Εξουσία που «αποδομεί» την κοινωνία

Hμερομηνία δημοσίευσης: 07-02-10 

Tου Χρηστου Γιανναρα

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμ-μετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.

Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.

Οταν έγραφε ο Καβάφης: «… το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_07/02/2010_389923

.

(537) αναγνώσεις

9 comments

  1. Πριν από 25 χρόνια παρά κάτι μήνες, Οκτώβριο 1985, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, διαπίστωνε, με 4 χρόνια καθυστέρηση, ότι η εθνική μας οικονομία, που ο ίδιος διηύθυνε , πήγαινε κατά διαβόλου (καληώρα) και έπρεπε να πάρει μέτρα σωτηρίας.
    Είχαν προηγηθεί βέβαια εκλογές που είχε κερδίσει με το σύνθημα “για ακόμα καλύτερες μέρες”.
    Τότε, λοιπόν, σε διάγγελμά του (καληώρα) προς τον Ελληνικό Λαό έλεγε:

    “Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που τόσο ευαίσθητη είναι σε θέματα που αφορούν την εθνική μας ανεξαρτησία, δεν είναι δυνατόν να διακινδυνεύσει, έστω και στο παραμικρό, μια τέτοια εξέλιξη. Γιατί πέρα από θέμα αρχής, που συνδέεται με τον περιορισμό της εθνικής ανεξαρτησίας, που θα ακολουθήσει μια υπερχρέωση της χώρας, υπάρχει και σοβαρή ιδεολογική αντίθεση με το είδος της οικονομικής πολιτικής που επιβάλλεται από τους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, σε τέτοιες περιπτώσεις. Γιατί όλοι ξέρουμε, τις ….συνέπειες για το λαό, από τις νεοφιλελεύθερες συνταγές, που επιβλήθηκαν σε όσες χώρες παρενέβησαν οι διεθνείς οργανισμοί” και συνέχιζε:
    “Έτσι, με πλήρη συναίσθηση των ευθυνών μας, απέναντι στον ελληνικό λαό, είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε μια σειρά γενναίες οικονομικές αποφάσεις, που να είναι όμως δικής μας επιλογής, για να εξυγιάνουμε, αποφασιστικά, την οικονομία μας και ειδικότερα το ισοζύγιο πληρωμών. Αυτό γίνεται σήμερα, για να μη βρεθούμε στην ανάγκη αργότερα, να χάσουμε τη δυνατότητα εθνικών επιλογών, για τη λύση των προβλημάτων μας.”
    Έτσι αντί για καλύτερες ημέρες, ακολούθησε η υποτίμηση της δραχμής κατά 15% και η δραστική περικοπή της ΑΤΑ (Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής) για δύο χρόνια.
    Στο ίδιο “ύφος και ήθος” ο επίσης τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Κ.Σημίτης σε τηλεοπτική του ομιλία έλεγε:

    “Μη επώδυνα μέσα δυστυχώς δεν υπάρχουν. Εμείς όλοι καθορίζουμε τις οικονομικές δραστηριότητες και εμείς υποχρεωτικά πρέπει να επωμισθούμε τα βάρη της σταθεροποίησής τους. Η κυβέρνηση είναι πεπεισμένη ότι επέλεξε μέτρα τα οποία ελαχιστοποιούν το συνολικό κόστος της εξομάλυνσης της κατάστασης. Δεν ισχυρίζεται ότι δεν ζητούνται θυσίες. Ισχυρίζεται όμως ότι οι θυσίες είναι οι μικρότερες δυνατές για την επίτευξη των στόχων της μεγάλης βελτίωσης του ισοζυγίου πληρωμών και μεσοπρόθεσμα της δραστικής μείωσης του πληθωρισμού.”
    Το “μήνυμα”, φυσικά, ελήφθη και έγινε πράξη,επειδή δεν αντιδράσαμε τότε, δηλαδή δεν δείξαμε ότι δεν δεχόμαστε τέτοιο εμπαιγμό! Αποτέλεσμα: ο ΦΠΑ έγινε ακριβά τζιπάκια, οι Ασφαλιστικές εισφορές έγιναν φουσκωτά, οι Φόροι του εισοδήματος έγιναν αφθαίρετες πολυτελείς βίλες και πανάκριβα ταξίδια σε εξωτικούς προορισμούς, offshore εταιρίες και άλλα.

