Skip to main content

Οι Έλληνες στην Ανατολή πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή

Με την αναφορά μας στον Ανατολικό Ελληνισμό εννοούμε τούς σημαντικούς ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ιστορικά κατοικούσαν έξω από τα σύνορα του Νέου Ελληνικού Κράτους και ανατολικά του Αιγαίου. Μετά την τρομερή, ασύλληπτης έκτασης, Μικρασιατική Καταστροφή, ο Ανατολικός Ελληνισμός δεν υπάρχει πια σήμερα. Με εξαίρεση την Κύπρο, τη Βόρειο Ήπειρο και τη Νότια Ρωσία, οι Έλληνες αναγκάσθηκαν με οδυνηρές διαδικασίες, που ακόμη συνεχίζονται, να επιστρέψουν στις αρχέγονες ευρωπαϊκές εστίες τους. Η κατάσταση αυτή είναι πρωτοφανής. Ο Νέος Ελληνισμός δεν είναι πια ό,τι ήταν και εισέρχεται, μετά το 1922, σε μία όλως νέα ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα. Με το σκεπτικό αυτό, η Μικρασιατική Καταστροφή είναι το κεντρικό γεγονός της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού.

Κατά τις αρχές του κοσμογονικού 20ού αιώνα, λίγο πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, οι Έλληνες αποτελούσαν ένα λαό με σαφείς ιδιαιτερότητες, που κατοικούσε στους γεωγραφικούς χώρους όπου υπήρξε η οικουμενική Βυζαντινή Αυτοκρατορία. 

Το Ελληνικό Κράτος είχε ήδη μία ζωή δεκαετιών. Σε απόλυτους αριθμούς, στις αρχές του 20ού αιώνα, στο Ελληνικό Κράτος κατοικεί μόλις το 1/4 των Ελλήνων.

Το Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε με τη βοήθεια των Δυτικών, οι οποίοι το βοηθούν να συγκροτηθεί ως βασίλειο πρότυπο του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού στην Ανατολή. Για τούς δυτικούς Ευρωπαίους, το Ελληνικό Κράτος αποτελεί την πραγμάτωση της φαντασιακής και ρομαντικής αντίληψής τους για την αναβίωση της ελληνικής αρχαιότητας.

Στην ευρύτερη και μεγάλη Ανατολή ο Ανατολικός Ελληνισμός, πολιτικά υποταγμένος, πλην πολιτισμικά και οικονομικά κυρίαρχος, είχε πετύχει μία μορφή εκσυγχρονισμού, που του επέτρεπε να διατηρεί, σε μεγάλο βαθμό, τις ιδιαιτερότητές του. Για τούς Έλληνες της Ανατολής η βυζαντινή παράδοση παρέμενε η πηγή και το βάθρο του Νέου Ελληνισμού.

Οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες, σε συμφωνία με την οθωμανική πρακτική του Μιλλέτ, που αποτελούσε το θρησκευτικό έθνος. Κεφαλή του ορθόδοξου Μιλλέτ, που περιλάμβανε τούς Έλληνες και τούς Σλάβους ορθόδοξους, ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι κοινότητες ήταν συσπειρωμένες γύρω από την Εκκλησία. Ο θεσμός των κοινοτήτων ανάγεται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Πρόκειται για ένα επιτυχές πολιτικό σύστημα. Η μακραίωνη πολιτική παράδοση του Ελληνισμού συνδυάζεται με την εκκλησιαστική ευχαριστιακή σύναξη μέσα στην εμπειρία του κοινοτικού συστήματος. Παράλληλα, οι Ρωμηοί επαγγελματίες οργανώνονταν σε συντεχνίες. Οι συντεχνίες ήταν στενοί σύνδεσμοι ομοτέχνων και είναι συνέχεια της ανάλογης βυζαντινής πρακτικής.

Τούς πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την τουρκική κατάκτηση ακολούθησε η ανασύνταξη των ελληνικών πληθυσμών. Με τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και με τις προσπάθειες του σούφι Σελίμ του Γ´ και του Μουράτ του Β´ για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζονται συνθήκες που επιτρέπουν τη δημιουργία μίας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Με τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι Ρωμηοί ανέρχονται και γίνονται σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοηθούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών πληθαίνουν και νέες κοινότητες δημιουργούνται.

Το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης δεν γίνεται μόνο ο καθρέπτης του εκδυτικισμού της Αυτοκρατορίας, αλλά και το κέντρο της δράσης και της κυριαρχίας μιας ρωμαίικης κεφαλαιουχικής και εμπορευματικής τάξης. Η Κωνσταντινούπολη, "πόλις παλαιόθεν Ελληνίς", η σπουδαιότερη ελληνική πόλη για 16 αιώνες, κρατούσε σταθερά το ρόλο της ως νοερή πρωτεύουσα των Ελλήνων. Στην Κωνσταντινούπολη κατοικούσαν 400.000 Έλληνες και στη Σμύρνη, ακμαίο οικονομικό και εμπορικό κέντρο, κατοικούσαν 160.000 Έλληνες.

Οι ρωμαίικοι πληθυσμοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούνταν από συγκεντρώσεις στη Θράκη, τη Βιθυνία, στις ακτές του Αιγαίου (Αιολία και Ιωνία), στη νοτιοδυτική και στην ανατολική Μικρά Ασία, στην κεντρική Μικρά Ασία (Λυκαονία και Καππαδοκία) και στην εκτεταμένη περιοχή του Πόντου. Διάσπαρτες κοινότητες Ελλήνων υπήρχαν σε όλη την έκταση της Μικράς Ασίας.

Οι μελέτες του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών εντόπισαν στη Μικρά Ασία 2.174 οικισμούς στους οποίους κατοικούσαν Ρωμηοί.

Ο χάρτης της Ανατολικής Θράκης, τον οποίο μετά από επιτόπια έρευνα εξέδωσε το ΠΑΚΕΘΡΑ το 2001, περιέχει 320 οικισμούς της Ανατολικής Θράκης με ρωμαίικο πληθυσμό.

Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1914 ο συνολικός πληθυσμός των Ρωμηών στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη ανέρχονταν σε 1.814.421 άτομα, (δηλαδή αντιπροσώπευαν το 11% του συνολικού πληθυσμού). Η Πατριαρχική απογραφή του 1912 καταμέτρησε στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη 2.068.402 Ρωμηούς, (δηλαδή αντιπροσώπευαν το 13% του συνολικού πληθυσμού).

Τα υπάρχοντα στοιχεία συγκλίνουν, χωρίς αμφιβολία, στο συμπέρασμα ότι ο Ανατολικός Ελληνισμός αποτελούσε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε υψηλή μορφωτική και οικονομική στάθμη. Σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Θράκης, στην Κωνσταντινούπολη, στη Δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο οι Έλληνες συχνά κυριαρχούσαν.

Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφαλαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν απόλυτα στο εισαγωγικό και το εξαγωγικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το 1914 το 46% από τούς ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Ρωμηοί. Την ίδια χρονιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Ρωμηούς. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσωπεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρατορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνοούσε την τουρκική.

Η πιο σπουδαία δραστηριότητα των κοινοτήτων, η παιδεία, η οποία ήταν ένα από τα προνόμια της Μεγάλης Εκκλησίας, πραγματώνεται κατά τον 19° αιώνα με τούς συλλόγους. Η ιστορία των συλλόγων των Ελλήνων της Ανατολής αρχίζει με την ίδρυση του "Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως" το 1861, ο οποίος, αμέσως ανέπτυξε λαμπρή δράση ως οργανωτής της εκπαίδευσης του αλύτρωτου Ελληνισμού. Γρήγορα, παρόμοιοι σύλλογοι ιδρύθηκαν σε όλη την Ανατολή. Η ερευνήτρια Κυριακή Μαμώνη εντόπισε και καταλογογράφησε χιλιάδες συλλόγους σε όλη τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Οι σκοποί των συλλόγων απέβλεπαν στη μόρφωση της νεολαίας και δευτερευόντως των ενηλίκων, φιλοδοξώντας στην ανάδειξη και τόνωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Το ζητούμενο σήμερα είναι όχι μόνο να κατανοήσουμε το τι χάσαμε, αλλά και να αξιοποιήσουμε μία τέτοια γνώση για το παρόν και το μέλλον..