Home Αρθρογραφία Κοινωνία/Οικονομία «Μαμά, θα κάνω νάνι»…

«Μαμά, θα κάνω νάνι»…

0
5

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«ΜΑΜΑ, ΘΑ ΚΑΝΩ ΝΑΝΙ». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη. Μια πραγματική φράση από μια πραγματική τραγωδία, που η σειρά «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια ξανάφερε στην επιφάνεια, θυμίζοντάς μας μια υπόθεση, που δεν θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί. Γιατί κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν όταν τελειώνει η ζωή των ανθρώπων που τις έζησαν. Μένουν εκεί, περιμένοντας κάποτε κάποιον να τις ξαναφέρει στο φως. Μια τέτοια ιστορία είναι αυτή του μικρού αδικοχαμένου Παναγιώτη.

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, μέσα από την σπουδαία μίνι σειρά για τα ελληνικά δεδομένα «Ριφιφί», ξανάφερε στο προσκήνιο την πραγματική υπόθεση του μικρού Παναγιώτη, έστω και μέσω της μυθοπλασίας μπλέκοντας περίτεχνα δυο διαφορετικά γεγονότα που σημάδεψαν εκείνη την εποχή. Έτσι ξαναγύρισε στην επικαιρότητα μια ιστορία που, όσο περισσότερο τη γνωρίζεις, τόσο περισσότερο σε θυμώνει και σε συγκλονίζει. Ο Παναγιώτης ήταν μόλις δεκαοκτώ μηνών όταν διαγνώστηκε με νευροβλάστωμα τέταρτου σταδίου. Η οικογένειά του πάλεψε στην Ελλάδα, όμως όταν οι θεραπείες δεν απέδωσαν όπως ήλπιζαν, αναζήτησε μια ακόμη ελπίδα στο Memorial Hospital της Νέας Υόρκης. Το κόστος ήταν τεράστιο και τότε έγινε κάτι που αποδεικνύει ότι η Ελλάδα των ανθρώπων μπορεί να είναι πολύ καλύτερη από την Ελλάδα των μηχανισμών.

Ο κόσμος κινητοποιήθηκε άμεσα. Άνθρωποι, που δεν γνώριζαν καν την οικογένεια, έδωσαν χρήματα. Μαγαζιά έβαλαν κουτιά συγκέντρωσης. Ο πατέρας μίλησε δημόσια ζητώντας βοήθεια απεγνωσμένα και τα χρήματα συγκεντρώθηκαν. Περίπου εκατό εκατομμύρια δραχμές. Για ένα παιδί, για μια θεραπεία, για μια τελευταία ελπίδα.

Μόνο που τότε άρχισε ένας δεύτερος Γολγοθάς. Στις 13 Ιουνίου 2000, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, ο λογαριασμός δεσμεύτηκε από την Εθνική Τράπεζα, καθώς η συγκέντρωση χρημάτων υπέρ ιδιώτη προσέκρουε στο τότε ισχύον νομικό πλαίσιο, το οποίο ανάγονταν σε νόμο του 1931. Και κάπου εκεί αρχίζει η ιστορία που πραγματικά με εξοργίζει. Γιατί απέναντι από έναν ξεπερασμένο, απαρχαιωμένο νόμο βρισκόταν ένα παιδί, μια οικογένεια και ο αδυσώπητος χρόνος. Και ο χρόνος ήταν το μόνο πράγμα που ο Παναγιώτης δεν είχε.

Ακολούθησαν αιτήσεις, επιστολές, γνωμοδοτήσεις και προσπάθειες να βρεθεί τρόπος, ώστε τα χρήματα να αποδεσμευτούν. Η οικογένεια είχε προετοιμαστεί για το ταξίδι. Η θεραπεία περίμενε ενώ τα χρήματα υπήρχαν. Μόνο που το σύστημα δεν μπορούσε να κινηθεί αρκετά γρήγορα.

Μετά από όλα τα παραπάνω αξίζει να θέσουμε το πιο απλό ανθρώπινο ερώτημα. Τι αξία έχει ένα σύστημα που γνωρίζει να προστατεύει άψογα μια διαδικασία, αλλά δεν έχει την ευελιξία να προστατεύσει εγκαίρως έναν άνθρωπο που κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του; Γιατί τα χρήματα αυτά δεν ήταν απλώς χρήματα. Ήταν η δυνατότητα να δοκιμαστεί μια θεραπεία και η αγωνία χιλιάδων ανθρώπων που έβαλαν το χέρι στην τσέπη για να κρατήσουν ζωντανό ένα παιδί που δεν γνώριζαν.

Τελικά με τα πολλά η Πολιτεία χρειάστηκε τελικά να αλλάξει το πλαίσιο. Τον Φεβρουάριο του 2001 ψηφίστηκε ειδική ρύθμιση για την κατ’ εξαίρεση αποδέσμευση χρημάτων σε σοβαρές περιπτώσεις υγείας και στις αρχές Μαρτίου εκδόθηκε η σχετική υπουργική απόφαση. Μόνο που ο χρόνος είχε ήδη τελειώσει.

Λίγες μέρες μετά στις 5 Μαρτίου 2001, ο μικρός Παναγιώτης έφυγε από αυτό τον άδικο κόσμο και ως δια μαγείας δύο ημέρες αργότερα εκταμιεύτηκαν 12 εκατομμύρια δραχμές. Δύο ημέρες μετά τον θάνατό του μέρος των χρημάτων που προορίζονταν για εκείνον ήταν πλέον διαθέσιμα. Μόνο που εκείνος δεν ήταν πια εκεί.

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο τραγική εικόνα της γραφειοκρατίας από αυτή. Τα χρήματα να υπάρχουν, η κοινωνία να έχει ανταποκριθεί, η θεραπεία να περιμένει και το κράτος να χρειάζεται μήνες για να μπορέσει να αφήσει έναν πατέρα να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν για το παιδί του.

Μπορεί νομικά να υπήρχαν κανόνες. Μπορεί οι αρμόδιοι να κινήθηκαν μέσα στο τότε θεσμικό πλαίσιο. Μπορεί τα δικαστήρια αργότερα να μην απέδωσαν ευθύνη. Όμως μια κοινωνία δεν πρέπει να εξετάζει τέτοιες ιστορίες μόνο με το ερώτημα «ποιος φταίει νομικά;». Πρέπει να κάνει και μια άλλη πολύ σημαντική ερώτηση: «Τι πρέπει να αλλάξει ώστε να μη συμβεί ξανά;». Γιατί ο νόμος πρέπει να υπηρετεί τη ζωή, η τράπεζα υποτίθεται ότι πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο και η Πολιτεία πρέπει να προστατεύει τον πολίτη. Όταν όλα αυτά όμως συγκρούονται με μια ακραία περίπτωση ανθρώπινης ανάγκης, το σύστημα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κινηθεί γρήγορα, ανθρώπινα και αποτελεσματικά.

Αυτό είναι που ξανάφερε στο φως ο Τσαφούλιας. Μια ιστορία για ένα παιδί που υπήρξε πραγματικά. Για μια μάνα που το έχασε. Για έναν πατέρα που πάλεψε. Για μια κοινωνία που έδωσε και για ένα σύστημα που, ακόμη κι αν τυπικά ακολούθησε τους κανόνες του, δεν κατάφερε να προλάβει τον χρόνο. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν. Οι διαδικασίες προχώρησαν. Η εκταμίευση έγινε. Αλλά ο Παναγιώτης είχε ήδη φύγει.

Και κάπου εκεί, 25 χρόνια μετά, η φράση ξανακούγεται μέσα από τη μνήμη μιας μάνας: «Μαμά, θα κάνω νάνι». Όμως αυτή τη φορά δεν πρέπει να την αφήσουμε να κοιμηθεί. Γιατί κάποιες ιστορίες δεν τις θυμόμαστε μόνο για να συγκινηθούμε, αλλά κυρίως για να μην επιτρέψουμε να ξανασυμβούν.

✍ Στυλ. Καβάζης

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.