  2. Το δοκίμιο «Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω», του συγραφέα Ευάγγελου Λεμπέση (1906-1968), δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον μηνιάτικο νομικό έντυπο «Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών», τον Σεπτέμβριο 1941.
    Στο δοκίμιό του ο συγγραφέας κατατάσσει τους βλάκες σε δύο τελείως αντίθετες μεταξύ τους ομάδες: α) αυτούς που καταλαμβάνουν τις υποδεέστερες θέσεις στην κοινωνία και β) αυτούς που κατέχουν σπουδαίες θέσεις στην κοινωνία (κυβερνώσα elite).
    Επίσης εξετάζει το φαινόμενο μερικών ευφυϊών ανθρώπων, οι οποίοι διαισθανόμενοι με το ένστικτό τους τον ανυπέρβλητο ρόλο των βλακών και τη λαμπρή τους κοινωνική σταδιοδρομία, αποφασίζουν να παίξουν το ρόλο αυτό, για ν’ ανέβουν, «κάνοντας την πάπια».
    Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα αποσπάσματα του έργου του είναι τα παρακάτω:
    «Αν ο βλάκας καταφεύγει στην επιτηδειότητα λόγω των φτωχών πνευματικών του μέσων, απ’ την ίδια έλλειψη ανωτέρων πνευματικών μέσων οδηγείται και στην απάτη. Όπως είναι γνωστό απάτη είναι η αποσιώπηση της αλήθειας ή η παρουσίαση ψευδών πραγμάτων σαν αληθινών. Από τον ίδιο τον ορισμό της συμπεραίνεται ότι η απάτη δεν εξηγεί την ευφυία του απατεώνα αλλά την ευπιστία του θύματος».
    «… η παραγωγή βλακών δεν είναι ταξική. … Ο βλάκας υπουργός, που άγεται και φέρεται από τους υπαλλήλους του και τα μέλη ενός εργατικού σωματείου, που τα εκμεταλλεύεται ο πονηρός εργατοκάπηλος, αποτελούν δύο αντίθετα παραδείγματα του γεγονότος, ότι η βλακεία δεν έχει ταξική πατρίδα. Κι όταν ακόμη ο βλάκας με τη μορφή του επιτήδειου ή του απατεώνα, εξαναγκαστεί να δώσει μάχη, θα τη δώσει με τα πνευματικά ευκολότερα και συνεπώς ανηθικότερα όπλα: το ψέμα, τη διαστροφή, τη ραδιουργία και τη συκοφαντία. Από δω βγαίνει και το ακλόνητο δόγμα: η ανηθικότητα είναι αποκλειστικό προϊόν των βλακών».
    Εκτός από το παραπάνω δοκίμιο, ο Ευάγγελος Λεμπέσης, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Νέα ημέρα» το 1936, με τίτλο «ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ», που αναφέρεται στους μαζικούς διορισμούς καθηγητών πανεπιστημίου που έγιναν επί 4ης Αυγούστου, γράφει: “Η επιστήμη στην Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν άτυχη υπόθεση, για πολλούς και διαφόρους λόγους, τους οποίους και θα εξετάσουμε εδώ. Ότι και η επιστήμη έτσι κι αλλιώς αποτελεί μια εκδήλωση του κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου ενός δεδομένου λαού, αυτό είναι αναμφισβήτητο. Στην ελληνική κοινωνία έχει λείψει ο μοναδικός εκείνος παράγοντας, ο οποίος από το ήθος και την διαμόρφωσή του αποτελεί τη βάση για την ανάδειξη κάθε επιστήμονα και τον αυστηρό φραγμό έναντι κάθε επιστημονικής κατάπτωσης και εναντίον κάθε αντιεπιστημονικού εκτραχηλισμού: αυτός ο παράγοντας είναι το μορφωμένο κοινό που ελέγχει, το αυστηρό κοινό των σοβαρά καταρτισμένων ειδικών κι αρμοδίων κύκλων, αλλά και το ευρύτερο σοβαρά μορφωμένο κοινό, που στην πλειονότητά του είναι το ίδιο κοινό, τα ίδια πρόσωπα, με την έννοια της πολύπλευρης και συμμετρικής ανάπτυξης των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων κάθε ατόμου, οποιασδήποτε ειδικότητας”.
