Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ μια μεγάλη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από την υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου και ομολογώ ότι με προβληματίζει βαθιά η ευκολία με την οποία βλέπω πλήθος ανθρώπων να σπεύδουν να τον υπερασπιστούν με πάθος και να αναλύουν το θέμα αποκλειστικά μέσα από νομικούς ή ιδεολογικούς φακούς και να ξεχνούν το πιο θεμελιώδες ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται. Ποιοι έμειναν πίσω;
Πριν μιλήσουμε για τον καταδικασμένο, ας θυμηθούμε τους νεκρούς. Ας θυμηθούμε τον Παύλο Μπακογιάννη, που δολοφονήθηκε μπροστά στο γραφείο του. Ας θυμηθούμε τον νεαρό Θάνο Αξαρλιάν, που δεν ήταν καν στόχος της επίθεσης, αλλά βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο και δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Ας θυμηθούμε τον Κώστα Περατικό, τον Μιχάλη Βρανόπουλο, τον Νίκο Μομφερράτο, τον Στίβεν Σόντερς, αλλά και όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους των οποίων τα ονόματα σήμερα αναφέρονται πολύ λιγότερο έως καθόλου από τα ονόματα εκείνων που καταδικάστηκαν για τις πράξεις αυτές. Γιατί αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της ιστορίας ότι τις περισσότερες φορές θυμόμαστε τους θύτες και ξεχνάμε τα θύματα.
Δεν είναι η συζήτηση για το κράτος δικαίου που με προβληματίζει. Αντιθέτως, μια δημοκρατία οφείλει να προστατεύει τους θεσμούς της και να εφαρμόζει τους νόμους της ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους που στράφηκαν εναντίον της. Αυτό ακριβώς είναι που τη διαφοροποιεί από τη βία. Όμως η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο μια ψυχρή εφαρμογή διατάξεων αλλά και η συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας.
Θα ήθελα λοιπόν να ρωτήσω όλους εκείνους που σήμερα μιλούν με τόση άνεση για την αποφυλάκιση, την επιείκεια και τη δεύτερη ευκαιρία θα είχαν την ίδια απόσταση, την ίδια ψυχραιμία, την ίδια συμπονετική και στοργική διάθεση, εάν στην θέση του Παύλου Μπακογιάννη βρισκόταν ο δικός τους πατέρας; Εάν στην θέση του Θάνου Αξαρλιάν βρισκόταν το δικό τους παιδί; Εάν το όνομα που θα χαρασσόταν σε μια ταφόπλακα ήταν το επώνυμο της δικής τους οικογένειας; Είναι πολύ εύκολο να είμαστε μεγαλόψυχοι με τον πόνο που δεν μας ανήκει.
Ωστόσο υπάρχει μια ακόμη διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σίγουρα η μετάνοια δεν αναιρεί το έγκλημα και δεν επαναφέρει τους ανθρώπους που χάθηκαν. Αποτελεί όμως την ελάχιστη αναγνώριση της ανθρώπινης τραγωδίας που προκλήθηκε και τουλάχιστον τον σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων. Όταν ένας άνθρωπος που έχει καταδικαστεί για τόσο βαριά εγκλήματα εξακολουθεί να αρνείται την ευθύνη του και δεν έχει εκφράσει δημόσια μεταμέλεια για τις ζωές που χάθηκαν, είναι απολύτως φυσικό μια κοινωνία να μην συζητά μόνο τι επιτρέπει ο νόμος, αλλά και τι σημαίνει ηθική λογοδοσία.
Η δημοκρατία οφείλει να είναι δίκαιη. Δεν πρέπει να εκδικείται. Δεν πρέπει να μισεί. Αλλά έχει και ένα καθήκον που δεν επιτρέπεται ποτέ να εγκαταλείψει, να θυμάται. Να θυμάται ότι πίσω από κάθε ημερομηνία υπήρχε ένα πρόσωπο. Πίσω από κάθε πρωτοσέλιδο υπήρχε μια οικογένεια. Πίσω από κάθε πολιτική ανάλυση υπήρχε ένα παιδί που έχασε έναν γονιό, μια γυναίκα που έχασε τον σύντροφό της, ένας άνθρωπος που δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του.
Η δημοκρατία είναι μεγαλόψυχη όταν δίνει δικαιώματα ακόμη και στους εχθρούς της.
Αλλά γίνεται αμνήμων όταν ξεχνά τα θύματά της.
Τέλος και πιο σημαντικό που δεν είδα πουθενά να αναφέρεται εφόσον ο Κύριος Γιωτόπουλος δεν έχει μετανοήσει σημαίνοντας ότι είναι απολύτως συνεπής στις απόψεις και στις πράξεις του εάν είχε ελάχιστη αξιοπρέπεια δεν θα έπρεπε να δεχθεί καμία χάρη από ένα σύστημα που το πολέμησε και δεν το αναγνώρισε ποτέ πατώντας στην κυριολεξία επί πτωμάτων, δεν γίνεται από την μια πλευρά να απαξιώνουμε και να μηδενίζουμε κάτι και μετά να ζητάμε να επωφεληθούμε από τις διαδικασίες που το ορίζουν. Ποιoς ξέρει ίσως τελικά η μεγαλύτερη «μεγαλοψυχία» να είναι πολύ εύκολη, όταν αφορά ένα σύστημα που κάποιος δεν αναγνωρίζει μέχρι τη στιγμή που χρειάζεται τις διατάξεις του τότε, ξαφνικά, η αξιοπρέπεια γίνεται διαπραγματεύσιμη και η συνέπεια απλή λεπτομέρεια…

