«Μία Νέα Εξωτερική Πολιτική για την Ελλάδα»

Βίντεο με ομιλία του Βασίλειου Μαρκεζίνη

Βασίλειος Μαρκεζίνης: «Μία Νέα Εξωτερική Πολιτική για την Ελλάδα». from Αντίφωνο on Vimeo.

.

(620) αναγνώσεις

2 comments

  1. Έχοντας πρόσφατα ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου του κ. Βασίλη Μαρκεζίνη με τον ιδιαίτερα ελκυστικό, και οπωσδήποτε ελπιδοφόρο, τίτλο θα ήθελα να αποτυπώσω τις σκέψεις και τα ερωτηματικά που μου γεννήθηκαν από το έργο αυτό:
    Ο συγγραφέας παρουσιάζει σε διάφορα σημεία του έργου του γενικές ιδέες και αρχές για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις οι οποίες, για κάποιον που ενστερνίζεται τις ιδέες της ρεαλιστικής σχολής σκέψης και γνωρίζει στοιχειωδώς την ελληνική πραγματικότητα, είναι μάλλον αυτονόητες (και αυταπόδεικτες) αλήθειες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αμφισ-βήτηση της αντικειμενικότητας των κειμένων που προέρχονται από τα διάφορα ερευνητικά ινστιτούτα που ασχολούνται με τις Διεθνείς Σχέσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ακόλουθες διαπιστώσεις: «οι συγκρούσεις θα συνεχίσουν να αποτελούν βασική παράμετρο του διεθνούς συστήματος», «ο ισχυρισμός ότι οι σφαίρες επιρροής ανήκουν στο παρελθόν είναι υποκριτικός και εσφαλ-μένος», «οι σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ στηρίζονται στην αμοιβαία ιδιοτέλεια», «η εξωτερική πολιτική που επικαλείται να ανθρώπινα δικαιώματα είναι υποκ-ριτική», «πίσω από ένα άρθρο του Κίσινγκερ κρύβεται το αμερικάνικο συμφέ-ρον και όχι ενδιαφέρον για την Ευρώπη», και τέλος, ότι τα «ΜΜΕ χρησιμο-ποιούνται για την προώθηση επιχειρηματικών συμφερόντων των ιδιοκτητών τους». Τι είναι αυτό που ωθεί το συγγραφέα δώσει έμφαση σε όλες αυτές τις αυταπόδεικτες αλήθειες; Πιθανόν η διαπίστωσή του ότι στην Ελλάδα των ημε-ρών μας ακόμη και το αυτονόητο θα πρέπει να επισημαίνεται (κάτι που δεν μπορώ να πω ότι με βρίσκει εντελώς αντίθετο).
    Όσον αφορά τη «νέα» εξωτερική πολιτική που προκρίνει για την Ελλάδα ο συγγραφέας, δεν μπορώ να πω ότι η μελέτη που βιβλίου με οδήγησε στην ανακάλυψη συγκεκριμένων και ιδιαίτερα πρωτότυπων ιδεών. Η άποψη ότι η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να στηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, με την οποία συμφωνώ απόλυτα, μικρή σημασία θα είχε πλέον, καθότι, ούτως ή άλλως, οι περισσότερες και ισχυρότερες χώρες της ΕΕ (όπως ομολογεί και ο ίδιος ο συγγραφέας) προσανατολίζονται προς τη διαμόρφωση ειδι-κής σχέσης ΕΕ – Τουρκίας και όχι στην πλήρη ένταξη. Το ζήτημα λοιπόν έγ-κειται στη μορφή που θα πάρει αυτή η ειδική σχέση ώστε να προασπίζονται (ή τουλάχιστον να διακυβεύονται το λιγότερο δυνατόν) τα συμφέροντά μας, κάτι που ο συγγραφέας δεν κρίνει σκόπιμο να θίξει στο έργο του. Η άλλη «συγκεκριμένη» πρόταση αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής που θέτει στο τραπέζι ο συγγραφέας αφορά στη σύσφιξη των σχέσεων με τη Ρωσία και άλλες αναδυ-όμενες μεγάλες δυνάμεις (Κίνα, Ινδία κλπ) με ταυτόχρονη απομάκρυνση από την επιρροή των ΗΠΑ, τηρώντας μια πολιτική «ίσων αποστάσεων». Αν και η πρόταση είναι ιδιαίτερα λογική, ενδιαφέρουσα και ελκυστική, ο συγγραφέας δεν μας εξηγεί πως θα υλοποιηθεί στην πράξη. Τι είδους σχέση προτείνει ο συγγραφέας να αναπτύξουμε με τη Ρωσία πέραν των εμπορικών / οικονομικών συναλλαγών; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία θα καθοριστούν οι «ίσες αποστάσεις»; Με ποιο τρόπο θα «απομακρυνθούμε» από τις ΗΠΑ με τις λιγό-τερες δυνατές συνέπειες; Για όλα αυτά τα ζητήματα δεν περιέχονται συγκεκριμένες απαντήσεις στο βιβλίο.
    Σχετικά με το μέρος του βιβλίου που είναι αφιερωμένο στην οργάνωση και λειτουργία του Υπουργείου Εξωτερικών η κριτική του συγγραφέα εστιάζεται, κατά κύριο λόγο, στην αναξιοκρατία, στις πελατειακού χαρακτήρα σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε στελέχη του Υπουργείου και πολιτικούς, και τέλος, στις σπατάλες και στην ανορθολογική διαχείριση των δαπανών, και ιδιαίτερα των μυστικών κονδυλίων. Όμως οι, πράγματι πολύ εύστοχες, παρατη-ρήσεις του συγγραφέα στα εν λόγω ζητήματα αποτελούν χρόνιες παθογένειες ολόκληρου του δημοσίου τομέα και όχι μόνο του ΥΠΕΞ. Άλλωστε, ο συγγραφέας δεν φαίνεται να έχει συγκεκριμένες προτάσεις αντιμετώπισης των φαινο-μένων αυτών, και ιδιαίτερα της αναξιοκρατίας, όπως ο ίδιος ομολογεί. Η μοναδική συγκεκριμένη θεσμική αλλαγή που προτείνεται είναι η μετατόπιση του σχεδιασμού της Εξωτερικής Πολιτικής από το ΥΠΕΞ στο πρωθυπουργικό γραφείο με τη δημιουργία και στελέχωση κατάλληλου γραφείου. Όμως, πέραν των παραδειγμάτων που αναφέρονται από άλλες χώρες, δεν παρατίθεται ικανοποιητική επιχειρηματολογία για να στηρίξει την ορθότητα της αλλαγής αυτής. Ο συγγραφέας δεν μας εξηγεί ποια προβλήματα προκύπτουν από την έλλειψη ενός τέτοιου θεσμού και περιορίζεται στην αναφορά σε «διαφορετικές φωνές» στην Εξωτερική Πολιτική που οφείλονται όμως σε διαφορές αντιλήψεων μεταξύ Πρωθυπουργών και Υπουργών Εξωτερικών, και όχι σε θεσμικές και οργανωτικές αδυναμίες. Η δε πρόταση περί πρόσληψης ευρωπαϊκής καταγωγής νομικών, λόγω ανεπάρκειας των «εγχώριων», επιδέχεται μεγάλης συζήτησης, αλλά για ακόμα μια φορά ο συγγραφέας δεν εξηγεί επαρκώς ποια συγκεκριμένα προβλήματα καλείται να λύσει μια τέτοια μεθόδευση.
    Σε αρκετά σημεία ο συγγραφέας ασκεί κριτική σε πολιτικά πρόσωπα και ομάδες πολιτικών, και ιδιαίτερα της Ελλάδας και της Τουρκίας. Όσον αφορά τους Έλληνες πολιτικούς, αν και συναντάμε συχνά συνολικούς «αφορισμούς» για το μεταπολιτευτικό πολιτικό κατεστημένο, ο συγγραφέας θα εκφράσει σε αρκετά σημεία τη συμπάθειά του και θα επιδοκιμάσει τις επιλογές πολιτικών προσώπων, τα οποία μάλιστα είναι απόγονοι επιφανών προσωπικοτήτων του μεταπολιτευτικού πολιτικού κόσμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναφορά στην προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία. Ο δε χαρακτηρισμός της εν λόγω πρωτοβουλίας ως «εξέγερσης» και ο παραλληλισμός της με την «Άνοιξη της Πράγας» τολμώ να πω ότι αγγίζει τα όρια της υπερβολής. Όσον αφορά τους Τούρκους πολιτικούς, είναι διάχυτος σε όλο το βιβλίο ο θαυμασμός του συγγρα-φέα, όπως ο ίδιος ομολογεί, για τον Οζάλ, τον κ. Ερντογάν και τον κ. Νταβούτογλου. Αν και δύσκολα θα μπορούσαμε να αμφισβητήσουμε την αποτελεσ-ματικότητα και ικανότητα αυτών των πολιτικών ανδρών, πιστεύω ότι και σε αυτό το σημείο ο συγγραφέας αγγίζει, επίσης, τα όρια της υπερβολής ανυψώνοντας υπέρ του δέοντος μια συναφή με τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος και ρεαλιστική πολιτική.
    Τέλος θα ήθελα να αναφερθώ στις αντιλήψεις του συγγραφέα περί «Ευρώπης». Σε πολλά σημεία του έργου γίνεται λόγος για αντιπαλότητα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, για “στρατηγική κουλτούρα» της Ευρώπης που διαφοροποιείται από την αντίστοιχη των ΗΠΑ, για μια Ευρώπη που αποκτά δική της αντίληψη για την ισχύ και το χειρισμό των συγκρούσεων και για κάποια «ευρωπαϊκά συμφέροντα» που πρέπει να προασπίζει το νέο ΝΑΤΟ. Εδώ απλώς ομολογώ ότι δεν μπορώ να δω αυτήν την «Ευρώπη» η οποία μάλιστα αναπ-τύσσεται σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Η ΕΕ, τουλάχιστον προς το παρόν, είναι ένας οργανισμός στον οποίο υπάρχει (πολύ) στενή οικονομική συνεργασία μεταξύ ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών τα οποία φυσικά έχουν ενίοτε αντικρουόμενα συμφέροντα με τις ΗΠΑ, αλλά και μεταξύ τους (όπως φυσικά και με τη Ρωσία και άλλες δυνάμεις). Θεωρώ ότι η ιδέα μιας συγκροτημένης και ενωμένης Ευρώπης, η οποία μάλιστα έρχεται ως σύνολο, και συντεταγμένα, σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ έχει μια κάποια δόση υπερβολής. Ως εκ τούτου, η παραίνεση του συγγραφέα να επενδύσουμε σ’ αυτήν την Ευρώπη για τη «νέα» εξωτερική μας πολιτική εγείρει αρκετούς προβληματισμούς.
    Θα κλείσω την κριτική μου με κάποια δευτερεύουσα παρατήρηση, μάλλον «τεχνικού» χαρακτήρα: Οι συχνές αρνητικές αναφορές στο ΕΛΙΑΜΕΠ, χωρίς να δίνονται επαρκείς εξηγήσεις, μπορεί να προκαλέσουν την αίσθηση ότι ο συγγραφέας έχει κάποιου είδους εμμονή εναντίον αυτού του Ιδρύματος, ιδιαίτερα σε έναν αναγνώστη ο οποίος δεν είναι εξοικειωμένος με το περιεχόμενο των κειμένων που εκδίδει το εν λόγω ίδρυμα. Η αίσθηση αυτή μπορεί να ενισχύεται και με την σκληρή κριτική που ασκεί προσωπικά στον κ. Θάνο Βε-ρέμη σε κάποιο σημείο του βιβλίου.
    Θα ήθελα να ευχαριστήσω όποιον μπήκε στον κόπο να διαβάσει τις παρατηρήσεις μου και να ζητήσω συγνώμη για το μέγεθος του κειμένου, το οποίο προσπάθησα να συντομεύσω κατά το δυνατόν, περιοριζόμενος στις πλέον βασικές παρατηρήσεις. Τυχόν ανταλλαγή απόψεων με άλλους αναγνώστες του βιβλίου θα με ενδιέφερε ιδιαίτερα, καθότι μπορεί να έχουν διαπισ-τώσει πράγματα τα οποία μου διέφυγαν.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *