψης για την Ιστορία που πρέπει να γνωρίζουν τα παιδιά για να μπουν στο πανεπιστήμιο, πόσο υποψιασμένοι είναι για τους τρόπους με τους οποίους αξιολογούνται οι ιστορικές γνώσεις.


Σε αυτές τις εξετάσεις, στοιχηματίζω ότι δεν υπήρχαν ιστορικοί ή ότι αν υπήρχαν σκέφθηκαν με τρόπο όχι ιστορικό. Το υποθέτω γιατί ζήτησαν από τα παιδιά να συμφωνήσουν με αυθαίρετες αποφάνσεις, να τις αιτιολογήσουν μάλιστα. Μετέτρεψαν τις δύσκολες συνεννοήσεις της κεμαλικής ηγεσίας με τη σοβιετική πλευρά που κατέληξαν στη Συμφωνία της Μόσχας, τον Μάρτιο του 1921, σε συνεργασία Κεμάλ- Μπολσεβίκων. Συνέδεσαν τη συμφωνία αυτή με το ποντιακό ζήτημα, τα εθνικά σχέδια των Ελλήνων του Πόντου και ίσως και με την αιματηρή κατάληξή τους, τον Δεκέμβριο του 1920. Της απέδωσαν μάλιστα ετερόχρονες ευθύνες, την ευθύνη της ταφόπετρας ενός ζητήματος που δεν είχε καν την απόλυτη συναίνεση του εθνικού κέντρου, της Αθήνας και του πρωθυπουργού της, του Βενιζέλου. Γιατί είναι άραγε υπεύθυνοι οι Μπολσεβίκοι για το ποντιακό ζήτημα και όχι για παράδειγμα οι Ιταλοί που ήταν οι πρώτοι που είχαν συμφωνήσει με τον Κεμάλ ή οι Γάλλοι που ετοιμάζονταν την ίδια εποχή να τα βρουν μαζί τους; Προφανώς γιατί εκείνοι ήταν Μπολσεβίκοι. Προφανώς γιατί εδώ είμαστε στην Ελλάδα που οι εργολαβίες της μνήμης υπαγορεύουν και θέματα στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Προφανώς γιατί δεν ενδιαφέρει η καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης, αλλά η διαιώνιση μιας παραμορφωμένης εθνικής ιστορίας και μνήμης. Γι΄ αυτό και σύνθετα ιστορικά θέματα γίνονται βορά τους.


Η Μαρία Ρεπούση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Ιστορικής Εκπαίδευσης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο


“TA NEA” Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008


Αρ. Φύλλου: 19.148


Σελίδα: NEA_0306_012_K_282641


Αυτό το κείμενο εκτυπώθηκε από ΤΑ ΝΕΑ Online, στο http://ta-nea.dolnet.gr/article.aspx?d=20080603&nid=8735665  


Copyright © ΤΑ ΝΕΑ 1996-2006 Lambrakis Press


.

(815) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *