Skip to main content

Ρωμανίας Συναξάριον: ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος ο Πολιούχος της Μολδαβίας

Δος αμα βραχύ, ωάννη μάκαρ, ξηγόρασας βασιλείαν το πόλου.

Μετ τν γία Παρασκευ τν πιβατιν τν Νέα (1150 μ. Χ.), τς ποίας δελφς κατ σάρκα ταν κα γιος Εθύμιος, πίσκοπος Μαδύτου, τ δευτερεία τς τιμς τν πιστν στν Μολδαβία, τ χει λληνας Νεομάρτυρας τς γς το Πόντου, γιος ωάννης Τραπεζούντιος (Sfantul
Mare Mucenic Ioan cel Nou de la Suceava). Α
τς ταν γόνος μπορων (παντοπώλης),
λόγιος κα
πρόκριτος στν γενέτειρά του, τν Τραπεζούντα, πού γεννήθηκε κατ τ τος 1300 περίπου. στορία το γιου ωάννη, πως κα πολλν λλων γιων, εναι να φωτειν παράδειγμα τς οκουμενικς διάστασης τς κθ μας χριστιανικς θρησκείας, δηλαδ τς ρθόδοξού μας πίστεως. Εναι κενος πνευματικς συνδετικς κρίκος πο οράτως, ενάως κα νάντια στν πιβουλές κάποιων, κράτα
νωμένα λα τ ρθόδοξα χριστιανικ θνη στν πανάθρωπινη, οκουμενικ κα ορανοβάμονα στορικ προοπτική.  Εναι τ νέκταρ τς κοινς Πίστης, τ σωτήριο νάμα τς ρθόδοξης μυσταγωγίας, πέρβαση το κοσμικο «ε ζεν» διαμέσου του «ν Χριστ ζεν».

 

Κάποτε λοιπόν γιος μας  ταξίδευε
μ
πλοο, γεμάτο μ μπορεύματά του, στν Εξεινο Πόντο. πωρωμένος μως Βενετός καπετάνιος
το
καραβιο, νόματι Reiz,
βλέποντας τ
ν ωάννη ν προσεύχεται, ν νηστεύει κα ν λεε τος φτωχος συνταξιδιτες του, ξέφρασε τ χθρικά του ασθήματα νάντια στν ρθόδοξη Πίστη κα τν νατολικ κκλησία. ρχόμενος μάλιστα σ ξεία ντιπαράθεση μ τν ωάννη σ θέματα πίστεως, τν φθόνησε σφοδρ γι τν πνευματική του
κατάρτιση κα
νωτερότητα του. ταν φθασαν στν Λευκόπολη (σπρόκαστρο, Akkerman, Cetatea Alba τς Ρουμανίας,
Bilhorod-Dnistrovs'kyy  τ
ς Οκρανίας σήμερα), πόλη
κτισμένη στ
ς κβολς το Δνείστερου (Δανάστριος) ποταμο, τν κατήγγειλε στν τότε Τατάρο διοικητ τς πόλης, συκοφαντώντας
τ
ν, τι:

Στ καράβι το εναι να Χριστιανς Τραπεζούντιος, πο ποφάσισε ν λθει στ θρησκεία σας κα κανε κα ρκο σ’ ατόν, κα ν τν κερδίσεις, θ λάβεις μεγάλο παινο, πειδ κα εναι νθρωπος προκομμένος κα λόγιος κα π τος πρώτους της Τραπεζούντας».

ταν τ κουσε ατά, Τάταρος γεμόνας χάρηκε κα πρόσταξε ν φέρουν μ τιμ τν ωάννη κα ταν τν εδε επε:

κουσα πς ποφάσισες ν λθεις στν πίστη μας. λα λοιπόν,
πίστεψε στ
θρησκεία μας πο εναι λαμπρ κα δοξασμένη κα γίνε Τούρκος, γι ν λάβεις μεγάλη τιμ κα ξίωμα κα πλοτο κα ν γίνεις κα δικός μας δελφς γαπημένος».

ταν τ κουσε ατά, ωάννης σήκωσε τ χέρια κα τ μάτια στν οραν κα επε ες πήκοον πάντων:

Μ γένοιτο, Κύριέ
μου, ν
σ ρνηθ ποτέ. γ Χριστιανς γεννήθηκα κα Χριστιανς θέλω ν πεθάνω, κα οτε τ πλούτη σς θέλω, οτε Τορκος γίνομαι, λλ πιστεύω στν Κύριό μου ησο Χριστ τν ληθιν Θε κα Δεσπότη.»

πιστς δολος το Χριστο, ωάννης, ντιστάθηκε τόσο στος ρχικος δελεασμος το διοικητο σο κα μετ στ φρικτ βασανιστήρια, πο τν πέβαλε, προκειμένου ν ρνηθε τν Χριστό.

Δν
πιθυμ ν ρνηθ τν Χριστό, γιατί μ τί καρδι
θ
μποροσα ν ποχωριστ τν
λιο τς Δικαιοσύνης κα τν
ξ ψους νατολή, γι ν πιστρέψω
στ
σκοτάδια τς πλάνης; Τ
λόγια πού σου μετέφεραν ε
ναι ψέματα κα κακοήθης πάτη.
Δ
ν θέλω ν περιφρονήσω τν
καλοσύνη πού μου δείχνεις, ο
τε μως κα ν ρνηθ τν Χριστό, τ Φς
το
κόσμου».

ξοργισμένος διοικητς βλασφημοσε τν Χριστ κα γεμάτος ργ κατέφυγε σ ατ πο καταφεύγουν παντο κα πάντοτε ο δύναμοι, περφίαλοι τύραννοι,
δηλαδ
στς πειλς κα τ μαρτύρια:

ν σως κα καθς επες, δν λθεις στ θρησκεία μας, χω ν σ παιδέψω μ τοτα τ βασανιστήρια
κα
μ πικρ θάνατο θ σ θανατώσω».

Τότε πάντησε Μάρτυς τσι,  πως ρμόζει σ Χριστιανούς:

γ πιστεύω κα προσκυν τν ν Τριάδι Θεό, πο διδάχθηκα π τος γονες μου, κα κενο πού σου επα π τν ρχή, κενο λέω κα τώρα, τι δ θ τουρκέψω ποτ ες τν αώνα κα ν ρνηθ τν πίστη μου, ως του βρίσκομαι στ νο μου. Μν ργοπορες, λλ κόψε, κάψε,
πνίξε, δέρνε, βασάνιζε μ
σα κολαστήρια κα ν χεις. τοιμος εμαι ν τ ποφέρω μετ χαρς, γι τν γάπη το Χριστο μου».

φο εδε τι ωάννης δν κάμπτεται, λλαξε τακτική, κάτι πο πίσης συνηθίζουν ο τύραννοι κα πέδειξε τ «συμπονετικό» του
πρόσωπο, τ
ν γνωστ «κολλημένη» προβατόσχημη
μάσκα.

Μ σ νοιάζει γι τς πληγς τς σάρκας μου,
γιατί μέσα
π τ φθαρτ κερδίζει κανες τ αώνια <τ φθαρτα> γαθ»  πάντησε σταθερ ωάννης.

Τότε τν γδυσαν κα τν χτυποσαν νηλες μ ραβδι γεμάτα ρόζους, στε κόπτονταν ο σάρκες του κα πετοσαν στν έρα, κα τ δαφος λο κοκκίνισε π τ αμα του. γενναος Μάρτυς το Χριστο  πέφερε μ νδρεία ατ τ σκληρ μαρτύριο, κα χοντας στν οραν τος νοερος το φθαλμούς, λεγε:

Σ εχαριστ, Δέσποτα Θεέ μου,
πο
μ ξίωσες δι το αματός μου ν πλυθ κα ν καθαρισθ π λες τς μαρτίες μου».

Κατόπιν τν ριξαν στν φυλακ γι τν ξαναφέρουν κα πάλι τν ρχομένη μερα στ κριτήριό του διοικητ. ταν τν εδε Τάταρος μ τ φαιδρ κα χαρούμενο πρόσωπο το θαύμασε πς μετ π τόσο σκληρ μαρτύριο  ταν λος  χαρά, κα το λέει:

-«Βλέπεις ωάννη σ ποι τιμία λθες λόγω τς πείθειάς σου, στε λίγο λειψε ν χάσεις τ ζωή σου; μως ν μς κούσεις, τοιμη εναι γιατρειά, πειδ κα χουμε ατρος μπειρους».

Τότε Μάρτυς ποκρίθηκε:

μένα δ μ μέλει παντελς γι τ φθαρτ τοτο σμα μου, λλ φροντίδα μου λη εναι πς ν πομένω, μ τ δύναμη το Χριστο μου, λα τ βάσανα ως τέλους, πως επε Κύριος, τι πομείνας ες τέλος, οτος σωθήσεται.
Κα
ν βρκες λλα καινούργια βάσανα, κνε τ σ μένα, γιατί τ πρτα πού μου κανες, δ μο φάνηκαν
τίποτε».

Τότε
μένοντας
τύραννος κατησχυμένος π τος τόσο σοφος λόγους το Μάρτυρος, ταράχθηκε λος π τ θυμό, κα πρόσταξε πάλι ν τν χτυπον σ λο του τ κορμ νελέητα, τόσο πο πεσαν λες ο σάρκες του κα φαίνονταν τ ντόσθιά του. δ Μάρτυς το Χριστο προσευχόταν πρς τν Θεό, κα ο στρατιτες κενοι πο τν παίδευαν
κουράστηκαν κα
λοι ο παρεσττες φώναξαν κατ το ξουσιαστ νειδίζοντας τν γι τν μεγάλη του σκληρότητα κα πανθρωπιά.

Τν ριξαν ξαν στν φυλακ κα τν λλη μέρα τύραννος διέταξε ν δέσουν τ χέρια το μάρτυρα στν ορ νς λογου, πο ναβάτης του,
καλπάζοντας τ
περιέφερε στος δρόμους τς πόλης, τσι πο ο σάρκες το μάρτυρα ωάννη ξεσκίζονταν πάνω
στ
ς πέτρες.

ταν δ περνοσαν π τν βραϊκ συνοικία, ο βραοι βριζαν κα κακοποιοσαν τν μάρτυρα, μάλιστα δ νας «φανατικς βραος», π ατος πο χλεύαζαν τν γιο, τν ποκεφάλισε, μ τ σπαθί του. ταν δωδεκάτη (12) μέρα το ουνίου, το 1330. 

Τότε στρατιώτης λυσε τ Μάρτυρα π τ λογο κα τν φησε στν διο τόπο κα κανένας π τος Χριστιανος δν τολμοσε ν τν πάρει, γι ν τν θάψει π τ φόβο. ταν νύχτωσε, δειξε Θες σημεο θαυμαστ στ μαρτυρικ λείψανο. Πάνω
σ’ α
τ κατέβηκε π τν οραν νας στύλος πύρινος κα φαίνονταν κα λαμπάδες πολλές, κα τρες νδρες φωτεινο κα λευκοφόροι, κα ψαλλαν μνους στν γιο.

νας δ π τος βραίους, πο κατοικοσαν κε κοντά,
θαρρώντας π
ς πγαν ο ερες τν Χριστιανν ν τν πάρουν ν τν θάψουν, πρε τ δοξάρι του κα πλώνοντας τ χέρι του, γι ν ρίξει τ σαΐτα ν τος χτυπήσει, κόλλησαν τ χέρια του, τ να στ δοξάρι κα τ λλο στ σαΐτα, κα μεινε δεμένος κε, ως του ξημέρωσε.
Βλέποντας π
ς παίδευση ατ το δόθηκε π τ Θε γι τν κακία του, κα μ θέλοντας διηγιόταν τ θαμα σ λους τους κε συναχθέντες κα λα σα εδε κείνη τ νύχτα στ γιο κενο κα πολυάθλο σμα, κα τσι λευθερώθηκε π τν παίδευση κείνη. ταν τ κουσε ατ γεμόνας, φοβήθηκε πολ κα δωσε δεια στος Χριστιανος κα πραν τ μαρτυρικ λείψανο κα τ νταφίασαν στν κκλησία τους.

ταν μετανόητος φανατικς «λατινόπαις»
καπετάνιος Reiz,
π κδικητικ ασθήματα ποκινούμενος, βρκε μία νύχτα μ κατάλληλο καιρό, πγε μ τος νθρώπους του κα νοιξε τν τάφο το Μάρτυρος, γι ν πάρει τ λείψανό του

[1]

. Τότε μφανίζεται σ νύπνιο, μάρτυς το Χριστο ωάννης στ ρθόδοξο ερέα τς πόλης κα φο τν πληροφορε γι τν κλοπή, τν προτρέπει ν φέρει τ λείψανό του, στν ρθόδοξο ναό, λέγοντας:

-«Σήκω γρήγορα κα
πήγαινε στ
ν κκλησία, γιατί λθαν ν
μ
κλέψουν».

Ατ ταν κα τ πρτο θαμα το Νεομάρτυρος ωάννου. Κα παρευθς πρε ερέας κα λλους πολλος κα τρεξαν μετ σπουδς στν κκλησία, πραν τ  γιο λείψανο π τν τάφο κα τ βαλαν μέσα στ γιο βμα, πλησίον της γίας Τραπέζης, το ναο το Προδρόμου τς Λευκόπολης (Τσετατέα-λμπα), που παρέμεινε π βδομήντα περίπου τη (δηλαδ π 1330 μέχρι τ 1402) πιτελώντας πολλ θαύματα.

Στς
24
ουνίου 1402,
ε
λαβς
βοϊεβόδας (Voievod) τ
ς Μολδαβίας ωάννης λέξανδρος Καλς γαθς (Alexandru cel Bun, 1400-1432), προτραπες
κα
παρακινηθες
π
τ
ν ρχιεπίσκοπο
Μολδοβλαχίας
ωσφ Μουστ (Iosif Musat),
μετακόμισε
π
τ
ν Λευκόπολη (Τσετατέα-λμπα),
μ
συνοδεία ρχόντων,
στρατιωτ
ν κα
πλήθους λαο
, τ
γιο
λείψανο μ
πανηγυρικ
τρόπο στ
ν πρωτεύουσα το
κράτους του, τ
ν Σουτσεάβα, κα τ
ναπέθεσε
στ
ν μητροπολιτικ
να
τς
πόλης, πο
εναι
σήμερα τ
καθολικό της Μονς
το
γίου
Γεωργίου.
ναπόθεση
γινε
πρ
τα στν
κκλησι
Μιρεούτσι  μέχρι τ

1518 κα
κατόπιν μεταπότεθηκε στν
νέο καθεδρικ
να
το
γ.
Γεωργίου.

π
τ
ς γεμονίας
το
λεξάνδρου Λαπουσυανο ( 1564 – 1568 ) τ
ερ
λείψανο μεταφέρθηκε στ
ν νέα πρωτεύουσα τς
Μολδαβίας τ
άσιο στ
νέο καθεδρικ
να
το
γ.
Γεωργίου.

Στ μουσεο τς Μονς Πούτνα φυλάσσεται τ ξύλινο-σκαλιστ φέρετρο μ τ ποο Μητροπολίτης Μολδαβίας
κα
Σουτσεάβας Δοσίθεος
(1624-1693) μετέφερε γι
περισσότερη σφάλεια τ λείψανα το γίου στν Πολωνία, κατ τν δύσκολη περίοδο
1686-1687, πο
λόγω τς τουρκικς κατοχς, γινε μεγάλη ταραχ κα καταστασία στν χώρα.

Τότε λοιπν τ 1686, κατ τν κστρατεία το ωάννη
Σομπιέσκι
κα ξ ατίας τς πίθεσης τν Τατάρων, τ γιο λείψανο κα τ κειμήλια τς Μητρόπολης
μεταφέρθηκαν
π τν νω λόγιο Μητροπολίτη Μολδαβίας κα Σουτσεάβας Δοσίθεο στν πόλη Ζόλκιεβ τς Πολωνίας σ’ να καθολικ μοναστήρι. κε μειναν μέχρι τ 1783. πειδ ν τ μεταξ γιος ωάννης κανε  πολλ θαύματα ο καθολικο Πολωνο δν θελαν τν πιστροφή του στ πριγκιπάτο τς Μολδαβίας.

Τ
1783
μως περνώντας
α
τοκράτορας τς
Α
στρίας ωσφ Β’ π
τ
Σουτσεάβα πείστηκε π
τ
ν Δοσίθεο, πίσκοπο Ρανταούτσι ν
πιστραφε
τ
λείψανο, χι
στ
άσιο,
λλ
στ
Σουτσεάβα ποία
ταν
π
α
στριακ
κατοχή. Γι
ν
μ
ν προβάλει ντίσταση

λα
ς το
Ζόλκιεβ, στάλθηκε
 αυτοκρατορικ
φρουρ
κα
συνόδεψε τ
λείψανο ως
τ
ν Σουτσεάβα στν
Ι. Να
το
γ.
Γεωργίου,
που κα
τοποθετήθηκε κα
παραμένει μέχρι σήμερα.
να
ς νδιάμεσα
χει
μετατραπε
σ
μοναστήρι γνωστ
ς
Μον
το
γ.
ωάννου
το
Νέου της Σουτσεάβα.

μνήμη το μάρτυρος τιμται καταρχς στς 2 ουνίου, σ νάμνηση το θαύματος τς διάσωσης τς πόλεως Σουτσεάβα, π τν πολιορκία τν Τατάρων, τ 1622. Τότε ο φημέριοί του ναο, πού ερίσκονταν τ για λείψανα το μάρτυρος, θέλησαν ν τ μεταφέρουν γι περισσότερη σφάλεια στ ντός του κάστρου. Πλν μως λειψανοθήκη το γίου ταν σήκωτη, ποτε κατάλαβαν ο ερες τι γιος θ νελάμβανε προσωπικ πλέον τν προστασία τους. Τότε
κλ
ρος κα λας ρχισαν τς προσευχς στν γιό τους κα κενος κανε τ θαμα του. Μία
καταρρακτώδης βροχ
πέτρεψε τος εσβολες ν μπον στν πόλη τς Σουτσεάβα.

Στς 12 ουνίου γι δεύτερη φορ τιμται μέρα το μαρτυρίου του, ν τέλος τιμται κα στς 24 ουνίου μετακομιδ το λείψανο π τν Alexandru cel Bun,
κατ
τ τος 1402, π τν Τσετατέα-λμπα στν πρωτεύουσά του, τν Σουτσεάβα.

Βιογράφος το γίου ωάννου το Νέου εναι Βούλγαρος ερομόναχος Γρηγόριος Τσάμπλακ (δεύτερο μισ 14ου αώνα κα πρτες δεκαετίες 15ου αώνα) κα γούμενος τς σερβικς Μονς Παντοκράτορος
(Ντέτσιανη). Τ
ν κολουθία δ Νεομάρτυρα ωάννου ξέδωσε στν Βενετία, δη τ 1752, ουστίνος πονομαζόμενος Δεκαδύος. κολουθίες ξέδωσαν πίσης κα Πατριάρχης λεξανδρείας Νικηφόρος Κρς κα Τραπεζούντιος Θωμς
Μπουγιούκης
, τ 1819, στ άσιο τς Ρουμανίας.

Τν πρωτότυπο βίο μετέφρασαν διασκεύασαν π τν βουλγαρικ στν νεοελληνικ Νικηφόρος Κρς Πατριάρχης λεξανδρείας, Μελέτιος Συρίγος, Καλλίνικος
Γ΄
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κα
γιος
Νικόδημος
γιορείτης. 

 

Τας
το
γίου Νεομάρτυρος ωάννου το
Τραπεζουντίου Ε
χας κα Πρεσβείαις, Σσον μς,
Κύριε.

 

Δημήτριος
Γ. Μαυρίδης

 


[1]

Τ για λείψανα τότε εχαν (μπορικ) ξία στν Δύση.

 

.