Εν αναμονή της θρυαλλίδας – πολυτονικό

«Οἱ νέοι κάνουν διάλογο, ἐπικοινωνοῦν,
ἀλλά μέ λόγια τοῦ ἀέρα. Τούς δώσαμε τόν λόγο, χωρίς νά τούς δώσουμε τίς λέξεις
».

Ν. Πολονύ

«Τό παιδί διαβάζει μόνο του, ἐμεῖς δέν ἔχουμε χρόνο, ἐργαζόμαστε καί οἱ
δύο. Τό μόνο πού προσέχουμε εἶναι ὁ χαρακτῆρας του, κοιτᾶμε νά εἶναι καλό
παιδί. Ἔτσι δικαιολόγησαν κάποιοι γονεῖς τήν χαμηλή σχολική ἐπίδοσι τοῦ παιδιοῦ
τους. Αὐτήν τήν ἀπάντησι ψέλλισαν, γιά νά δικαιολογήσουν τήν ἔλλειψι στοργῆς,
τήν μοναχικότητα στήν ὁποία ἔχουν καταδικάσει τό παιδί τους. Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο
πρόβλημα, «εἰσαγόμενο» κι’ αὐτό, στήν ἑλληνική κοινωνία σήμερα: Τά παρατεταμένα
ὡράρια ἐργασίας τῶν γονέων στεροῦν τά παιδιά ἀπό τήν πιο τρυφερή καί
συναισθηματική στιγμή τῆς κοπιαστικῆς τους ἡμέρας: τόν γυρισμό στό σπίτι, τήν ἀγκαλιά
τῆς μητέρας, τό χάδι τοῦ πατέρα. Τό κράτος ἐφρόντισε μέ τόν θεσμό τοῦ ὁλοήμερου
σχολείου καί νηπιαγωγείου νά ἐπουλώσει τό κοινωνικό αὐτό πρόβλημα. Ἡ κρατική ὅμως
πρωτοβουλία, ὅπως κίι στήν περίπτωσι τῶν «ΚΑΠΗ», ἀνακουφίζει τούς ἐργαζόμενους
γονεῖς, ἀλλά δέν ἀναπληρώνει τήν ἀπαραίτητη γι’ αὐτήν τήν ἡλικία στοργή καί ἀγάπη
τῶν γονέων. (Τί τραγικό! Ἡ ἀποθέωσι τῆς ὑλικῆς ἀνέσεως καί εὐημερίας ἀπό τήν μιᾶ
καί ἡ ἐξαντλητική, ἀπό τήν ἄλλη, ἡ προσπάθεια τῶν ζευγαριῶν νά εὕρουν «μία θέσι
στόν ἥλιο», μία θέσι «ἀπασχολήσεως», ἄλλαξε ριζικῶς τήν ὄψι καί τίς
παραδοσιακές συνήθειες τῆς ἑλληνικῆς οἰκογένειας. Θύματα ἀθῶα αὐτῆς τῆς
νοοτροπίας τά παιδιά καί οἱ γέροι γονεῖς, οἱ δύο πιό εὐπαθεῖς συναισθηματικῶς ὁμάδες
τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἡ ἐγκατάλειψις ὅμως των γερόντων στήν ἐπαγγελματική
φροντίδα τῶν γηροκομείων, πού ὀνομάζονται κατ’ εὐφημισμόν οἶκοι εὐγηρίας ἢ
γαλήνης, καί ἡ «ὁλοήμερη» παραμονή τῶν παιδιῶν στό σχολεῖο, ὁδηγοῦνν σέ
συναισθηματική και πνευματική ἀπομόνωσι. Τήν στοργή καί τήν ἀγάπη ὅμως, τό
«δίδυμο» αὐτό λίπασμα τῆς ψυχικῆς ὑγείας, τίς εὑρίσκεις μόνον στήν ζεστή οἰκογενειακή
ἑστία).

Ἐδιάβασα προσφάτως σ’ ἕνα ἔνθετο τῆς ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία» μία συνέντευξι τοῦ
ὑπουργοῦ Παιδείας, ὅπου ἐτόνιζε πώς ὄραμά του εἶναι νά γίνουν ὅλα τά σχολεῖα τῆς
Ἑλλάδος ὁλοήμερα, διότι… ἔτσι πράττει ἡ «φωτισμένη» Δύσι. (Ὁλοήμερο σχολεῖο
σημαίνει αὐτό πού μᾶς λέει ἡ λέξις: σχολεῖο ὅλην την ἡμέρα, τά παιδιά θά
φεύγουν ἀπό τό σπίτι «ὄρθρου βαθέως» καί θά ἐπιστρέφουν στο σπίτι τους «κατά τό
ἡλιοβασίλεμα»). Τό μέτρο, ὅπως εἴπαμε, «λύνει» τά χέρια τῶν γονέων πού ἐργάζονται
ὡς ἀργά τό ἀπόγευμα, «δένει» ὅμως τά παιδιά, τά στενοχωρεῖ, τά ἀπογοητεύει, τα
πικραίνει, διότι στεροῦνται τήν λησμονημένη σήμερα «οἰκογενειακή θαλπωρή». (Ὡραία
λέξι! Παράγεται ἀπό τό ἀρχαιοελληνικό ρῆμα θάλλω
πού σημαίνει ἀνθίζω. Τά παιδιά εἶναι ἄνθη πού ἀνθίζουν καί «θάλλουν» μέσ’ στήν
θαλπωρή τῆς οἰκογένειας).

Ἔχω τήν ἐντύπωσι πώς ἄν ἐφαρμοστῇ ὁ θεσμός τοῦ ὁλοήμερου σχολείου θά ὁδηγηθοῦμε
στά ἀποτρόπαια «σουηδικά» πρότυπα. Τά παιδιά τῶν 18 ἐτῶν, ὅταν δηλαδή ἐνηλικιωθοῦν,
ἐκπαραθυρώνονται ἀπό τούς γονεῖς των, ἀναζητοῦν ἄλλη στέγη ἡ  -ἄν εἶναι
δυνατόν-  τους πληρώνουν ενοίκιο. Κι’ αὐτή ἡ σχέσι, ἡ ἀπρόσωπη καί ἀφύσικη,
εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀποξενώσεως, τῆς διαλύσεως τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ, τῆς
συναισθηματικῆς ἐξαθλιώσεως γονέων καί παιδιῶν. Σήμερα μέ τίς ξένες γλῶσσες, μέ
τά μπαλέτα, τά ὠδεῖα, τά ἀθλήματα καί τήν τηλεόρασι, ὁ μόνος χρόνος πού συναντῶνται
γονεῖς καί παιδιά εἶναι λίγο πρίν ἀπό τόν ὕπνο, γιά νά φιληθοῦν καί νά ποῦν
«καληνύκτα». Ἄν ἐπιστρέφουν ἀπό τό σχολεῖο κατά τίς πέντε, θά ἔχωμε
συγκατοίκους καί ὄχι οἰκογένεια. Ἡ ἔλλειψι ὅμως τοῦ προτύπου πού λέγεται
πατέρας ἡ μητέρα θά κατασκευάσῃ τίς ἐξαμβλωματικές προσωπικότητες πού θά ἀποτελέσουν
τίς μέλλουσες γενεές. Ὅπως σημειώνει κάποιος ψυχολόγος: «Τά παιδιά μισοῦν τίς
συμβολικές ἢ τίς πραγματικές πόρτες πού τά κλείνουν ἔξω ἀπ’ τήν ζωή τῶν γονέων
τους». (Ἡ συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη, ἡ καλύτερη τῆς παιδικῆς
λογοτεχνίας, σ’ ένα κείμενό της διά τήν οἰκογενειακή ἀγωγή λέει τά ἐξῆς
θαυμάσια. «… ποιό παιδί φεύγει σήμερα γιαά τό σχολεῖο και κάποιος βρίσκεται
πίσω του νά τό σταυρώσει καί νά τοῦ  πεῖ «νά ‘χῃς τήν εὐχή μου, ἡ Παναγιά
μαζί σου»; Ἀκόμα καί ἀπό τήν εὐχή μας ἔχομε στερήσει τα παιδιά μας»).

Ἔχουμε ὡς λαός τό προνόμιο νά εἴμαστε πίσω ἀπό τόν λεγόμενο πολιτισμένο
κόσμο. Λέω «προνόμιο», διότι ἔχομε την δυνατότητα νά ἐπωφεληθοῦμε ἀπό τά λάθη
του. Ἡ διάλυσις τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ στήν Δύσι (20% τῶν γερόντων στά
γηροκομεῖα, 50% τῶν παιδιῶν μεγαλώνουν μ’ ἕναν γονέα) μᾶς προσφέρει λαμπρή εὐκαιρία
γιά νά σκεφθοῦμε μέ Ὑπευθυνότητα ὅσα συνδέονται μέ τήν ἀγωγή καί ἀνατροφή τῶν
παιδιῶν. Τό νά λέμε ὅτι δέν ἔχουμε χρόνο γιά τά παιδιά, πολύ ἁπλᾶ, σημαίνει ὅτι
παραιτούμεθα ἀπό τήν γονικνή εὐθύνη. «Στόν κόσμο ὅμως ἐρχόμαστε γιά νά δώσουμε
καί ὄχι γιά νά πάρουμε». Τό μόνο πού θέλουν τά παιδιά, ἐξάλλου, εἶναι ἀγάπη, ἡ ὁποία
τά πάντα ὑπομένει καί στέγει καί οὐδέποτε ἐκπίπτει
».

Αὐτά τά ἔγραφα τό Νοέμβριο τοῦ 2002 (ἐφ. «Χρόνος»  Κιλκίς), ὅταν, νομίζω, ὑπουργός
Παιδείας ἦταν ὁ κύρ- Πέτρος Εὐθυμίου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει στό «νηπιαγωγεῖο» τῆς
Νέας Τάξης, σέ σύγκρισι μέ τήν τωρινή διαβιουπουργό πού κατέχει διδακτορικό καί
ἐπαγγέλλεται τό Νέο Σχολεῖο.

Παρένθεσι. Ἕνα ἀπό τά παράδοξα ἕως γελοιότητος, πού συμβαίνουν σέ τοῦτο τό
δύσμοιρο τόπο εἶναι καί τό ἑξῆς: ὅταν κάποιος ἐπίδοξος κοσμοδιορθωτής θέλει νά ἀποστασιοποιηθῇ
ἀπό ἁμαρτωλό παρελθόν, νά ὑποδυθῇ τόν καινοτόμο, τόν ἀνατροπέα τῶν πάντων, δέν
προχωρεί σέ ριζικές ἀλλαγές, ἀλλά πρωτίστως, γιά ἐντυπωσιοθηρία, βαπτίζει τίς
προθέσεις του μέ τό εὔηχον ἐπίθετο «νέος». Ἐπικολλᾷ τό «νέος» στό ἐγχείρημα καί
αὐτό θεωρεῖται ὡς περίπου ἐπιτυχία. (π.χ. νέα Νέα Δημοκρατία). Ἡ λέξί ὑποκαθιστᾶ
τό ἔργο. Πῶς τό ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι; Καταντήσαμε «θεαταί λόγων καί ἀκροαταί ἔργων».
Ὁ λαός μας ὅμως λέει κάτι σοφώτερο γιά ὅλους αὐτούς τούς σωτῆρες καί… φωστῆρες.
Ἤθελε ἡ κουκουβάγια νά ἀλλάξῃ τήν φωλιά της, «νά μετακομίσῃ», διότι ἐγέμισε
κουτσουλιές. Τήν βλέπει ἕνα ἄλλο πουλί καί τῆς λέει: «ὅπου καί νά πᾶς τόν κῶλο
σου θά τόν πάρῃς μαζί σου».

Διδάσκω σε σχολεῖο πού ἐπελέχθηκε μεταξύ ἄλλων 800, γιά νά λειτουργήσῃ ἀπό τήν
νέα χρονιά ὡς ὁλοήμερο. Τό ὑποχρεωτικό πρόγραμμα γιά ὅλους τούς μαθητές θά εἶναι
ἀπό τίς 8.00 ἕως τίς 14.00. Τώρα πῶς θά ἀντέχουν τά πρωτάκια σέ καθημερινά ἑπτάωρα,
αὐτό δέν μᾶς ἐξηγεῖται, ἀρκεῖ πού θά φοιτοῦν στό Νέο Σχολεῖο. Εἰσάγονται ἀπό
τήν πρώτη δημοτικοῦ τά ἀγγλικά καί οἱ, μεσσιανικῆς ὑφῆς, νέες τεχνολογίες. Ἔξοχα! 
Πρίν ἀκόμη οἱ μαθητές ψηλαφήσουν τούς μηχανισμούς τῆς μητρικῆς τους γλώσσας, θά
διδάσκονται καί τήν «δεύτερη ἐπίσημη γλῶσσα» τοῦ κράτους μας, ὅπως ἐδήλωσε
παλαιότερα Ἡ διαβιουπουργός. Νά σημειωθῇ καί τοῦτο.  Στήν πέμπτη καί ἕκτη
Δημοτικοῦ οἱ μαθητές θά διδάσκονται 5 ὥρες ἑβδομαδιαίως ξένες γλῶσσες καί 7 ὥρες
τήν ἑλληνική. (Γιατί ὄχι μία ὥρα Ἀρχαῖα Ἑλληνικά στήν ἕκτη Δημοτικοῦ, ἁπλᾶ
κείμενα, γιά ἐξοικείωσι; Ἐλησμόνησα ὅμως ὅτι τό Νέο Σχολεῖο, σύμφωνα μέ τίς ὁλοήμερες
μεγαλοστομίες, «γκρεμίζει τούς τοίχους»… καί καταστρέφει ἀδίστακτα τίς ἐθνικές
μας ῥίζες.) Δόξη και τιμή εἰσέρχεται, εἰσβάλει ἀπό τήν πρώτη καί ὁ ὑπολογιστής. 
Σχολεῖο  –ΚΕΠ, μάθημα–  ζάπινγκ, ἀποχαύνωσι καί ἀμάθεια.

Ἐπαναλαμβάνω τά λόγια Γάλλου σοφοῦ: «Ἴσως τό ἐρώτημα πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολῇ
δέν εἶναι σέ τί κόσμο θ’ ἀφήσουμε τά παιδιά μας, ἀλλά τί παιδιά θ’ ἀφήσουμε σ’
αὐτόν τόν κόσμο».

Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος-Κιλκίς

Σχολιασμός γίνεται στη μονοτονική έκδοση

.

(640) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *