Νά ΄τανε το 21

Οι εθνικές επέτειοι περνούν πλέον απαρατήρητες. Το εθνικό φρόνημα αφανίστηκε από τα σχολεία με τις νέες περί εκπαιδεύσεως αντιλήψεις, οι μεγάλοι διατηρούν τον εορτασμό ως φύλλο συκής, τα ΜΜΕ εξάγουν από τα αρχεία τους τις χιλιοπαιγμένες, αλλά μέτριες κινηματογραφικές παραγωγές και τάχιστα όλοι επανερχόμαστε στην καθημερινότητα. Η μόνη αξία των επετείων πλέον έγκειται στην αργία. Μόνον σαν αυτή καταργηθεί θα πονέσουμε κάπως, γιατί αυτή εξασφαλίζει κατά περιόδους τριήμερα απόδρασης άκρως ανακουφιστικά για τους “δούλους πολιορκημένους” των μεγαλουπόλεων.


Αν κάνουμε κάποια ιστορική αναδρομή στο παρελθόν με διάθεση αναζήτησης της αλήθειας, θα διαπιστώσουμε ότι κάποια γνωρίσματα της κοινωνικής μας ζωής δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά.

Μπορεί ο όρος διαπλοκή να έχει εισαχθεί πρόσφατα, όμως διαπλεκόμενους είχε αναδείξει η πατρίδα μας πριν ακόμη απελευθερωθεί. Πώς να εξηγήσουμε αλλιώς το ότι από το πρώτο αγγλικό δάνειο μόνο το μισό φορτώθηκε στο καράβι για την Ελλάδα και ευθύς άρχισε να ξεκοκκαλίζεται, ενώ οι Μεσολογγίτες, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, τρέφονταν με τα αρμυρόχορτα της θάλασσας.

Μπορεί να συρθήκαμε σε διχασμούς και εμφύλιους πολέμους, όντες στην υπηρεσία των ισχυρών των ημερών, όμως οι πρώτοι διδάξαντες αυτό ήσαν κάποιοι από τους ηγέτες του 21, ιδίως πολιτικοί. Αυτοί προκάλεσαν τον διχασμό κατά το δεύτερο μόλις έτος της επανάστασης. Οι ίδιοι αμέσως μετά την απελευθέρωση σχημάτισαν φατρίες, ώστε να γράψει ο Μακρυγιάννης με πικρία: “Άλλος το ήθελεν αγγλικόν, άλλος γαλλικόν και άλλος ρούσικον”. Αυτοί οι ενσκύψαντες ως ακρίδες από την Εσπερία για να “σώσουν” τη χώρα τους και να ηγηθούν της πορείας προς τις “πολιτισμένες” χώρες της Δύσης, απετέλεσαν τα πρότυπα για όλους όσοι τους διαδέχθηκαν. Έτσι η υποτέλεια προς τους ισχυρούς “δια μιάν δολεράν καλημέραν”, όπως γράφει πάλι ο Μακρυγιάννης, κατέστη θεσμός. Βέβαια ο αγράμματος στρατηγός στην αφέλειά του δεν πρόσεξε ότι οι ξένοι δεν ήσαν φειδωλοί προς τους ανθρώπους τους. Έτσι δεν περιορίζονταν σε μια καλημέρα γεμάτη από την αβρότητα του δυτικού savoir vivre, αλλά διένειμαν εξουσίες και αξιώματα. Σταδιακά σχηματίστηκε η μεταπρατική εκείνη τάξη που κυβερνά ακόμη τον τόπο, στηριζόμενη στον ξένο παράγοντα, στο όνομα της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της αξιοπρέπειας της χώρας μας!

Κοντά σ’ αυτούς έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή και αρκετοί ποιμένες του λαού. Αυτοί πρωταγωνίστησαν στο αυτοκέφαλο της ελλαδικής Εκκλησίας, με ορθολογιστικά επιχειρήματα, τα οποία συνέλαβαν οι Βαυαροί, αυτοί ανέχθηκαν την καταστροφή των μοναστηριών πάλι από τους Βαυαρούς και δίωξαν τους Παπουλάκο και Κοσμά Φλαμιάτο, που αποτελούσαν την παρηγοριά του λαού στην επιχείρηση εκφραγκισμού του.

Αλλά τότε, γιατί να γίνεται τόσος λόγος για την σημερινή παρακμή, αφού αντιγράφουμε πιστά τις αθλιότητες των προγόνων μας; Υπάρχει μια διαφορά, μάλιστα άκρως σημαντική, που αδυνατούμε να διακρίνουμε.

Το 1821 ο λαός μας έλαβε την απόφαση να επαναστατήσει για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία. Το σύνθημα “ελευθερία ή θάνατος” πλημμύριζε με ρίγη συγκίνησης τους σκλαβωμένους, όπως προηγουμένως ο θούριος του Ρήγα. Τότε υπήρχαν ηγέτες που ανέλαβαν να σηκώσουν στους ώμους τους το βάρος αυτής της λαχτάρας του λαού. Όχι πως δεν είχαν κι αυτοί πάθη και δεν εκδήλωσαν στην πορεία του αγώνα μικρότητες. Ένα είναι όμως το αναμφισβήτητο, για όσους δεν αναλύουν τα γεγονότα υπό το πρίσμα της μηδενιστικής ιστορίας: Είχαν αγάπη προς την πατρίδα και τον λαό της και ακόμη πνεύμα θυσίας. Παραδείγματα πνεύματος θυσίας έχει να επιδείξει ο αγώνας του 21 πάμπολλα: Των αγνώστων γυναικών της Αραπίτσας, του Εμμανουήλ Παππά, του Αθανασίου Διάκου, του επισκόπου Σαλώνων Ισαΐα, του Μάρκου Μπότσαρη, του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ και όλων, όσοι επιχείρησαν την έξοδο από το Μεσολόγγι, της Μπουμπουλίνας (που δολοφονήθηκε πάμφτωχη από κάποιον εκπρόσωπο νέου “τζακιού” που είχε “φκιαχθεί”), του Παπαφλέσσα (ίσως υπό το βάρος τύψεων), του Γεωργίου Καραϊσκάκη, των Μαυρομιχάληδων (18 θύματα κατά τον αγώνα), έστω και αν τη θυσία τους αμαύρωσε η δολοφονία του Καπποδίστρια λόγω της στρεβλής αντίληψης περί της οφειλής της πατρίδας, (για να αναφερθούμε μόνο στους θυσιασθέντες). Πέρα από τη θυσία υπήρξαν μορφές άκρας ανιδιοτέλειας όπως οι Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς), Μάρκος Μπότσαρης, Γιάννης Μακρυγιάννης, Κωνσταντίνος Κανάρης, Δημήτριος Υψηλάντης, που κατάφεραν να ξεπεράσουν πλείστες όσες ανθρώπινες αδυναμίες. Κοντά σ’ αυτούς στέκονται φυσιογνωμίες που θα παραμείνουν ανεξίτηλες για τις ικανότητές τους, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, τις στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες του οποίου δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει κανείς.

Σήμερα η χώρα μας έπαψε να γεννά ήρωες με αγάπη προς την πατρίδα και πνεύμα θυσίας. Σήμερα όλα είναι προδιαγεγραμμένα από τον ξένο παράγοντα, ο οποίος έχει ως μόνο πρόβλημα να επιλέξει από το πλήθος των υποταγμένων εκείνους που θα εξυπηρετήσουν καλύτερα τα συμφέροντά του. Όμως δεν συνιστά αυτό την πλέον σημαντική αλλοίωση. Άλλο είναι το τραγικό: Ο λαός έχοντας υποστεί επί δύο περίπου αιώνες την προπαγάνδα των υποταγμένων στη Δύση εμφανίζει έντονα σημάδια κόπωσης. Έχοντας απεμπολίσει την πίστη, που τον κράτησε ζωντανό στα χρόνια της πικρής σκλαβιάς, απέβαλε και την αγάπη προς την πατρίδα. Χωρίς οράματα και ιδανικά αποδέχεται πλέον ως φυσιολογικές. λόγω των κοινωνικών μεταβολών, όλες τις αθλιότητες της πνευματικής, πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας. Ποιός θα θεραπεύσει αυτόν τον λαό;

 

                                                                  “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”                

.

(346) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *