Τα κατά Ζουράριν «Άθλια άθλα θέμεθλα»







του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα



Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου


στον κινηματογράφο Ολύμπιον στη Θεσσαλονίκη το 1997.



Στο βιβλίο του ΑΘΛΙΑ – ΑΘΛΑ – ΘΕΜΕΘΛΑ ο Κώστας Ζουράρις γράφει περί της πολιτείας της παρ’ ημίν καθεστηκυίας. Διαβάζοντάς το μαθαίνουμε αυτό που κανείς δεν φρόντισε να μας μάθει: ότι α) υπάρχει ελληνική αντίληψη περί πολιτείας και β) ότι αυτή βρίσκεται, καλώς η κακώς, στους αντίποδες της δυτικής – νεωτερικής πολιτείας.



Οι τρεις λέξεις του τίτλου συνοψίζουν επιστημολογική πρόταση καίρια:



1. Η κοινωνία είναι ένα κουβάρι Αθλίων και Άθλων. Το συναμφότερον. Δεν μπορείς, στο κοινωνικό πεδίο, να αποκόψεις μανιχαϊστικά τα άθλια και να κρατήσεις μόνο τα άθλα.



2. Στο τι είναι Άθλια και τι Άθλα απαντούν τα Θέμεθλα. Κάθε πολιτισμική ολότητα έχει θέμεθλα (θεμέλια). Που νοηματοδοτούν αναλόγως τα άθλα και τα άθλια.



3. Άθλια – άθλα – θέμεθλα είναι το τρίγωνο μέσα στο οποίο εγγράφεται κάθε ιστορική κοινωνική ολότητα. Τα άθλα ορίζονται ως τάνυσμα προς τα θέμεθλα Τα άθλια ως έκπτωση απ’ αυτά.



Με βάση την πρόταση αυτή η ελληνική πολιτεία είναι ακόμη μοναδική γιατί (με δικά μου λόγια): α) Εισάγει στην ιστορία το Άτομο. β) Έχει επεξεργασθεί τα προβλήματα (τα άθλια), πάνω στα οποία προσκρούει η λειτουργία της κοινωνίας που βασίζεται στην ατομική ελευθερία. γ) Αναζητά το Πρόσωπο, τον καθολικό άνθρωπο, ως υπέρβαση αυτού που σήμερα ονομάζουμε κρίση της εξατομίκευσης. Το Πρόσωπο είναι το εσχατολογικό θέμεθλο της παρ’ ημίν Πολιτείας. Τα άθλα οιστροιλατούνται από το αίτημα της εθελότρεπτης μεταμόρφωσης του Ατόμου σε Πρόσωπο. Της εξόδου από την πόλωση ατομικισμού-κολεκτιβισμού.



Αλλά ας τα δούμε ένα-ένα, τα άθλια, τα άθλα και τα θέμεθλα.



1. Τα άθλια: Αλλοτρίωση προς τα έξω, κούφιο νταηλίκι προς τα μέσα.



Δεν θα επεκταθώ στα παραδείγματα. Θα αρκεστώ στο τι δείχνουν. Προς τα έξω: Τον πανικό της «απομονώσεως» και το ενδημικό σύμπλεγμα μειονεξίας των περιφερειακών παρα-μορφωμένων μας, μήπως τα κεντρικά αφεντικά δεν μας θεωρήσουν επαρκώς «Ευρωπαίους». (Πρόκειται γι’ αυτό που οι παλιοί ονόμαζαν γραικυλισμό). Προς τα μέσα: Το κούφιο νταηλίκι να πυρπολείς τη δική σου Νομαρχία. Να διαλύεις το δικό σου κράτος. (Αριστοτέλης: οι Έλληνες δεν μπορούν να φτιάξουν κράτος).



Ποια είναι η πηγή των αθλίων; Απάντηση: “Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών” (Αισχύλος).



Τι σημαίνει νεωτερικό άτομο; Μηχανή ακριβείας, απαντά ο Σεφέρης. Ελληνικό άτομο; Όλα στο περίπου. Ξέρουμε ότι η κρίση της νεωτερικής εξατομίκευσης είναι αποτέλεσμα της μηχανικότητας του νεωτερικού ατόμου. Στηριζόμενο στο μηχανόεν τέχνας, στο κρατείν μηχαναίς, εν μηχανήμασι, το δυτικό άτομο έγινε και το ίδιο μηχάνημα. Σεφέρης: Έχουμε μπει για τα καλά στην περίοδο της μηχανοκίνητης βλακείας, της μηχανοκίνητης ψευτιάς και της μηχανοκίνητης αυτοκαταστροφής. Ο νεωτερικός άνθρωπος νόμισε ότι μπορεί να νικήσει την τρεπτότητά του, την αβεβαιότητά του, τον ταραγμόν του, εν μηχανήμασι. Και μηχανοποίησε την ψυχή του.



Η φρίκη όταν πέσει στον τόπο μας (στον τόπο του “περίπου”) παίρνει τη μορφή μηχανής ακριβείας, λέει, άριστος Γνώμων της ελληνικής εντροπίας, ο Σεφέρης-Ζουράρις. Δεχόμαστε ότι η πτωτική μας φύση έχει ταραγμόν, δεν είναι μηχανή ακριβείας, για να υποστεί μηχανιστικό προκαθορισμό. Ουκ έστ’ ακριβές ουδέν εις ευανδρίαν, έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών. Τίποτα δεν είναι σταθερό και βέβαιο, μέσα μας και στη «δόξα» μας, την φευγαλέα μας ψευδαίσθηση. Όλοι οι συμπαίκτες μετέχουμε εν ταραχή, και του καλού και του κακού, της αλήθειας και της πλάνης. Οι κοινωνοί-πολίτες ποτέ δεν αποτελούμαστε από ουδέτερους τρίτους, αλλά από φιλεταίρους ή πεζεταίρους οπλίτες, δηλαδή από κοινωνούς, πολίτες-μαχητές, που ερίζουν μεταξύ τους –εριστικοί και όχι ουδέτεροι- περί των μεγίστων, δηλαδή περί ελευθερίας ή άλλων αρχής (Θουκυδίδης). Θεωρούμε την ταραχή ως πηγή των συγκρούσεων και εν ταυτώ ως την πηγή της δημιουργίας. Θέλουμε έτσι η απόπειρα του καθ’ ημάς καλού πολιτεύματος να συγκαταβαίνει, ες αεί, τον ταραγμόν και το βέβαιον ημίν ουδέν. Να αποδέχεται, άρα, ότι όλα μας τα θέσμια, τα λάθη και τα νόμιμα, θα είναι ες αεί στο περίπου.



Αυτός είναι ο πυρήνας της ελληνικής χωματερής: Το “περίπου”. Ξεσαλωμένα άτομα “ες αεί”. Και άρα: Πολιτεία με περίπου κυβέρνηση, περίπου άμυνα, περίπου δικαιοσύνη, περίπου σύστημα υγείας κ.λπ. Και βεβαίως περίπου Ελληνική και περίπου χριστιανική.



2. Τα άθλα: Μαζί -τη μια μέρα αθάνατοι στον Όλυμπο, την άλλη νεκροί στον Άδη.



Η ελληνική πολιτεία και η ενότητα της παραδόσεώς της, βασίζονται στην αλληλεγγύη και τη συνυπευθυνότητα ζωντανών και πεθαμένων. Πράγμα απολύτως ακατανόητο για το νεωτερικό άτομο.



Και εν τάφω έδυς και των κόλπων των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας. Δεν έδυσες στον τάφο. Άλλαξες απλώς και προσωρινά θέση, μέσα στον ένα και πάγκοινο Κύκλο, που αποτελεί για μας την ενιαία πάνω και κάτω Εκκλησία του Δήμου. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες των εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες. Με τα άθλιά μας φονεύουμε τους σε μας επιζώντες νεκρούς μας. Με τα άθλα μας τους ανασταίνουμε. Λογοδοτούμε στην Κοινή Σύναξη ζώντων τε και τεθνεώτων. Σύναξη μονάκριβων προσώπων και όχι ανωνύμων σκιών.



Αυτοδίδακτος δ’ ειμι. Ο ημέτερος νους… αφ’ εαυτού δύναται κινείσθαι προς το αγαθόν αδιδάκτως. Ελεύθερος και αυτεξούσιος… εν ελευθερία χρήται εξουσιαστικώς. Της οικείας γνώμης αυτοκράτωρ. Κοντολογίς: Είμαι ελεύθερη ατομικότητα. Αυτεξούσια. Άτομο. Εγώ. Επιταττική παρήχηση ελευθερόφρονης βοής: η βοή των Ελλήνων. Συγχρόνως όμως: Έχω τη συνείδηση πως ένας δεν είμαι. Είμαι όχι με το εγώ μου αλλά με τα εγώ μου. Αυτά είναι όλα τα ρεύματα και όλες οι ριπές της ελληνικής παράδοσης. Το ζωντανό εγώ το έχει γεννήσει ένα εμείς των νεκρών, που όλοι ζουν ως αναστημένα εγώ, μέσα στο συλλογικό εγώ της ατομικότητας. Σαν ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου και μαζώνονται κοπαδιαστά οι σκιές των πεθαμένων και σε πίνουν και ζωντανεύουν. Όμηρος, Σεφέρης, Παλαμάς, Καζαντζάκης, Ζουράρις. Το καθ’ ημάς πολίτευμα είναι συλλείτουργο πεθαμένων και ζωντανών. Συναλληλία ατομικού-συλλογικού. Συναλληλία του ενός και των πολλών εγώ.



Ποιος είναι ο άθλος; Η αγάπη για τον νεκρό αδελφό. Από αγάπη για τον νεκρό αδελφό μας, χαρίσαμε την αθανασία μας στο πτώμα του και τον μισο-αναστήσαμε. Έτσι είμαστε κι οι δυο πάντα μαζί. Τη μια μέρα αθάνατοι στον Όλυμπο. Την άλλη μέρα μαζί πεθαμένοι στον Άδη. Κάστωρ και Πολυδεύκης. Ούτε πάμπαν θεοί, ούτε πάμπαν θνητοί, αλλά αγάπη και φθορά μαζί. Το συναμφότερον. Χάσαμε την αθανασία, πήραμε τη συντροφιά του νεκρού αδελφού, γιατί ξέρουμε ότι η εγωκεντρική αθανασία είναι αυτόδοτος θάνατος. Ζούμε στο συναμφότερον ιδανικού-πραγματικού, εσχατολογικού-ιστορικού, ευχαριστιακής και πολιτικής κοινότητας, αγαπητικού και εριστικού κοινωνείν. Η επίγνωσή του γεννά την επιείκεια που επιτρέπει τη συνύπαρξη μεταξύ «τελείων» και «ατελών», άθλων και αθλίων, του «καλού» εμένα και του «κακού» εσένα.



Έχουμε την ιδιοτροπία να πιστεύουμε στον εαυτό μας, λένε οι Σεφέρης-Ζουράρις, εν τοις δεινοίς ευέλπιδες. Πιστεύουν ότι η Ελλάδα προσεγγίζει το σημείο εκείνο της ωριμότητας που θα της επιτρέψει ν’ αντικρίσει, χωρίς προκατάληψη και με τρόπο ενιαίο, όλες της τις παραδόσεις, αρχαία, μεσαιωνική και νέα. Αν το τωρινό εγώ μας χωρέσει μέσα του τα παλιά μας εγώ, τότε, λένε, θα πάρουμε τα πάνω μας.



3. Θέμεθλα: Τα κόκαλα τα ιερά – τα Άγια Λείψανα.



Ημείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον. Διά το έχειν τον νουν καθηγεμόνα και αυτοκράτορα. Αλλά: δούλον αυτόν ημείς των αλόγων παθών απεδείξαμεν. Και έκτοτε του ανοηταίνειν ούπω παυόμεθα. Ζούμε στο περίπου. Αυτοκατάκριτοί τε και μόνοι κατάκριτοι. Ορίζει ο τελευταίος μέγιστος θεολόγος του τρόπου μας, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.



3.1 Το εμόν και το σον ρήματα εστι ψιλά μόνον.



Από αετοί, από υιοί φωτός, καταντήσαμε μικρομεσαίες κότες, που σκαλίζουν τη Χωματερή. Χάσαμε την εντός μας ενότητα του άρχειν και του άρχεσθαι, οπότε και συνεχωρήθη ημίν η εξουσία, η διαίρεση της κοινωνίας σε άρχοντες και αρχόμενους. Ίνα μη γένωνται αλλήλων οι άνθρωποι παραναλώματα, μηδενός επιστατούντος. Η εξουσία είναι αναγκαστικό προϊόν της εσωτερικής μας αναρχίας και είναι νόμιμη στο μέτρο που κωλύει την άδικον ορμήν του δυνατοτέρου κατά του υποβεβηκότος αδυνάτου. Για να είναι η εξουσία νόμιμη πρέπει να κάνει τον εαυτό της ανάλωμα υπέρ του εξουσιαζόμενου. Επίσης: για να είναι το χρήμα νόμιμο πρέπει να δίνεται σ’ αυτούς που το στερούνται. Και τα δυο, η εξουσία και το χρήμα, είναι αναγκαία κακά της Πτώσης, του ανοηταίνειν, που μη έχοντας σταματημό έγινε δεύτερη φύση μας. Αλλά ως υιοί φωτός καλούμαστε, επί τέλους, να το υπερβούμε: Κουφίζοντες εαυτούς ολιγοδεία και ολιγοκτησία, πτέρυξιν οίον ουρανοδρόμοις. Για να πετάξουμε πρέπει πρώτα να ελαφρύνουμε: Την κοιλιά από το πάχος. Και την καρδιά από την αγάπη για το χρήμα και την εξουσία.



3.2 Η δικαιοσύνη δείται φιλίας.



Υπό τιμής, δέους και ωφελείας, κινείται η πεπτωκυία φύση μας. Φιλοδοξία, φόβος, συμφέρον. Ουδεμία ηδονή του θείου εγγυτέρα ή η περί τας τιμάς ευφροσύνη. Η ζήτηση της τιμής εκφράζει τη ροπή μας προς τη θέωση. Είναι δε διττή: πτωτική και υψοποιός. Η πρώτη είναι η τιμή, που αν και τιμή δεν έχει, βασίζεται στην υπεροχή μου έναντι του άλλου. Είναι η τιμή που ζητά τη διατίμηση. Πάει όμως μαζί με τη ζήλεια και τον φθόνο, το μίσος και τη σύγκρουση. Παροξύνονται γαρ προς αλλήλους ετέρους ορώντες, τους μεν δικαίως, τους δ’ αδίκως πλεονεκτούντας τούτων. Παροξύνομαι ακόμα και όταν δικαίως πλεονεκτείς. Γιατί να είναι αυτός δίκαιος και όχι εγώ; Γιατί να θεωθεί αυτός και όχι εγώ; Η δικαιοσύνη, λοιπόν, πάντοτε ετοιμόρροπος. Δίκαιοι μεν φιλόνεικοι δε. Μίσος και φόβος είναι το πρόσωπό μας, όταν θεραπεύουμε τον εντός μας Νάρκισσο. Εριστική η επιθυμία. Εριστικός ο φόβος. Εριστικό το συμφέρον. Εριστική η διατίμηση της αποθεωτικής τιμής. Αδύνατον επομένως να στεριώσει δικαιοσύνη. Κρανίου Τόπος ο Βίος και η (περίπου) Πολιτεία του ενικωτάτου Εγώ.



Η δικαιοσύνη δείται φιλίας. Όχι συστημάτων. Συμπεραίνει ο Αριστοτέλης. Η γαρ κοινωνία φιλικόν. Θεμέλιο της όχι το συνέχθειν αλλά το συμφιλείν, διακηρύσσει η Αντιγόνη. Το έθνος εταίρων, προτείνει ο της ενικωτάτης ελληνικής ύβρεως ‘Ομηρος. Φιλική Εταιρεία συστήνουν οι αλαζονικοί μας μικρέμποροι. Το πρόβλημα είναι να ξεπεράσω τον Εαυτό μου. Όχι τον Πλησίον. Οι εφευρέτες-κοινωνοί της εξατομίκευσης, καλούμαστε να ξορκίσουμε την ύβριν, δια του εκουσίου άθλου. Τούτη την αγγαρεία, το φιλόφιλον, το αναλαμβάνουν εδώ οι ήρωες, οι μάρτυρες, οι άγιοι. Η αυτοθυσία των αμνών μεταστοιχειώνει τη Χωματερή, της έντρομης από τον εαυτό της αγέλης, σε Φιλοκαλία λογικών προβάτων. Μπορείς να πεις στον εαυτό σου: ει θέλοι, δύνασαι όλος πυρ είναι. Είτε για να βάλεις φωτιά στα τόπια, είτε για να κάνεις την καρδιά σου μπουρλότο υπέρ πάσης της κτίσεως. Μπορείς να ξεπεράσεις το αντίπαλον δέος, ως το μόνον πιστόν ες ξυμμαχίαν. Και ιδού τότε το συναξάρι του Νεομάρτυρός μας Ιορδάνη.



3.3 Αντάρτης και Νεομάρτυς



Ο Τούρκος, Μανιχαίος στα ισλαμικά του θέμεθλα, τα χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για να καλύψει την κτηνωδία του. Δεν ξεχωρίζει το κακό από το πρόσωπο που το κάνει. Για να εξαλειφθεί το κακό πρέπει να εξαλειφθεί το πρόσωπο. Μου ανταπέδωσες την ύβρη; Άρα: ή η κεφαλή σου έχει να κοπή, ή Τούρκος πρέπει να γένης. Η λύση είναι απλή: εγώ, το αγαθόν, σφάζω εσένα, το κακό, και έτσι ξεμπερδεύω με το κακό.



Λοιπόν, τι κάνω εγώ όταν κακώς, ο Τούρκος, μου στερεί την ελευθερία μου να μην είμαι Τούρκος, δηλαδή κακός; Κατ’ αρχήν ο Τούρκος, ψυχοπονιάρης, μου παρέχει την ελευθερία της ιδιωτείας: ειπέ λόγον εις το φανερόν πως τουρκεύεις, είτα πήγαινε όπου θες και ζεις χριστιανικά. Γνωρίζει ότι η μόνη ελευθερία που μετράει είναι η δημόσια και όχι η ιδιωτική. Υπάρχει μόνον εις το φανερόν. Και όχι στο περίπου. Τι κάνεις λοιπόν αν δεν θέλεις να χάσεις την ελευθερία σου; Δύο είναι οι στάσεις που δέχεται η καθ’ ημάς πολιτεία: α) Η στάση του Αντάρτη -του χαίνη, του κλεφταρματωλού- και β) η στάση του Νεομάρτυρα. Χαίνης, ακρατής οργής και κρείσσων δικαιοσύνης: θα μπήξω τον πασσαλή μου στου Τούρκου το στομάχι, όντες θα μού ‘ρθει η μπαλοθιά κι ας λάχει όπου λάχει. Καλόδεχτη. Να σφάξουμε τσοι Γερμανούς, να σώσουμε τσοι Χριστιανούς. Ελευθερία = φόνος του εχθρού = αυτοθυσία. Νεομάρτυς: Δεν αρνούμαι τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, αλλά πιστεύω και ομολογώ δια Θεόν αληθινόν. Έκλινε την κεφαλήν και απέτεμεν αυτήν ο Τζελάτης.



3.4 Κατ’ αλήθειαν ζην – κατ’ αλήθειαν θνήσκειν



Και ο Χορός, η Λαοσύναξη, ενώπιον της οποίας όλα τούτα δραματουργούνται; Τι θέση παίρνει; Τραγουδά τον Αντάρτη. Χαίρεται όταν ο ‘γούμενος της Ιεράς Μονής Αγκαράθου Αθανάσιος Χριστόφορος, στα 1646, ορντινιάζει αψίδα τα τούρκικα κεφάλια, που έκόψασι αυτός κι όλοι οι Ρωμαίοι. Όμως η αποθεωτική τιμή είναι για τον Νεομάρτυρα. Πάνω στ’ άγια του τα λείψανα χτίζει την Εκκλησία του το Κοινόν των Ελλήνων. Κάνει το χαρωπό πτώμα του θεμέλιο – θέμεθλο της πολιτείας της παρ’ ημίν καθεστηκυίας. Και οι δύο στάσεις-επανα-στάσεις νόμιμες. Χθόνια η πρώτη. Ουρανοδρόμος η δεύτερη. Το συναμφότερον.



Αυτό που με τίποτα δεν συγχωρεί η διαχρονική μας Σύναξη είναι το κιότεμα στην κρίσιμη ώρα. Και ιδού, Σερραϊκή Χρονογραφία, 1617, όταν ετούρκεψαν τον Αμαριανόν τον Τεμερούτογλη: …Εδώ πε και συ άνθρωπε ότι δεν γίνωμαι Τούρκος δια να τελειωθής απάνου εις μίαν στιγμήν. Αμή εμούλωξεν. Ώ εις την δυστυχίαν του. Κάλλιον ήτον να μην είχε γεννηθή… Μεγάλη λύπη έγινε εις όλους τους χριστιανούς, το πώς δεν εστάθη ανδρείως εις την πίστη του απάνου εις μίαν στιγμήν.



Η πίστη-θέμεθλο δεν είναι εδώ μανιχαϊκή. Ο Θεός είναι αγαθός, καθ΄ ότι αγάπη εστι. Πάντα αγαθά εποίησε. Άρα και τον άνθρωπο που συμβαίνει να έχει γίνει Τούρκος. Ακόμα κι ο αρχέκακος Διάβολος, ως προς το υπάρχειν, είναι αγαθός. Είναι πεπτωκώς άγγελος. Το αγαθό είναι, εν προκειμένω, το αυτεξούσιο. Το τι χρήση κάνεις στο αυτεξούσιο είναι άλλο θέμα. Το κακό είναι ενέργεια -ενέργεια πτωτική. Δεν είναι ουσία. Δεν είναι ον. Άρα δεν είναι σωστό, για τον Θεό, να καθαρίσει τον Διάβολο και για τον Έλληνα να ξεπαστρέψει τον Τούρκο. Ο Τούρκος μετέχει στη φύση του Έλληνα και αντιστρόφως. Άλλωστε ο Τούρκος από ελληνικό αίμα είναι θρεμμένος. Τον Τούρκο τον ξεπαστρεύεις πραγματικά στον Έλληνα άρχοντα, που το ξεσάλωμά του κάνει τον Έλληνα αρχόμενο να γίνεται Τούρκος.



Το κατ΄ αλήθειαν ζην μπορεί, επομένως, να συνεπάγεται το κατ’ αλήθειαν θνήσκειν. Την ελευθερία μου δεν μπορώ να τη θέσω πάνω από την αλήθεια μου. Αν η γαρ κοινωνία φιλικόν. Αν η εν ελευθερία κοινωνία δεν έχει θεμέλιο της τη βία, αλλά τη φιλία. Αν παραπέρα, θεμέλιο της πρέπει να είναι η άνευ όρων αγάπη κι αυτή είναι η αλήθεια μου – η πίστη μου- πώς εγώ θα αρνηθώ την κοινή αυτή αλήθεια μου – πίστη; Αιδώς Αργείοι. Ντροπή. Γι’ αυτό: «…ημίν γαρ κατ’ εκείνον τον χρόνον … πολιτεία τε ήν παλαιά … και δεσπότις ενήν τις αιδώς…». Δεσπότης της ήταν η Ντροπή. Η θεμελίωση του κοινωνείν στην Αγάπη, στο Πρόσωπο, υποτάσσει την κοινωνική ζούγκλα στην αυτο-εν-τροπή και κάπως την ημερεύει. Αντιρροπεί την κοινωνική εντροπία. Τα άθλα του Προσώπου και τα άθλια του Ατόμου συμψηφίζονται. Σε αντίθεση με μας τους λοιπούς οπλίτες-κοπρίτες ο μάρτυς, αλλά και ο χαίνης, δεν είναι καθόλου στο περίπου. Κανέναν ταραγμό δεν έχει στη φύση του ο ταπεινός Καζαντζής μας, όταν τρέχει στο μαρτύριο ως έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων.



Και λες κι αναρωτιέσαι, πώς υπάρχουμε ακόμη και πώς επιβιώνουμε, με τόσους μηδίσαντες, τόσους ευρωλιγούρηδες, τόσους αναπτυξιακούς ντενεκέδες ξεγάνωτους και τόσους λυσιμελείς του Μεγάρου Μουσικής, του φωταδισμού και της δυτικής μαλακίας, εν εγρηγόρσει; Να πώς σερνόμαστε ακόμη. Επειδή υπήρξαν μερικοί τέτοιοι παρακατιανοί, σαν τον Νεομάρτυρα Ιορδάνη τον Καζαντζή, από την Τραπεζούντα.



Πηγή: Αντίφωνο:


.

(1230) αναγνώσεις

2 comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *