Δε ρυθμίζονται όλα από την οικονομία: το παράδειγμα από τις σχέσεις Αθηνών – Σκοπίων

Υπάρχει μία κοινή προϋπόθεση στις δύο επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές θεωρίες: ότι το κέντρο της ζωής (της κοινωνίας) είναι η οικονομία. Η αντιδιαμετρική τροχιά που απέκτησαν εκ των υστέρων αφορά μόνο την ιεράρχηση που θέτουν στην πρόσβαση των ανθρώπων στην οικονομική σφαίρα. Η μία θεωρεί ως προεξάρχων αξίωμα πρόσβασης την ισότητα και η άλλη την ελευθερία. Ισότητα στην πρόσβαση των αγαθών από τη μία, και ελευθερία οικονομικής δραστηριότητας από την άλλη. Υπάρχουν ορισμένες φωνές που αντιτασσόμενες ταυτόχρονα και στα δύο αυτά κυρίαρχα ρεύματα αμφισβητούν αυτήν ακριβώς τη βασική κοινή τους προϋπόθεση. Τα τελευταία 15 χρόνια, βιώνουμε στην Ελλάδα ένα παράδειγμα από την εξωτερική μας πολιτική, που ίσως να προσφέρει ένα επικουρικό παράδειγμα σ’ αυτές τις φωνές. Μιλάμε για το λεγόμενο «Μακεδονικό».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λοιπόν, ανέκυψε (όχι από το πουθενά, είναι αλήθεια, αλλά ας μην υπεισέλθουμε σε αυτό το θέμα εδώ) το ζήτημα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας με την ευκαιρία της ανεξαρτητοποίησής της από την ενιαία Γιουγκοσλαβία. Πολλές οι απόψεις που τότε εκφράστηκαν σχετικά με την αντιμετώπιση που θα έπρεπε να είχε από την πλευρά μας αυτό το θέμα. Η επίσημη γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης άλλαζε συχνά περιβολή περνώντας από διάφορες φάσεις. Αφού λοιπόν αμφιταλαντεύτηκε ένα μικρό αρχικό διάστημα μεταξύ σκληρής γραμμής και αδιάλλακτης στάσης (που έφτασε μέχρι το οικονομικό εμπάργκο), σύντομα – σε σχέση με τη δεκαπενταετία που διαρκεί – κετέληξε σε μία συγκεκριμένη στρατηγική.

Η στρατηγική αυτή πρότεινε το εξής: να κατέβουν οι αρχικοί υψηλοί τόνοι αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση των Σκοπίων, ώστε να γίνει δυνατή η περίφημη «οικονομική διείσδυση» στη χώρα αυτή. Τα θετικά από την στρατηγική αυτή θα ήταν πολλά – προσέθεταν τότε οι θιασώτες της: θα προσφέραμε σταθερότητα στη χώρα, που τόσο ανάγκη την είχε και η ίδια, αλλά και εμείς που παράλληλα θα προβαλόμασταν ως δύναμη εγγύησης της ειρήνης στην περιοχή, ενώ επίσης οι πολύ καλές σχέσεις που θα διατηρούσαμε αφ’ ενός θα απέτρεπαν από μόνες τους ενδεχόμενη ένταση μεταξύ μας και αφ’ ετέρου θα τους απομάκρυναν από την αδιαλλαξία. Έτσι, μόλις ωρίμαζαν οι συνθήκες, θα πετυχαίναμε μία αποδεκτή λύση, έναν «έντιμο συμβιβασμό».

Τι έγινε λοιπόν έκτοτε; έγινε μία δωρεάν υποχώρηση από την κυβέρνηση των Σκοπίων (στο ζήτημα της σημαίας, αφού τοποθέτησαν αρχικά το αστέρι της Βεργίνας εκεί, για να το αφαιρέσουν αργότερα), ενώ εμείς ανοίξαμε το δρόμο στους Έλληνες επιχειρηματίες που από τότε έχουν πραγματικά κατακλύσει τη χώρα, και ρίξαμε την ίδια στιγμή στις καλένδες τη διαδικασία εξεύρεσης λύσης με τη λεγόμενη «ενδιάμεση συμφωνία» που υπογράψαμε στα πλαίσια του ΟΗΕ.

Τι κερδίσαμε όμως από αυτή τη στάση; Η μεν ασφάλεια της χώρας – όπως στρουθοκαμιλίζοντας δεν αποδεχόμασταν τότε – προέρχονταν από εξωγενείς παράγοντες, δηλαδή από την υπολογίσιμη και ανερχόμενη Αλβανική μειονότητα. Έτσι, όποτε αυτοί οι πληθυσμοί έκριναν, προέβαιναν σε επεισόδια με διάφορες αφορμές. Η μεγάλη υποχώρηση των Σκοπίων πριν έναν περίπου χρόνο, όταν τους παραχώρησε περισσότερες εξουσίες αυτοδιοίκησης στο νέο τους Σύνταγμα, οδήγησε στο άμεσο αντάλλαγμα της αναγνώρισής τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής με το Συνταγματικό τους όνομα! Δηλαδή, δεν αγόρασαν (ζήτησαν) ασφάλεια από εμάς: είτε την παρήγαγαν μόνοι τους, είτε την εξασφάλισαν απ΄ευθείας από τις ΗΠΑ από την οποία και έλαβαν απόλυτη στήριξη. Κάποιοι ακόμη και σήμερα ομιλούν για ωρολογιακή βόμβα (της συνεχούς αύξησης του πληθυσμιακού ποσοστού των Αλβανών) που κάποτε θα οδηγήσει σε έκρηξη. Ελάχιστο ρόλο θα παίξει η οικονομία της χώρας.

Επίσης, αντί να δούμε υποχωρητικότητα στη στάση τους απέναντί μας, ως αντάλλαγμα στις άριστες σχέσεις που αναπτύξαμε, αλλά και στην οικονομική εξάρτηση είδαμε μία αναπάντεχη και συνάμα εντυπωσιακή σταθερότητα μέχρι τελευταίου χιλιοστού. Η οικονομική εξάρτηση των Σκοπίων από ελληνικά συμφέροντα είναι σήμερα γιγάντια. Ορισμένοι υποστήριζαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ότι εάν η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να συντηρήσει ένα εμπάργκο στα Σκόπια (πείθοντας ή ελέγχοντας τους Έλληνες επιχειρηματίες να μην το παραβούν), θα κοβόταν η ανάσα επικοινωνίας τους με τον έξω κόσμο και θα αναγκάζονταν να υποχωρήσουν. Η ισχύς αυτού του επιχειρήματος έχει πολλαπλασιαστεί σήμερα, παρόλο που σήμερα είναι πολύ δυσκολότερα εφαρμόσιμο κάτι τέτοιο. Επιπρόσθετα, έχουμε ως νεότερο δεδομένο την ευρωπαική κατεύθυνση που έχει λάβει από τότε η πΓΔΜ, κάτι που προσφέρει στην Ελληνική κυβέρνηση ένα ακόμη ατού: από την Αθήνα περνάει και αυτό.

Όπως και να το διατυπώσει κανείς, όσες λεκτικές αντιρρήσεις ή ακόμα και ουσιαστικές να έχει στα παραπάνω, η ουσία είναι η εξής: η περίφημη οικονομική διείσδυση, αυτό δηλαδή «που μετράει» [δεδομένης της προϋπόθεσης που λέγαμε στην εισαγωγή], αυτό που θα εμπόδιζε την αδιαλλαξία και από τα δύο μέρη, αυτό που θα μας οδηγούσε εν ευθέτω χρόνω σε λύση, επιτέλους επετεύχθη! Και με το παραπάνω. Μία απλή βόλτα στην πρωτεύουσα αρκεί. Ο κατάλογος των ελληνικών επιχειρήσεων με δραστηριότητες εκεί ατελείωτος. Που είναι λοιπόν τα αποτελέσματα; Πουθενά!

Η συνέπεια στις ακλόνητες θέσεις τους είναι αξιοθαύμαστη. Μολονότι επρόκειτο για νέο κράτος, χωρίς ίδια προϋπηρεσία στις διεθνείς σχέσεις και από νωρίς στα «βάσανα» της εξωτερικής πολιτικής, φαίνεται ότι πολλά έχει να διδάξει ο αυτοσεβασμός αυτού του μικρού λαού στο κέντρο της Βαλκανικής. Ενός λαού που – προφανώς είναι αλήθεια – αναζητά την ταυτότητά του κρυφοκοιτώντας τη δική μας ιστορία. Και όμως, επιδεικνύει εντυπωσιακή αξιοπρέπεια.

Μήπως λοιπόν η περιφανής «οικονομική διείσδυση» δεν έπαιξε απολύτως κανέναν ρόλο τελικά; μήπως τελικά η οικονομία δεν είναι το ζωτικό κέντρο, σε τροχιά γύρω από το οποίο επικάθονται όλες οι παράμετροι της πόλεως και της πολιτικής; Η εξέλιξη του «Μακεδονικού» αυτό δείχνει. Πιθανές στερεότυπες αντιρρήσεις του τύπου «αν έχεις γερές πλάτες, τότε ναι, μπορείς να δρας έτσι χωρίς να λαμβάνεις υπόψιν τα περί οικονομικής διείσδυσης κλπ», τις απαντάει το γεγονός ότι δε διαφαίνεται κανενός είδους οικονομική σχέση μεταξύ της πΓΔΜ και των ΗΠΑ. Οπότε, πάλι η στάση της δε βασίζεται σε οικονομικά κριτήρια. Ας μην ξεχνάμε ότι συζητάμε περί οικονομίας εδώ.

Τα τελευταία γεγονότα, με την απαράδεκτη νέα πρόταση Νίμιτς, δείχνουν ότι είμαστε σε πολύ άσχημο δρόμο και σε πολύ χειρότερη κατάσταση από την ανάδειξη αυτού του ζητήματος. Ενώ θα έπρεπε η ευρεία ελληνική οικονομική διείσδυση στην πΓΔΜ και γενικότερα στα Βαλκάνια να μας ωφελήσει, μάλλον δεν άλλαξε απολύτως κανέναν παράγοντα υπέρ μας. Και επειδή αφήσαμε όλα τα υπόλοιπα και ποντάραμε αποκλειστικά σε αυτό, η πρόοδος του χρόνου τους μας βρήκε σε σαφώς χειρότερη θέση σήμερα. Θα πρέπει λοιπόν κάποια στιγμή να ξεπεράσουμε αυτά τα συμπλέγματα και από την εξωτερική μας πολιτική, δε ρυθμίζονται όλα -αποκλειστικά- από την οικονομία.

Μεταφορά από το παλιό Αντίβαρο, Οκτώβριος 2005

.

(390) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *