Βιβλιοκριτική: «Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες» του Άντη Ροδίτη

Το νέο
βιβλίο του συγγραφέα του «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες», Άντη
Ροδίτη

 Γνωρίσαμε στην Ελλάδα τον Άντη Ροδίτη κυρίως
μέσα από το ιστορικό-αυτοβιογραφικό έργο του «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν
πέτρες – Ύλη ιστορίας για μιαν αγγλική αποικία της Ελλάδος» (Εστία 2006). Αν
κρίνει κανείς από το έργο αυτό, ο Ροδίτης είναι πεζογράφος. Ο Άντης Ροδίτης,
όμως, είναι κατά βάση ποιητής, πράγμα φανερό στο νέο του έργο «Δέκα χιλιάδες
μέλισσες» (Αρμός 2010), το οποίο έχει μέσα του όλη τη δύναμη της ποίησης. Και
περισσότερο ακόμη: Έχει τη δύναμη της αλήθειας.

 Οι «Δέκα χιλιάδες μέλισσες» είναι λογοτέχνημα ασυνήθιστο,
που επιζητεί την προσωπική εργασία του αναγνώστη με ένα κείμενο συναρπαστικό,
όχι μόνο για την πλοκή των γεγονότων, αλλά και για την επιδέξια εναλλαγή ύφους
και γλώσσας, οι διάφορες μορφές της οποίας λειτουργούν ως οχήματα ευρύτερης
ιστορικής και πολιτισμικής έκφανσης. Τη μια στιγμή αφήνεται ο αναγνώστης να
εντρυφήσει στο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της αποικιοκρατίας, ενώ την
άλλη το κείμενο γίνεται ιστορικό, κριτικό, επιστημονικό. Αξιοπρόσεκτη η μελετημένη
χρήση της κυπριακής διαλέκτου, σε ορισμένα σημεία, καθώς και η διάχυτη λεπτή
αλληγορία.

 Το έργο δομείται γύρω από τρεις κυρίως άξονες.
Ο πρώτος είναι το ψυχογράφημα της Μάργκαρετ Λε Τζετ, δασκάλας αγγλικών του
Μακαρίου, στη διάρκεια της εξορίας του στις Σεϋχέλλες. Ο δεύτερος είναι το
ψυχογράφημα του βασιλιά Πρέμπε (Prempeh), ηγεμόνα της αφρικανικής φυλής των
Ασάντι (σημερινή Γκάνα), που εξορίστηκε από τους Άγγλους στις Σεϋχέλλες για 28
χρόνια. Τα δύο αυτά ψυχογραφήματα αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Η
Μάργκαρετ, χωρίς να παραβλέπει ο συγγραφέας την ανθρώπινη διάσταση του
χαρακτήρα της, δείχνει το σύμπλεγμα ανωτερότητας της αποικιοκρατικής Αγγλίας
και την ασυνείδητη ενεργητική του εμπέδωση στα θύματα της αποικιοκρατίας. Ο
Πρέμπε δείχνει τη σταδιακή παθητική πρόσληψη της αγγλικής «ανωτερότητας» ως
σύμπλεγμα, πλέον, «κατωτερότητας» των λαών που υφίστανται την αγγλική
αποικιοκρατία.

 Οι δύο αυτοί άξονες οδηγούν τελικά τον
αναγνώστη, μέσα από άριστα δομημένες διαδοχές νοημάτων και ύφους, στον τρίτο
και κυριότερο άξονα: Στο Μακάριο και στην εκ μέρους του ενεργητική υπονόμευση
της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, με κορύφωση την απόκρουση, στις 20
Αυγούστου 1964, της αμερικανικής πρότασης καθαρής, στην ουσία, Ένωσης χωρίς τα
ανταλλάγματα προς την Τουρκία που προέβλεπαν τα σχέδια Άτσεσον 1 και 2. Τούτο
το ελάχιστα γνωστό, αλλά εξαιρετικά σημαντικό ιστορικό γεγονός, που έκρινε τη
μοίρα του κυπριακού Ελληνισμού, όσο και τις μετέπειτα εξελίξεις στην Ελλάδα,
παρουσιάζεται με αριστουργηματική λογοτεχνικότητα, συνδυαζόμενη με
ιστοριογραφική ανάλυση και κριτική δεινότητα, ενώ τεκμηριώνεται πλήρως με
επίσημα έγγραφα και μαρτυρίες των πρωταγωνιστών. Ακριβώς στο συνδυασμό
λογοτεχνικών και ιστοριογραφικών αρετών έγκειται η μεγάλη αξία του έργου, καθώς
η παρουσίαση δεν αφήνει καμία αμφιβολία στον αναγνώστη.

 

Πώς σχετίζονται οι δύο πρώτοι άξονες του έργου
με τον τρίτο; Ο Ροδίτης καταδεικνύει έμμεσα στον αναγνώστη το πολιτισμικό,
ιστορικό και ψυχικό υπόβαθρο του Μακαρίου, ο οποίος, παρά την παραπλανητική
λάμψη του χαρισματικού προσώπου του, λειτούργησε στην πραγματικότητα ως τυπικός
μετα-αποικιακός ηγέτης. Άριστος υπηρέτης των συμφερόντων της πρώην αποικιακής
δύναμης και ψυχικά πλήρως υποταγμένος σε αυτήν, υπονόμευσε ευθέως, αλλά
έντεχνα, τα συμφέροντα του λαού του και του ευρύτερου ελληνικού εθνικού
συνόλου, όπου ανήκε.

 Οι «Δέκα χιλιάδες μέλισσες» αναπτύσσουν τις γνωσιολογικές
τους διαστάσεις με τρόπο εν μέρει διαφορετικό σε Ελλάδα και Κύπρο. Σε εμάς τους
Ελλαδίτες, ανοίγουν ένα παράθυρο παρατήρησης βαθιά μέσα στην κυπριακή ψυχή. Ένα
παράθυρο που αίρει μονομιάς τα χίλια-μύρια εμπόδια κατανόησης που
δημιουργήθηκαν μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου από το 1959 έως το 1974. Στους
Κυπρίους, το βιβλίο προσφέρει αυτογνωσία που, αν δεν απουσιάζει εντελώς από τα
κυπριακά πράγματα, λείπει πάντως από το δημόσιο λόγο της Κύπρου.

 Στην Κύπρο του σήμερα, η σχέση με την Ελλάδα
διέρχεται, δυστυχώς, μέσα από την κυπριακή κομματική πραγματικότητα. Από τη μια
ο ΔηΣυ, «κόμμα των Ελλήνων», από την άλλη το ΑΚΕΛ, συχνά αρνείται την ελληνική
ταυτότητα των Κυπρίων. Στη μέση, τα κόμματα της μακαριακής παράδοσης, ΔΗΚΟ και
ΕΔΕΚ, καταφάσκουν την ελληνικότητα της Κύπρου, αλλά κρατούν νεοκυπριακού τύπου
αποστάσεις από την ελλαδική κρατική υπόσταση. Στο πολιτικό αυτό υπόβαθρο, η
σχέση με την Ελλάδα και, μαζί με αυτήν, η ιστορική αλήθεια, γίνονται έρμαιο της
κομματικής αντιπαράθεσης και του κομματικού «πατριωτισμού», που αναπόφευκτα
διακρίνει κάθε κομματικά ενεργό πολίτη – όχι μόνον στην Κύπρο.

 Το βιβλίο πρέπει όμως να διαβαστεί χωρίς
κομματικές παρωπίδες. Το ίδιο το έργο, μέσα από την τεκμηρίωσή του, αποδεικνύει
ότι καταγράφει την αλήθεια και μόνον. Αν η Ελλάδα έγινε θύμα κομματικής
αντιπαράθεσης και μικρονοϊκών συμφερόντων μεταξύ των κυπριακών κομμάτων, η
αλήθεια πάντως δεν πρέπει να πέσει θύμα της ίδιας αντιπαράθεσης.

 Ο Άντης Ροδίτης με τις «Δέκα χιλιάδες
μέλισσες» αφήνει, σε κάθε Έλληνα, πολύτιμες παρακαταθήκες λογοτεχνικής ιστοριογραφίας
και εθνικής αυτογνωσίας. Ας ελπίσουμε ότι μερικές από τις παλιές δέκα χιλιάδες μέλισσες
του Ονήσιλου θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον του σημερινού αναγνώστη στην αναζήτηση
της αλήθειας.

 Γεώργιος Ι. Μάτσος

 

.

(1025) αναγνώσεις

6 comments

  1. Τὸ σχέδιο Ἄτσεσον δὲν εἶναι καὶ καθόλου ἄγνωστο, ὅσοι τουλάχιστον ἀσχολοῦνται μὲ Κυπριακό. Αὐτὸ ποὺ ἐντέχνως ὅμως ἀποσιωπᾶται εἶναι ὅτι τὸ σχέδιο ἔδεινε στὴν Τουρκία στρατιωτικὴ βάσι στὴν Κύπρο. Πόσο θὰ ἔμενε ἡ Κρήτη ἑλληνικὴ ἄν εἶχε ἐπάνω στὸ ἔδαφός της μιὰ τουρκικὴ βάσι; Νομίζω, ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ συγκαταλέγεται στὴν κατηγορία αὐτῶν ποὺ ἐδῶ καὶ δεκαετίες διαφωνοῦν μὲ τὴν πολιτικὴ τοῦ Μακαρίου. Εῖναι φυσικὸ γιὰ κάθε πολιτικὸ πρόσωπο οἱ κρίσεις νὰ διαφέρουν. Βλέπε Βερέμη κατὰ Μακρυγιάννη, ἢ κατὰ Καποδίστριας, ἢ Βενιζέλο. Αὐτὸ εἶναι φυσικό. Ἀλλὰ ἐπειδή κάθε λόγος φέρνει καὶ τὸν ἀντίλογο θὰ ἦταν χρήσιμο σὲ μιὰ βιβλιοπαρουσίασι νὰ ἀναφερθοῦν καὶ οἱ ἐνστάσεις γιὰ νὰ εἰσαχθεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ προβληματισμό καὶ νὰ δημιουργήσει τὴν δικὴ του ἄποψη. “λογοτεχνική ιστοριογραφία” ἴσως, ἀλλὰ “εθνική αυτογνωσία” ὄχι.

  2. Θα παρακαλούσα τον κύριο Ρούμογλου να διαβάσει το βιβλίο προτού εκφράσει άποψη. Αυτό που εντέχνως αποσιωπήθηκε και αποσιωπάται είναι η πιθανότητα να μην είχε καθόλου παραχωρηθεί καμμία βάση τότε, ούτε καν επί ενοικίω.
    Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι κατηγορία να υπάρχουν βιβλία “που εδώ και δεκαετίες διαφωνούν με τον Μακάριο”, οι “μέλισσες” πάντως αποδεικνύουν με έγγραφα του Foerign Office αυτά που λένε.
    Αστεία η σύγκριση και μάταιος κόπος ο παραλληλισμός με “Βερέμη κατά Μακρυγιάννη κλπ”. Ουδεμία σχέση.

  3. Ποιες ενστάσεις να αναφερθούν; Στη βιβλιοκριτική μου έγραψα τη δική μου άποψη και μόνον. Αν έχετε άλλη, αν έχετε δηλαδή “ενστάσεις”, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία σας, δεν έχετε παρά να διαβάσετε το έργο (όπως σωστά σας λέει ο κ. Ροδίτης) και να τις εισφέρετε στη συζήτηση. Προσωπικά δεν είχα καμία ένσταση σε όλα αυτά που γράφονται στο βιβλίο, οπότε, τι να πω; Να δημιουργήσω ενστάσεις εκ του μη όντος για να ικανοποιήσω τον ψυχισμό όσων εμπιστεύονται την κατεστημένη γνώση περί το κυπριακό;

    Είναι νομίζω σαφές στα όσα γράφω στη βιβλιοκριτική, ότι το ιστορικό γεγονός της 19ης-20ης Αυγούστου 1964, που παριουσιάζει κυρίως το βιβλίο του κ. Ροδίτη, είναι ελάχιστα γνωστό, θα μπορούσα να πω, ολωσδιόλου άγνωστο, με την έννοια ότι είναι άγνωστο στη συλλογική μας μνήμη. Η πρόταση των Αμερικανών ΔΕΝ ήταν η γνωστή πρόταση του σχεδίου Άτσεσον 2, να ενοικιαστεί η Καρπασία για 50 χρόνια στην Τουρκία, αλλά να γίνει πρώτα η Ένωση και ΜΕΤΑ να συζητηθούν τα ανταλλάγματα προς την Τουρκία.

    Με βάση το έγγραφο 134 του State Department για το Κυπριακό της περιόδου 1964-1968 (http://history.state.gov/historicaldocuments/frus1964-68v16/d134), ο Άτσεσον ζητάει να αποδεχθεί η Ελλάδα ότι το όριο της στρατιωτικής βάσης της Τουρκίας στην Καρπασία θα καθορίζονταν από το ΝΑΤΟ. Η διαπραγματευτική δύναμη του Ελληνισμού εκείνη τη στιγμή της βιασύνης των Αμερικανών ήταν τέτοια, που μπορούσε να τεθεί ως προϋπόθεση και η προηγούμενη συμφωνία της Ελλάδας σε οποιαδήποτε χάραξη. Το κυριότερο είναι, όμως, ότι θα μιλούσαμε μετά για ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, στην Κύπρο, που μια τέτοια συμφωνία θα έπρεπε να τεθεί κάτω από την έγκριση του ελληνικού Κοινοβουλίου κλπ. Είναι αδύνατον οι Αμερικανοί να μην γνώριζαν ότι μια τέτοια συμφωνία (με δεδομένη την ήδη ΣΥΝΤΕΛΕΣΘΕΙΣΑ Ένωση), θα ήταν ΑΔΥΝΑΤΟΝ να περάσει από το ελληνικό κοινοβούλιο.

    Και βασικά τους Αμερικανούς δεν τους ένοιαζε να δώσουν βάση στην Τουρκία. Τους ένοιαζε α) να γίνει η Κύπρος νατοϊκό έδαφος και β) αν δεν πάρει τίποτα η Τουρκία, να μην φορτωθούν αυτοί την ευθύνη και τη χάσουν από σύμμαχο, αλλά να τη φορτωθούν οι “κακοί” Έλληνες που θα αρνούνταν να δώσουν αντάλλαγμα ΜΕΤΑ την Ένωση, ενώ θα το είχαν συμφωνήσει πιο πριν ότι “κάτι” θα έδιναν.

    Μόνον κάποιος με έλλειψη στοιχειώδους διπλωματικής νοημοσύνης δεν θα μπορούσε να δει την ΕΥΚΑΙΡΙΑ που ανοιγόταν για τον Ελληνισμό να κάνει μια ΚΑΘΑΡΗ Ένωση χωρίς ανταλλάγματα με την Τουρκία. Καθαρή Ένωση, που οι Αμερικανοί δεν μας έδιναν μέσα στο πιάτο μεν, αλλά σίγουρα μας την έδιναν μέσα στο φούρνο. Δηλαδή ήθελε λίγο ακόμη ψήσιμο από μέρους μας. Αλλά πάντως μας την έδιναν.

    Θα μπορούσα πολύ άνετα να αποκαλέσω αυτή την τροποποιημένη πρόταση του Άτσεσον ως “Σχέδιο Άτσεσον 3” – και αυτό ακριβώς είναι, το “Σχέδιο Άτσεσον 3”, που εισφέρει ως ιστορική γνώση αυτό το έργο. Και, ναι, που εισφέρει ως εθνική αυτογνωσία. Διότι αυτή η πρόταση, (Ένωση τώρα, και για τα άλλα βλέπουμε μετά την Ένωση) ΥΠΗΡΞΕ και μαρτυρείται τόσο από το State Department, όσο και από το Foreign Office. Και είναι κάτι τελείως διαφορετικό, στη διπλωματική πράξη, από τα σχέδια Άτσεσον 1 και 2 (1. διπλή ένωση με Τουρκία και Ελλάδα και 2. Ένωση με την Ελλάδα και ενοικίαση αντί για κυριαρχία στην τουρκική βάση στην Καρπασία.

    Το έγγραφο του Foreign Office (της 25ης Αυγούστου 1964), που δείχνει όλον τον αγγλικό εκνευρισμό για την αμερικανική πρόταση, δεν υπάρχει στο διαδίκτυο, αλλά υπάρχει στη σελίδα 25 του παραρτήματος του βιβλίου.

  4. Παραθέτω τη βιβλιοκριτική, για το ίδιο έργο, του Ανδρέα Κούνιου, από την εφημερίδα Αλήθεια. Πληρέστερη από τη δική μου, μια που δίδει περισσότερη έμφαση στο λογοτεχνικό κομμάτι. Συνυπογράφω την κάθε της λέξη. Πρόκειται, αληθινά, όντως για έργο επικών διαστάσεων. Αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε.

    Άντη Ροδίτη: Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες

    Δευτέρα, 07 Ιούνιος 2010
    Ένα διαπεραστικό, καυστικό σαν οξύ, βλέμμα, επάνω στο πληγωμένο σώμα της Κύπρου και της σύγχρονης Ιστορίας της

    Να πω την αλήθεια, Οι Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες είναι ανώτερο από την Ελλάδα θέλομεν, κι ας τρώγομεν πέτρες. Βεβαίως, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο, ακόμα και το ποιος, ή ποιοι ευθύνονται, πρωτίστως ή δευτερευόντως, για την καταστροφή της ιδιαίτερής μας πατρίδας, είναι υποκειμενικά, αλλά τολμώ να γράψω ότι, ειδικά αυτή τη φορά, ο Άντης Ροδίτης ξεπέρασε και τον εαυτό του, τόσο σε έμπνευση όσο και σε λογοτεχνική δεινότητα. Θέλω να τονίσω το δεύτερο επειδή, για μένα, κριτήριο για την αξία ενός βιβλίου, ανεξαρτήτως του ζητήματος που διαπραγματεύεται, είναι ο γλωσσικός πλούτος ή, στη χειροτέρα των περιπτώσεων, ο χειρισμός του λόγου.

    Λοιπόν, ο συγγραφέας, γνωστός για την ξεχωριστή γλωσσική του κουλτούρα αλλά και εργατικός σαν μυρμήγκι, παραθέτει με μυθιστορηματικό τρόπο τα γεγονότα. Και τα παραθέτει ζωντανά, εκφραστικά, παφλάζοντα, και με έναν υπόγειο σαρκασμό που σε παραπέμπει από τη συγκίνηση στο χαμόγελο, και από το χαμόγελο στη συγκίνηση (συγκίνηση, ενώ τα λάθη κτίζουν την τουρκική εισβολή; ναι, γίνεται και αυτό, στο χώρο της συγγραφικής και πολιτικής κονίστρας), που δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα. Ίσως φανώ υπερβολικός, αλλά το Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες είναι έργο επικών διαστάσεων. Ωστόσο, μην ανησυχείτε: παρά τον όγκο του, διαβάζεται μονορούφι, προκαλεί στον αναγνώστη χείμαρρους συναισθημάτων και καταρράκτες αποριών, του προσφέρει, με ντοκουμέντα παρακαλώ, πτυχές της τραγωδίας που, είτε για λόγους ειδωλολατρικούς είτε για λόγους ιδεολογικούς, αρνείται να αποδεχτεί. Αντιθέτως, πνιγμένος μέσα στις ανασφάλειές του, αλλά και στις γελοίες τάσεις του για θεοποιήσεις προσώπων, τρέμει να γυρίσει το νόμισμα, ώστε να αντικρίσει την άλλη όψη.

    Το μυθιστόρημα αληθινών γεγονότων, όπως διευκρινίζει από το εξώφυλλο κιόλας ο Άντης Ροδίτης, με προμετωπίδα ένα στίχο του Παντελή Μηχανικού, αποτελεί ανεκτίμητη πνευματική δημιουργία. Η πλοκή, όπως την έχει συλλάβει στο διαρκώς φουρτουνιασμένο μυαλό του, η ανάγκη για διακρίβωση της αλήθειας, μέσα από μαρτυρίες προσώπων που τις βίωσαν, η επιβλητική περιγραφή περιστατικών που, τουλάχιστον εγώ, πρώτη φορά έχω διαβάσει και, προπάντων, η κοφτερή ματιά του ανθρώπου που πιστεύει συνειδητά σε κάτι και πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, συνθέτουν ένα βιβλίο που θα συναρπάσει ακόμα και όσους εξακολουθούν, εν έτει 2010, να βροντοφωνάζουν ΖΗ και, επιπροσθέτως, να θεωρούν, τυλιγμένοι με το μανδύα της νάρκωσης, πως, όλα, μα όλα, τα φαύλα ήρθαν από το εξωτερικό. Ενώ, ας μην κοροϊδευόμαστε, πλείστα εξ αυτών ήταν κυπριακής επινόησης και υλοποίησης.

    Συνεπώς, μην στερήσετε από τον εαυτό σας τη δυνατότητα να μυηθεί σε σελίδες που, για κάποιους πρέπει να μένουν σκοτεινές, ή τουλάχιστον στο ημίφως. Ο Άντης Ροδίτης ταξίδεψε, και πρακτικά και νοερά, σε κάθε γωνιά της Γης που έπεσε μία σταγόνα Κυπριακού ιδρώτα ή Κυπριακής κουτοπονηριάς. Το αποτέλεσμα είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα που καθηλώνει και προκαλεί δονήσεις παντός είδους.

    *Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
    Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

    http://www.alitheiaportal.com/alitheia/politismos/ante-rodite-deka-khiliades-melisses.html

  5. Απ’ ό,τι θυμάμαι,

    θέλωμεν και όχι θέλομεν.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *