Το Θείο Πάθος

Γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος.

anastash

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

To θείο Πάθος είναι για μας τους πιστούς μια ιερή κολυμβήθρα κατανύξεως, εσωτερικότητας, μυστικής ενοράοεως και προσωπικής συμμετοχής στο θάνατο του Κυρίου. Κάθε φορά που το αδιάκοπο κλωθογύρισμα του χρόνου μας φέρνει «κατενώπιον» του Πάθους, νοιώθουμε τη βιωματική εμπειρία που μας χαρίζουν οι πτυχές του, καθώς ξετυλίγονται εμπρός στις καρδιές μας και δοκιμάζομε, με αλάλητους στεναγμούς, να ζήσουμε στό παρόν τον λειτουργικό μας χρόνο.
Κορύφωμα στην πνευματική μας τούτη γευσι είναι η Μ. Παρασκευή, που την ιερή της Ακολουθία ψάλλαμε το βράδυ της Μ. Πέμπτης. Τότε, καθώς στήνεται στη μέση του ναού ο Εσταυρωμένος, πλημμυρίζουν οι εσώτατοι κόσμοι μας από βαθύ συναίσθημα και από συντριβή, σαν βλέπουν την έσχατη ταπείνωση του Θεού. Τότε, ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, νοιώθει την ελεεινότητά του και παραδίδεται σε βαθύ στοχασμό.

Τέτοιο στοχασμό αποτελούν οι σελίδες αυτού του βιβλίου, γραμμένες για το βράδυ αυτό της Μ. Πέμπτης, σε μορφή ραδιοφωνικών ομιλιών που μεταδόθηκαν από το ραδιοφωνικό Σταθμό Βόλου τα έτη 1975 -1978. Τις παραδίνουμε στην ευμένεια του αναγνώστη σαν μικρή συμβολή στην προσωπική του προσπάθεια για ψυχική μέθεξι στους καρπούς του Θείου Πάθους.

«ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Είναι η σκωπτική φράσις, αγαπητοί μου αναγνώσται, που προφέρει ο Πιλάτος, δείχνοντας τον Θεάνθρωπο στους ανθρώπους. «Ίδε ο άνθρωπος». Τον είχαν μαστιγώσει, τον είχαν εξευτελίσει και μέσα σ’ αυτή την εξουθένωσι και την ταπείνωσι τον δείχνει στους ανθρώπους και λέγει «Ίδε ο άνθρωπος» Θέαμα φοβερό και συγκλονιστικό. Πώς έκαμε ο Θεός τον άνθρωπο και πώς κατήντησε ο άνθρωπος τον Θεό. Αιμόρφυτον, άτιμον, χωρίς είδος και κάλλος, εγκαταλελειμένον στο μίσος των ανθρώπων, αξιολύπητον.

Ο Θεός έγινε άνθρωπος από αγάπη στο πλάσμα του. Κι αυτό με περισσή αχαριστία τον ανέβασε πάνω στο Σταυρό. Ο Θεός εξήντλησε τα αποθέματα των ευεργεσιών του, και ο άνθρωπος εκόρεσε επάνω του την μανία του μίσους του. Ο Θεός εκάλεσε τον άνθρωπο να γίνη Θεάνθρωπος και αυτός «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς Ό Θεός εξηγόρασε τον άνθρωπο «εκ κατάρας του νόμου τω τιμίω του αίματι τω Σταυρώ προσηλωθείς και τη λόγχη κεντηθείς» και ο άνθρωπος με πείσμα του ηρνήθη την χάριν. «Απόστα απ’ εμοϋ, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι».

***

Αλήθεια, φίλοι μου, την ίδια φράσι που είπε τότε ο Πιλάτος δείχνοντας τον Ιησού στους όχλους, θα ημπορούσε κάλλιστα σήμερα να πη ο Ιησούς δείχνοντας όλους εμάς. Δείχνοντας μας με το δάκτυλο του, θα ημπορούσε να διακήρυξη:

Ίδε οι άνθρωποι.Ναι, ίδε οι άνθρωποι. Ιδέτε τους. Επαίρονται δια τις επιστημονικές και τεχνολογικές τους κατακτήσεις και ταυτόχρονα σφίγγονται από την αγωνίαν του αύριον. Το άγχος κυριαρχεί στις ψυχές των καθώς πλέουν μέσα στα αγαθά των. Εκέρδισαν την ύλην και έχασαν την ψυχή. Παρεδόθησαν στην σάρκα και ελησμόνησαν το πνεύμα. Αποπνευματοποιήθησαν σταδιακά κι εστέγνωσαν από κάθε πνευματική ικμάδα, μένοντας ξένοι προς τις πνευματικές εμπειρίες, που τροφοδοτούν τον έσω της καρδίας άνθρωπο, που ολοκληρώνουν την προσωπικότητα και δίνουν νόημα στη ζωή.

Ίδε οι άνθρωποι. Κυττάξτε τους. Τους εχάρισα όλα τα αγαθά της γης, τους ώρισα κορωνίδες της δημιουργίας, τους ετοποθέτησα βασιλείς της κτίσεως όλης. Όλα τα έθεσα στη διάθεσί τους, για να τα απολαμβάνουν όλοι, με αγάπη, με ενότητα και ομοφροσύνη. Και όμως, αυτοί χωρίσθηκαν σε τάξεις και παρατάξεις και οι μεν στερούν τα αγαθά από τους δε. Το κοινωνικό πρόβλημα βρίσκεται σε έξαρσι. Άλλοι μεθούν πάνω στη γη κολυμβώντας στην αφθονία και στην περίσσεια και άλλοι πεινούν και πεθαίνουν. Τα 2/3 του πληθυσμού της γης πεινούν, ενώ το 1 /3 καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής. Εξητμίσθη η αγάπη. Ο νόμος των συμφερόντων διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένας κυνισμός που προδίδει την ανθρωπιά και οδηγεί σε κατάντια τον άνθρωπο.

Ίδε οι άνθρωποι. Κυττάξτε τους. Μιλούν για ειρήνη και προετοιμάζουν πυρετωδώς τους εξοπλισμούς των. Τα εργοστάσια του μαζικού θανάτου εργάζονται πυρετωδώς, ενώ διασκέψεις οργανώνονται κάθε λίγο και λιγάκι για να κάψουν λιβανωτό στην ειρήνη, ενώ από τα παρασκήνια οι μεγάλοι ενισχύουν το άναμμα των πολεμικών πυρών και μεθοδεύουν την κλαγγή των όπλων. Στις τράπεζες των διαπραγματεύσεων μιλούν για αφοπλισμούς, ενώ πιστεύουν στους εξοπλισμούς. Σε μια δεδομένη στιγμή οι ίδιοι οι άνθρωποι θα αυτοκαταστραφούν, καθώς με την πίεσι ενός διακόπτου θα ολοκληρώσουν την καταστροφή του πλανήτη τους. φοβερή κατάντια για το τιμημένο πλάσμα του Θεού, που στην όμορφη ατμόσφαιρα της ειρήνης βρίσκει την ολοκλήρωσί του και την έκπλήρωσι των μύχιων πόθων του.

Ίδε οι άνθρωποι. Κυττάξτε τους. Μιλούν για ελευθερία και μεταξύ των καταδυναστεύονται. Άνθρωπος εκμεταλλεύεται άνθρωπο, τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατιούνται και βαναυσότητες επικρατούν. Συγκαλούν διεθνείς συσκέψεις τύπου Ελσίνκι και υπογράφουν αναγνωρίζοντας την ανθρώπινη αξία. Και πριν στέγνωση η υπογραφή τους κλείνουν τους αντιφρονούντες σε φοβερά στρατόπεδα, σε ψυχιατρικά άσυλα, αστυνομεύουν τη σκέψι, αρνούνται τις θρησκευτικές ελευθερίες. Λαοί ολόκληροι πάσχουν κάτω από καταπιέσεις απανθρωπιάς και το δίκαιο του ισχυροτέρου έχει γίνει νόμος. Για την ελευθερία γράφηκαν διθύραμβοι, και εν ονόματί της υψώθηκαν εκατόμβες. Και όμως δεν την απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι όπως θα έπρεπε. Δεσμά και αλυσίδες χαλκεύονται από τους δυνατούς για τους αδυνάτους και φίμωτρα κατασκευάζονται και μαρτύρια επινοούνται μόνο και μόνο για να στραγγαλισθή η ελευθερία και να υψωθή απειλητική η γροθιά της σκλαβιάς, που εξουθενώνει σώματα και ψυχές.

Ίδε οι άνθρωποι. Μιλούν για πολιτισμό και για πρόοδο. Και οι κοινωνίες τους υποφέρουν από αδίστακτους δολοφόνους, εκβιαστές, αναρχικούς, εξτρεμιστές. Φόβος και τρόμος τους έχει καταλάβει από τις αεροπειρατείες, τις απαγωγές, τις δολοφονίες, τιίς εκρήξεις, τις απειλές. Κατήντησε η ζωή στις μεγαλουπόλεις ένα μαρτύριο που η ανασφάλεια το επιτείνει και δημιουργεί αδιέξοδο. Πού είναι τώρα ο πολιτισμός των ευρωπαίων; Έπεσαν χαμηλά, γεύθηκαν τη βία, δοκιμάζουν κάθε μέρα την αναρχία. Και η κατάστασις επιδεινώνεται, λες και οι δυνάμεις της ανωμαλίας βάλθηκαν να εκριζώσουν και να αφανίσουν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Σκέψου κατάντημα, η Ιταλική μαφία ανέλαβε να ξεδιαλύνη την υπόθεσι της απαγωγής ενός πολιτικού, μπροστά στην αδυναμία του Κράτους να ανακάλυψη τους ενόχους.

Ίδε οι άνθρωποι. Κοιτάξτε τους. Μιλούν για ειλικρίνεια και τιμιότητα και ζητούν από τα παιδιά τους συμμόρφωσι σ’ αυτές. Αρέσκονται στα λόγια καιί στιίς θεωρίες. Εις την πράξιν όμως εφαρμόζουν την ψευτιά και την υποκρισία. Δύσκολη έγινε η ζωή τους. Δεν εμπιστεύεται ο ένας τον άλλον. Οι κοινωνίες έγιναν ζούγκλες και Σαχάρες. φυλάγεται ο ένας από τον άλλο. Μαρτύριο κατήντησε η κοινωνική συμβίωσι, που επιτείνεται με τις συμβατικότητες και τις ψευτοευγένειες που δείχνουν πνευματική φτώχεια και τίποτε άλλο.

Ίδε οι άνθρωποι. Κυττάξτε τους. Έμαθαν πολλά και τώρα με αρνούνται. Έγινε της μόδας η αθεΐα. Θεωρούν πως τους δίδει αξία, πως γίνονται προσωπικότητες. Και πιπιλίζουν στα στόματά τους παλιές ξεπερασμένες ανθρώπινες θεωρίες της αποστασίας, νομίζοντας πως προσβάλλουν εμέ. Και δεν κατανοούν, ότι, αντιθέτως, εγώ τους ηθέλησα υψηλά, κοντά μου, κι’ αυτοί προτιμούν την πεζότητα, τα χαμηλά.

Ίδε οι άνθρωποι. Ω, τους λυπάμαι. Έφθασαν σε αδιέξοδο. Δεν ξέρουν πώς να σωθούν. Απ’ εδώ η μόλυνσις του περιβάλλοντος, απειλεί να εξαλείψει τη ζωή από τον πλανήτη. Απ’ εκεί η μηχανοποίησι της ζωής και η μαζοποίησι του ανθρώπου θυσιάζει στον Μολώχ του κέρδους την αξία του ανθρώπινου προσώπου. Πιο πέρα η προσβολή της ηθικής τάξεως, με τις κάθε λογής ασχήμιες, με την έξαρσι του εγκλήματος, με το σώριασμα κατά γης της αρετής, έχουν καταντήσει τη ζωή μια δοκιμασία. Κι’ έπειτα η ιδεολογική σύγχυσι που χαρακτηρίζει την εποχή αυτή, τα ποικίλα αντιπνευματικά ρεύματα που μαστίζουν τους νέους και τους ώριμους, όλα μαζί χτυπούν κατακέφαλα τον δύστυχο άνθρωπο, τον εξουθενώνουν, τον οδηγούν στον τάφο. Τίποτε δεν φαίνεται ικανό να τον σώση. Ούτε η φιλοσοφία, ούτε η επιστήμη, ούτε το χρήμα, ούτε οι ανέσεις, ούτε η τεχνολογία. Όλα δοκιμάσθηκαν και απεδείχθησαν ανίκανα καθεαυτά να δώσουν λύσι στα υπαρξιακά προβλήματα των ανθρώπων και να υποδείξουν διεξόδους ζωής και σωτηρίας.

***

Αγαπητοί μου αναγνώσται.Τούτα τα λόγια τάβαλε ο Εσταυρωμένος Χριστός στο στόμα μου, θέλοντας να μας καλέση όλους μας σε στοχασμό και συλλόγισι. Αλήθεια έχουμε άραγε σκεφθή όσο πρέπει που μας ωδήγησε μέχρι σήμερα ο τρόπος της ζωής μας; Έχουμε σκεφθή ποια θέσι δώσαμε μέσα μας στον Κύριο; Έχουμε αναλογισθή αν τον έχουμε αναγνωρίσει προσωπικό μας Λυτρωτή και Σωτήρα; Ο δρόμος της ζωής μας -το βλέπουμε ήδη- είναι σπαρμένος με αγωνίες, με ανικανοποίητες εφέσεις, με το κενό. Απ’ το ένα μέρος αυτό. Και από το άλλο μέρος ο πελώριος Σταυρός του Χριστού, σύμβολο της αιώνιας αγάπης Του για μας και όργανο της σωτηρίας μας. Μακρυά από τον Σταυρό βλέπετε πώς καταντήσαμε. Απελπισμένοι, προδομένοι, ελεεινοί. Ας πλησιάσουμε με θάρρος και τόλμη τον Εσταυρωμένο, που σήμερα κρεμάται επί του ξύλου και υψώνεται στους ναούς. Ας τον ατενίσουμε με κατανυκτικό στοχασμό και με συναίσθημα. Ας αφήσουμε να του μιλήσει περισσότερο η καρδιά μας παρά το στόμα μας. Εκείνος δέχεται κάθε τι που θα του εκμυστηρευθούμε. Η αγάπη του δεν έχει όρια. Κοντά του θα βρούμε ό,τι μακριά του έχουμε χάσει. Την άξια μας, την ειρήνη μας, την ελευθερία μας. Ό,τι ποθεί η ουρανόπλαστη ψυχή μας. Είναι καιρός πια να σταματήσουμε την ξέφρενη πορεία της αρνήσεως. Όλοι μας, νέοι και μεγάλοι, άρχοντες και αρχόμενοι είναι καιρός να γυρίσουμε προς τα πίσω, να πλησιάσουμε τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή μας. Τα χέρια του είναι ανοικτά επάνω στον Σταυρό νια να μας δεχθούν. Αρκεί εμείς να κάμουμε το αποφασιστικό βήμα. Τι λέτε, φίλοι μου αναγνώσται, θα αρνηθούμε στον Κύριο μας αυτό το βήμα; Θα προδώσουμε την αγάπη του; Θα μείνουμε μακριά του αυτοκαταδικαζόμενοι; Ας απαντήσουμε με θάρρος και με γενναιότητα: Κύριε, προς τίνα άλλον απελευσόμεθα; Συ είσαι ο Λυτρωτής και Σωτήρας μας. Σε ευγνωμονούμε και σε αγαπούμε. Σε αναγνωρίζουμε αρχηγό μας. Ελθέ και μείνε μαζί μας. Και ώδήγησέ μας στην αλήθεια και στο φως. Σου το ζητούν τα παιδιά σου μετανοημένα και ειλικρινά. Κύριε κοντά Σου ζητούμε το πάν, γιατί εσύ είσαι για μας η Αρχή και το Τέλος, το Α και το Ω, η οδός και η αλήθεια και η ζωή.

 

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΛΥΤΡΩΜΟΥ ΜΑΣ

Η σημερινή Πέμπτη, δεν είναι σαν όλες τις άλλες. Είναι η Μ. Πέμπτη που μας φέρνει κοντά στο μαρτύριο και στο Πάθος του Κυρίου μας. Από σήμερα ξεχωρίζει καθαρά πια ο στημένος Σταυρός πάνω στον Γολγοθά, που θα κληθούμε απόψε στις εκκλησιές μας να προσκυνήσουμε με κατάνυξι και δάκρυα θερμά, Γι’ αυτό, ελάτε να σταθούμε ευλαβικά για λίγο κάτω από τον ματωμένο Σταυρό του Χριστού, για ν’ ακούσουμε τον Εσταυρωμένο μεγαλομάρτυρα της σωτηρίας μας να προφέρει τις τελευταίες του λέξεις, πού έχουν ιδιαίτερη αξία για μας, τα παιδιά του.

Οι επτά λόγοι του Σταυρού

Απ’ τη στιγμή που το άχραντο σώμα του λατρευτού μας Χρίστου ξαπλώθηκε πάνω στο Σταυρό, μέχρι τη στιγμή που η σταυρωμένη αγάπη παρέδωσε το πνεύμα, επτά λόγοι βγήκαν από το γλυκό και άκακο εκείνο στόμα του. Και είναι δικό μας καθήκον να ακούσουμε και σήμερα με ιερό δέος αυτούς τους λόγους, όχι μόνο γιατί είναι τα τελευταία λόγια του Κυρίου μας, που πρέπει να τα θυμόμαστε συχνά, αλλά και γιατί αποτελούν, θα έλεγε κανείς, την διαθήκη Του, την έκφρασι της μεγίστης Του δωρεάς προς την Εκκλησία και την ανακεφαλαίωσι όλης της διδασκαλίας Του.

*

Ο πρώτος λόγος ακούσθηκε τις πρώτες κιόλας στιγμές της σταυρώσεως. Κι ενώ πάνω σε κείνον τον λόφο αποκορυφώνεται η έσχατη κραιπάλη και μανία των ανθρώπων, που καρφώνουν, βρίζουν και βλασφημούν τον Αναμάρτητο, Εκείνος εκδηλώνει ανάμεσα απ’ τους φρικτούς πόνους του σώματος και της ψυχής Του την υπέρτατη αγάπη Του για τους παραστρατημένους. «ΠΑΤΕΡ, ΑΦΕΣ ΑΥΤΟΙΣ, ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ». Αυτή είναι η απάντησί Του στην ανθρώπινη κακία. Στην άβυσσο της ψυχικής πυρώσεως, αντιπαρατάσσεται το μεγαλείο της θείας συγγνώμης, που βρίσκει, στις τραγικές τούτες ώρες, λόγους αφέσεως και μεσιτείας για κείνους που, εκτροχιασμένοι από τη μέθη της έκδικήσεως και του φθόνου, είχαν αυτοκαταδικασθή στην ίδια την ταλαίπωρη συνείδησί τους, την βάναυσα κακοποιημένη. Ο πρώτος λόγος του Σταυρού είναι η έμπρακτη εφαρμογή και επικύρωσις του μοναδικού στον κόσμον όλο κηρύγματος που ακούσθηκε ποτέ στον πλανήτη μας. Του κηρύγματος της αφειδώλευτης και γνήσιας αγάπης προς όλους, και προς αυτούς ακόμη τους εχθρούς μας. Ήταν μια δέησι και ικεσία, με επίκλησι σαν ελαφρυντικού της αγνοίας, υπέρ των διωκτών και δημίων Του, έτσι για να αντηχεί έκτοτε σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης ο απόηχός της, εμπνέοντος τις μυριάδες των χριστιανών, που θα ήθελαν, μιμούμενοι τον αρχηγό Τους, να δείξουν πως μπορούν να νικούν το κακό με το καλό, τη μοχθηρία με την αγάπη, το συμφέρον με την ανιδιοτέλεια.

***

Ο δεύτερος λόγος του Σταυρού είναι απάντησις σε μια φωνή μετανοίας και πίστεως. Στη φωνή του ευγνώμονος ληστού, που ανοίγει τα μάτια του μπροστά στην υπέρτατη κένωσι του Θεού με τις πραγματικές της διαστάσεις την αιωνιότητα της Βασιλείας Του. «ΑΜΗΝ, ΛΕΓΩ ΣΟΙ, ΣΗΜΕΡΟΝ MET’ ΕΜΟΥ ΕΣΗ ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΑΔΕΙΣΩ». Ποια, άραγε, πιο αυθεντική μαρτυρία περιμένουν ν’ ακούσουν ή να βρουν ποτέ, όσοι με δυσπιστία στέκονται μπροστά στη μεταθανάτια οντολογική πραγματικότητα; Και πόσους, αλήθεια, θα καταδικάση και η μετάνοια η έστω όψιμος και η πίστις του ληστού αυτού, από εκείνους που παρά τις κατακτήσεις του Ιησού μένουν ακόμη άπιστοι. Ω ναι. Όταν τις πύλες του Παραδείσου διασκελίζει πρώτος ένας μέγιστος αμαρτωλός ανανήψας εγκαίρως, ποιος από μας τους ταλαίπωρους αμαρτωλούς της ζωής θα βρει ποτέ δικαίωσι για την εμμονή του στον κόσμο της αμαρτίας και της πτώσεως; Γιατί το παράδειγμα του ληστού όχι μόνο βεβαιώνει την ύπαρξι της ουράνιας Βασιλείας, αλλά και πείθει πως όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην αιωνιότητα αρκεί να το θελήσουν και ανάλογα να πράξουν όσο είναι καιρός.

***

Καθώς τώρα για τρίτη φορά ανοίγει το στόμα Του ο Εσταυρωμένος αφήνει να ξεπηδήσουν λόγοι στοργής και προνοίας για τη μητέρα Του. «Ιησούς ουν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα, ον ηγάπα, λέγει τη μητρί αυτού: ΓΥΝΑΙ, ΙΔΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ. Είτα λέγει τω μαθητή ΙΔΟΥ Η ΜΗΤΗΡ ΣΟΥ». Καμιά μητέρα στον κόσμο δεν έδειξε τόση στοργή για το παιδί της, και καμιά μητέρα δεν δέχθηκε τόση στοργή από το παιδί της, όσο η Παναγία. Κι έπρεπε στις τραγικές τούτες ώρες της μεγάλης Του οδύνης να μιλήσει τόσο εύγλωττα ο Ιησούς, για ν’ αφήση σαν παρακαταθήκη σε όλους μας την ανάγκη για ισόβιο σέβας και φροντίδα για κείνους, που μας χάρισαν τη ζωή.

Ο τέταρτος λόγος του Χριστού απ’ τον Σταυρό έχει μιαν ανείπωτη τραγικότητα και δυσθεώρητο βάθος και πλάτος. «ΘΕΕ ΜΟΥ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΙΝΑ ΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΙΠΕΣ;». Αυτός είναι ο δυσκολότερος λόγος, που κρύβει μέσα του ωκεανό θεολογίας. Πολλοί τον εξήγησαν σαν ξέσπασμα απελπισμού. Άλλοι σαν γογγυσμό και άλλοι σαν απογνώσεως φωνή. Όχι. Ο Κύριος δεν εγόγγυσε όταν τον εγκατέλειψαν οι φίλοι, ούτε όταν τον κατεδίκασαν αδίκως, ούτε όταν τον εμαστίγωσαν. Παραπονείται τώρα για κάτι που του κοστίζει ακριβά. Κι αυτό είναι ο χωρισμός Του, έστω και πρόσκαιρος, από τον ουράνιο Πατέρα. Ένας χωρισμός που οφείλεται στην αμαρτία, που θεληματικά σηκώνει στους ώμους Του ο αναμάρτητος. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σημειώνει σε μια του επιστολή πως ο Χριστός έγινε για χάρι μας κατάρα. Και η έκφρασις αυτής της κατάρας φάνηκε στους λόγους Του αυτούς, πού είναι ένα αυθόρμητο .ξέσπασμα ψυχικού πόνου για την εγκατάλειψι του Πατέρα, για το αβυσσαλέο χάσμα που ανοίγει ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό η αμαρτία. Και να σκεφθή κανείς με πόση ευκολία εμείς δουλεύουμε στην αμαρτία και αψηφούμε αυτή της την συνέπεια.

***

Μια και μόνη λέξις είναι ο πέμπτος κατά σειράν λόγος του Χριστού. Μικρή αλλά περιεκτική. «ΔΙΨΩ». Ήταν μια δίψα βασανιστική, σωματική δίψα, απότοκος της αιμορραγίας και του μαρτυρίου. Αλλά ήταν και μια άλλη ψυχική δίψα του Εσταυρωμένου. Η δίψα να ιδή τα αποστατήσαντα παιδιά Του να επιστρέφουν κοντά Του. Η δίψα για την σωτηρία των σταυρωτών Του, για την εξάπλωσι του Ευαγγελίου, για τον ορθό προσανατολισμό των ανθρώπων, για την αξιοποίησι των νέων, για την ανάδειξι εκλεκτών ποιμένων στην Εκκλησία Του, για την παγίωσι της ειρήνης στον κόσμο. Ήταν δίψα για πνευματικές κατακτήσεις, για την επιβολή της αγάπης παντού, για την στερέωσι της πραγματικής δικαιοσύνης στις διανθρώπινες και διεθνείς σχέσεις, για τη θεμελίωσι του πολιτισμού πάνω στην κρηπίδα της εν Χριστώ ελευθερίας, για την αναχαίτισι του βαρβαρισμού, για την επικράτησι της αλήθειας. Ηταν ακόμα δίψα για τη δικαίωσι των ανθρώπινων προσδοκιών, για την κατίσχυσι της αρετής, για τη λάμψι του φωτός στην οικουμένη. Κι είναι ώρα τώρα να διερωτηθούμε αν ύστερα από 2.000 χρόνια σήμερα μπορούμε να λέμε πως αυτή Του η δίψα έσβυσε, ή αν αντίθετα τα γεγονότα μας αναγκάζουν να παραδεχθούμε πως ο Ιησούς και σήμερα ακόμα διψάει…

***

«ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ». Είναι ο προτελευταίος λόγος της αγωνίας του Σταυρού. Όλα πια ετελείωσαν. Το φοβερό μαρτύριο, με τους εμπαιγμούς, τις ειρωνείες, το μαστίγωμα, την προδοσία, την εγκατάλειψι, τους πόνους, τη χολή. Το ποτήρι της πίκρας το ήπιε μέχρι τέλους. Όλα πια τέλειωσαν. Το γιγάντιο έργο της λυτρώσεως. Ο διάβολος νικήθηκε. Ο νόμος παρήλθεν, η χάρις εξέλαμψεν, όπως ψάλλει εττινίκια η Εκκλησία. Το αίμα του Χριστού μας εξηγόρασε από τη δουλεία της αμαρτίας. Όλα τώρα τέλειωσαν. Οι προφητείες εκπληρώθηκαν κατά γράμμα, το θέλημα του Πατέρα έγινε, ο κόσμος όλος σώθηκε. Και δεν μένει πια παρά ο τελευταίος λόγος.

***

«ΠΑΤΕΡ, ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΣΟΥ ΠΑΡΑΤΙΘΕΜΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΟΥ». Αυτός ο λόγος είναι μια Φωνή θριάμβου. Με αυτήν ο Χριστός διακηρύσσει πως νίκησε την αμαρτία. Αποθνήσκει όχι γιατί το θέλουν οι εχθροί Του, αλλά γιατί το θέλησεν αυτός. Και τώρα παραδίδοντας το σώμα Του στον θάνατο, γίνεται ο ίδιος κυρίαρχος του θανάτου. Γι’ αυτό του Κυρίου ο θάνατος γίνεται Ζωή, που διοχετεύεται στις αγωνιζόμενες ψυχές και χαρίζει τη δυνατότητα της νίκης στην κονίστρα της ζωής.

 

«ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΧΡΙΣΤΕ»

Πλημμυρισμένοι απόψε οι ναοί μας, από ευσεβή κόσμο αγαπητοί μου αναγνώσται, που σιγηλά συμμετέχει στο φρικτό μαρτύριο του Αθάνατου Αρχηγού μας του Ιησού, μοιάζουν σαν τεράστια έμψυχα θυμιατήρια που αναδίδουν μεσ’ απ’ το κέντρο της γης τον ουρανομήκη λιβανωτό της λατρείας μας για Κείνον, που από ξεχωριστή και αφειδώλευτη αγάπη για μας κρέμεται από τον Σταυρό αγκαλιάζοντας όλη την φύσι. Τούτη η άγια και μεγάλη Μέρα, τυλιγμένη καθώς είναι στα πένθιμα πέπλα του θρήνου μας για τον Εσταυρωμένο Σωτήρα του κόσμου, που θα στηθή και πάλιν καταμεσίς των ναών, εγγίζει τα μύχια μας και μιλάει στις καρδιές μας με την γλώσσα της κατανύξεως και με τους βωβούς κι’ αλάλητους στεναγμούς που μας πνίγουν κάθε στιγμή, σαν αναλογισθούμε τα σεπτά Πάθη του Χριστού μας. Δυο πράγματα, λέει ο γνωστός εκκλησιαστικός ρήτορας των χρόνων της Τουρκοκρατίας Επίσκοπος Ηλίας Μηνιάτης, δυο πράγματα συγκλονιστικά και περίεργα είδε ποτέ ο κόσμος. Ένα Θεό που έγινε άνθρωπος, κι’ αυτόν τον ίδιο Θεό και άνθρωπο να ανεβαίνει πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία του κόσμου. Στ’ αλήθεια, κάποιο απροσπέλαστο μυστήριο κρύβεται πίσω απ’ τον Σταυρό. Γιατί αυτό που βλέπουμε σήμερα ξεπερνάει τα μέτρα της ανθρώπινης σκέψεως και γίνεται αληθινό μυστήριο για όσους δεν διαθέτουν τα φτερά της πίστεως για να πετάξουν στους αιθέρες των αποκαλυπτικών πτερυγισμών καί για να εγγίσουν την άκρη αυτού του μυστηρίου. Όταν κανείς βρίσκεται μπροστά σε τόσο συγκλονιστικές εμπειρίες, όταν βλέπει μπροστά του το σκάνδαλο του Σταυρού, όταν αντικρίζει έστω και προσωρινό το μεσουράνημα του κακού, κυριεύεται από μιαν εύγλωττη σιωπή, που μαρτυρεί .πολύ περισσότερα απ’ όσα θα ημπορούσε να μας πει σήμερα ο καλύτερος ρήτορας της Εκκλησίας. Σε τέτοιες στιγμές ταιριάζει περισσότερο το κλίμα της ήπιας κατανύξεως, που σου γεμίζει με άγιο δέος την ψυχή και με δάκρυα καυτά τα μάτια, που σου ανοίγει μυστηριώδεις διεξόδους ζωής και που σου εξασφαλίζει βιώματα πρωτόγνωρα στο νου και στην καρδιά.

***

Βιωματική ενόραση

Παρ’ όλα αυτά δεν θάθελα να αφήσω χωρίς κάποιο σχολιασμό απόψε το μεγάλο μυστήριο της Σταυρώσεως, χρησιμοποιώντας όσο γίνεται λιγότερα λόγια, μόνο και μόνο για να μη ταράξω τις ανεπανάληπτες στιγμές που οι ψυχές μας ζουν αυτή ιδιαίτερα τη μέρα μέσα στον γνόφο που δημιουργούν τα διαδοχικά γεγονότα του Πάθους, όπως τα αναπαριστά στη μνήμη μας η Εκκλησία, καλώντας μας σε συμμετοχή. Στην πιο μεγάλη έξαρσί της απόψε η ορθόδοξη υμνογραφία σε γνήσια έκφρασι που της εξασφαλίζει η ποιοτική χάρις της έκκλησιαστικής μελωδίας, με τις παθητικές της δυνατότητες, μας προσφέρει το έδαφος για να στερεωθούμε όχι μόνο στην ενατένισι, αλλά και στην ενόρασι που αξιώνουν από τον καθένα μας τα Πάθη τα Σεπτά. Η πατερική εξ άλλου Παράδοσις της Ορθοδοξίας μας, βυθισμένη μέσα στον ωκεανό των συναισθημάτων αλλά και του δογματικού μας πλούτου, αμιλλάται κι’ αυτή την προσπάθεια για υποβοήθησί μας στη συνειδητότερη μέθεξι των μεγάλων αληθειών πού κρύβονται κάτω και πίσω απ’ τον Σταυρό του Κυρίου. Μια ολόκληρη παράταξι, μια θεία παρεμβολή άγιων μορφών παρελαύνει αυτή τη μέρα από εμπρός μας, και καθώς μας προσπερνάει λιτανευτικά, αφήνει η κάθε μια το δικό της το λουλούδι σαν συμβολή αξεπέραστη σε κείνο που οι καρδιές μας ζητάνε. Κι ύστερα όλο το λειτουργικό, το θαυμάσιο σε σύλληψι περίγραμμα της ημέρας, με το θάμβος της Ακολουθίας, τη λιτή μεγαλοπρέπεια των λειτουργών, την παραστατικότητα των κινήσεων, την ευωδιά του λιβανιού, το μισοσκόταδο των κανδηλιών, με όλα όσα το ένα κοντά στο άλλο συνθέτουν της βραδυάς αυτής το βαθύ και υψηλό μεγαλείο, μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τις στιγμές της αδυναμίας μας και να σταθούμε μπροστά στο Σταυρό με συντριβή, με συναίσθησι, με σωτήριες αποφάσεις.

«Εξηγόρασας ημάς… »

Συνηθίζουμε να λέμε πως ο Χριστός ανέβηκε επάνω στο Σταυρό πληρώνοντας με τον θάνατό του τα λύτρα της σωτηρίας μας. Αυτό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Όμως πολύ φοβούμαι ότι το έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, που δεν μας κάνει πια τόση εντύπωσι, όση στα παληά τα χρόνια. Τότε η ευσέβεια μας ήταν πιο απλοϊκή κάτω από την απροσποίητη ευλάβεια των γονηών μας, που μη ξέροντας ίσως τα δικά μας γράμματα, έβλεπαν με πιστότερο μάτι τα θεϊα γεγονότα κι εζούσαν μυστικά μέσα τους την εξάρτησί τους από το Θεό. Τώρα εμείς γίναμε πανεπιστήμονες, τεχνοκράτες, λογοκόποι και γι’ αυτό στεκόμαστε με συλλόγισι μπροστά στ’ άπατα νερά των θείων βουλών, χωρίς τη δύναμι να ρίξουμε άγκυρα για να στηριχθούμε και να μη χαθούμε. Ωστόσο το νόημα της μέρας αυτής, που όλη κυριαρχείται από τη μεγαλειώδη σκιά του Σταυρού και του Εσταυρωμένου, βρίσκεται στην απέριττη διατύπωσι ενός καθίσματος που θα ακουσθή απόψε στην ιερή Ακολουθία. Σε δεύτερο πρόσωπο απευθύνεται προς τον Εσταυρωμένο ο ποιητής και του λέγει; «Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω τιμίω σου Αϊματι, τω Σταυρώ προσηλωθείς και τη λόγχη κεντηθείς, την άθανασίαν επήγασας ανθρώποις Σωτήρ ημών, δόξα Σοι». Μιλάει εδώ ο εμπνευσμένος υμνογράφος για μια εξαγορά. Πρόκειται για τη φρικτή πραγματικότητα που ο αδυσώπητος νόμος της αμαρτίας δημιουργεί μέσα και γύρω μας. Η ζωή της αμαρτίας είναι θάνατος, είναι δεσμά αιχμαλωσίας, είναι αναίρεσις της ανθρώπινης αξίας και ελευθερίας, είναι ατιμία και καταισχύνη. Αυτό δεν είναι μια απλή θεωρητική θέσις. Έχει τις προεκτάσεις της πάνω μας και γύρω μας. Κάθε φορά που κάνουμε παραχωρήσεις στον κόσμο της φθοράς, όπως λέγεται ηή αμαρτία, νοιώθουμε μέοα μας να χαλκεύωνται τα σιδερένια και ανυπόφορα δεσμά, που μας εμποδίζουν από τις ανώτερες σφαίρες πνευματικότητος και μας αναγκάζουν να συρώμαστε στα βαλτόνερα της ποικίλης κακίας που μαυρίζει τις καρδιές μας. Οι συνέπειες αυτές είναι η αντανάκλασις του χωρισμού και της απομακρύνσεώς μας από τον πατέρα μας Θεό, πράγμα που συχνά συμβαίνει στη ζωή μας αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές μας κερδίζει ο διάβολος και μας καταχωρίζει στους πίνακες των δούλων του. Αλλά οι δούλοι του διαβόλου είναι αληθινοί δέσμιοι της αμαρτίας, ενώ οι δούλοι του Θεού, είναι απελεύθεροι της χάριτος. Την πρώτη δουλεία την έχουμε νοιώσει πολλές φορές. Τότε που μας καταλαμβάνει μια αθυμία, που μας κυριεύει η απελπισία, που νοιώθουμε τον κόσμο να χάνεται μπροστά στα μάτια μας, πού αποπροσανατολιζόμαστε από την αληθινή μας πορεία, που σπαταλάμε τις δυνάμεις μας στο κακό, που φουσκώνουν τα πνευμόνια μας από στεναγμούς και γόους. Ναι, στις περιπτώσεις αυτές μοιάζουμε σαν να έχουμε χάσει τα νερά μας, μας λείπει η παρηγοριά που χαρίζει στις καρδιές η βεβαιότητα της θείας παρουσίας. Είμαστε σιδηροδέσμιοι κατάχαμα, κατά γης, χωρίς ελπίδες σωτηρίας. Και τότε γίνεται η εξαγορά. Κάποιος που δεν έπαυσε να μας αγαπά και όταν εμείς τον προδώσαμε, πληρώνει τα λύτρα μας και μας ελευθερώνει. Αυτό είναι η χάρις που στέκεται απέναντι στον αδυσώπητο νόμο. Και η χάρις αυτή, ο εξιλασμός απορρέει από το Αϊμα του Χριστού, που σήμερα τον βλέπουμε και τον νοιώθουμε πιο κοντά μας καθώς θα τον προσκυνήσωμε στους ναούς μας πάνω στον Σταυρό του. Αλλά η λυτρωτική προσφορά του Χριστού μας δεν εξαντλείται μόνον στην εξαγορά και στην απελευθέρωσι. Προχωρεί κατά βάθος και αναιρεί όλο τον κόσμο της φθοράς, μεταστοιχειώνοντας τον σε κόσμο της αφθαρσίας. Έτσι τον θάνατο διαδέχεται η ζωή και την προσωρινότητα η αθανασία. Ω, πόσον ευγνώμονες πρέπει να είμαστε στον Κύριο μας, σαν θυμώμαστε τις δωρεές του αυτές και τα χαρίσματα που μας έδωσε χωρίς ανταπόδομα. Θα πρέπει να είναι πέτρινες οι καρδιές μας, σαν θα επιμείνουν να στέκωνται μακρυά από τη λυτρωτική του θυσία, που σφραγίστηκε με το ίδιο του το Αίμα. Μαζί με την εξαγορά μας εξησφάλισε την αθανασία κοντά του. Έτσι είμαστε όχι πια τέκνα οργής και κατάρας, γίναμε πια κατά χάριν υιοί και κληρονόμοι της Βασιλείας.

***

Αγαπητοί μου αναγνώσται, το Πάθος του Κυρίου που ζούμε έντονα αυτές τις μέρες, δεν πρέπει να φύγει για μας ανεκμετάλλευτο. Οι λόγοι Του πάνω απ’ το Σταυρό πρέπει να αφήσουν ίχνη μέσα στις καρδιές μας. Κάθε τι που υπέμεινε ο Κύριος και κάθε τι που είπε στη διάρκεια του εκουσίου Πάθους Του είναι γεγονός πολυσήμαντο. Ω, ναι. Θα ήθελα να κλείσω την επαφή μας απόψε επαναλαμβάνοντας τα λόγια του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου σε μετάφρασι. «Εξεδύθη τα ιμάτια και ενεδύθη την πορφύραν, δια να εκδύση τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως οπού εφόρεσεν ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Κάλαμον έλαβεν ο Κύριος εις την δεξιάν, ως σκήπτρον, δια να θανατώση τον αρχαίον όφιν και δράκοντα. Έλαβε κάλαμον δια να υπογράψη βασιλικώς με το κόκκινον αίμα του το γράμμα της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας, καθότι και οι βασιλείς με κόκκινον κιννάβαρι υπογράφουσιν. Εις το ξύλον εσταυρώθη δια το ξύλον της γνώσεως. Έλαβε την γεϋσιν της χολής και του όξους, δια την γλυκείαν γεύσιν του καρπού του απηγορευμένου. Έλαβε τα καρφία δια να καρφώση την αμαρτίαν. Άπλωσε τας χείρας εις τον Σταυρόν διά να ιατρεύση το άπλωμα των χειρών του Αδάμ και της Εύας, οπού εποίησαν εις το απηγορευμένον ξύλον, και δια να ενώση τα μακράν διεστώτα, αγγέλους και ανθρώπους, ουράνια και επίγεια. Έλαβε τον θάνατον, διά να θανάτωση τον θάνατον. Ετάφη δια να μη στρεφώμεθα πλέον ημείς εις την γην, ως το πρότερον… Εσκοτίσθησαν οι φωστήρες, δια να φανερώσουν ότι πενθούσι τον Σταυρωθέντα. Αι πέτραι εσχίσθησαν διότι έπασχεν η πέτρα της ζωής. Εις το ύψος του Σταυρού ανέβη, δια το πτώμα οπού επαθεν ο Αδάμ. Και τελευταίον ανέστη, δια την ιδικήν μας ανάστασιν». Αυτά όλα, αγαπητοί μου, ας θυμηθούμε σήμερα. Κι’ ατενίζοντας τον Εσταυρωμένο, πίσω απ’ τους συμβολισμούς των λόγων Του, ας ξεχυθούμε σε κατάνυξι και θερμή αγάπη, κι’ απ’ τα βάθη της ψυχής μας ας ψελλίσουμε κι’ εμείς μαζί με τον εκκλ. υμνωδό: «Προσκυνούμεν Σου τα πάθη Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου ανάστασιν».

ΧΡΙΣΤΟΣ, Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ

Mε αισθήματα κατανύξεως, αγαπητοί μου αναγνώσται, πλημμυρίζουμε και πάλιν σήμερα τους ναούς μας, για να εκδηλώσουμε την λατρεία μας στον Νυμφίο της Εκκλησίας μας, τον «ωραίον κάλλει παρά πάντας βροτούς». Τίς μέρες αυτές, ιδιαίτερα, δονείται η καρδιά μας από γλυκά και θερμά συναισθήματα αφοσιώσεως προς τον λατρευτόν Κύριο, που βαδίζει «επί το εκούσιον Πάθος» για την ιδική μας σωτηρία. Και είναι ευλόγα τα αισθήματα της κατανύξεως που κυριαρχούν μέσα μας καθώς ατενίζαμε τον αιματόβρεκτο Σταυρό του και με ταπείνωσι περισσή προσκυνούμεν τα Άχραντα Πάθη Του.

 

Είναι ο Θεός μας

Για μας ο Ιησούς δεν είναι ο καλός διδάσκαλος με την όμορφη διδασκαλία που μπορεί να διεκδίκηση μια θέσι ανάμεσα σε άλλους μύστες της ανθρωπότητας. Για μας δεν είναι ένας παράξενος ταξιδιώτης, που εποίκιλλε την ζωή Του με θαύματα που τόσο είχαν εντυπωσιάσει. Ούτε είναι για μας ο Κύριος, ένας, έστω και ο καλύτερος, από τους φιλοσόφους πού εγνώρισε ποτέ ο πλανήτης μας. Για μας αντιθέτως ο Χριστός είναι ο αιώνιος βασιλεύς των καρδιών μας, είναι η αστείρευτη πηγή της ευτυχίας μας, είναι ο αληθινός Θεός μας, προς τον οποίον ατενίζουμε με προσδοκία λυτρωτική. Ο Χριστός μας είναι ο λυτρωτής μας από τα δεσμά της αμαρτίας, είναι ο αποκαταστήσας τις σχέσεις μας με τον ουρανόν. Είναι «ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας».

Πολλοί θέλησαν να αμφισβητήσουν την αλήθεια της παρουσίας του στον κόσμο καθώς και την θεία προέλευσι και ιδιότητά του. Κι ενώ για μας που πιστεύουμε η γέννησις, η διδασκαλία, τα πάθη και η ανάστασίς Του είναι οι θριαμβευτικοί σταθμοί της επίγειας παρουσίας του Θεού, για άλλους όλα αυτά εντάσσονται στα ανθρώπινα πλαίσια ή είναι γεννήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Ανεξάρτητα όμως από την θεία ιδιότητα του Λυτρωτού μας, η ιστορικότητά Του είναι τόσο βαθειά θεμελιωμένη με πηγές εξωχριστιανικές και χριστιανικές, που σήμερα τουλάχιστον κανένας σεβόμενος τον εαυτό του επιστήμονας δεν την αμφισβητεί.

 

Προκρούστειος μέθοδος

Διαφορετικήν μέθοδον ακολούθησαν άλλοι αρνητές, όπως ο Ερν. Ρενάν (1823-1892) πού θέλησε να όρθολογιστικοποιήση τα Ευαγγέλια, παρά το ότι παραδεχόταν ότι ή ανθρωπότητα έχει ανάγκη μιας υπερβατικής θρησκείας. Γι’ αυτό καί δέχθηκε δ,τι μπορούσε φυσικά να ερμηνευθή, απορρίπτοντας τα θαύματα. Την μέθοδο αυτή δέχθηκαν καί πολλοί άλλοι από τους προτεστάντες θεολόγους, πού δεμένοι στο άρμα του ορθολογισμού, δέχθηκαν από τα Ευαγγέλια ό,τι μπορούσε το ανθρώπινο μυαλό να κατανόηση. “Ετσι πετάχθηκε έξω το υπερφυσικό στοιχείο, πού έχει την αναφορά του στην πίστι, και η θρησκεία έγινε ένα ανθρώπινο σύστημα, προσιτό στην ανθρώπινη διάνοια. Αξίζει όμως να σημειωθή πως οι θιασώτες αυτής της θεωρίας δέχονται την ιστορική ύπαρξι του Χριστού και των Αποστόλων, καθώς και όλο το περίγραμμα των Ευαγγελίων, πράγμα που τους φέρνει σε βαθειά ρήξι με τους οπαδούς της μυθικής θεωρίας. Ωστόσο και των δύο ο στόχος είναι η αποδυνάμωσις του υπερφυσικού, δηλ. του θείου στοιχείου από το πρόσωπο του Κυρίου, πράγμα που στην ουσία κατακρημνίζει όλη Του τη θεότητα.

 

Οι σωστές διαστάσεις του έργου Του

Ωστόσο στο διάβα των αιώνων δεν έλειψαν εκείνοι που υπηρετώντας την άρνησι, δούλεψαν με πάθος στην αμφισβήτησι, προκειμένου να παρουσιάσουν τον Χριστό σαν φανταστικό πρόσωπο, ή το πολύ σαν θεωριολόγο κάποιας εμβελείας, ή και υπηρέτη κάποιου ύποπτου σχεδίου για την … επέκτασι του ιουδαϊσμού. Πρώτος εκ των νεωτέρων ο καθηγητής Χ. Ραϊμάρους στο Αμβούργο (1694-1768) αρνήθηκε τα θαύματα του Κυρίου και τον εθεώρησε σαν μεσσιανικό διεκδικητή της εξουσίας όπως περίπου οι σύγχρονοι εθνικιστές. Κάτω από το πρίσμα αυτό είδε όλη του την δραστηριότητα, παραγνωρίσας όμως, όπως είναι φυσικό, τα βασικώτερα σημεία της διδασκαλίας Του, που σαφώς απέκλειαν κάθε, από μέρους Του, διεκδίκησι της κοσμικής εξουσίας. Η θεωρία αυτή γρήγορα λησμονήθηκε, ωστόσο τώρα τελευταία βρίσκονται που και που διάφοροι που την αναμασούν είτε έτσι όπως την είπαμε, είτε και ελαφρά παρηλλαγμένη. Σαν παράδειγμα αναφέρω το βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου με τίτλο: «Αντιγνώση – Τα δεκανίκια του Καπιταλισμού» όπου υποστηρίζεται ή άποψις πως ο Χριστός εξυπηρέτησε ένα σχέδιο επεκτάσεως του ιουδαϊσμού. Και μόνο το γεγονός ότι ο ιουδαϊσμός κατεπολέμησε με λύσσα τον Χριστιανισμό, είναι, νομίζω, αρκετό για να διάλυση την άποψι αυτή, που αν ήταν αληθινή θάπρεπε να μας φέρη μπροστά στο φαινόμενο μιας συνεργασίας μεταξύ των δύο, πράγμα που εδώ και 2.000 χρόνια δεν έχει κατορθωθή.

Η ιστορικότητα Του

Αλλά υπήρξαν και εκείνοι πού αρνήθηκαν ολότελα την ύπαρξι του Ιησού και την ιστορικότητα Του. Είναι οι υποστηρικτές της «μυθικής θεωρίας» όπως ο κόμης Βολνέ (1757-1820) που εις το έργο του «Τα ερείπια ή σκέψεις επί των ανατροπών των αυτοκρατοριών» υπεστήριζε πως όλες οι θρησκείες είναι ουσιαστικά μία και προέρχονται από την τάσι του ανθρώπου να αναζητά προστασία σε υπερφυσικές δυνάμεις. Την άποψι αυτή στα νεώτερα χρόνια υπεστήριξαν και οι Μαρξ και Λένιν. Κατά το «Αλφαβητάριον» «η ιδέα του Θεού είναι παιδαριώδης αντίληψις, την οποίαν διαψεύδει η πείρα» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Το λυκόφως του Μαρξισμού σ. 86). Η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια μας πληροφορεί πως «οι κλασσικοί του Μαρξισμού-Λενινισμού χαρακτηρίζουν την θρησκεία σαν μια εξαιρετικά ραφιναρισμένην εφεύρεση των παπάδων « (Μεγ. Σοβ. Έγκυκλ. Β’ έκδ. Μόσχα 1948 τόμ. Ε’ σ. 336-337).
Η ίδια επίσης Εγκυκλοπαίδεια μας λέει ότι ο Χριστός είναι «ο μυθικός ιδρυτής του Χριστιανισμού» (τόμ. 17, σ. 523), ότι η Παναγία είναι «Θεά-μητέρα μυθική, η οποία, κατά τας θρησκευτικός αντιλήψεις, εγέννησε θαυματουργικώς ένα Θεόν» (τ. 5, σ. 356), ότι ο Παύλος ήταν «ένας από τους μυθικούς χριστιανούς αποστόλους», ότι οι Απόστολοι «όπως και ο Ιησούς Χριστός είναι πρόσωπα μυθικά» (τόμ. 2, σ. 521). Και ο έλληνας ιστορικός Γ. Κορδάτος στο βιβλίο του «Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός» υποστηρίζει ότι «για μας τα πρόσωπα Ιωάννης και Ιησούς είναι μυθικά» (σ. 260). Βεβαίως δεν ήταν τότε η πρώτη φορά που ακούσθηκεν η θεωρία αυτή. Γιατί η μυθική εκδοχή περί του Χριστού, εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, επανελήφθη δε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Σάρλ Ντυπυΐ (1742-1809) και αργότερα από τον Δαυίδ Στράους (1808-1874) με διάφορες παραλλαγές, και από τον Μπρούνο Μπάουερ (1809-1882) που μας πληροφόρησε πως ο χριστιανισμός γεννήθηκε στην φαντασία του ευαγγελιστού Μάρκου κατά τον β’ αιώνα.

 

Αληθινά Θεάνθρωπος

Σήμερα δεν υπάρχει επιστήμων άξιος του ονόματος του, που να αρνήται τα βασικά στοιχεία των ευαγγελικών διηγήσεων ή να αμφισβητή την ιστορικότητά τους. Δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στον κόσμο, που να υπέστη τόση κριτική βάσανο όσο η Βίβλος. Και δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στον κόσμο, που να επιβεβαιώνεται από την επιστήμη, όσο η Βίβλος. Πράγματι έρευνες ιστορικές πάνω σε παπύρους, έρευνες φιλολογικές πάνω σε χειρόγραφα, έρευνες επιστημονικές πάνω σε αρχαιολογικά ευρήματα έρχονται κάθε τόσο να προσφέρουν και ένα καινούργιο στοιχείο, που επιβεβαιώνει την αλήθεια των γραφικών διηγήσεων και την ακρίβεια τους. Αλλά δεν είναι εδώ η καρδιά του προβλήματος. Σήμερα, όπως είπαμε κανείς σοβαρός επιστήμονας δεν αμφισβητεί την ιστορικότητα των θείων προσώπων. Το βάρος πέφτει αλλού, στην παραδοχή του Ιησού Χριστού σαν Υιού και Λόγου του Θεού και στην κατάφασι στο υπερφυσικό στοιχείο που δικαιώνεται με την πίστι. -Και βέβαια το ζήτημα αυτό δεν είναι επιστημονικό, γιατί δεν ανατέμνεται, ούτε αποδεικνύεται με το πείραμα. Τα θέματα αυτά ευρίσκονται έξω του ελέγχου της επιστημονικής έρευνας. Αποτελούν αντικείμενο πίστεως και ζουν στις καρδιές των χριστιανών. Ναι, έτσι είναι. Θα ήταν ματαιοπονία να θέλαμε να επιστρατεύσουμε τις επιστημονικές μας γνώσεις για να πείσουμε κάποιον ότι ο Χριστός είναι Θεός. Για μας που πιστεύουμε αυτό είναι δεδομένο. Μας αρκεί η αποκάλυψι της αλήθειας, όπως μας έχει παραδοθή στην Αγ. Γραφή. Οι άλλοι, που αμφιβάλλουν, θα πρέπει να αναλάβουν τον κόπο να συνομιλήσουν εμπιστευτικά με τον εαυτό τους σε μια μυστική συνάντησί τους. Τότε θα λάμψη ίσως μέσα τους το φως της πίστεως και θα τους δοθή σαν δώρο η δυνατότητα να παραδεχθούν, χωρίς πολυπραγμοσύνη, την θεία ιδιότητα του Λυτρωτού μας. Είναι δώρο του Θεού η πίστι. Και πρέπει να την ζήτηση ο άνθρωπος για να του δοθή. Ο Βίκτωρ Ουγκώ πεθαίνοντας σε βαθειά γηρατειά έλεγε: «Αισθάνομαι την μέλλουσαν ζωήν εν εμοί. Νομίζουν ότι η ψυχή είναι προϊόν των σωματικών δυνάμεων, αλλά τότε διατί η ψυχή μου είναι επί τοσούτον διαυγεστέρα, εφ’ όσον αι σωματικαί μου δυνάμεις καταπίπτουν; Επί της κεφαλής μου είναι ο χειμών, άλλ’ εν τη καρδία μου είναι αιώνιος άνοιξις. Ο τάφος δεν είναι οδός άνευ εξόδου, αλλά δίοδος ϊνα ανοίξη με το φως της πρωίας. Η δίψα δια το άπειρον αποδεικνύει την ύπαρξιν του απείρου». Και ο Ρενάν στο τέλος του βιβλίου του «Ο βίος του Ιησού» παραδίδεται σε ένα άνευ προηγουμένου εγκώμιον για τον Χριστόν, σαν νικητή και βασιλέα των καρδιών.

 

Θρόνος Του οι καρδιές

Πράγματι. Η νίκη του Ιησού είναι επί των καρδιών. Εκεί βασιλεύει και εκεί εξουσιάζει. Οι πολέμιοί Του ήλθαν και έφυγαν. Ενδεχομένως θα έλθουν και άλλοι και θα παρέλθουν και αυτοί ή θα ανανήψουν και μετανοούντες θα συρθούν μπροστά στον Σταυρό Του. Εκείνος όμως θα εξακολούθηση να βασιλεύη στίς καρδιές των ιδικών Του, που με απλότητα τον δέχονται ως Θεόν και Σωτήρα. Θα γοητεύη με την γλυκύτητά του τις ανθρώπινες υπάρξεις, τιθασεύοντας και αυτούς τους αντιπάλους του. Θα ξεπερνάη τα μέτρα του χρόνου και θα επιβιώνη εις πάντας τους αιώνας, χωρίς να γερνά ή να αφανίζεται. Πάντα νέος και ευτυχής, θα αιχμαλωτίζη καρδιές και θα αναδεικνύεται αιώνιος νικητής. Κάποτε στο Πανεπιστήμιό μας εδίδασκεν ο καθηγητής της ιατρικής Ρήγας Νικολαΐδης, γνωστός άθεος. Ένας μαθητής του ο γιατρός Αρ. Χρηστάκης διηγείται πως κατά την περιφοράν του επιταφίου της Μητροπόλεως Αθηνών το 1928, αυτός και μερικοί φίλοι του αντελήφθησαν μεταξύ του πλήθους και τον καθηγητήν τους Νικολαΐδην, γέροντα, ήδη και συνταξιούχον να συνοδεύη την πομπήν με ένα κερί στο χέρι. Φοβούμενοι μήπως τσαλαπατηθή από το πλήθος, τον επλησίασαν και εσχημάτισαν γύρω του ένα προστατευτικό κύκλο. Ο καθηγητής τους ηυχαρίστησε λέγοντάς τους μάλιστα ότι ασφαλώς θα είναι μαθητές του. Στην συνέχεια όμως οι μαθητές του τον ερώτησαν: «Πώς συμβιβάζεται κ. καθηγητά, η όλη από έδρας διδασκαλία σας περί της υλιστικής θεωρίας της εξελίξεως των όντων με την αποψινήν παρουσίαν σας εις την θρησκευτικήν αυτήν εκδήλωσιν της προς τον Θεόν λατρείας; «Κι εκείνος απήντησε: «Και όμως, κύριοι, εις το Θείο δράμα και την επακολουθήσασαν Ανάστασιν του Κυρίου ευρίσκεται η αλήθεια της ζωής» («Συζήτησις» τ. Η’ 1967 σ. 190-191).

***

Η πίστις στον Χριστόν, αγαπητοί μου αάναγνώσται, είναι προσωπική υπόθεσις του καθενός μας. Γι’ αυτό και ο καθένας μας οφείλει αν την έχη να την ενισχύση και αν δεν την έχη να την αναζητήση. Η αγνότης των προθέσεων είναι παράγων για την ανεύρεσί της. Ας το ευχηθούμε για όλους τους αδελφούς μας που έχασαν ή που νοσταλγούν να την ξαναβρούν. Ο Εσταυρωμένος Νυμφίος της Εκκλησίας ας τους την χαρίση εφ’ όσον θα την θελήσουν.

Προσωπικός Λυτρωτής

Η θυσία του Χριστού, ας το καταλάβομε, είναι προσωπική έκφραση της αγάπης του για τον καθένα μας ξεχωριστά. Είναι δείγμα της απεριόριστης στοργής του, του απύθμενου βάθους της. Θα μας το πη κι’ αυτό απόψε ο ποιητής της Εκκλησίας μας: «Εσταυρώθης δι’ εμέ, ίνα εμοί πηγάσης την άφεσιν. Εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνούς ζωής αναβλύσης μοι. Τοις ήλοις προσήλωσαι, ίνα εγώ τω βάθει των παθημάτων σου, το ύψος του κράτους πιστούμενος κράζω σοι ζωοδότα Χριστέ, δόξα και τω Σταυρώ Σώτερ και τω Πάθει Σου». Αυτός ο προσωπικός τόνος στην αναγνώριση της θείας θυσίας, είναι αυτό που πρέπει να μείνη απόψε μέσα μας. Να καταλάβουμε δηλ. όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά πως το Αίμα του Χριστού μας χύθηκε πάνω στο Γολγοθά προσωπικά για τον καθένα και ότι ο καθένας μας πρέπει να βρή τον τρόπο να κάμη δική του αυτή την απολύτρωσι και την εξαγορά απ’ την αμαρτία. Αν αυτό το επιτύχουμε, τότε θα νοιώσουμε μιαν ανέκφραστη παρηγορία. Θα δοκιμάσουμε μια ιλαρότητα ψυχική που θα προέρχεται από την βεβαιότητα της σωτηρίας μας που πηγάζει από την αποκατάστασι των σχέσεών μας με το Θεό.

***

Αγαπητοί μου αναγνώσται, ας σταθούμε σήμερα με σιγηλή κατάνυξι μπροστά στον Εσταυρωμένο Σωτήρα μας κι’ ας αφήσουμε τις καρδιές μας και τα χείλη μας να ψελλίσουν λόγους λατρείας. Ας γονατίσουμε έπειτα κι’ ας πάρουμε τη στάσι της ικεσίας. Μιας ευλαβικής ευγνώμονος ικεσίας. Κι’ ας του χαρίσουμε κι ας του προσφέρουμε τα άνθη της ευλαβείας και αφοσιώσεώς μας. Ναι, απ’ τα βάθη της ψυχής μας «προσκυνούμεν Σου τα πάθη Χριστέ, δείξον ημϊν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν».

Μ. Εβδομάδα

ΜΕ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Με απέραντη συγκίνησι και έντονη λυρική διάθεσι, με ευλαβική ενατένισι στον Νυμφίο της Εκκλησίας, θα προσέλθουμε και πάλιν απόψε, στους ναούς μας και θα μυρίσουμε το ευωδιαστό μοσχολίβανο, που συμβολίζει τις προσευχές μας, και θα ανάψουμε τα αγιοκέρια μας, που είναι κι αυτά σύμβολα της θυσίας μας και θα αποθέσουμε τα χείλη μας πάνω στα γυμνά πόδια του Θεού μας που κρέμεται στο Σταυρό, και θα του ψιθυρίσουμε λόγια αγάπης και παντοτεινής λατρείας. Έτσι κάνουμε κάθε χρόνο αυτή τη μέρα, γιατί έτσι διδαχθήκαμε, γιατί ακόμη έτσι θέλουμε και έτσι και η Εκκλησία μας μας προσκαλεί να κάνουμε. Και το θεωρούμε μάλιστα μεγάλη παράλειψι αν αφήσουμε τη σημερινή μέρα να περάσει χωρίς να στοχασθούμε πάνω στο θείο Πάθος και χωρίς να νοιώσουμε τον συγκλονισμό πού αισθάνεται καθένας όταν συμμετέχει στην τραγικότητα μιας θυσίας. Γι’αυτό κι εγώ θα ήθελα σήμερα να θίξω μερικά σημεία, που θα μας είναι χρήσιμα, σαν αφορμές για προσωπικό στοχασμό και σκέψι, βοηθητικά δηλ. στην προσπάθεια για συμμετοχή προσωπική πάνω στις πτυχές του θείου Πάθους.

***

“Εχει πολλές φορές λεχθή πώς ό υιός του Θεοϋ πέθανε για τη δική μας σωτηρία. Πρόσφερε τον εαυτό του θυσία για χάρι μας πάνω στο Σταυρό. “Εγινε ό ϊδιος κατάρα, για να μας λύτρωση από την κατάρα του νόμου. Βγήκε από τον εαυτό του καί χαρίσθηκε σε μας. Αυτή ή κένωσι του Θεοϋ, δεύτερη, μετά την Γέννησϊ του, καί ολοκληρωτική πρέπει να μας κάνει εντύπωσι. Μέσα στο Πάθος του ο Χριστός απεκδύεται τον εαυτό του και γίνεται παγκόσμιος και οικουμενικός. Καμιά σχέσι δεν μπορεί να έχει το Πάθος με την ατομικότητα ή τον ατομισμό που είναι σκέτος εγωισμός. Γι’αυτό και ο Χριστός έγινε το σύμβολο της θυσίας χάριν των άλλων, έγινε ακόμη ο μεγάλος πρωτοπόρος στην κάθε λογής ελευθερία, που αρχίζει πάντα από την απελευθέρωσί μας από τον ίδιο μας τον εαυτό. Έκτοτε μέσα στην Εκκλησία διασώζεται αυτό το πνεύμα της ελευθερίας της συνειδήσεως, της ελευθερίας του προσώπου και του πνεύματος. Όπως γράφει ο Ν. Μπερδιάεφ «εις την δυτικήν σκέψιν η ελευθερία γίνεται νοητή μόνον ως ατομικισμός, δικαίωμα του ατόμου, στάσις αμύνης εναντίον δυνατής τινος προσβολής των δικαιωμάτων αυτοϋ, συνείδησις μιας αυτονομίας της προσωπικότητας. Ένας τοιούτος ατομικισμός είναι ξένος προς την Ορθοδοξίαν ενώ αυτή έχεται μιας ιδιόμορφου κοινωνικότητας. Το θρησκευτικόν πρόσωπον και το θρησκευτικόν σύνολον δεν είναι ξένα προς άλληλα, και κατ’ ουδένα τρόπον αντιτίθενται προς άλληλα». Έτσι, μέσα στην Εκκλησία, όπου κυριαρχεί το πνεύμα του Σταυρωθέντος Χριστού, ο άνθρωπος βρίσκει τις αληθινές του διαστάσεις, την προσωπικότητά του, που τονίζεται τότε μόνον, όταν έχει την δύναμι να αποχωρισθή από το τέλμα του εγωισμού και της ατομικότητας, και να προσχωρήσει με αγάπη στο χώρο της κοινωνικότητας και της συλλογικότητος.

***

Δακρύζουμε τέτοια μέρα, σαν τη σημερινή, καθώς βλέπουμε πάνω στο Σταυρό τον Σωτήρα μας. Δεν θα είχε όμως νόημα μια τέτοια στάσις μας, αν, παράλληλα, δεν σκεφτόμασταν την αχάριστη συμπεριφορά του Γένους μας απέναντι Του. Ο Χριστός είναι ο ευεργέτης όλου του κόσμου. Αλλά πάντοτε οι ευεργέτες του ανθρωπίνου γένους αυτοί που επιχειρούν να του ανοίξουν δρόμους για το καλό, το ωραίο, το τίμιο, την πρόοδο, αντιμετωπίζουν την ωργισμένη αχαριστία του. Και αυτή μας η συμπεριφορά αποτελεί την πιο πένθιμη και μελανή σελίδα της ζωής μας, γιατί μας κάνει συνοδοιπόρους με τον θάνατο και την δυστυχία και γιατί κάνει στείρα την καρδιά μας και φαλκιδεύει το πνεύμα μας. Ναι, οι άνθρωποι αγαπούν θεωρητικά το καλό, θαυμάζουν το ωραίο, εκτιμούν το δίκαιο, αλλά μισούν αυτούς που έχουν την δύναμι και την ικανότητα να τα υλοποιήσουν. Από τον ίδιο αυτό κανόνα δεν εξαιρείται ούτε ο μεγάλος μας ελευθερωτής και ευεργέτης, ο Ιησούς Χριστός. Το μίσος, η εχθρότητα, η επιφυλακτικότητα, η αγνωμοσύνη είναι τα μέσα με τα οποία ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων αντιμετωπίζουν τον Κύριο της Δόξης. Πέρασαν 2.000 χρόνια περίπου από τότε πού γράφηκε η ματωμένη ιστορία του Γολγοθά, όπου ένας Θεός έγινε το σύμβολο του Ανθρώπου που μάχεται για το δίκαιο και τη δικαίωσι. Και όμως, οι άνθρωποι, αχάριστοι στη μεγάλη τους πλειονότητα, φέρονται απέναντί του με προκατάληψι, με κακότητα, με κρυψίνοια, θέλοντας να μειώσουν τη σημασία του για τη ζωή τους και να παραστήσουν τους εαυτούς των αυτόνομες υπάρξεις μέσα στο χάος αυτής εδώ της ζωής. Σήμερα οι πολλοί συγκινούνται από το Πάθος του Χριστού, αλλά αύριο οι ίδιοι δεν θα διστάσουν να τον ξανασταυρώσουν, επαναλαμβάνοντες το απαίσιο κακούργημα των σταυρωτών. Και τη στάσι μας αυτή απέναντι του Κυρίου μας την επεκτείνουμε και σε όσους άλλους θυσιάζονται για μας. Πάντα οι αληθινά μεγάλοι της ιστορίας του κόσμου αντιμετώπισαν την εχθρότητα, το μίσος και την περιφρόνησι των ανθρώπων του καιρού τους, όσο ζούσαν και μόνο μετά θάνατον αναγνωρίσθηκε η αξία τους και οι όποιες υπηρεσίες τους για τον εκπολιτισμό της κοινωνίας. Είναι ολέθριο το πάθος της αγνωμοσύνης. Φαίνεται πώς για τον αρρωστημένο εγωισμό μας η αγνωμοσύνη είναι μια ανυπόφορη αισθηματική υποτέλεια προς τον οιονδήποτε ευεργέτη μας και γι’ αυτό προσπαθούμε να βρούμε προφάσεις και αφορμές για να απαλλάξουμε από το περιττό της βάρος τις καρδιές και τις συνειδήσεις μας.

***

Αλλά το πένθος μας σήμερα θα ήταν πιο ειλικρινές αν ταυτόχρονα πενθούσαμε και για την περιφρόνησι του όλου χριστιανικού πνεύματος, που Εκείνος παγίωσε στον κόσμο, εκ μέρους των λεγομένων χριστιανικών κοινωνιών μας. Εκείνος ηθέλησε να μεταλαμπαδεύσει στον άνθρωπο τις αιώνιες και ακατάλυτες αρχές Του, που μπορούν να κάνουν τη γη μας ένα σωστό παράδεισο ανθρωπιάς και καλωσύνης, και οι άνθρωποι περιεφρόνησαν τις αλήθειες Του και θέλησαν να ζήσουν χωρίς αυτές. Από την απαράμιλλη σε σοφία και πληρότητα χριστιανική κοσμοθεωρία οι περισσότεροι σήμερα εφαρμόζουμε -μόνο τους τύπους και αδιαφορούμε για το πνεύμα της πού έρχεται σε αντίθεσι με τα συμφέροντά μας και τα άγρια σκοτεινά μας πάθη. Αλλά με το να παριστάνουμε απλώς τους χριστιανούς χωρίς να είμαστε στην πραγματικότητα, μόνο τους εαυτούς μας ξεγελάμε και τις αρχές μας προδίδουμε. Γιατί η ζωή δεν είναι μια θεατρική παράστασι, αλλά μια συνεχής και αδιάκοπη αγωνιστική προσπάθεια για την πραγμάτωσι ευγενών και υψηλών στόχων, και για την υλοποίησι των αξιών της και των ιδανικών της, που την ομορφαίνουν και της δίνουν νόημα και περιεχόμενο. Χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τίμιοι. Τόσα χρόνια πολλοί καπηλεύονται τον χριστιανισμό, τον διδάσκουν, τον διαβάζουν, τον μελετούν, τον επικαλούνται, τον κηρύσσουν, αλλά τα έργα τους είναι τελείως ξένα με το νόημά του και τις προσταγές του. Σε τίποτε ,δεν ωφελεί να συγκινούμεθα σήμερα, για το θείο Δράμα, όταν αύριο θα γίνουμε ήρωες άλλου δράματος σε βάρος των συνανθρώπων μας, που είμαστε έτοιμοι να τους αδικήσουμε, αν μπορούμε, ή να τους κάνουμε κακό. Σε τίποτε δεν ωφελεί να λεγόμαστε χριστιανοί, όταν στην καθημερινή πράξι καταπατούμε τα κηρύγματα του Θεανθρώπου και αποδεικνυόμεθα καλοί και επιτυχημένοι υποκριτές. Σε τίποτε δεν ωφελεί να κλαίμε σήμερα, όταν αύριο θα δώσουμε προτεραιότητα στον εγωισμό μας, στα συμφέροντα μας, στην κακότητά μας σκορπίζοντας απλόχερα το μίσος και το φθόνο. Ο εγωισμός και η συμφεροντολογία δεν μας επιτρέπουν ενίοτε να δούμε ότι δεν κερδίζουμε τίποτε, αλλά χάνουμε τα πάντα όταν σαν παπαγάλοι επαναλαμβάνουμε τις ευαγγελικές ρήσεις, χωρίς όμως και να τις εφαρμόζουμε. Έτσι δημιουργούμε ένα πλανεμένο και αποπροσανατολισμένο χριστιανισμό, χωρίς να έχουμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Τα σύγχρονα είδωλά μας ελκύουν τις καρδιές και μας αιχμαλωτίζουν. Αλλά στο τέλος μας χαρίζουν το ανικανοποίητο. Πόσο όμορφα τα λέει ό ποιητής:

Ο Μουν, ο Μω κι’ ο Μαχαράτζι θα σ’ εκτοπίσουν λεν Χριστέ.
Με τις επαύλεις τους και τις ρολλς-ρόϋς θα φέρουν μια νέα ουμανιτέ. Μα ό,τι κι αν κάνουν θα ξοφλήσουν μιας καί δεν πιουν απ’ την πηγή του λυτρωμού και της θυσίας που την αγίασες Εσύ!

***

Ας σκεφθούμε απόψε σοβαρά και υπεύθυνα. Ο Χριστός μας είναι πάνω στο Σταυρό με τα χέρια απλωμένα. Μας περιμένει με αγάπη και συμπάθεια για να μας σώσει. “Ας μη του αρνηθούμε.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩNETΑΙ

Με δέος και κατάνυξι, ατενίζουμε απόψε στη μέση των εκκλησιών μας υψωμένο το Σταυρό του Λυτρωτή και ακούμε τα ιερά Ευαγγέλια να μας αφηγούνται τις συνθήκες της σταυρώσεως και νοερά μεταφερόμαστε στη μακρυνή εκείνη Ιερουσαλήμ, και ζούμε από κοντά όλες τις φάσεις του θείου δράματος. Έτσι, καθώς και από το συναξάρι της αποψινής βραδυάς, καλούμαστε να στοχασθούμε πάνω στους «εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας την πορφυραν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλιους, την λόγχην, καί προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, α δι’ ημάς εκών κατεδέξατο…», αφήνουμε το νου μας σε ένα γλυκό πνευματικό μετεωρισμό και με αφετηρία τα πραγματικά γεγονότα του πάθους, αναλογιζόμαστε του Χριστού μας την οδύνη πάνω στο Σταυρό.

Ήταν μια οδύνη και ένας πόνος βαθύς που αυλάκωνε όλη του την ύπαρξη. Δεν πονούσε μόνο• σωματικά και υλικά από τις πληγές των καρφιών. Πονούσε και εσωτερικά περισσότερο, πονούσε για την αγνωμοσύνη των ανθρώπων, για την επιμονή τους στην πλάνη, για την άρνησή τους να δεχθούν τη δική του λύτρωση. Και αυτού του είδους ο πόνος, αληθινό μαρτύριο για το Θεό της αγάπης, προεκτείνεται μέσα στους αιώνες, είναι διαρκής και παρατεινόμενος, καθώς κάθε μέρα οι άνθρωποι αυτού του κόσμου παίρνουν στα χέρια τους το σφυρί και τα καρφιά και ξανασταυρώνουν τον Χριστό με τη ζωή και τη συμπεριφορά τους.

***

Ναι. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους ανάξιους διαδόχους του, κληρικούς μέσα στην Εκκλησία, που ενώ ανέλαβαν στους ώμους των το βαρύ φορτίο της ευθύνης για τη σωτηρία των ανθρώπων, αυτοί επαναπαύονται στις οποιεσδήποτε απολαβές του αξιώματος των και αδιαφορούν για το λαό του Θεού, που διψάει για πνευματική τροφοδοσία. Προδότες αυτοί της μεγάλης αποστολής τους και διαχειριστές της θείας χάριτος, έμειναν στ’ αχνάρια των φαρισαίων, για τους οποίους ο ίδιος Κύριος είχε πη στο λαό να ακούνε τι λένε, αλλά να μη κάνουν ό,τι κάνουν. Δεν έλειψαν ποτέ από την Εκκλησία οι ανάξιοι και επιλήσμονες. Κοντά στους πολλούς άξιους που δοξάζουν το Θεό, είναι κι’ εκείνοι, οι λίγοι που τον ξανασταυρώνουν, επαναλαμβάνοντας το έγκλημα των ιουδαίων. Και το σταύρωμα αυτό, οδυνηρό όσο και το πρώτο, κατεδαφίζει την πίστη από τις καρδιές των πιστών, γκρεμίζει από μέσα την Εκκλησία, χαροποιεί τους εχθρούς της, θλίβει τους οπαδούς της. Αυτό το ξανασταύρωμα, έχει πελώριες διαστάσεις, γιατί μαρτυρεί πόσο το άλας μωράνθηκε, πόσο οι λυχνίες έσβυσαν. Και ο Χριστός πονεί και πάσχει, όπως τότε πού ψιθύριζε λόγια συγγνώμης για τους σταυρωτές του.

***

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους κάπηλους των αρχών για τις οποίες θυσιάσθηκε. Πολλοί στην ιστορία του κόσμου έβαλαν για σημαία τους το Ευαγγέλιο του. Κρατώντας το στο χέρι, και στο άλλο το Σταυρό, έκρυψαν από κάτω τις άνομες προθέσεις τους, για να επιτύχουν στο σκοπό τους. Πρόβαλαν το Χριστό για να κερδίσουν χρυσό. Λέρωσαν την αγιότητά του μέσα στη λάσπη των συμφερόντων τους. Έβαλαν στα καλούπια τους τη διδασκαλία του και την δέχτηκαν όσο αυτή εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους. Έτσι καταπάτησαν τον ίδιο το Χριστό στο πρόσωπο της εικόνας του, εκμεταλλεύθηκαν τον αδύνατο, αιχμαλώτισαν την ‘ Εκκλησία. Ουσιαστικά, κάθε φορά που εχρησιμοποίησαν το Χριστό, για να ικανοποιήσουν είτε τις φιλοδοξίες των, είτε τις πολιτικές και οικονομικές τους επιδιώξεις, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ξανασταυρώνουν τον Κύριο ανελέητα, αθεόφοβα και υβριστικά.

***

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους ιδεολογικούς αντιπάλους της πίστεως. Με την πέννα τους βουτηγμένη στο δηλητήριο της αρνήσεως και της συκοφαντίας, με ένα μίσος πρωτοφανές ορμούν κάθε τόσο επάνω στο σώμα της άγιάς του Εκκλησίας και το κακοποιούν με λύσσα. Ποτίζουν τη νεολαία με το πάθος της αμφισβήτησης, ενσπείρουν στο λαό την αμφιβολία, επιστρατεύουν την επιστήμη σα σύμμαχό τους στον ανίερο πόλεμο που διεξάγουν, ενώ αυτή δεν αντιστρατεύεται τη θρησκεία. Χρησιμοποιούν το δόλο και το ψέμα για να επιβάλουν τις απόψεις τους, μισούν την αλήθεια που σώζει, χειρίζονται καλά την τέχνη των εντυπώσεων, κρημνίζουν από τις ψυχές την πίστη. Με όλα αυτά ξανασταυρώνουν τον Χριστό, τινάζουν στο πρόσωπό του τον βούρκο της ψυχής τους, εκτονώνουν πάνω του τα κατάλοιπα του υποσυνειδήτου των, βγάζουν τα απωθημένα τους…

***

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους διώκτες της Εκκλησίας του. Κάνοντας χρήση της βίας εκστρατεύουν εναντίον της Εκκλησίας στα καθεστώτα της αθεΐας. Κλείνουν ναούς, απαγορεύουν την λατρεία, καταδιώκουν τους πιστούς, περιορίζουν τα μοναστήρια, δυναστεύουν το φρόνημα, συλλαμβάνουν τους χριστιανούς, τους φοβερίζουν, τους εξορίζουν, τους θανατώνουν. Γεμίζουν το νέο μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας, εκατόμβες τα θύματα τους. Η Εκκλησία οδηγείται στις κατακόμβες, οι διώκτες θριαμβεύουν, ο Χριστός πάσχει, ο λαός καταπιέζεται η πίστη χλευάζεται.

***

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους δικούς του, από εμένα και σένα, που ενώ ανήκουμε σ’ αυτόν, ανήκουμε και στον αντίδικό μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς υπόπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στην ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπειά μας είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρησή μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπό του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνσίς μας από τη σώζουσα χάρι των Μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνησίς μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε απ’ αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους, ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητας που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. “Ολα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τα παιδιά του, που έχοντας υποτιμήσει την αξία του εύκολα τον εγκαταλείπουν για να συρθούν πίσω από ό,τι προς στιγμήν λάμπει και εντυπωσιάζει, είτε ανατολικός μυστικισμός λέγεται αυτό, είτε θιβετιανός διαλογισμός. Τα παιδιά του τον απαρνούνται συχνά, τρέχοντας από δω κι από κει για να πιάσουν στα χέρια τους ό,τι νομίζουν πως μπορεί να τους προσφέρει το πλήρωμα του εσωτερικού κενού της. Κι εγκαταλείπουν την πηγή της σοφίας και της γνώσεως. Προσφεύγουν στα ξυλοκέρατα και περιφρονούν την στερεή τροφή του θείου λόγου που συντηρεί τις καρδιές.

***

Αυτόν το Χριστό που κάθε μέρα ξανασταυρώνεται ας τον ατενίσουμε στοχαστικά απόψε. Όλοι μας, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι, μεγάλοι και μικροί. Ας τον ατενίσουμε ειλικρινά και ας του ζητήσουμε να μας συγχωρέσει. Τον πικραίνουμε με τις μικρότητες μας και τα πάθη μας. Με τις επιπολαιότητες και τα παραστρατήματά μας. Με την άρνηση και την ασυνέπειά μας. Εκείνος από του ύψους του Σταυρού του μας περιμένει με τα χέρια ανοικτά, έτοιμος να δεχθή τη μετάνοια μας. Αρκεί όλοι μας να σταθούμε συλλογιστικά μπροστά του. Ο ιερός υμνογράφος θα βάλει απόψε στο στόμα του Νυμφίου το παραπονεμένο ερώτημά του: «Λαός μου τι εποίησά σοι και τι μοι ανταπέδωκας;» Σ’ αυτό το ερώτημα ας κάνουμε να μη ισχύσει για μας η απάντηση: «αντί του μάννα, χολήν, αντί του ύδατος, όξος».

«ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ»

Θα ξανακούσουμε και πάλιν απόψε, τους λόγους του Σταυρού, τα λόγια δηλ. που επρόφερε πάνω στο φρικτό μαρτύριό του ο Κύριός μας και θα αναπολήσουμε τη μεγάλη, την ανεπανάληπτη θυσία του χάριν της ανθρωπότητας. Θα αισθανθούμε συγκίνησι, κατάνυξι και μυστικοπάθεια και θα ζήσουμε πάλι για λίγες ώρες το θείο δράμα στην αποκορύφωσί του. Η ορθόδοξη Εκκλησία μας, με τον κατανυκτικό της περίγυρο, θα διευκολύνει τις πνευματικές μας εξάρσεις και θα μας προσφέρει τη δυνατότητα για ένα γόνιμο στοχασμό, χρήσιμο στην προσωπική του καθενός μας πορεία, και στον αγώνα του για καταξίωσι.

Σκέπτομαι πόσο θα κερδίζαμε αν μπορούσαμε να μπούμε βαθύτερα μέσα στην έννοια των λόγων του Ιησού, που τους επρόφερε πάνω στο Σταυρό. Είναι λόγοι οδύνης, μα και σοφίας αληθινής. Τι ωκεανοί αγάπης δεν κρύβονται πίσω από το «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Πόσα αποθέματα ανοχής, κατανόησης, υπομονής κι’ ελπίδας. Η ανεξικακία σε θεοποίησι, ο οίστρος της πληθωρικής θεϊκής αγάπης σε δυναμική έξαρσι. «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Επίκλησι του ελαφρυντικού της άγνοιας, η συγκαταβατική δικαιολόγησι της ανομίας; Ο σκοτισμένος από το φθόνο και το φανατισμό ανθρώπινος νους είναι ικανός για όλα. Αλλά και η θεία αγάπη μπορεί να καλύπτει όλα. Ακόμη κι’ εκείνα που στρέφονται ενάντια στο θέλημά της, κι’ εκείνα που καταδυναστεύουν την εικόνα της. «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι βουλαί αυτού» (Ρωμ. ια’, 33).

***

Καθώς ο Κύριος έβλεπε τους ανθρώπους να τον σταυρώνουν αισθάνθηκε την ανάγκη να τους υπερασπισθή εμπρός στα μάτια του Πατέρα. Και ψέλλισε τον βαθύ και απροσπέλαστο στην ανθρώπινη κακία λόγο της συγγνώμης. «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είπε για κείνους που συνειδητά γίνονταν θεομάχοι και σταύρωναν τη σαρκωμένη αγάπη του κόσμου. Εκείνος τα ήξερε όλα, ήξερε το άστατο του όχλου, τη δύναμι της τύφλωσής του, την απύθμενη κακία, την αστάθεια των ανθρώπινων, το βύθισμα της άγνοιας. Και ήξερε ότι παντού και πάντοτε οι άνθρωποι θα σταύρωναν στον καιρό τους την αγιότητα, την αρετή, το ήθος. Αλλά για πάντοτε Εκείνος θα προφέρει το λόγο της συγγνώμης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο δράστης του εγκλήματος, οσαδήποτε και αν είναι τα κρίματά του, οιαδήποτε η ενοχή του. Τον ακούω και σήμερα την ίδια προσευχή να απευθύνει στον ουρανό για όλους μας, όσοι μιμούμενοι τους σταυρωτές του σταυρώνουμε κάθε μέρα, με την άπρεπη διαγωγή μας, το Χριστό και τους αδελφούς του μέσα στον κόσμο.

***

«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους που στερεωμένοι στην πρόσκαιρη δύναμί τους δοκιμάζουν την υπομονή των λαών καταπιέζοντας και τυραννώντας το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι κάθε λογής εκμεταλλευτές της βίας, δεν λείπουν από τις κοινωνίες μας. Η δύναμί τους, είτε πολιτική, είτε οικονομική, τους υπαγορεύει μια βάναυση συμπεριφορά, περιφρονητική της απαραβίαστης και ανεπανάληπτης θείας εικόνας, του ανθρώπου δηλ. Κι αυτοί, θωρώντας την μόνιμη και ακλόνητη, αυταπατώνται τραγικά και ναρκισσεύονται, ασεβούντες απέναντι στον ίδιο το Θεό, που έπλασε «εξ’ ενός γένους παν Έθνος ανθρώπων».
«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους πού κάνοντας χρήσι του διανοητικού τους ταλάντου, διοχετεύουν στις καρδιές το δηλητήριο της άρνησης και της απιστίας, παρασύρουν τους νέους στον εκμαυλισμό, παριστώντας τους το ψέμα γι’ αλήθεια και το σκοτάδι για φως. Αυτοί ναρκοθετούν το δρόμο προς την ευτυχία, τρέφουν τις παραισθήσεις, οργιάζουν στον ξέφραγο αγρό της ανθρώπινης ψυχής. Ο κιτρινισμός σε όλες του τις εκφάνσεις είναι δικό τους γέννημα, κι αυτός με τη σειρά του, γεννάει την οδύνη, τον αποπροσανατολισμό, την αλλοτρίωσι. Κακοποιούν την αλήθεια, θεοποιούν το ένστικτο, κρύβουν το φως. Είναι φονευτές και εξολοθρευτές ψυχών.

***

«Ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Το λέει για κείνους πού ενώ τάχθηκαν να οδηγούν • το λαό, αυτοί, αντίθετα, πέρασαν στην οπισθοφυλακή. Το άλας μ’ωράνθηκε στα χέρια τους, κι’ αυτοί έχασαν μεσ’ απ’ την καρδιά τους τη γονιμότητα μιας αξεπέραστης αποστολής, πού τους δόθηκε σαν ιερή παρακαταθήκη, προκειμένου να δείχνουν το δρόμο του χρέους, πού όμως αυτοί πρώτοι παρεβίασαν. Μεγάλωσαν την άπόστασι ανάμεσα στα λόγΓα καί στα έργα τους, έγιναν αναξιόπιστοι κι έχρεωκόπησαν στίς ανθρώπινες συνειδήσεις. Κανείς πια δεν τους εμπιστεύεται, μαζί τους κινδυνεύουν να πέσουν σε ανυποληψία καί οί θεσμοί πού εκπροσωπούν.
«Ου γαρ οίδασι τί ποιοϋσι». Το λέει για κείνους που ενώ τάχθηκαν να παιδαγωγούν τη νεότητα, αυτοί οπλίζουν τα νεανικά χέρια με πέτρες, που πετιούνται στον αέρα και αγριεύουν την πλάσι. Είτε γονείς λέγονται αυτοί, είτε παιδαγωγοί κάνουν ό,τι μπορούν για να απομακρύνουν από τα παιδιά το φως του Χριστού. Εγκληματικά γι’ αυτούς, για την κοινωνία και για τα ίδια τα παιδιά, κρύβουν απ’ αυτά τη σωφρονίζουσα ηθική της Εκκλησίας και πασχίζουν να διαπλάσουν χαρακτήρες αναιμικούς και ατροφικούς, αποξενωμένους από τις σωστικές αλήθειες της πίστεως. Τις συνέπειες βέβαια της τακτικής τους τις γεύεται σήμερα η ανθρωπότητα όλη, και μαζί της και η κοινωνία μας, καθώς τρίβει τα μάτια της εμπρός στις συγκλονιστικές εκδηλώσεις της χωρίς Θεό και πίστι νεολαίας, που ζητεί να διοχετεύσει το δυναμισμό της στα κανάλια της συμφοράς, της άρνησης, και της καταστροφής.

***

«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους, που, πιστοί στην οιαδήποτε ιδεολογία τους, είτε μάχονται και διώκουν, είτε στραγγαλίζουν την πίστι και τις εκδηλώσεις της σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης• Γεμίζουν σήμερα τα «ψυχιατρικά» άσυλα από αντιφρονούντες και στέλλονται κατά δεκάδες στην εξορία οι άνθρωποι που μόνο τους έγκλημα είναι ότι δεν άφησαν την πίστι να τους εγκαταλείψει. Σταυρώνονται κάθε μέρα χιλιάδες απ’ αυτούς, καθώς μεθοδεύεται ο αποχρωματισμός τους και βιάζεται η λατρεία του Θεού και περιφρονείται η Εκκλησία του.

***

«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους που καταχρώνται των αγαθών με τα οποία τους επροίκισε για να εκμεταλλεύωνται τον αδύνατο, να στρώνουν με τριβόλους το δρόμο του, να δοκιμάζουν την υπομονή του. Πόσοι και πόσοι τέτοιοι εκμεταλλευτές, άνθρωποι της αδικίας, σκοταδιστές αληθινοί δεν περπατούν ανάμεσά μας. Πόσοι δεν ρουφούν το αίμα του φτωχού, δεν δυναστεύουν τον .αδύνατο, δεν τρώνε τις σάρκες του. Κι’ όμως και γι’ αυτούς υπάρχει χώρος στη θεία αγάπη. Κι’ αυτοί κάποτε πρέπει να ψελλίσουν το «ήμαρτον…»

***

Ναι, αυτό το νόημα έχει ο θεϊκός λόγος. Δεν μπορεί να σημαίνει αμνήστευσι του κακού, συγχωροχάρτι της ανομίας. Ο θείος λόγος έχει την έννοια μιας προθεσμίας, που θα αναβάλει την εκδήλωσι της θείας οργής, που θα σταματήσει τη διαδικασία της άμεσης κύρωσης, του κεραυνού που θα έπρεπε να εκσφενδονισθή πάνω στις κεφαλές των ενόχων. Έχει την έννοια της θείας ανοχής, που ξέρει να περιμένει τη μετάνοια του αμαρτωλού, τη συναίσθησι των εγκλημάτων του, την επανόρθωσι των αδικιών. Μια τέτοια έννοια, καθαρά φιλάνθρωπη, ας μας φέρει όλους στην αυτογνωσία. Η σημερινή ημέρα προσφέρεται για τούτο. Είναι η μέρα της μεγάλης ενοχής, και της μεγάλης ενοχής, και της μεγάλης ανοχής. Απ’ τη μια μέχρι την άλλη τώρα η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Τα απλωμένα χέρια του Χριστού, ενώνουν τώρα τα διεστώτα. Και ο λόγος του, πάνω απ’ το Σταυρό, μεθοδεύει την πορεία μας προς τη λύτρωσι. Μια λύτρωσι που στην αφετηρία της έχει τα δικά μας βήματα, και στο τέρμα της τη θεία ευσπλαχνία.

[Πλήρες κείμενο] Εκδόσεις «ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ» ά,ε. ά.τ..

(772) αναγνώσεις

One comment

  1. Για την “καθ’ημάς” Ανατολή το θείο πάθος είναι η υπενθύμιση του ανθρώπου οτι ο αγώνας για
    τη δικαιοσύνη και την άνοδο του πνευματικού και βιοτικού επιπέδου των λαών δικαιώνεται
    μέσω της Ανάστασης του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.Οπότε πρέπει να βρισκόμαστε σε διαρκή
    αφύπνιση και εγρήγορση να μην παραχωρήσουμε ποτέ τις πολιτιστικές και πολιτικές μας
    συνιστώσες για μιά χούφτα ευρώ ή δανεικών υλικών αγαθών.
    Το δυνάμωμα της Ορθοδοξίας σημαίνει οτι και το ποίμνιο θα είναι ισχυρό και προστατευμένο
    από κάθε λογείς πειρασμούς και ψευτοδιλήμματα των σκοτεινών εξουσιαστών,ώστε αεί
    ανανεούμενο να πρωταγωνιστεί στη πνευματική και γεωπολιτική σφαίρα της Οικουμένης.
    Νεκτάριος Κατσιλιώτης
    Ιστορικός-Εκδότης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *