Το Σκοπιανό μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι

Γράφει ο Νεκτάριος Δαπέργολας,
διδάκτωρ Ιστορίας.

 

      Σε κείμενο προ αρκετών εβδομάδων είχαμε προβλέψει τις δυσοίωνες προοπτικές που έμοιαζε εξαρχής να εγκυμονεί για τα εθνικά μας δίκαια η (φαινομενικά ευνοϊκή) διαλλακτικότητα της νέας σκοπιανής ηγεσίας. Και λέγαμε ότι ενώ η ακραία στάση της προηγούμενης κυβέρνησης Γκρούεφσκι, παρότι εκνευριστικά προκλητική, αποτελούσε τουλάχιστον εχέγγυο για την αποτροπή καταστροφικών γιατην πατρίδα μας εξελίξεων στο θέμα του ονόματος (καθώς έθετε αυτομάτως «κόκκινες γραμμές» που ακόμη και η πλέον προδοτική ελληνική ηγεσία πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υπερβεί), η μετριοπαθέστερη στάση της κυβέρνησης Ζάεφ και η επί το διαλλακτικότερον μεταβολή της ρητορικής της οδηγούν σε πολύ επικίνδυνες ατραπούς. Όχι επειδή από μόνη της είναι αρνητικό γεγονός (κάθε άλλο), αλλά εξαιτίας της δεδομένης ανικανότητας, της φοβικότητας και κυρίως της ιδεοληπτικής ψυχωσικής στάσης που έχει επί του θέματος (όπως και επί κάθε άλλου μείζονος εθνικού θέματος, που απαιτεί στοιχειωδώς πατριωτική προσέγγιση) όχι μόνο το κυβερνών κόμμα, αλλά σύμπας σχεδόν ο παρηκμασμένος και εκμαυλισμένος πολιτικός μας κόσμος.

     Δυστυχώς οι έκτοτε εξελίξεις δείχνουν να επαληθεύουν εκείνους τους φόβους (και φυσικά δεν διεκδικούμε – προς Θεού – οποιαδήποτε μορφή…προορατικού χαρίσματος, άλλωστε τους φόβους αυτούς σίγουρα τους συμμεριζόταν κι οποιοσδήποτε άλλος διατηρεί στοιχειώδη έστω γνώση του διεθνούς και κυρίως του εσωτερικού πολιτικού περιβάλλοντος). Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν, κάποιοι επείγονται να κλείσουν άρον-άρον το θέμα με φόντο τη νέα συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ, η δήθεν διαλλακτικότητα του Ζάεφ αποδείχθηκε όντως φαινομενική (αναλισκόμενη σε τύπους ή υποσχέσεις για απλές…αποσύρσεις αγαλμάτων και αρνούμενη να μπει στην ουσία, που είναι ο αλυτρωτισμός και το θέμα της ψευτομακεδονικής εθνότητας) και οι προτάσεις που πέφτουν στο τραπέζι όσον αφορά την ονομασία του σκοπιανού κρατιδίου περιλαμβάνουν όλες τους τη λέξη «Μακεδονία» – και ως εκ τούτου είναι όλες τους απαράδεκτες. Απαράδεκτες όμως ως προς την κοινή λογική, την ιστορική αλήθεια και τις επιθυμίες του λαού μας (που παρά την παρακμιακή έως εκφυλιστική του κατάσταση, διατηρεί ακόμη κρυμμένα πατριωτικά αντισώματα, όπως δείχνουν τα υψηλά ποσοστά με τα οποία εκφράζεται στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις). Προφανώς πάντως, όχι και τόσο απαράδεκτες για ένα συρφετό εγγενούς ελληνοφοβικής κι εθνομηδενιστικής υστερίας που παριστάνει την ελληνική κυβέρνηση και που αν δεν έπρεπε υποκριτικά να μετριάσει κάπως την εν λόγω υστερία υπό το βάρος πολιτικών/επικοινωνιακών λόγων, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να εκχωρήσει και ολόκληρο το όνομα «Μακεδονία» (σκέτο, χωρίς δηλαδή συνθετικά, προσδιορισμούς κι άλλα φτιασίδια) στους ιταμούς σφετεριστές γείτονες. Προφανώς επίσης όχι τόσο απαράδεκτες ούτε για τον τυχοδιωκτικό πατριδοκάπηλο κυβερνητικό του εταίρο (εννοείται ότι τις ψευδοπατριωτικές και ανέξοδες παρόλες του θλιβερού αρχηγού και των λοιπών μελών του τις ακούμε εντελώς βερεσέ, όσο παραμένει δεδομένο ότι τίποτε δεν θα τους κάνει να θυσιάσουν τις καρέκλες τους και να θέσουν εν κινδύνω τον αρραγέστατο κυβερνητικό συνεταιρισμό), ούτε για τα γνωστά άκρως νεοταξίτικα κόμματα της αυτοφερόμενης ως Κεντροαριστεράς, αλλά ούτε φυσικά και για την επίσης νεοταξίτικων αντιλήψεων – και δεσμεύσεων – αξιωματική αντιπολίτευση, για την οποία θα πρέπει επιτέλους κάποια στιγμή να αρθούν και οι τελευταίες επιφυλάξεις όσων αφελών τη θεωρούν ακόμη παραδοσιακό πατριωτικό κόμμα: η πρόσφατη απαγόρευση προς τα εν Θεσσαλονίκη τοπικά μέλη να συναινέσουν σε αυτονόητες πατριωτικές δράσεις, αλλά και η έμμεση πλην σαφής παραδοχή Μητσοτάκη ότι η θέση του κόμματος παραμένει όπως καθορίστηκε το 2008 (πράγμα που σημαίνει ξεκάθαρα αποδοχή σύνθετης ονομασίας – με τη λέξη Μακεδονία και γεωγραφικό ή άλλο προσδιορισμό) ίσως συντελέσουν επιτέλους στην οριστική αποκαθήλωση και του εν λόγω συρφετού στη συνείδηση αρκετών. Για όλους αυτούς τους λόγους ο κίνδυνος είναι πραγματικά θανάσιμος.

     Και είναι θανάσιμος, αν και επιμένουμε στο ότι η συγκυρία ήταν και παραμένει εξαιρετικά ευνοϊκή, λόγω της δεινής εσωτερικής και διεθνούς θέσης των Σκοπίων και της ζωτικής τους ανάγκης να διεκδικήσουν την είσοδό τους στο ΝΑΤΟ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς. Και αυτό φυσικά είναι το τραγικότερο: την ώρα που μία κυβέρνηση στοιχειωδώς ελληνικών συμφερόντων θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη σκοπιανή δυσπραγία και απόγνωση και με το διαπραγματευτικό ατού/απειλή του βέτο να τους σύρει σε λογικές σταδιακά πλήρους αναίρεσης όλης αυτής της χυδαίας διαστρεβλωτικής και αλυτρωτικής προπαγάνδας δεκαετιών (με αντίδωρο ακριβώς την επιβίωσή τους), συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ένα κυβερνητικό σχήμα και ένα ευρύτερο πολιτικό σύστημα ολιγίστων πολιτικάντηδων και δωσιλόγων Εφιαλτών, που υπό το κράτος ιδεοληπτικών εμμονών, άθλιων μικροκομματικών συμφερόντων, αλλά φυσικά και έξωθεν πιέσεων (που δεν τις παραγνωρίζουμε, αλλά και δεν τις υπερεκτιμούμε), αρνείται να αρθεί στοιχειωδώς στο ύψος των περιστάσεων, πετάει στα σκουπίδια την προρρηθείσα ιστορική ευκαιρία και πάει άνευ ιδιαίτερου πραγματικού λόγου να μετατρέψει μία δυνητική νίκη σε ανείπωτη πανωλεθρία.

     Όσον αφορά πλέον το τι μπορούμε να ελπίζουμε υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πασιφανές ότι από τους παραπάνω κανείς εχέφρων δεν μπορεί να προσδοκά το παραμικρό. Αν δεν υπάρξει κάποια ευνοϊκή εξέλιξη από το εσωτερικό του ίδιου του σκοπιανού κρατιδίου με όξυνση των δεδομένων εσωτερικών αντιδράσεων (καθώς είναι βέβαιο ότι ούτε η αλβανική πλευρά, ούτε οι υπερεθνικιστές του VMRO βλέπουν – ο καθένας για τους δικούς του λόγους – με καλό μάτι τις τελευταίες κινήσεις της κυβέρνησης Ζάεφ και ζητούν πιεστικά είτε να μη γίνει καμία αλλαγή στο νυν ονοματικό status του κρατιδίου, είτε να παραπεμφθεί το θέμα σε δημοψήφισμα), το μόνο πράγμα στο οποίο μπορεί κανείς να προσδώσει κάποια σημασία είναι η ημετέρα λαϊκή πίεση. Δεν έχουμε φυσικά αυταπάτες ούτε για την ποιότητα της δήθεν δημοκρατίας στην οποία ζούμε, ούτε για τον σεβασμό που έχουν προς την κοινή γνώμη και τη λαϊκή βούληση οι πολιτικοί ταγοί της πατρίδας μας. Έχουμε όμως απεριόριστη εκτίμηση για τη γνωστή λαϊκή παροιμία περί του φόβου (που…φυλάει τα έρμα) και επομένως και για την προφανή δυνατότητα της λαϊκής κατακραυγής (μια που, κατά πώς φαίνεται, μάλλον αδυνατεί να διεγείρει την ασθενική – ως ανύπαρκτη – εθνική τους συνείδηση) να επηρεάσει τουλάχιστον το αναμφίβολα πανίσχυρο ένστικτο πολιτικής επιβίωσής τους (και ειδικά αν μιλάμε για όσους εκλέγονται ή ευρύτερα δραστηριοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα). Αρκεί να είναι βέβαια πραγματική κατακραυγή, με μαζικό και συστηματικό βομβαρδισμό υπογραφών, μηνυμάτων και κάθε είδους άλλων, πάντοτε εντός της νομιμότητας, αλλά έντονων και ξεκάθαρα αποφασιστικών αντιδράσεων. Μέσα στο πλαίσιο αυτό και το συλλαλητήριο της 21ης Ιανουαρίου στη Θεσσαλονίκη έχει αναμφίβολη σημασία και οφείλουμε άπαντες και να συμμετάσχουμε και γενικότερα να το στηρίξουμε (και θα το πράξουμε). Αρκεί όμως να μη μείνουμε μόνο εκεί. Ας θυμόμαστε ότι η λαϊκή πίεση πρέπει να είναι μαζική, αλλά και μόνιμη – ή ακόμη καλύτερα συνεχώς κλιμακούμενη και διογκούμενη. Είναι φανερό ότι τότε (και μόνο τότε) θα μπορούσε ίσως να αποβεί και πραγματικά αποτελεσματική…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *