Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Ανταπόκριση Αμερικανού δημοσιογράφου απ’ το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου:
«Ποτέ δεν είδα στρατιώτες να γλεντούν τον πόλεμο και τις κακουχίες όσο οι Έλληνες.
Ο Ελληνικός στρατός έχει το υψηλότερο ηθικό παρά τη λάσπη, τη βροχή και τα χιόνια. Είναι άντρες με σιδερένιους μυς και θερμή καρδιά»!
Αφιέρωμα στους απλούς στρατιώτες του Έπους του ’40.
~Αντί μνημοσύνου~
Δεν ήταν στρατός επαγγελματιών. Ήταν άνθρωποι της γης, της πέτρας και της φτώχειας.
Αγρότες, δάσκαλοι, εργάτες, φοιτητές, έμποροι, πατεράδες και γιοι όλοι μαζί, ξαφνικά, έγιναν στρατιώτες. Όταν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 η σειρήνα σκέπασε τον ουρανό της πατρίδας, δεν υπήρχε φόβος. Υπήρχε μόνο χρέος…
Με κουρασμένα κορμιά και ελαφρύ εξοπλισμό, ανέβηκαν στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου.
Η βροχή έγινε φίλη τους, το χιόνι σύντροφος, το τραγούδι όπλο. Μέσα στις λάσπες και την παγωνιά, οι απλοί αυτοί άνθρωποι έγραψαν το πιο λαμπρό κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Δεν πολεμούσαν μόνο για σύνορα πολεμούσαν για την ψυχή της Ελλάδας.
Ξένοι ανταποκριτές έγραφαν τότε με θαυμασμό πως «ποτέ δεν είδα στρατιώτες να γλεντούν τον πόλεμο όσο οι Έλληνες». Κι ήταν αλήθεια στα χαρακώματα αντηχούσαν τραγούδια, οι σφαίρες συνόδευαν τις μαντινάδες, και η ψυχή δεν λύγιζε. Στις πιο απάνθρωπες στιγμές, εκείνοι οι νέοι άντρες έβρισκαν τη δύναμη να χαμογελούν, να σηκώνουν τον συνάδελφο που έπεφτε, να προχωρούν πιο ψηλά.
Οι «φτωχοί του Θεού» έγιναν φάροι της Ελευθερίας. Οι ανώνυμοι έγιναν σύμβολα.
Γιατί η δόξα τους δεν χτίστηκε πάνω σε επιδείξεις ισχύος, αλλά πάνω στη θυσία, την καρτερία και το φιλότιμο. Στα παγωμένα βράχια της Πίνδου, γεννήθηκε ξανά το νόημα της λέξης “Ελλάδα”.
Όταν η ιστορία γύρισε τη σελίδα, δεν έμειναν ζητωκραυγές ούτε παράτες. Έμεινε μόνο η σιωπή των βουνών και μέσα της, το βήμα τους που ακόμη αντηχεί. Γιατί ο Έλληνας στρατιώτης του ’40 δεν πολέμησε για να γίνει ήρωας. Πολέμησε γιατί ήταν Έλληνας και οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες!!
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Τον Οκτώβριο του 1940, ο ελληνικός Στρατός διέθετε σε καλή κατάσταση τον εξής οπλισμό:
Τυφέκια (Μάνλιχερ, Μάουζερ, Λεμπέλ, Γκρα) 459.650.
Πολυβόλα (Χότσκις, Σαίντ Ετιέν, Σβαρτζ Λόζε, Μαξίμ) 4.832.
Οπλοπολυβόλα (Χότσκις) 12.200
Όλμους (Μπραντ 81 χιλ) 315
Πυροβόλα Μάχης (Σκόντα, Σνάιδερ, Κρουπ) 905
Πυροβόλα αντιαεροπορικά (Α/Α) (Κρούπ, Μποφόρς, Ραϊμένταλ) 190
Πυροβόλα αντιαρματικά (Α/Τ) (Ραϊμένταλ) 24.
Στη διάρκεια του πολέμου ενισχύθηκε, κυρίως από λάφυρα που αξιοποιήθηκαν με 16.500 τυφέκια, 494 πολυβόλα, 1794 οπλοπολυβόλα, 406 όλμους, 114 πυροβόλα μάχης και 34 πυροβόλα Α/Α.
Επίσης, τον Οκτώβριο του 1940, ο Στρατός διέθετε τα οργανικά πυρομαχικά των Μονάδων Εκστρατείας και αποθέματα πυρομαχικών για 3 μήνες αγώνα. Όμως, κατόρθωσε να διεξαχτεί πολεμικός αγώνας 6 μηνών και σε 2 μέτωπα, κατά των Ιταλών και Γερμανών, με επιτυχία.
Αυτό οφείλεται στην έγκαιρη τότε λήψη μέτρων αυξήσεως της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής σε πυρομαχικά, περιορισμού των καταναλώσεων στο πεδίο μάχης και στη μεθοδική αξιοποίηση των προερχόμενων από λάφυρα.
Σε μεταφορικά μέσα, οι ανάγκες ήταν πολλές. Έναντι απαιτούμενων αυτοκινήτων, υπήρχαν 600 στρατιωτικά. Το πρόβλημα λύθηκε με την επίταξη ιδιωτικών αυτοκινήτων διάφορων τύπων, με την έναρξη του πολέμου.
Ανάλογα, αντιμετωπίστηκε και το πρόβλημα των κτηνών, που ο αριθμός τους, με διαδοχικές επιτάξεις, έφτασε τις 150.000. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι χωρίς τις δεκάδες χιλιάδες ημιόνων, που πλαισίωναν ως οργανικά μεταφορικά τις μονάδες του πεδίου μάχης, θα ήταν αδύνατη η ζωή και η διεξαγωγή νικηφόρου αγώνα στα άξενα και χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.
Από πλευράς εφοδίων, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Στρατός διέθετε τα εξής αποθέματα:
Τρόφιμα για 50 ημέρες,
Καύσιμα για 45 ημέρες και
νομή για 30 ημέρες.
Η δύναμη του Στρατού εκστρατείας, στις 18 Φεβρουάριου 1941, ήταν 22.000 αξιωματικοί (μόνιμοι, μόνιμοι εξ εφεδρείας και έφεδροι) και οπλίτες. Η δύναμη αυτή, με την έναρξη και του Ελληνογερμανικού πολέμου, στις 6 Απριλίου 1941, ήταν αυξημένη κατά 20%.





