Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Στα ορεινά της Ροδόπης, εκεί όπου τα βουνά αγγίζουν τον ουρανό και οι άνεμοι κουβαλούν μνήμες χιλιετιών, ζει ένας λαός ξεχασμένος αλλά αλύγιστος· οι Πομάκοι. Απόγονοι των αρχαίων Θρακών, των Αγριάνων, οι οποίοι υπό τον βασιλιά Λάγγαρο, συμπολέμησαν με τους Μακεδόνες εναντίον των Τριβαλλών το 335 π.Χ. και συνυπερασπίστηκαν επιτυχώς τα κληρονομικά κυριαρχικά δικαιώματα του Μ. Αλεξάνδρου στη Βαλκανική Χερσόνησο. Για τον λόγο αυτό ανταμείφθηκαν από τον μεγάλο στρατηλάτη με το δικαίωμα της αυτονομίας, προσφορά που με τη σειρά τους τίμησαν με μακρόβια και εξαιρετικά αξιόπιστη συμμαχία από μέρους τους. Κατοικούν στην ελληνική Θράκη εδώ και χιλιάδες χρόνια, ενώ η πλειοψηφία τους ζει στη Βουλγαρία. Σήμερα μόλις 36.000 από αυτούς βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα, κυρίως στα ορεινά χωριά της Ξάνθης και της Ροδόπης.
Η ιστορική τους κληρονομιά είναι πλούσια και επίμονη. Οι Πομάκοι διατήρησαν ζωντανή την ταυτότητά τους παρά τον εξισλαμισμό που υπέστησαν τον 17ο αιώνα για λόγους επιβίωσης. Από τους Κώδικες της Μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως μαθαίνουμε ότι οι πρόκριτοι των Πομάκων αποφάσισαν ομαδικό εξισλαμισμό για να προστατευθούν από τη βία των Οθωμανών, διατηρώντας όμως κρυφά χριστιανικά έθιμα και παραδόσεις, όπως το σταύρωμα των βρεφών στην κούνια και τη μυστική προσήλωση στον Άγιο Δημήτριο και τον προφήτη Ηλία.
Η γλώσσα τους, το πομακικό ιδίωμα, αν και σλαβικό στην καταγωγή, διασώζει πλήθος ελληνικών λέξεων, επιβεβαιώνοντας τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική γη. Μέσα από τα τραγούδια τους, τα παραμύθια τους και την προφορική παράδοση, οι Πομάκοι κρατούν ζωντανή έως και σήμερα την ιστορία των προγόνων τους.
Η επίσημη πολιτεία τούς αγνοεί επιδεικτικά, ενώ με περισσή ευκολία βαφτίζει Έλληνες “παρείσακτους”, που ζουν στη χώρα μας μόλις 5–6 χρόνια. Οι Πομάκοι από την άλλη πλευρά οι πραγματικοί Έλληνες στην ψυχή και τις ρίζες, παραμένουν αβοήθητοι, εκτεθειμένοι στην προπαγάνδα και τις επιδιώξεις της Τουρκίας, χωρίς καμία στήριξη από την πατρίδα τους.
Η ιστορία τους όμως δεν υπήρξε εύκολη. Παρά τις προσπάθειές τους να ενωθούν με την Ελλάδα, όπως το 1878, όταν απέκλεισαν τις διόδους της Ροδόπης και ίδρυσαν την Αυτόνομη Πομακική Δημοκρατία για να αποφύγουν τη βουλγαρική κυριαρχία, η γεωπολιτική των μεγάλων δυνάμεων τους αρνήθηκε το δικαίωμα στην ελευθερία. Το 1946 οι Πομάκοι επανέλαβαν την έκκλησή τους στο Παρίσι προς τον ΟΗΕ και τις ΗΠΑ, ζητώντας δημοψήφισμα για την ένταξή τους στην Ελλάδα, αίτημα που αγνοήθηκε λόγω της διανομής της Ευρώπης στη Γιάλτα.
Η Ελλάδα, που θεωρούν πατρίδα τους, πολλές φορές τους άφησε αβοήθητους. Από την επιβολή της τουρκικής γραφής στα σχολεία τους, έως την πολιτική αδιαφορία, που επέτρεψε την εκμετάλλευσή τους από την Τουρκία, οι Πομάκοι έμειναν εκτεθειμένοι. Η εισαγωγή της λατινικής γραφής το 1973 και η απόπειρα περιορισμού της πομακικής γλώσσας υπονομεύουν τη γλωσσική και πολιτιστική τους αυτονομία, απειλώντας να σβήσουν έναν λαό, που εδώ και χιλιετίες ζει και αγαπά αυτή τη γη. Κι όμως, οι Πομάκοι παραμένουν εδώ. Υψώνουν το κεφάλι μέσα στις οροσειρές της Ροδόπης, κρατούν τη γλώσσα τους ζωντανή, σέβονται τις παραδόσεις τους και τιμούν τη μνήμη των προγόνων τους.
Οι Πομάκοι μάς υπενθυμίζουν ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς σύνορα ή νόμοι, αλλά μνήμες, ρίζες και άνθρωποι. Κανένας λαός δεν πρέπει να αφήνεται έρμαιο ξένων συμφερόντων, όταν τα βουνά του κρατούν αιώνες πολιτισμού και ιστορίας. Η Ελλάδα οφείλει να αναγνωρίσει την ιστορική και πολιτιστική αξία των Πομάκων και να προστατεύσει την ταυτότητά τους, πριν η λήθη και οι παραλείψεις ξαναστείλουν αυτά τα αδέλφια μας στον στόμα του νεοτουρκικού επεκτατισμού. Η ιστορία τους, η γλώσσα τους, η πίστη τους και οι παραδόσεις τους είναι κομμάτι της ίδιας της ελληνικής ψυχής και ήρθε η ώρα να μην τους αφήσουμε πια αβοήθητους.
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Τους Πομάκους, τους απογόνους των αρχαίων Αγριάνων, το ελλαδικό κράτος δεν τους εγκατέλειψε, αλλά τους έστειλε στην αγκαλιά της Τουρκίας, η οποία θεωρεί ότι είναι προστάτης των μουσουλμάνων.
Το 1954 η ελληνική Κυβέρνηση υποχρέωσε όλα τα μουσουλμανικά σχολεία να ονομάζονται τουρκικά για να πετύχει διάκριση από τα αντίστοιχα μουσουλμανικά της Βουλγαρίας.
Το 1955 δόθηκε εντολή στον επιθεωρητή μουσουλμανικών σχολείων να οργανώσει συνέδρια Πομάκων δασκάλων για την εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, δηλαδή της τουρκικής γλώσσας αφού οι Νεότουρκοι έχουν υιοθετήσει το λατινικό αλφάβητο. Η εισαγωγή του λατινικού αλφάβητου και της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία των Πομάκων ολοκληρώθηκε το 1973.
Το 1995, βάσει τουρκοελληνικής συμφωνίας διετάχθη από την ελληνική κυβέρνηση ο επιθεωρητής μουσουλμανικών σχολείων Δυτ. Θράκης και συγκάλεσε τοπικά συνέδρια Πομάκων δασκάλων, με σκοπό να τους συστήσει όπως εγκαταλείψουν την αραβική (παλαιοτουρκική) γραφή και να χρησιμοποιούν τη λατινική. Επίσης, το Σεπτέμβριο 1973, επισκέφθηκε τη Δυτ. Θράκη ο τότε πρέσβης της Τουρκίας στην Ελλάδα, Γκιουρούν, με αποτέλεσμα την επιβολή της λατινικής γραφής στους μωαμεθανούς Πομάκους.
Μέχρι το 1996 δεν ήταν ελεύθερη η πρόσβαση για τα πομακοχώρια και για να πας από την πόλη της Ξάνθης στα Πομακοχώρια, έπρεπε να περάσεις πρώτα από την περιβόητη «μπάρα» (φυλάκιο για έλεγχο χαρτιών και άδειας από την Αστυνομική Διεύθυνση Ξάνθης). Δηλαδή συνοριακός έλεγχος μέσα στην Ελλάδα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να χαρίζουμε ολόκληρη τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, με τη φυλετική, γλωσσική και τη θρησκευτική της ανομοιογένεια, στους σουλτάνους του νεοτουρκικού επεκτατισμού.
Οι Πομάκοι έτειναν δυστυχώς μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες να διαμορφώνουν τουρκική συνείδηση. Επρόκειτο για ένα είδος γενοκτονίας, γιατί τα δικά μας λάθη στέλνουν το λαό των Πομάκων κατευθείαν στο στόμα του νεοτουρκικού εθνικισμού, καθώς ευρίσκοντο στο στόχαστρο της Τουρκικής προπαγάνδας.
Στη Θράκη οι πράκτορες της Τουρκίας έχουν εκμεταλλευτεί τις δικές μας παραλείψεις και έχουν επιβάλει ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Έχουμε φθάσει στο σημείο να χαρίζουμε στο νεοτουρκικό καθεστώς μία ανομοιογενή από κάθε άποψη μουσουλμανική κοινότητα, η οποία αποτελείται από τρεις ομάδες, τους «τουρκογενείς», τους Πομάκους και τους Αθίγγανους.
Μουσουλμάνοι κατευθυνόμενοι από τον Επιτήδειο Ουδέτερο, προσπαθούν να επιβάλλουν στους Πομάκους να μην μιλούν την μητρική τους γλώσσα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα σημειώνεται το γεγονός ότι στις 15 Νοεμβρίου 1989, σε συγκέντρωση γονέων και κηδεμόνων του Σχολείου του Εχίνου και σε συνεργασία με την σχολική εφορία, συζητήθηκε η ανάγκη να ομιλούν οι μουσουλμανόπαιδες της περιοχής την τουρκική και όχι την πομακική στους δημόσιους χώρους. Σκοπός της Τουρκίας ήταν και είναι να εξαφανισθεί η πομακική και να κυριαρχήσει η τουρκική στους μουσουλμάνους.

Η προέλευση της λέξης «Πομάκος».
Πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν ετυμολογικά τη λέξη «Πομάκοι» με επικρατέστερη άποψη αυτή των Βουλγάρων, σύμφωνα με την οποία η προέλευση της λέξης οφείλεται στο ρήμα pomagam που σημαίνει βοηθώ. Οι Βούλγαροι αποκαλούσαν τους Πομάκους «πομαγκάστ» δηλαδή βοηθούς, υποτελείς, βασανισμένους, δούλους, χωρίς δική τους ατομική και συλλογική οντότητα.
Κατά μία ελληνική εκδοχή, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ιππομάχος. Ήταν αυτοί που απάρτιζαν το φοβερό ιππικό του Μ. Αλεξάνδρου. Κατά μία άλλη ελληνική ερμηνεία, η λέξη προέρχεται από το ελληνικό Πομάξ (πότης) εξαιτίας της παλιάς συνήθειας των Θρακών να πίνουν πολύ. Οι ίδιοι όμως οι Πομάκοι τη θεωρούν προσβλητική και υβριστική ονομασία και θέλουν να αυτοαποκαλούνται «Αχριάν», δηλαδή «Αγριάνες», όνομα αρχαίας θρακικής φυλής, που κατοικούσε στα άγονα κι ορεινά μέρη του όρους Σκόμιο και στη Βορειοδυτική Ροδόπη και που λέγονταν κι αλλιώς «Αγρίες», «Αγραίοι» κι «Αγριείς». Φημίζονταν σαν επιδέξιοι ακοντιστές. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, σύμφωνα με τις έρευνες των εθνολόγων, ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι των αρχαίων Θρακών. Την άποψη, ότι δηλαδή οι Πομάκοι κατάγονται από την αρχαία ελληνική φυλή, παρουσίασαν και το 1946 στον ΟΗΕ και στους Αμερικανούς οι ίδιοι οι Πομάκοι (Ελλάδας και Βουλγαρίας) και ζήτησαν σαν Έλληνες να ενταχθούν με τους Έλληνες στην Ελλάδα.
Οι Πομάκοι είναι κατά την πλειοψηφία υψηλοί, ξανθοί, γαλανομάτηδες, δολιχοκέφαλοι, φιλοπρόοδοι, δεν έχουν μογγολικά χαρακτηριστικά και κατοικούν στα ορεινά της Θράκης της Δυτικής Θράκης. Επίσης, η εθνολογική έρευνα υποστηρίζει βασίμως, ότι οι σλαβόφωνοι Πομάκοι είναι απόγονοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αυτόχθονος πληθυσμού. Εξάλλου, αιματολογική εξέταση σε 1.030 κατοίκους στα χωριά Εχίνος, Σάτραι, Ωραίον, Μελίβοια και Κοτύλη, δηλαδή το 1/20 του συνολικού πληθυσμού των Πομάκων 4, διαπιστώνει αιματολογική συγγένεια Πομάκων και Ελλήνων σε ποσοστό 50-70%. Αλλά και ξένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι εξισλαμισμένοι και εκσλαβισθέντες γλωσσικώς, απόγονοι ή τα τελευταία υπολείμματα των αρχαίων Θρακών και ότι έχουν φλέβα ελληνική.
Γλώσσα των Πομάκων.
Γραπτά μνημεία της γλώσσας των Πομάκων, όπως και της γλώσσας όλων των αρχαίων θρακικών φυλών δεν υπάρχουν. Είναι δηλαδή η γλώσσα ομιλούμενη, αλλά μη γραφόμενη. Όλοι γενικά οι Πομάκοι της ελληνικής ορεινής Ροδόπης μιλούν την πομακική γλώσσα, ένα γλωσσικό ιδίωμα σλαβικό, συγγενικό με τη βουλγαρική γλώσσα (χωρίς οι Πομάκοι να αισθάνονται Βούλγαροι ή Σλάβοι), που διασώζει όμως πολλές ελληνικές λέξεις, ίσως και πολλές θρακικές κι έχει ανάμεσα κι ορισμένες τουρκικές λέξεις, πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις γλώσσες των Βαλκανίων, που ζυμώθηκαν αναγκαστικά με την τουρκική γλώσσα, μέσα σε τόσους αιώνες τουρκικής κατάκτησης. Παρατηρείται ότι η πομακική γλώσσα στην ανατολική περιοχή της Δυτικής Θράκης έχει επηρεασθεί από την τουρκική γλώσσα, ενώ αντίθετα στο δυτικό τμήμα της από τη βουλγαρική. Πάμπολλες είναι οι ελληνικές λέξεις – και μάλιστα οι αρχαιοπρεπείς, γεγονός που ενισχύει την άποψη για την αρχαία καταγωγή των Πομάκων και τη συγγένειά τους με τους Έλληνες.
Μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα, που η πομακική γλώσσα ήταν άγραφη, πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να την καταγράψουν, με πρωτοπόρο τον Πομάκο Ριτβάν Καραχότζα.
Το 1996 εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αίγειρος» της Θεσσαλονίκης, με τη χορηγία και ηθική συμπαράσταση του Πρ. Εμφιετζόγλου, το τρίτομο έργο για την πομακική γλώσσα που εκπονήθηκε υπό την εποπτεία και την ενεργό συμμετοχή του δασκάλου Πέτρου Θεοχαρίδη. Το έργο περιλαμβάνει ελληνο-πομακικό και πομακο-ελληνικό λεξικό και γραμματική της πομακικής γλώσσας. Γράφτηκαν επίσης, γραμματικές, παραμύθια, εφημερίδες, τραγούδια.
Επισημαίνεται ότι οι ελληνικές λέξεις είναι ουσιαστικά και ρήματα, ώστε δεν μπορούν να θεωρηθούν απλά δάνεια, δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας των ουσιαστικών και ρημάτων σε κάθε γλώσσα. Εξάλλου, μεταξύ Διδυμοτείχου και Ορτακιόι υπήρχαν αποκλειστικά ελληνόφωνοι Πομάκοι γνωστοί με την ονομασία Μάρηδες και Γραβανίτες.
Ενδεικτικά παρατίθεται κατάλογος με λέξεις ελληνικών ρημάτων και ουσιαστικών: Ρήματα: αργάσβαμ = εργάζομαι, αρέσβαμ = αρέσκομαι, αρνήσβαμ = αρνούμαι, αφορίσβαμ = αφορίζω, βιάσαμ = βιάζομαι, βολιάσβαμ = εμβολιάζω, βουλώσβαμ = βουλώνω, ζαπεικάσουβαμ = απεικάζω, ζηλώσβιαμ = ζηλεύω, ζυβγκαρωσβαμ = ζευγαρώνω, ακτοικιάσβαμ = κατοικώ, κερντίσβαμ = κερδίζω, κινήσβαμ = κινώ, λειψούβαμ = λείπω, μαρτυρήσβαμ = μαρτυρώ, μοιάζαμ = μοιάζω, ορίσβαμ = ορίζω, πατάξαμ = πατάσσω, νταπαιντέψαμ = παιδεύω, νταπάψαμ = παύω, στοιβάσβαμ = στοιβάζωτυπώσβαμ = τυπώνω, φτάσβαμ = φθάνω κ.λ.π. Ουσιαστικά: αργκάτ = εργάτης, βλαστάρ = βλαστάρι, γκωνία = γωνία, ντρούμ = δρόμος, έντρο = αδρός, εγκρίστρα = άγκιστρο, κεραμή = κεραμίδι, κλωβία = κλουβί (κλωβός), κουμίν = κάμινος, κρομμύντ = κρομμύδι, παιντεψία = παίδευση, παίπελ = παιπάλη (δηλαδή σκόνη), παναγκύρ = πανηγύρι, παρασπούρ = παρασπόρι, πέλκα = πέλεκυς σκύφαλα = σκύβαλα, στόμνα = στάμνα, σύνορ = σύνορο, φυτάρια = φύτρο, χρομύλ = χειρόμυλος, χορό = χορός κ.λ.π.
Από έρευνα του Κ. Μητσάκη, διαπιστώθηκε ότι στα Πομάκικα συναντούμε το γνωστό τραγούδι Γεφύρι της Άρτας. Τραγούδι ευρύτερα γνωστό, με ρίζες πολύ πριν από τη μάχη του Ματζικέρτ (1071), στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι απομονωμένοι γεωγραφικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, διατήρησαν την πιο αρχαία μορφή του τραγουδιού που συγγενεύει με την παραλλαγή της Καππαδοκίας, όπου αρχικά γεννήθηκε.