    Την β’ έκδοση (2003) του βιβλίου «Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών στο Σύγχρονο Βίο. Μελέτη Κοινωνιολογική και Ψυχολογική», των εκδόσεων Σπηλιώτη, την προλογίζει ο ποιητής Θωμάς Γκόρμπας.
    Αξίζει να διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα από αυτόν τον πρόλογο με τίτλο «ΕΝΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ»:
    «Οι σημερινοί πράκτορες ξένων χωρών στην Ελλάδα έχουν τους απώτερους προγόνους τους στους αγγλόφιλους, γαλλόφιλους και ρωσόφιλους διορισμένους οπλαρχηγούς του ’21 – δεν υπάρχουν Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής τότε, θα μας τις φέρει το τέλος του εμφυλίου πολέμου 1947-1949. Όμως κατά την, απελευθερωτική μας επανάσταση που δεν τελείωσε ακόμα έχουμε και οπλαρχηγούς πράκτορες των ελληνικών συμφερόντων μόνον (Καραϊσκάκης, Ραζηκότσικας, Μπότσαρης, Διάκος … )».
    «Πάντα στον κατακαημένο τόπο• υπήρχαν συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, ελάχιστο ποσοστό από το σύνολο, οι οποίοι και σπουδαίοι δημιουργοί ήταν και πατριώτες. … Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν πέρασαν καλά στη ζωή τους, γιατί δεν έγλυψαν, δεν ρουφιάνεψαν, δεν έκαναν θελήματα – και το έργο τους είναι μονίμως υπό ανακάλυψιν».
    «Η τραγωδία είναι παλιά. Το κράτος της νεότερης Ελλάδας όχι μόνο δεν δημιουργήθηκε από ιθαγενείς, αλλά και πολέμησε και συχνά εξόvτωσε όλους εκείνους που είχαν τη δυνατότητα αλλά και το πάθος να το ανακατασκευάσουν, να το προσαρμόσουν, να το ξεβρωμίσουν, να το ξεσκουριάσουν και να το θέσουν στην υπηρεσία των εθνικών αναγκών».
    «Η «χαμηλή ποιότητα» ζωής είναι ένα από τα αειθαλή εθνικά μας χαρακτηριστικά και είναι αποτέλεσμα της μιζέριας, της κουτοπονηριάς, της αμνησίας, της έλλειψης καλλιέργειας, της τσαπατσουλιάς, της αγραμματοσύνης και βλαχοδημαρχικής ψυχοκατασκευής και συμπεριφοράς των “διδασκάλων”, διορισμένων σχεδόν πάντα από τον κ. Boυλευτή ή τον κ. υπουργό ..».
    «Ακόμα, ένα άλλο σύμπτωμα, που περνάει «απαρατήρητο» χτες και σήμερα από τους «δημοσιογράφους» και τους άλλους πολιτικούς τάχα, παρατηρητές είναι ότι στρατιές ανθρώπων; που κάθε τόσο ξεκινάνε από την και ως αυτή τη στιγμή λεγόμενη «Αριστερά» (πολιτευόμενοι, επιστήμoνες, διανοούμενοι κλπ.) αεροκοπανάν (και συχνά βρωμίζουν) «μαρξιστικά» με μοναδικό σκοπό ν’ ανεβάσουν τις μετοχές τους στο χώρο και τους μηχανισμούς της και ως αυτή τη στιγμή λεγόμενης «Δεξιάς», που και αργά ή γρήγορα εισέρχονται, καμιά φορά, αν είναι δυνατόν, και με τις ευλογίες της «Αριστεράς».
    «Η σοβαρότητα στον νεοέλληνα διανooύμενo ήταν και είναι κάτι το σπάνιο. Οι περισσότεροι ταυτίζουν τους σκοπούς της έκφρασης, της δημιουργίας, της έρευνας, με την καλή (προίκα) παντρειά, την αργομισθία, τα διάφορα προεδριλίκια της ξεφτίλας, τα διάφορα βραβεία που συνήθως κρετίνοι δίνουν σε κρετίνους, τις χορηγίες (κρατικές, παρακρατικές, αμερικάνικες, ακαδημαϊκές, χουντικές) …».
    «Είναι τυχαίο το ότι όλοι εκείνοι που με σοβαρότητα και συνέπεια δημιούργησαν, σκέφτηκαν και συμπεριφέρθηκαν σ’ αυτόν τον τόπο μόνο συκοφαντίες, βάσανα και αχαριστία εισέπραξαν; Και πενήντα και εκατό χρόνια από το θάνατό τους ποτέ δεν αποτέλεσε το έργο τους αντικείμενο μελέτης και μνήμης, ούτε στην εκπαίδευση (ποια εκπαίδευση; αυτή που απεργεί και μόνο γι’ αυξήσεις και επιδόματα και πάντα Δευτέρα, Παρασκευή ή παραμονή αργιών;) ούτε στους ψευτοπολιτιστικούς φορείς (Ακαδημία, λογοτεχνικά σωματεία κλπ.). Είναι υποχρεωμένος όποιος σκέφτεται σαν εμένα, με πολύ πόνο, να ελπίζει σε κάποιους μελλοντικούς νεοέλληνες, σε κάποιους καλύτερους που ολοένα έρχονται εκατόν πενήντα χρόνια τώρα κι ακόμα δεν ήρθαν, που θα μάθουν την εθνική (πολιτιστική) τους ταυτότητα και θα την αποδεχτούν. Θα μάθουν και θ’ αποδεχτούν και θα τιμήσουν, πριν απ’ όλα βάζοντάς τους μέσα στα αισθήματά τους και μέσα στη ζωή τους Βλαχογιάννηδες, τους Κονδυλάκηδες, τους Χατζόπουλους, τους Βώκους, τους Βουτυράδες, τους Χαλεπάδες, τους Λύτρηδες, τους Μπουζιάνηδες, τους Στέρηδες …».
    «Οι σημερινοί αριστεροδεξιοί και δεξιοαριστεροί πολιτευόμενοι όπως όταν λένε «εργαζόμενοι» εννοούν αυτούς που έχουν διορίσει ή κι αυτούς που πρόκειται να διορίσουν, εννοούν τους υποαπασχολούμενους εκπαιδευτικούς, απ’ το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο, τους σκουπιδιάρηδες, τους χωροφύλακες, τους ταξιτζήδες, τα σαλιγκάρια των υπουργείων και των οργανισμών, τους τραπεζικούς και όποιους άλλους τέτοιους. Αντίστοιχα όταν μιλάνε για πολιτισμό και κουλτούρα και τους εκπροσώπους της εννοούν τους κρετίνους παντός είδους τους εγγεγραμμένους στα λεγόμενα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά σωματεία κι άλλους τόσους που έχουν κάνει αίτηση να εγγραφούν με την κρυφή ελπίδα να τυπώσουν κι αυτοί μπιλιέτο με τον τίτλο του «μέλους» και να συνταξιοδοτηθούν, αυτοί οι πρώην και νυν δασκαλάκοι, έμποροι, βιοτέχνες, μπακάληδες κ.λπ. Και εννοούν τις οικτρές διμοιρίες των τυχάρπαστων και σαλτιμπάγκων που κουβαλιώνται με τα δημόσια λεφτά στα διάφορα πανηγύρια, ντόπια και ξένα, προς περιττόν εξευτελισμόν της προ πολλού εξευτελισμένης πολιτιστικής Ελλάδας εδώ και έξω, που κηδεμονεύουν κατώτεροι υπάλληλοι του Τουρισμού και του υπουργείου Πολιτισμού και ευλογούν διάφοροι … ».
    «Αλλά ας έρθουμε στον Λεμπέση. Αυτά που έγραψε αυτός ο άνθρωπος πριν πενήντα και εβδομήντα χρόνια, τα έγραφε προφανώς για χίλιους Έλληνες με την ελπίδα αυτοί οι χίλιοι σε μια ξένη χώρα που είναι η χώρα τους να ήταν τώρα περισσότεροι».
    «Ο Λεμπέσης, που πέθανε το 1968, τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε δύσκολα, παραμένοντας έντιμος, απόλυτος για πολλές από τις θεωρίες του και μαζί τραγικά διαψευσμένος από την πορεία της χώρας μετά τον εμφύλιο. Έμεινε και αυτός φυλακισμένος σ’ ένα δικό του κόσμο μακριά απ’ την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλο από ιδεολογικές συναλλαγές, πολιτιστική αθλιότητα, αδιέξοδα και μπαλώματα στην εξωτερική πολιτική, στην οικονομία, στην εκπαίδευση, στη δημόσια διοίκηση …»

  3. Δεν τελειώνει μόνο εκεί το κακό.
    Η εξατομικευμένη αντίληψη της ευημερίας και δικαιοσύνης η οποία συνοδοιπορεί με τα κατεξοχήν στοιχεία της κατανάλωσης, την διαθεσιμότητα και τον πληθωρισμό παραγωγής/κατανάλωσης είναι ο καταλύτης της απολυταρχοποίησης.
    Γιατί η απροσωπία είναι γνώρισμα της αναπαραγωγής καταστάσεων (ψυχαγωγία, μάθηση, διατροφή κτλ.), αφού η αναπαραγωγή έχει την ανταλλαξιμότητα προσώπων ως προαπαιτούμενο (π.χ. μπορείς να απαιτείς να έχεις την δυνατότητα να γλεντάς κάθε μέρα αλλά αυτό προϋποθέτει να μην έχεις ανάγκη συγκεκριμένα άτομα για να κοινωνήσεις τις διαθέσεις σου).

  4. Πραγματικά εξαιρετικό κ. Γιανναρά.

    Παρακαλώ να βρείτε και έναν εξίσου καλό μεταφραστή να μεταφράσει το κείμενο στα αγγλικά για να μπορεί να το καταλάβει και ο πρωθυπουργός μας.

  5. «Μεγαλύτερη αλλοίωση βλέπει ο πολιτισμός μας από τις 4-5 ώρες που βλέπουν τηλεόραση εμείς και τα παιδιά μας» τόνισε ο k.πρωθυπουργός.«Με το νομοσχέδιο λοιπόν, «δίνουμε προοπτική στους μετανάστες που ζουν μακροχρόνια στη χώρα μας. Δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε – δεν μπορούμε να κρατάμε τους ανθρώπους αυτούς χωρίς φωνή. Τους εμπιστευόμαστε τις οικοδομές, τον τουρισμό, τους γέροντες και τα παιδιά μας (…) Δεν υπάρχουν βεβαίως τέλειες λύσεις, αλλά λύσεις μακροχρόνιες και καλύτερες. Κάτι τέτοιο, μας δίνει και νέες δυνατότητες: Να δούμε Έλληνες ινδικής καταγωγής, αλβανικής καταγωγής, περήφανους για την ελληνική μας ιθαγένεια»(ΒΟΥΛΗ 8-2-2010).
    **************
    09 Φεβρουαρίου 2010
    Το θεώρημα περί ιθαγένειας και ενσωμάτωσης
    Tου Σταυρου Λυγερου
    http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_29_09/02/2010_390069

    Η χθεσινή εκτός ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή ανέδειξε τις διαφωνίες, που είχε ήδη αναδείξει ο διάχυτος δημόσιος διάλογος. Το νομοσχέδιο διαφέρει κάπως από το κείμενο της νομοθετικής πρωτοβουλίας, που είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση. Είναι αλήθεια ότι ο υπουργός Εσωτερικών έκλεισε ορισμένες επικίνδυνες «τρύπες», αλλά διατήρησε ανέπαφη την αρχική φιλοσοφία.

    Το θεώρημα του πρωθυπουργού είναι ότι η παραχώρηση ιθαγένειας επιφέρει την ενσωμάτωση των μεταναστών. Τα γεγονότα το έχουν σε μεγάλο βαθμό διαψεύσει. Αυτό δεν εμποδίζει την κυβέρνηση να νομοθετεί με στόχο την «πολυπολιτισμική κοινωνία», υπό την επήρεια του ιδεολογήματος ότι το εθνικό κράτος είναι ξεπερασμένο και πρέπει να το ξεφορτωθούμε.

    Ο Γ. Παπανδρέου δεν απάντησε σε τρία κρίσιμα ερωτήματα: Πρώτον, τι θα πράξει με το σχεδόν ένα εκατομμύριο παράνομους μετανάστες που ήδη βρίσκονται στην Ελλάδα. Δεύτερον, εάν πρέπει ή όχι να κάνουμε διάκριση των παράνομων μεταναστών με βάση την πολιτισμική συμβατότητά τους και τη δυνατότητά τους για αρμονική ενσωμάτωση. Τρίτον, πώς θα αναχαιτιστεί η συνεχιζόμενη παράνομη είσοδος νέων μεταναστών;

    Αντί για απαντήσεις, ο πρωθυπουργός επιδόθηκε σε συναισθηματικές αναφορές. Ευτυχώς, αυτή τη φορά δεν επανέλαβε το άτοπο, πως η απόδοση ιθαγένειας είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Το γεγονός, όμως, ότι εμμέσως παρομοίασε τους παράνομους μετανάστες με τους Mικρασιάτες πρόσφυγες είναι ενδεικτικό, όχι τόσο σύγχυσης, όσο της ιδεολογικής εμμονής η Ελλάδα να θεωρείται χώρος και όχι χώρα. Αυτή είναι η αιτία, που από την ομιλία του ουσιαστικά απουσιάζει η κρίσιμης σημασίας διάκριση μεταξύ νόμιμου και παράνομου μετανάστη.

    Είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι η κυβέρνηση έχει την τάση «επίλυσης» του μεταναστευτικού προβλήματος με την παραχώρηση ιθαγένειας. Πρόκειται για τάση, που είναι συμβατή με την τρέχουσα πρακτική του ελληνικού κράτους να νομιμοποιεί εκ των υστέρων παράνομες καταστάσεις. Οι περίπου 700.000 νόμιμοι μετανάστες ήταν στη συντριπτική πλειονότητά τους παράνομοι, που νομιμοποιήθηκαν μαζικά σε τέσσερις δόσεις.

    Η πείρα απέδειξε ότι κάθε νομιμοποίηση τροφοδότησε το επόμενο κύμα, ενισχύοντας την εντύπωση πως όποιος μπαίνει στην Ελλάδα παρανόμως δεν διώχνεται και κάποια στιγμή νομιμοποιείται. Αντί να δημιουργήσει αντικίνητρα για να συρρικνώσει τις ροές λαθρομετανάστευσης, η κυβέρνηση διευκολύνει την απόδοση ιθαγένειας, γεγονός που εκ των πραγμάτων θα λειτουργήσει ως κίνητρο για ενίσχυση των μεταναστευτικών ροών.
    Δεδομένου ότι η ανάσχεση της παράνομης εισόδου μεταναστών από τα θαλάσσια σύνορα με την Τουρκία είναι πρακτικά από δυσχερής έως αδύνατη, το βάρος πέφτει σε δράσεις:

    Πρώτον, να ασκηθεί εκ μέρους της Ε.Ε. ασφυκτική πίεση στην Αγκυρα να δέχεται πίσω όσους εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα από την τουρκική επικράτεια.

    Δεύτερον, να οργανωθεί ένας μηχανισμός συνεχούς επαναπατρισμού παράνομων μεταναστών. Η αξία αυτού του μέτρου δεν είναι τόσο ο αριθμός όσο το αποτρεπτικό μήνυμα προς όσους θα ήθελαν να επιχειρήσουν την παράνομη είσοδο στην Ελλάδα.

  6. “δεν μπορούμε να κρατάμε τους ανθρώπους αυτούς χωρίς φωνή.”

    …χωρίς φωνή, κατά τον σαχλαμάρα που παριστάνει σοσιαλιστή ηγέτη, πρέπει να μείνουνε αντ’ αυτού οι Έλληνες με την γελοία παρατήρηση ότι η ελληνική ηθαγένεια αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα (!) και άρα αδιαπραγμάτευτο πολιτικό ζήτημα όσον αφορά την διεξαγωγή σχετικού δημοψηφίσματος!

    Το κυριότερο πάντως δεν το προσέξανε πολλοί.
    Ο σοσιαλλουμπενολαϊκός “ηγέτης” επανέλαβε την θέση ότι η ρύθμιση αφορά μόνο τους νόμιμους μετανάστες, ξεχνώντας προφανώς ότι σε αυτή την χώρα το μοναδικό κριτήριο (μαζικής) νομιμοποίησης είναι η ψηφοθηρία και γενικά η μικροκομματική σκοπιμότητα.
    Εάν λοιπόν πιστέψουμε ότι η νοοτροπία αυτή θα συνεχιστεί, στην πράξη αυτό σημαίνει, ότι όλοι οι λαθρομετανάστες έχουνε την ελπίδα να νομιμοποιηθούνε κάποια στιγμή (την αρχή επ’ αυτού την έκαμε ο εξίσου γελοίους Πάκης Παυλόπουλος από την δική μας πλευρά). Επομένως το επίμαχο νομοσχέδιο αφορά όλους τους λαθρομετανάστες.

  7. Ο κ. Γιανναράς θα έπρεπε να τα στέλνει αυτά και στον πρωθυπουργό.
    Εμένα με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο.

  8. Ο κ. Γιανναράς θα έπρεπε να ΕΙΝΑΙ ο πρωθυπουργός.
    Όχι με τη δική του αλλά με τη δική μας θέληση.

  9. ΥΠΟΓΡΑΨΤΕ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ “ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ” Η ΣΤΕΙΛΤΕ SMS ΣΤΟ 6979240406 ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ “ΘΕΛΩ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ”. ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΣΕ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΥΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΜΑΣ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΧΟΝΤΕΣ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *