Χωρισμός Εκκλησίας – κράτους;

Στο άρθρο του «Λοξώς Αριστερά» ο Θόδωρος Ντρίνιας στο τεύχος 73 του Άρδην, μιλώντας (στον πληθυντικό αριθμό) για τη στάση του περιοδικού Άρδην σε σχέση με το ζήτημα του «χωρισμού Κράτους –Εκκλησίας» δείχνει να προαναγγέλει μία στροφή. Αφού γράφει ότι «κάτι τέτοιο (χωρισμός) δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να γίνει με τους όρους που έθεταν οι ευρωλιγούρηδες εισηγητές του αιτήματος», την περίοδο που «το ζήτημα ετίθετο στην αιχμή του δόρατος όσων επιτίθονταν στην Εκκλησία» και το περιοδικό αντιστεκόταν σθεναρά (έχοντας μία στάση που «ξένιζε αρκετούς»), συνεχίζει στην επόμενη παράγραφο λέγοντας ότι «από τότε  όμως κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και νέες συνθήκες διαμορφώθηκαν».

 

Οι αμέσως επόμενες φράσεις του περιγράφουν, κατά τον αρθρογράφο, αυτές τις νέες συνθήκες:

«Ο αριστεροδέξιος εκσυγχρονισμός έχει υποστεί συντριπτικά πολιτικά πλήγματα (αν και διατηρεί ρεζέρβες…). Η κρίση της παγκοσμιοποίησης, που σηματοδοτείται από την πτώση της αμερικανικής ισχύος και την τρομακτική διεθνή οικονομική κατάρρευση, εξασφαλίζει ότι ο «εκσυγχρονισμός» ως ημεδαπό πολιτικό πρόταγμα … πνέει πια τα λοίσθια».


Και κλείνει με την πρότασή του ότι

«ήρθε η ώρα του χωρισμού… Με πρωτοβουλία της ίδιας της ηγεσίας της Εκκλησίας! Μία τέτοια κίνηση, συνοδευόμενη από μια εσωτερική εκκαθάριση μεγάλης κλίμακας, θα απελευθέρωνε την Εκκλησία από τις δουλείες και τους συμβιβασμούς που της επιβάλλει ο εναγκαλισμός με το υπό διάλυση κράτος… Μια τέτοια κίνηση θα της ανοίξει δύο δρόμους: είτε την πλήρη επιχειρηματικοποίηση και βατικανοποίησή της…, είτε την επιστροφή της στη βάση της κοινωνίας, απ’ όπου θα αντλήσει ζωογόνο ισχύ»

 

Θα ήθελα να αντιπαραθέσω τη δική μου, αντιδιαμετρικά αντίθετη άποψη, ειδικά εφόσον ο κ. Ντρίνιας στο συγκεκειμένο άρθρο όντως εκφράζει την ομάδα Άρδην/Ρήξης. Και την αντιπαραθέτω ακριβώς επειδή με ενδιαφέρει η άποψη της ομάδας. Με ενδιαφέρει ως πόλος εύφορου διαλόγου με επιρροή στο κοινό της.

 

Ας μου επιτραπεί να αμφιβάλλω και για τα δύο που αναφέρει. Δεν έχω διαπιστώσει κανένα πλήγμα του αριστεροδέξιου εκσυγχρονισμού, πόσο μάλλον συντριπτικό. Αν εννοεί την απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της Στ Δημοτικού, θα αντέτασσα τα εξής: συνεχίζουν απτόητοι περί της σχολικής ιστορίας στην Κύπρο, τα υπόλοιπα και πάμπολλα σχολικά εγχειρίδια παραμένουν, οι 200 διδάκτορες Ιστορίας (αντί για 2 όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί το 1995/96) που κατήγγειλε ο τέως Κοσμήτορας του τμήματος Ιστορίας του Παν. Αθηνών κ. Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης βρίσκονται ακόμα διασκορπισμένοι στα παναπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, και συνολικά δηλαδή οι δύο «πυλώνες» της διαμόρφωσης της ελληνικής κοινής γνώμης (η παιδεία και τα ΜΜΕ) παραμένουν στα χέρια τους. Επίσης, δεν βρίσκω τι σχέση έχει η διεθνής οικονομική κρίση με το ποιος κυριαρχεί ιδεολογικά στην Ελλάδα.

 

Η δική μου γνώμη για το θέμα είναι η κάτωθι.

Οι σχέσεις πολιτείας-Εκκλησίας είναι ένα από τα πλέον πρόσφορα θέματα ενασχόλησης των ΜΜΕ την τελευταία δεκαετία. Είναι πολύς ο χρόνος αυτός και ενδεχομένως κάποτε-κάποτε να φαίνεται σαν να έχουν συγκυριακά επιτύχει (δυστυχώς) να ανατρέψουν τις απόψεις της «κοινής» γνώμης. Αυτό έγινε (κατά τη γνώμη μου πάντα και το λέω με πλήρη επίγνωση των γραφομένων) με συντονισμένο σχέδιο δράσης των διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Άγγιζε συχνά τα όρια της «προπαγάνδας». Κάθε προπαγάνδα είναι δυνατόν να εμπεριέχει αληθή στοιχεία, όμως βασίζεται κυρίως στην υπερβολή, στη διασύνδεση άσχετων υποθέσεων μεταξύ τους, αβάσιμων κατηγοριών και συνολικά σε έναν ηχηρό θόρυβο, τόσο εκκωφαντικό που κανένας δεν τολμά να θέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρουσιάζονται στη βάσανο της λογικής και του ελέγχου. Αυτό ακριβώς έγινε την τελευταία δεκαετία και έχει (προσωρινά) μετακινήσει σχεδόν τους πάντες προς την κατεύθυνση μίας αντι-εκκλησιαστικής «υστερίας». Οι ουδέτεροι έγιναν εχθρικοί, οι φίλοι έγιναν ουδέτεροι κλπ.

 

Αυτό είναι το κλίμα και αυτές είναι οι υπάρχουσες επικρατούσες συνθήκες στην κοινωνία. Αυτό το κλίμα διαμορφώνει συνειδήσεις, παράγει απορρίψεις, καλλιεργεί αποξένωση και οδηγεί σε ανοησίες που αναμασώνται κατά κόρον από ημιμαθείς νεο-αντικληρικαλιστές. Πλήρης απουσία σεβασμού, αλλά και νηφαλιότητας.

 

Είναι προφανές ότι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες οποιαδήποτε συζήτηση σχέσεων Εκκλησίας – πολιτείας δεν είναι δυνατόν να διεξαχθεί. Το ένα από τα δύο μέρη θα βρίσκεται σε θέση αδυναμίας, σαν να έχει μόλις υποστεί μία συντριπτική ήττα. Αυτό θα ήταν παράδοση άνευ όρων. Τέτοιον σεβασμό δείχνουμε στην ψυχή του Ελληνισμού;

 

Επίσης, η λέξη «χωρισμός» κατήντησε μία λέξη λάστιχο με τον καθένα να εννοεί κάτι διαφορετικό, ενίοτε και εντελώς διαφορετικό ή ασαφές. Ορισμένα παραδείγματα με άτακτη σειρά: άλλος εννοεί να πάψουν τα (χιλιάδες) Εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα να θεωρούνται ΝΠΔΔ, άλλος εννοεί την πλήρη αποκαθήλωση των εικόνων από τα σχολεία, άλλος εννοεί να σταματήσουν όλες οι δοξολογίες, άλλος εννοεί να μην εμπλέκεται η πολιτεία στις εκκλησιαστικές δικαστικές υποθέσεις, άλλος εννοεί να καταστεί η Εκκλησία «επιχείρηση» και να αντιμετωπίζεται έτσι, άλλος εννοεί να μην ορκίζονται οι βουλευτές, άλλος εννοεί να μη γίνονται αγιασμοί, άλλος εννοεί τον πλήρη εξοβελισμό των «Θρησκευτικών» από το σχολικό πρόγραμμα, άλλος εννοεί να φύγει ο Σταυρός από τη σημαία, άλλος εννοεί να μην μισθοδοτούνται οι κληρικοί από το κράτος (χωρίς να υπολογίζει ότι η μισθοδοσία προέκυψε με πρόταση του ίδιου κράτους στη σύμβαση της 18/9/1952 όταν το κράτος αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να αποπληρώσει αποζημιώσεις στην Εκκλησία για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις του 1922/23 και του 1952 και πρότεινε αυτή τη λύση) κοκ. Επίσης όλοι όσοι μιλάνε για χωρισμό αποφεύγουν να εξετάσουν τι θα απογίνουν οι σχέσεις του ελληνικού κράτους με το Οικ. Πατριαρχείο, με το Άγιο Όρος, με τα υπόλοιπα Πατριαρχεία, με Εκκλησίες εντός Ελλάδος όπως οι Νέες Χώρες, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη, καθώς επίσης και ποιο καθεστώς θα διέπει τις σχέσεις με τις μουσουλμανικές μειονότητες της Θράκης (πχ οι μουφτήδες θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί) όπου είναι πιθανό να απαιτείται μερική αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, ενώ επίσης λησμονούνται οι σχέσεις του κράτους με ΝΠΔΔ άλλων δογμάτων ή θρησκειών (πχ Ισραηλιτικό συμβούλιο). Γενικώς, ο καθένας εννοεί το μακρύ του και το κοντό του, συρόμενος και παρασυρόμενος από το κλίμα των ΜΜΕ.

 

Εγώ λοιπόν θα πρότεινα το εξής προϋποθέσεις: να παρέλθει μία μακρά περίοδος (έως και 10 ή 15 ετών) νηφαλιότητας, ώστε να αποκατασταθεί η γαλήνη και η ισορροπία με αποφυγή ακραίων εκφράσεων στο δημόσιο λόγο, αλλά και παράλογων απαιτήσεων από την Εκκλησία. Έπειτα, θα μπορεί να ακολουθήσει μία δεύτερη περίοδος ενός γόνιμου δημοσίου διαλόγου όπου θα τεθούν με ψυχραιμία όλα αδιακρίτως τα θέματα των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας, ο οποίος θα οδηγήσει σε αποσαφήνιση των ρόλων του κάθε θεσμού με αμοιβαίο σεβασμό, και να προχωρήσουμε σε όποιες και όσες αλλαγές κριθούν απαραίτητες. Η ταμπέλα που θα περιγράψει τις οποιεσδήποτε αυτές αλλαγές είναι αδιάφορο αν θα ονομαστεί «χωρισμός» ή «διακριτοί ρόλοι» ή οτιδήποτε άλλο.

 

Αν ενδιαφερόμαστε για την ουσία, ας μιλάμε για την ουσία και όχι με ετικέτες.

 

 

.

(345) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *