Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Η αιχμηρή επιστολή του πρώην Σιναιού Αρχιεπισκόπου Δαμιανού προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο επαναφέρει ένα ερώτημα, που ξεπερνά τα πρόσωπα και τα αξιώματα, πόσο ακόμη από την ιστορική και πνευματική μας κληρονομιά είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε στον βωμό των πρόσκαιρων πολιτικών σκοπιμοτήτων;
Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά δεν είναι ένα ακόμη ακίνητο προς διευθέτηση ούτε ένα μνημείο για τουριστική προβολή. Είναι δεκαπέντε αιώνες αδιάλειπτης μοναστικής παράδοσης, ένας ζωντανός φάρος της Ορθοδοξίας, ένας τόπος, όπου η ελληνική γλώσσα, η προσευχή και η πνευματική δημιουργία διέσωσαν έναν ανεκτίμητο θησαυρό της ανθρωπότητας.
Μια Μονή που άντεξε αυτοκρατορίες, κατακτήσεις και αιώνες μουσουλμανικής κυριαρχίας βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με κρίσιμα ερωτήματα για την κατοχύρωση της περιουσίας και της αυτονομίας της.
Η παράδοση του περίφημου Αχτιναμέ, του εγγράφου προστασίας που αποδίδεται στον Προφήτη Μωάμεθ και συνδέεται με την ιστορική ασφάλεια της Μονής, αποτελεί χαρακτηριστικό κεφάλαιο της μνήμης της. Η επίκλησή του υπενθυμίζει ότι η Μονή διατήρησε την παρουσία και την αποστολή της μέσα από ριζικές πολιτικές και θρησκευτικές μεταβολές. Η ακριβής ιστορική και νομική ισχύς του εγγράφου απαιτεί, ασφαλώς, τεκμηριωμένη εξέταση.
Το ερώτημα, όμως, είναι αμείλικτο: Εκεί όπου οι προηγούμενοι αιώνες δεν κατόρθωσαν να σβήσουν την παρουσία της Μονής, θα επιτρέψουμε εμείς να αποδυναμωθούν τα δικαιώματά της μέσα από σύγχρονες διπλωματικές διευθετήσεις; Η επιστολή του Δαμιανού προς τον Ιερώνυμο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη εκκλησιαστική αντιπαράθεση. Θέτει ξεκάθαρο ζήτημα ιστορικής ευθύνης και απαιτεί καθαρές απαντήσεις. Αν οι προειδοποιήσεις του για τους όρους της συμφωνίας ευσταθούν, τότε οι γενικές διαβεβαιώσεις περί συνέχισης της λειτουργίας της Μονής δεν αρκούν. Απαιτούνται σαφείς, δεσμευτικές εγγυήσεις για την κυριότητα, την αυτονομία και την απρόσκοπτη συνέχιση της αποστολής της.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να επιτρέπεις σε μια μοναστική αδελφότητα να παραμένει στον χώρο της και άλλο να κατοχυρώνεις τα δικαιώματά της. Άλλο να διασώζεις τη θρησκευτική βιτρίνα και άλλο να προστατεύεις την ίδια την υπόσταση ενός ιστορικού θεσμού. Η πίστη δεν είναι διαπραγματευτικό χαρτί, η ιστορία δεν είναι εμπόρευμα και η εθνική κληρονομιά δεν είναι ιδιοκτησία καμίας κυβέρνησης για να τη διαθέτει κατά βούληση. Η διπλωματία ασφαλώς απαιτεί συμβιβασμούς. Υπάρχουν, όμως, όρια πέρα από τα οποία ο συμβιβασμός κινδυνεύει να μετατραπεί σε υποχώρηση με ιστορικές συνέπειες. Αυτά τα όρια οφείλουν να χαράσσονται με γνώμονα το μακροπρόθεσμο συμφέρον, τη νομική ασφάλεια και την ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές και όχι την ευκολία μιας πρόσκαιρης διευθέτησης.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η βαθύτερη ελληνική παθογένεια. Ένα κράτος που δυσκολεύεται να χαράξει όραμα για το μέλλον κινδυνεύει να αντιμετωπίσει το παρελθόν του ως το τελευταίο διαθέσιμο κεφάλαιο προς εκποίηση. Όταν η πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση και η ιστορική συνείδηση υποχωρεί μπροστά στη λογική του πρόσκαιρου οφέλους, ακόμη και τα ιερότερα σύμβολα κινδυνεύουν να μετατραπούν σε αντικείμενα διαπραγμάτευσης.
Μόνο που η ιστορία ενός έθνους δεν είναι χαρτοφυλάκιο προς ρευστοποίηση αλλά η πνευματική του γενεαλογία, η μνήμη των αγώνων του, η γλώσσα και η πίστη που το κράτησαν ζωντανό όταν όλα τα υπόλοιπα κατέρρεαν.
Οι πρόγονοί μας δεν μας παρέδωσαν απλώς μνημεία. Μας παρέδωσαν ένα χρέος. Οι μοναχοί φύλαξαν χειρόγραφα και ιερά κειμήλια, οι δάσκαλοι διέσωσαν τη γλώσσα, οι κληρικοί κράτησαν ζωντανή την πίστη και γενιές απλών ανθρώπων μετέφεραν την ιστορική μνήμη μέσα από αιώνες δοκιμασιών. Δεν διατήρησαν αυτήν την παρακαταθήκη για να την επικαλούμαστε σε επετειακούς λόγους, αλλά για να την παραδώσουμε ακέραιη σε εκείνους που έρχονται.
Η Αγία Αικατερίνη του Σινά είναι παρακαταθήκη, που μας εμπιστεύθηκαν οι αιώνες.
Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να αποτελεί απλώς διακοσμητικό στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας. Δεν γίνεται να επικαλούμαστε το Βυζάντιο, να υμνούμε τους Αγίους και να υπερηφανευόμαστε για την ιστορική μας συνέχεια, ενώ όταν έρχεται η ώρα της έμπρακτης ευθύνης να αναζητούμε τις βολικές εξόδους της διπλωματίας. Το τραγικότερο για ένα έθνος δεν είναι να χάσει τον πλούτο του, αλλά να χάσει τη συνείδηση της αξίας του. Να διαθέτει μνημεία χωρίς μνήμη, να επικαλείται την πίστη χωρίς ευθύνη, να τιμά τους προγόνους του στα λόγια και να αποδεικνύεται ανάξιο της κληρονομιάς τους στην πράξη. Η Ελλάδα, μη έχοντας κάτι να εκποιήσει από το παρόν της, ξεπουλάει πλέον το παρελθόν της. Όταν ένα έθνος αρχίζει να διαπραγματεύεται όσα το συγκρότησαν ως ιστορική κοινότητα, το τίμημα δεν μετριέται σε χρήματα ούτε αποτυπώνεται σε κάποια συμφωνία. Μετριέται σε όσα θα στερηθούν οι επόμενες γενιές και σε όσα δεν θα μπορέσουμε πια να τους παραδώσουμε.
Πατρίδα δεν είναι απλώς ο τόπος όπου ζούμε. Είναι όσα παραλάβαμε από εκείνους που προηγήθηκαν και το χρέος να μην αφήσουμε τα παιδιά μας κληρονόμους μιας ιστορίας που εμείς οι ίδιοι αδειάσαμε από το περιεχόμενό της.
✍ Στυλ. Καβάζης


