Ρωμανία, Βυζάντιο και διαχρονική ελληνικότητα

Εἶναι γνωστό ὅτι τό κράτος πού συνηθίζουμε νά ἀποκαλοῦμε Βυζαντινό οὐδέποτε ἀπεκλήθη ἔτσι ὅσο ὑπῆρχε. Ἡ ὀνομασία Βυζαντινό Κράτος διαμορφώθηκε ἀπό Γερμανούς ἱστορικούς ἕναν αἰῶνα μετά τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέ βάση τό ὄνομα Βυζάντιο τῆς ἀρχαίας ἀποικίας τῶν Μεγαρέων, ἐπί τῆς ὁποίας ἐκτίσθη ἡ Κωνσταντινούπολις. Τό πραγματικό ὄνομα τοῦ κράτους ἦταν Ρωμανία. Δηλαδή κράτος μέ πρωτεύουσα τή Νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη. Τήν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος μέ πολλές ἱστορικές πηγές πού τό ἀναφέρουν μπορεῖ νά βρεῖ ὁ μελετητής στό βιβλίο τῆς Ἑλένης Γλύκατζη Ἀρβελέρ «Γιατί τό Βυζάντιο». Ἐκεῖ μαθαίνουμε ὅτι οἱ αὐτοκράτορες ἀπένεμαν ἐπαίνους στούς πιστούς κρατικούς λειτουργούς μέ τή φράση: «Διά τούς κόπους οὕς ἐμόχθησας ὑπέρ τῆς Ρωμανίας» (1). Πασίγνωστος εἶναι καί ὁ Ποντιακός θρῆνος γιά τήν Ἅλωση τῆς Πόλης καί γιά τήν ἐλπίδα ἀνασυστάσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας: «Ἡ Ρωμανία πέρασεν, ἡ Ρωμανία πάρθεν, ἡ Ρωμανία κι ἄν πέρασεν ἀνθεῖ καί φέρει κι ἄλλο»!

Ὁ τίτλος τῶν Αὐτοκρατόρων ἦταν «πιστός ἐν Χριστῷ βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων». Ὁ τίτλος αὐτός δέν εἶχε ἐθνική ἀλλά πολιτειακή σημασία. Θεωροῦσαν ὅτι κρατικά, πολιτειακά συνέχιζαν τό Ρωμαϊκό κράτος καί ἔτσι εἶχαν δικάιωμα νά κυβερνοῦν διαφόρους λαούς. Τό δικαίωμα αὐτό βλέπουμε νά τονίζει στόν ἐπίσημο τίτλο του ὁ Μανουήλ Κομνηνός, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται ὡς ἑξῆς: «Μανουήλ ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεύς ὁ πορφυρογέννητος, Ρωμαίων αὐτοκράτωρ εὐσεβέστατος, ἀεισεβαστός, αὔγουστος, ἰσαυρικός, κελτικός, ἀρμενικός, δαλματικός, οὑγγρικός…. θεοκυβέρνητος κληρονόμος τοῦ στέμματος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ψυχῇ νεμόμενος τά τούτου δίκαια». (2)

Οὑσιαστικά τούς ἐξυπηρετοῦσε ἡ συνέχιση τῆς χρήσεως αυτοῦ τοῦ τίτλου γιά νά μποροπυν νά διοικοῦν ἕνα πολυεθνικό κράτος. Τιμητικά τόν διετήρησαν ἀκόμη καί ὅταν μετά τήν Δ΄Σταυροφορία τοῦ 1204 κατελήφθη ἀπό Λατίνους Σταυροφόρους ἡ Κωνσταντινούπολη καί δημιουργήθηκαν 3 ἀμιγῶς ἑλληνικά ἐθνικά κράτη στή Νίκαια, στήν Τραπεζοῦντα καί στήν Ἤπειρο. Ὁ Πατριάρχης καί ὁ νόμιμος διάδοχος τῶν αὐτοκρατόρων μεταφέρθηκαν στή Νίκαια τῆς Μικρασιατικῆς Βιθυνίας καί ἀπό τό 1204 ἕως τό 1261 καλλιέργησαν τή Μεγάλη Ἰδέα τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς καταγωγῆς τους.

Πολλοί διερωτῶνται ἄν κάτω ἀπό τό ὄνομα Ρωμαῖος τήν ἐποχή ἐκείνη χάνεται, κρύβεται ἤ ἀλλοιώνεται ὁ Ἑλληνισμός. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό ὄνομα Ρωμαῖος δήλωνε στή βυζαντινή ἐποχή τήν ὑπηκοότητα, ὄχι τήν ἐθνική καταγωγή. Δηλαδή στό πολυεθνικό μέχρι τό 1204 κράτος τῆς Ρωμανίας , μέ συνεκτικό κρίκο τήν ἑλληνική γλῶσσα, τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τή μελέτη τῶν ἀρχαίων κλασικῶν καί βεβαιότατα τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, κατοικοῦσαν διαφορετικές ἐθνότητες. Ἡ ἑλληνική ἐθνότητα ἦταν πάντα κυρίαρχη ἔστω κι ἄν κατά τούς πρώτους βυζαντινούς αἰῶνες τό ὄνομα Ἕλλην δέν ἐχρησιμοποιεῖτο εὐκολα λόγῳ συνδέσεώς του μέ τήν εἰδωολατρία. Ὅμως ἤδη ἀπό τόν 9ο αἰῶνα ἔχουμε γραπτές μαρτυρίες ὅτι ἡ ἑλληνική ἐθνότητα συνεχίζει τήν ἱστορική της πορεία καί εἶναι διακριτή ἀπό τίς ἄλλες ἐθνότητες. Συγκεκριμένα ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μέγας Φώτιος ἀπαντῶντας πρός τόν Ἐπίσκοπο Κυζίκου Ἀμφιλόχιο ἐπί θεολογικῶν ζητημάτων γράφει ὅτι: «Προτείνουσιν, ἔφης, τῶν Εἰκονομάχων οἱ θρασύτεροι καί κακόσχολοι, καί σοφόν ἡγοῦνται τό περίεργον, ποία τῶν εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ ἀληθής, πότερον ἡ παρά Ρωμαίοις, ἤ ἥνπερ Ἰνδοί γράφουσιν, ἤ ἡ παρ’ Ἕλλησιν, ἥ ἡ παρ’ Αἰγυπτίοις….» (3). Βλέπουμε ὅτι ἀναφέρεται σέ Ἕλληνες πού ἁγιογραφοῦν τόν Χριστό, ἄρα σέ Ἕλληνες Χριστιανους τῆς ἐποχῆς καί ὄχι σέ Ἕλληνες μέ τήν ἔννοια τοῦ εἰδωλολάτρη.

Τό παράδειγμα τοῦ σημερινοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου Ἰρλανδίας εἶναι χαρακτηριστικό γιά νά καταλάβουμε τή δοαφορά μεταξύ ὑπηκοότητος καί ἐθνότητος. Οἱ κάτοχοι τοῦ διαβατηρίου αὐτοῦ εἶναι ὑπήκοοοι Ἡνωμένου Βασιλείου, ἀλλά ἐθνολογικά ἄλλοι –οἱ περσσότεροι εἶναι Ἄγγλοι, ἄλλοι Σκῶτοι, ἄλλοι Οϋαλλοί, ἄλλοι Βορειοιρλανδοί κ.λπ. Ἔτσι καί οἱ ὑπήκοοι τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωμανίας ἦσαν Ρωμαῖοι ὡς πρός τήν κρατική ὑπηκοότητα, ἀλλἀ ὠς ἐθνότητα ἄλλοι εἶχαν τήν ἑλληνική –οἱ περισσότεροι -ἄλλοι τήν σερβική, ἄλλοι τήν ἀρμενική, ἀλλλοι ἦσαν Βάραγκοι Σκανδιναβοί ( ἡ φρουρά τοῦ Αὐτοκράτορος) κ.λπ. Ὅπως στό Ἡνωμένο Βασίλειο ἡ ἐπικρατοῦσα ἐθνότητα εἶναι οἱ Ἄγγλοι καί δίνουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους σέ ὅλο τό κράτος, ἔτσι καί οἱ Ἕλληνες στή Ρωμανία ἦσαν τό ἐπικρατοῦν στοιχεῖο καί ἐπέτυχαν νά καθιερώσουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους. Γι’ αυτό καί ἡ κ. Ἀρβελέρ τονίζει συχνά ὅτι τό Βυζάντιο ἦταν κράτος πολυεθνικό, ἀλλά μονοπολιτισμικό, λόγῳ τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς καί πολιτιστικῆς συνέχειας.

Στήν ἑλληνικότατη Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας-πού προαναφέραμε- μετά τόν Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρι βασίλευσε ὁ γαμβρός του, ὁ ἐλεήμων καί γενναῖος Ἰωάννης Γ΄Δούκας Βατάτζης, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στό Δισυμότειχο καί τιμᾶται ὡς Ἅγιος ἀπό τήν Ἐκκλησία μας (στίς 4 Νοεμβρίου). Ὁ Βατάτζης τό 1237 ἀπήντησε σέ μία θρασεῖα ἐπιστολή τοῦ Πάπα Ἰωάννου Θ΄καί μεταξύ ἀλλων τοῦ γράφει: «…Μᾶς γράφεις ὅτι ἀπό τό δικό μας, τό Ἑλληνικό γένος, ἄνθησε ἡ σοφία καί τά ἀγαθά της καί διαδόθηκε στούς ἀλλους λαούς… Οἱ γενάρχες τῆς βασιλείας μου εἶναι ἀπό τό γένος τῶν Δουκῶν καί τῶν Κομνηνῶν, γιά νά μήν ἀναφέρω ἐδῶ καί ὅλους τούς ἄλλους βασιλεῖς πού εἶχαν ἑλληνική καταγωγή και γιά πολλές ἑκατοντάδες χρόνια κατεῖχαν τή βασιλική ἐξουσία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτούς ὅλους καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί οἱ αὐτοκράτορες τούς προσκυνοῦσαν ὡς αὐτοκράτορες τῶν Ρωμαίων» (4). Βλέπουμε, λοιπόν, μία τρανταχτή ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς διπλῆς ἰδιότητος. Κρατικά ἔνιωθαν Ρωμαῖοι, ἀλλά ἐθνικά ἦσαν Ἔλληνες και τό διεκήρυτταν. Τήν ἑλληνικότητά τους βρωντοφωνάζουν καί ὁ γιός τοῦ Βατάτζη Θεόδωρος Β΄Λάσκαρις , ὁ ἱστορικός τοῦ 1204 Νικήτας Χωνιάτης καί πολλοί ἄλλοι.

Τήν μαρτυρία αὐτή τοῦ Βατάτζη, ἡ ὁποία καταδεικνύει ὅτι κάτω ἀπό τόν τίτλο «Βασιλεύς Ρωμαίων» ἔσφυζε καί ἐπάλλετο ἡ μηδέποτε διακοπεῖσα ἑλληνική ἐθνική συνείδηση, προσπάθησαν κάποιοι νά ἀμφισβητήσουν ὡς μή γνήσια. Ὅπως μέ πληροφόρησε ὁ Ὁμότιμος καθηγητής τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας κ. Παναγιώτης Νικολόπουλος ἡ ὑπόθεση ἐν συντομίᾳ ἔχει ὡς ἑξῆς: Τό κείμενο ἀνεκάλυψε στήν Πάτμο ὁ Ἰωάννης Σακελλίων καί τό δημοσίευσε στό περιοδικό Ἀθήναιον τῶν Ἀθηνῶν, στό τεῦχος 1 τοῦ 1872 καί στίς σελίδες 372-378. Ὁ Ἀντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905) δημοσίευσε μία κακοποιημένη νεοελληνική μετάφραση-παράφραση τῆς ἐπιστολῆς στό βιβλίο του Ἱστορία τοῦ Βασιλείου τῆς Νικαίας. Αὐτή τήν ἀδόκιμη παράφραση διάβασε ὁ Γερμανός Αὔγουστος Heisenberg καί τό 1899 ἀμφισβήτησε τή γνησιότητά της λέγοντας ὅτι δέν ἦταν δυνατόν ἡ σώφρων Βυζαντινή γραμματεία νά ἔχει συντάξει ἕνα τέτοιο κείμενο. Πάντως πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὁ Heisenberg ὑπεράσπισε τήν ἐλληνικότητα τοῦ Βυζαντίου χαρακτηρίζοντάς το ὡς «τό ἐκχριστιανισθέν Ρωμαϊκό κράτος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους», χαρακτηρισμό τόν ὁποῖο ἐπανέλαβε τόν 20ό αιῶνα καί ὁ Ἕλλην Βυζαντινολόγος Διονύσιος Ζακυθηνός. Στήν ἀμφισβήτηση τοῦ Heisenberg ἀπήντησε τεκμηριωμένα τό 1930 ὁ Γάλλος μοναχός Venance Grummel (5). Εἶχε τήν ἐξαιρετική τύχη νά βρεῖ στα΄Ἀρχεῖα τοῦ Βατικανοῦ τήν ἐπιστολή, τήν ὁποία ἔστειλε στόν Ἰωάννη Βατάτζη ὁ Πάπας Νικόλαος Θ΄ καί ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν φράση: «Ἐπειδή πιστεύεται ὅτι ἡ σοφία βασιλεύει εἰς τούς Ἕλληνας…». Ὁ Grummel πιστεύει ὅτι ἄν ὁ Heisenberg γνώριζε τήν ἐπιστολή τοῦ Πάπα , στήν ὁποία ἀπαντᾶ λέξη πρός λέξη ὁ Βατάτζης δέν θά ἀμφισβητοῦσε τό κείμενο τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Νικαίας. Τό θέμα ἔτσι ἔληξε γιά τους ἐπιστήμονες καί ὁ Franz Dolger στά Regesten τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατορικῶν Ἐγγράφων κατατάσσει τήν ἐπιστολή μεταξύ τῶν γνησίων ἐγγράφων. Ἀλλά καί τό 2006 ὁ Luca Pieralli τῆς Βιβλιοθήκς τοῦ Βατικανοῦ ἐκτενῶς ὁμιλεῖ γιά τή γνησιότητα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βατάτζη.

Ἡ ἑλληνικότητα τῆς παιδείας ἀποτελεῖ ἄλλη μία μαρτυρία τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας τῶν Βυζαντινῶν. Ἄν καί χρησιμοποιοῦσαν τό κρατικό ὄνομα Ρωμαῖοι οὐδέποτε δίδαξαν τήν Αἰνειάδα τοῦ Βιργιλίου πού ἦταν τό ἔπος τῆς Παλαιᾶς Ρώμης. Δίδασκαν μετά μεγάλου σεβασμοῦ τόν Ὅμηρο καί τούς κλασικούς Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν, ἀείμνηστος πλέον Βρετανός Βυζαντινολόγος, συνήθιζε νά ὑπογραμμίζει ὅτι: «Ἡ Ἄννα Κομνηνή δέν ἐξηγεῖ ποτέ τά σημεῖα, τά ὁποῖα ἀντιγράφει αὐτούσια ἀπό τόν Ὅμηρο. Ὅλοι οἱ αναγνῶστες της τά γνώριζαν καθώς ὁ Ὅμηρος ἀποτελοῦσε τήν κύρια διδακτέα ὕλη στούς μαθητές τῆς αὐτοκρατορίας». Ἔτσι κατανοοῦμε καλύτερα τή φράση τοῦ Φώτη Κόντογλου, ὁ ὁποῖος ἔγραψε: «Ρωμιοσύνη εἶναι ἡ Χριστιανική Ἑλλάδα». Ἡ νεώτερη ἔννοια τοῦ Ρωμηοῦ (ἤ Ρωμιοῦ) δέν ἀρνεῖται τόν Ἑλληνισμό, ἀλλά συνδέει τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν ἑλληνικότητα καί μᾶς θυμίζει τήν ἔνδοξη βυζαντινή κληρονομιά μας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1).Ἑλένη Γλύκατζη Ἀρβελέρ, Γιατί τό Βυζἀντιο, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2009, σελ. 163.

(2). Πάρι Γουναρίδη, Γένος Ρωμαίων: Βυζαντινές καί Νεοελληνικές Έρμηνεῖες, Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1984, σελ 13.

(3) Ἑλληνική Πατρολογία Migne, τόμος 101, στήλη 948, ἔκδ. Κέντρου Πατερικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι 1991.

(4). Ἡ νεοελληνική ἀπόδοση δημοσιεύεται στο βιβλίο τοῦ Ἰωάννου Σαρσάκη: Ἰωάννης Βατάτζης-ὁ Ἅγιος Αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, ἐκδόσεις Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 85-88. Τό πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύεται στόν τόμο τοῦ Ἀποστόλου Βακαλοπούλου: Πηγές Ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Α΄ τόμος, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 50-53.

(5). Ἡ ἀπάντηση δημοσιεύθηκε στό περιοδικό ECHOS D’ ORΙENT, τόμος 29, Παρίσι 1930, σελ. 449-458.

Κ.Χ. ΙΟΥΝΙΟΣ 2011.

Κωνσταντῖνος Χολέβας

Πολιτικός Ἐπιστήμων

(2642) αναγνώσεις

17 comments

  1. Αξιότιμε κ. Χολέβα,

    Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας _δεν_ είναι σίγουρο ότι
    ονομαζόταν όντως Βατάτζης. Η επιστολή στην οποία
    αναφέρεστε αποτέλεσε, για πολλά χρόνια, σημείο αντιπαράθεσης
    για τους ιστορικούς, και μέχρι και τις μέρες μας
    _δεν_ θεωρείται _γνήσια_. Το παλαιότερό της αντίγραφο
    που σώζεται είναι του 18ου αιώνα (1757 Doelger),
    και ο τελευταίος υπερασπιστής της γνησιότητάς
    της είναι ο V. Grumel, του οποίου τα επιχειρήματα
    _δεν_ έπεισαν ακόμα την επιστημονική κοινότητα. Παραπληροφορείτε,
    διότι γνωρίζετε (;) ότι οι πλέον επώνυμοι ιστορικοί
    δεν την θεωρούν γνήσια.

    Αυτός είναι και ο λόγος που στον Thesaurus Linguae
    Graecae βρίσκει κανείς χρυσόβουλλα του Ι. Γ’ Δούκα
    για οικονομικές υποθέσεις, αλλά όχι την εν λόγω
    επιστολή. Επίσης, το Βατικανό _δεν έχει λάβει ποτέ_
    την εν λόγω επιστολή, κάτι που ενισχύει ότι πιθανόν
    να πρόκειται για πλαστογραφία επί Τουρκοκρατίας
    (σύνηθες φαινόμενο σε Χρυσόβουλα και Αργυρόβουλα,
    καθώς και σε χρονικά).

    Αν διαβάσετε τον επικήδειο λόγο του Γ. Ακροπολίτου [1],
    προς τον Αυτοκράτορα Ι. Γ’ Δούκα, της Νικαιας, θα
    δείτε ότι τον αποκαλεί υπερήφανο Ρωμαίο. Σε όλο
    τον λόγο αυτό δεν αποκαλείται πουθενά Έλλην, και
    με περηφάνεια τονίζεται ότι ο βασιλεύς ήταν Ρωμαίος
    το γένος.

    Δυστυχώς κάνετε _μεγάλη ζημία_ με την ιστορική
    αρθρογραφία σας, και θα σας πρότεινα να επαληθεύετε
    και να διασταυρώνετε τις πηγές σας, πριν εκτίθεστε
    δημόσια. Διότι τα ίδια ακριβώς επαναλαμβάνετε και
    αναφερόμενος στον “τελευταίο λόγο” του Κωνσταντίνου
    Παλαιολόγου, παίρνοντας την αναφορά σας από τον
    ψευδο-Σφραντζή.

    Όλα τα υπόλοιπα που γράφετε είναι μια τραγική προσπάθεια
    αυτοικανοποίησης: θέλετε να είστε Γραικός;! Με γεια
    σας με χαρά σας. _Δεν_ έχετε το δικαίωμα ωστόσο
    να παραπληροφορείτε την κοινή γνώμη που σας παρακολουθεί,
    με άρθρα που σε καμία περίπτωση δεν είναι επιστημονικά:
    γιατί άραγε δεν δοκιμάζετε να μεταφράσετε ένα τέτοιο
    άρθρο, και να το στείλετε προς δημοσίευση σε επιστημονικό
    περιοδικό, με κριτική επιτροπή;

    Με τιμή,

    Κυριακός Παπαδόπουλος

    [1] A. Heisenberg, Georgii Acropolitae opera, vol. 2. Leipzig: Teubner, 1903 (repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth)): 12-29.

  2. Υ.Γ. 2

    Και ιδού το χωρίο για τον Θεόσταλτο (κατά τον Ακροπολίτη)
    προσδιορισμό Ρωμαίος:

    (…)

    κἀντεῦθεν ἵνα μὴ τοῖς ἐθνικοῖς
    τούτοις ὀνόμασι περιγράφωνται, τῇ πρεσβυτέρᾳ Ῥώμη ἑτέρα (20)
    νέα ἀντῳκοδόμηται, ἵνα ἐξ οὕτω μεγίστων πόλεων κοινὸν
    ἐχουσῶν τοὔνομα Ῥωμαῖοι πάντες κατονομάζοιντο καὶ ὡς τὸ
    τῆς πίστεως κοινὸν οὕτως ἔχοιεν καὶ τὸ τῆς κλήσεως. καὶ
    ὡς ἐκ Χριστοῦ ταὐτὸ τὸ τιμιώτατον ἔλαχον ὄνομα, οὕτω καὶ
    τὸ ἐθνικὸν αὐτοῖς ἐπηγάγοντο. καὶ πάντα δὲ τὰ ἄλλα (25)
    ὑπῆρχε τούτοις κοινά, ἀρχαὶ νόμοι λόγοι βουλαὶ δικαστήρια,
    αὐτὴ ἡ εὐσέβεια, οὐδὲν ὅτι μὴ κοινὸν Ῥωμαίοις τοῖς πα-
    λαιοτέροις καὶ νεωτέροις.

    (…)

  3. Υ.Γ.

    Θα επιμείνω στις αναφορές μου στον Γεώργιο Ακροπολίτη, διότι υπήρξε Μεγάλος Λογοθέτης του Γένους, όταν βασίλευε ο Ιωάννης Γ’ Δούκας, στον οποίο αναφέρεστε. Τα γραπτά του θεωρούνται γνησιότατα, και βρίσκονται στον Θησαυρό (παν. Irvine).

    Παράξενο δεν είναι ένα γνήσιο κείμενο να αναφέρεται σε _ακριβώς αντίθετα_ πράγματα από τα οποία υποστηρίζετε εσείς, με σθένος, ενώ από την άλλη το λάθος στις πηγές σας βγάζει μάτι.

    Σε όλο του το έργο λοιπόν, ο Μεγάλος Λογοθέτης του Γένους υπερασπίζει την ρωμαϊκή συνείδηση του Γένους: κόντρα στον Βασιλέα κ. Χολέβα μου;! Αναφέρει δε το όνομα αυτό ως “τιμιότατον” “δοσμένο από τον ίδιο τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό”.

    Σας παραθέτω τη πρώτη του παράγραφο, σε επιστολή του προς τους Φράγκους κατακτητές της Παλαιάς Ρώμης παρακάτω. Εσείς, κύριε Χολέβα μου, που υπερασπίζετε με πάθος τον Χριστιανισμό μας, πώς είναι δυνατόν να ασπάζεστε, και να υπερασπίζετε τέτοιες φυλετικές και εθνικιστικές απόψεις; Μήπως τελικά η βαβαροθεμελιωμένη “Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος” έχει όντως φραγκικά θεμέλια;

    A.Heisenberg, Georgii Acropolitae opera, vol. 2. Leipzig: Teubner, 1903 (repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth)): 30-66.

    Georgius Acropolites Hist., Contra Latinos. {3141.010}

    1.
    (t.) Τοῦ μεγάλου λογοθέτου Γεωργίου τοῦ Ἀκροπο-
    λίτου λόγος κατὰ Λατίνων, γραφεὶς αὐτῷ ὅτε
    ἐν τῇ δύσει κατάσχετος ἦν.
    (1.) Ἄνδρες Ῥωμαῖοι, οἱ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης ὁρμώμενοι,
    ἐβουλόμην μὲν καλεῖν ὑμᾶς ἀδελφοὺς ὡς ὁμογνώμονας καὶ
    ὁμόφρονας, ἐπεί τοί γε τοῦτο σκοπὸς τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν τὸ
    καθ’ ἡμᾶς προσειληφότος θεοῦ καὶ πάντα τὰ τῆς σαρκὸς
    ἐπιδείξαντος ἐν ἑαυτῷ ἰδιώματα ἄτερ μόνης τῆς ἐφαμάρτου (5)
    ζωῆς· καὶ τοῦτο ἦν τὸ μέγα περὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους
    μυστήριον, ἵνα συνάψῃ τὰ πάντα ἐν ἑαυτῷ καὶ εἰς ὁμο-
    φροσύνην συνάξῃ τῆς πίστεως, ὅπερ, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον,
    οὐχ Ἕλλην οὐ βάρβαρος οὐ Σκύθης οὐκ Ἰουδαῖος οὐδ’
    ἄλλο τι τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων παρείληπται, ἀλλὰ μόνον (10)
    καὶ ὅλον Χριστὸς αὐτοῖς τὸ ἐπίσημον. ἐβουλόμην μὲν οὖν
    οὕτω—καὶ γὰρ ἐτυγχάνομεν καὶ πάλαι ἦν ἡμῖν τὸ ὁμόγνω-
    μον καὶ ἀδελφὰ ἐφρονοῦμεν καὶ τοῖς αὐτοῖς κανόσι τῆς
    εὐσεβείας ἢ καὶ στάθμαις ἀπηυθυνόμεθα καὶ τοῖς μέρεσι
    πᾶσιν ἐξισαζόμεθα· ἀλλ’ ὁ τῷ φθόνῳ διαχωρίσας τὸν πρῶ- @1 (15)
    τον ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ θεοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς τὴν κακὴν
    ἔριν ἐπεμβαλὼν εἰς διάσπασιν, ὡς καὶ εἰς φόνον καταλῆξαι
    τὸ ῥᾳδιούργημα—φεῦ τῆς ἡμετέρας ἀσθενείας καὶ τῆς
    τοῦ σατᾶν προσβολῆς—καὶ ἡμᾶς, ὦ φίλοι Ῥωμαῖοι,
    ἡνωμένους ὄντας διέστησε καὶ εἰς ἀδιάσπαστον συγκεκρα- (20)
    μένους διέλυσε. καὶ νῦν ἀποκλαιόμεθα μὲν ἡμεῖς τὸν
    ὑμέτερον χωρισμόν, ἀποκλαίονται δέ, ὡς πείθομαι, τοῦτον
    καὶ ὑμῶν οἱ εὐγνωμονέστεροί τε καὶ συμπαθέστεροι. τί γὰρ
    χρηστότερον ἢ τερπνότερον ἢ ἀδελφοὺς ἐν τῷ αὐτῷ συνοι-
    κεῖν; τί δὲ χαριέστερον ἢ ὀνησιμώτερον ἢ τοὺς αὐτοὺς (25)
    ὁμοφρόνως ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἀνταγωνίζεσθαι; τί δὲ
    ἀθλιώτερον ἢ ἐλεεινότερον ἢ ἀπορραγῆναι τοὺς ὁμονοοῦντας
    ἐν Χριστῷ εἰς διχόνοιαν καὶ τοὺς ἡνωμένους ἐν πνεύματι
    εἰς ἀξυμφυῆ τὴν διάστασιν; εἰ δὲ καὶ ὅπου δύο ἢ τρεῖς
    ἐν Χριστῷ συνηγμένοι, ἐν τούτοις μέσος γνωρίζεται, πόσῳ (30)
    μᾶλλον ἐν δυσὶν ἢ τρισὶν ἢ καὶ πλείοσιν ἔθνεσιν ἐν ἑαυτῷ
    συμφρονοῦσιν οὐ παρέσται καὶ πληρώσει τῶν ἀγαθῶν, ὅσα
    τε ἐνταῦθα τῆς εἰρήνης εὑρίσκεται καὶ ὧν ὁ καρπὸς ἡ τῶν
    τελουμένων κάθαρσις ἢ ἀνάβασις, καὶ ὅσα ἐκεῖθεν τῆς
    ὑψηλοτέρας ζωῆς καὶ ἀμείνονος; (35)

  4. Κύριε Παπαδόπουλε, η ένστασις σας φαινεται να είναι καθ ένός των αποδεικτικών στοιχείων (την αμφισβητούμενη επιστολή του βασιλέως Ιωάννη Γ’) που συμπεριλαμβάνει ο κ. Χολέβας στο άρθρο του. Ϊσως, λοιπον, όπως διατείνεσθαι, η επιστολή αυτή να μήν είναι γνήσια, να μή μπορούμε να την αποδόσουμε με βεβαιότητα, στον βασιλέα Ιωάννη Γ’. Η θέση όμως του κ. Χολέβα σχετικά με την σημασία και την διάκριση των όρων Ρωμαίος και Ελληνας στον κόσμο της Ρωμανίας, δεν καταρρέει επειδή ένα ιστορικό τεκμήριο που χρησιμοποίησε για να αποδείξει την Ελληνική συνείδηση των Βυζαντινών είναι αμφίβολης γνησιότητας.

    Ο λαός της αυτοκρατορίας της Ν. Ρώμης αυτο-ονομαζόταν Ρωμαίοι, αλλά τουλάχιστον τα χρόνια του Ιωάννη του Γ΄ήξερε να διακρίνει τον εαυτόν του από τους “Λατίνους ” – του λαούς υπό την επιρροή της εκκλησίας της παλαιάς Ρώμης, που είχαν παιδεία και λόγια γλώσσα Λατινική, σε αντίθεση με την δική του Ελληνική γλώσσα και παιδεία. Ο λόγος του Ακροπολίτη προς τους Λατίνους ήταν ένα διπλωματικό – προπαγανδιστικό κείμενο με το οποίο ο συγγραφέας προσπαθούσε να επηρεάσει τους αποδέκτες του και να αμβλύνη της έχθρα τους προς τους Βυζαντινούς. Δεν απηχούσε τις σκέψεις ούτε του λαού των Βυζαντινών ούτε τις δικές του. Ο Ακροπολιτης δεν έγραφε επιστημονικό κείμενο, ούτε κάποια προσωπική ομολογία. Είναι λοιπόν άκρως απλοικό, ειδικά για έναν με επιστημονική εκπαίδευση στην αξιολογηση ιστορικών κειμένων να λαμβάνει αυτά που λέει το κείμενο αυτό κατ’όψιν και κατά γράμμα, χωρίς να το ερμνηνεύει ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο εσυντάχθηκε.

  5. Kύριε Μαμουλάκη,

    Ορθά το γράφετε: η επίθεσή μου αφορά στην παραπληροφόρηση.
    Από την στιγμή που _επισήμως_ η συγκεκριμένη επιστολή βρίσκεται
    υπό αμφισβήτηση, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται κατ’ αυτόν
    τον τρόπο ως στήριξη της οποιασδήποτε θεώρησης.

    Τώρα, κατά τ’ άλλα, το σχόλιό σας για τα κείμενα του Ακροπολίτου
    αφορούν σε δική σας ερμηνεία, την οποία σέβομαι, αν και δεν την δέχομαι.
    Διότι στον επιτύμβιο λόγο για τον Ιωάννη Γ’ Δούκα, ο Ακροπολίτης “προπαγανδίζει” πάλι για την Ρωμαιοσύνη, εφόσον αναφέρει τριάντα έξι (!!!) φορές τον
    προσδιορισμό Ρωμαίος, για να τονίσει την καταγωγή του Γένους
    και να το εμψυχώσει.

    Άλλωστε, το κείμενο του κ. Χολέβα καταντά προπαγάνδα, αφού
    έχει αποφύγει να μελετήσει όλα τα κείμενα που προέρχονται από
    την εξορία της Νικαιας: ο ίδιος ο υιός του Ι. Γ’ Δούκα (Βατάτζη;
    και αυτό δεν είναι σίγουρο, όπως έγραψα παραπάνω!), σε αλληλογραφία
    του με τον Γ. Ακροπολίτη, τονίζει την Χριστιανική και ρωμαϊκή
    συνείδηση του Γένους, κατακεραυνώνοντας τον αριστοτελισμό [1].

    Δέκα-δεκαπέντε αναφορές λογίων στον προσδιορισμό “Έλλην”
    παρακάμπτουν τις δεκάδες χιλιάδες αναφορές στην Ρωμαιοσύνη,
    όλους αυτούς του αιώνες; Εδώ δεν τίθεται μόνον θέμα ερμηνείας,
    αλλά και αντίληψης των πραγμάτων, και κατανόησης μερικών
    βασικών πραγμάτων. Η αναφορά σε Έλληνες, από λογίους, σήμαινε απλά
    την ελληνοφωνία. Το των Ρωμαίων Γένος είχε Παιδεία ελληνιστική,
    αλλά εδωπέρα συγχέουμε βασικές έννοιες μου φαίνεται: Έλλην-Ελληνιστής,
    Έλλην-Παγανιστής.

    Επίσης, να μου επιτρέψεται να “διορθώσω” την αναφορά σας
    σε Λατίνους: οι Φράγκοι μιλούσαν λατινικά, επισήμως, αλλά
    δεν ήταν Ρωμαίοι. Λατίνοι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι, που απέφυγαν
    τον εκφραγκισμό υπάρχουν μέχρι και στις μέρες μας: αρκεί
    να κοιτάξετε γύρω σας, στα Βαλκάνια, και να δείτε και πώς
    αυτοπροσδιορίζονται, στα λατινικά.

    Θεωρώ περιττό να σας γράψω και να αναλύσω για το τέχνασμα
    του Καρόλου του Μεγάλου, με την βοήθεια του πάπα Λέοντος Γ’. Η
    ίδια η προσθήκη του Filioque αποτέλεσε μέρος του σχεδίου
    για τον αναθεματισμό των Κωνσταντινοπολιτών ως “Γραικούς”,
    κακοδόξους δηλαδή. Η απάντηση της Πόλης; Η περίφημη “Δωρεά
    του Μ. Κωνσταντίνου”, που αποτελεί κι αυτή πλαστό κείμενο,
    με αποκλειστικό σκοπό να _υπερασπίση_ την ρωμαϊκότητα
    της Πόλης.

    Ο κ. Χολέβας αναφέρεται, παραπάνω, στην κ. Αρβελέρ: απορίας
    άξιο είναι, εφόσον αναφέρεται στο καταπληκτικό βιβλίο
    “Γιατί το Βυζάντιο”, γιατί δεν διάβασε τί γράφει η κ. Καθηγήτρια
    όταν αναφέρεται στην Νικαια: υπογραμμίζοντας ότι ο Πατριάρχης
    Μιχαήλ Δ’ ο Αυτωρειανός έγραψε σε επιστολή του, προς το
    υποδουλωμένο και εξόριστο ποίμνιό του “Ρωμαίοι εσμεν, αυτό
    γαρ αρκεί”. Ρωμαίοι εσμεν, κ. Χολέβα μου, και χωρίς ρωμαϊκό
    Κράτος: καταλαβαίνετε το ιδεολόγημά σας, που είναι βούτυρο
    στο ψωμί του Βατικανού;

    Εδώ θα κάνω μια μικρή αναφορά στον μακαριστό π. Ιωάννη Ρωμανίδη:
    τον μίσησαν απόλυτα στο Βατικανό, και αυτό τα λέει όλα. Είχα
    την τιμή να συναντήσω μαθητές και συναδέλφους του. Ο ίδιος
    ο μητροπολίτης π. Κάλλιστος (Ware) έχει να λέει γι’ αυτή
    την τεράστια προσωπικότητα. Δεν θα γράψω περισσότερα: αρκεί
    να διαβάσετε την εμετική προπαγάνδα του Βατικανού, μέσω
    κυρίως του καρδιναλίου G. Spiteri, σε βάρος της προσωπικότητας
    του π. Ιωάννου.

    Βλέπετε λοιπόν ότι δεν είναι τυχαίο ότι οι Πληθωνικοί
    είχαν την εύνοια της Δύσης…

    Άλλωστε και χωρίς το των Ρωμαίων Βασίλειο, οι πρόγονοί μας
    Ρωμαίοι αυτοπροσδιορίζονταν, Ρωμαίοι ένιωθαν, και ας
    προπαγάνδιζε η Δύση, μέσω των εκφραγκισμένων ελληνοφώνων,
    νεοπλατωνιστών τε και παγανιστών. Και μέχρι και τις μέρες
    μας, θα επιμείνω, υπάρχει Ρωμαιοσύνη: ας αφήσω
    απόσπασμα επιστολής ενός ιστορικού ερευνητή, Ορθοδόξου Χριστιανού
    από την Ανατολή (The Antioch Project) να μιλήσει:

    Romanity is not only an issue of Greek / Hellenic / Hellenistic language or race or ethnicity or culture or civilisation. It’s an issue of ‘prosopon’ / ‘ousia’ / ‘hypostasis’ / ‘identity’. It’s an issue of being related and rooted in Jesus Christ himself (as person and teaching), and in his Holy Apostles, Disciples, Martyrs, Saints, Fathers and the Holy Ecumenical Synods.

    [1] N. Festa, Theodori Ducae Lascaris Epistulae CCXVII [Pubblicazioni del R. Istituto di studi superiori pratici e di perfezionamento in Firenze. Sezione di filosofia e lettere 29. Florence: Istituto di studi superiori pratici e di perfezionamento, 1898]: 1-282.

  6. Κύριε Παπαδόπουλε,

    Συμφωνώ μ’αυτά που γράφετε, και νομίζω ότι οι απόψεις μας γι’ατήν τη ιστορική πραγματικότητα, την Ρωμιοσύνη, πρέπει να συμπίπτουν. Νομίζω επίσης ότι κατά βάθος πρέπει να συμφωνεί και ο κ. Χολέβας. Ο κ. Χολέβας παραπλανήθηκε νομίζω χρησιμοποιόντας σύγχρονους όρους και κατηγορίες όπως “εθνος” ‘εθνότητα” και “υπήκοος” που είναι χρήσιμες για την κατανόηση της κατάστασης της Ευρώπη της εποχής μας αλλά οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα για το Βυζάντιο.

    Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπορεί να περιείχε ανθρώπους με διαφορετικές καταγωγές, όπως Συρίους, Λαζούς, Αρμένιους, Σλαύους κτλ. Αλλα θα ήταν λάθος να θεωρήσωμε ότι η το Βυζάντιο ήταν μια “πολυεθνική” αυτοκρατορία όπως, π.χ., η αρχαία Ρώμη, της οποίας οι “υπήκοοι” προερχόταν από και ανοίκαν σε διάφορα ¨έθνη” ή “εθνότικές” κοινότητες ενώ αυτό που τους συνέδεε ήταν η πολιτική – νομική σχέση τους με το κράτος (η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη). Νομίζω ότι η προσεκτική και ξεκαθαρισμένη από αναχρονιστικά στοιχεία εξέταση των πηγών, των πλήστων μαρτυριών των ιδίων των Βυζαντινών, οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι οι Ρωμαίοι, ασχέτως με την “εθνοτική” καταγωγή τους συνιστούσαν και ανοίκαν σε έναν ΛΑΟ. Δεν ήταν το Ρωμαικό κράτος και η σχέση του μ’αυτό που καθόριζε τον Ρωμαικό λαό, αλλά όλο και περισσότερο κατα την διάρκεια μιας ενδιαφέρουσας εξέλιξης, ο λαός που καθιστούσε την βάση, την ουσία και το ζωτικό στοιχείο του κράτους. Ετσι, το Ρωμαικό κράτος που είχε εξελιχθεί από res publica (Δημόσιο [πραγμα]) σε στρατιωτική δικτατορία υπό ιερόν ή ημίθεο δικτάτορα, έγινε στο Βυζάντιο η Ρωμανία, το κράτος του καινούριου περιούσιου λαού των χριστιανών Ρωμαίων, που τόσο αγαπήθηκε από τον λαό της, και της οποίας το περασμα θρηνήθηκε και ακόμα θρηνήται απ’αυτόν.

    Πότε και απο πού προέκειψεν ο λαός αυτός των Ρωμαίων και ποία η σχέση του με τους Ελληνες, και το Ρωμαικό Αυτοκρατορικό κράτος; Πρέπει να παραδεχθούμε ότι και οι Ελληνες και το Ρωμαικό κράτος προηγήθηκαν του λαού και συνέβαλαν στην συστασή του. Κυρία συνιστώσα του λαού ήταν οι Ελληνες και οι μάλον ή ήττον εξελληνισμένοι λαοί της Ανατολής, των Βαλκανίων, και του Ευξείνου, της Κάτω Ιταλίας και της λοιπής Μεσογείου. Τους λαούς αυτούς του αρχαίου Ελληνιστικού κόσμου τους συνέδεε η Ελληνική παιδεία και γλώσσα, και οι νομικοί και πολιτικοί θεσμοί του Ρωμαικού κράτους το οποίο επέζησε στην Ανατολή. Το καθοριστικό όμως στοιχείο στην σύσταση του λαού των Ρωμαίων ήταν η Χριστιανική πίστη και η καινούρια χριστιανική θεωρία του κόσμου. Η σύσταση και διαμόρφωση του λαού των Ρωμαίων από τα στοιχεία αυτά, δηλ., από τούς λαούς του αρχαίου Ελληνιστικού κόσμου, υπό την επίδραση του Ελληνικού πολιτισμού, των Ρωμαικών πολιτικών θεσμών και της Χριστιανικής πίστης και κοσμοθεωρίας, προέκυψε σταδιακώς, μέσα από μια ταχεία στη αρχή εξελικτική διαδικασία στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, οι οποία συνεχίστηκε καθόλην την χιλιετή ιστορία της αυτοκρατορίας και, θα έλεγα, ότι συνεχίζεται και σήμερα.

    Αλλά γιατί πρέπει να επιμείνετε ότι μεχρι τις μέρες μας υπάρχει Ρωμηοσύνη; Βεβαίως στην Δύση αδυνατούν και αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι υπήρξε ο λαός αυτός και αυτή η άρνηση στρεβλώνει την ιστοριογραφία των και δηλητηριάζει τις σχέσεις μας. Αλλά εμείς οι νεο-έλληνες, που είμαστε ο λαός αυτός ο ίδιος, που είμαστε η συνέχεια και η εξέλιξη του λαού αυτού, εμεις, που, ασχέτως με τις ανόητες θεωρίες που συχνά κατα καιρούς ενστερνιζόμεθα για την προέλευσή μας, το συγκινησιακό μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία, τους θρύλους, τους τόπους, και τα ιερά της Ρωμηοσύνης, πως μπορούμε ποτέ να αμφισβητήσουμε, ακόμα και για την στιγμή, ότι η Ρωμηοσύνη υπάρχει, ανθεί και φέρει ακόμη;

  7. Κύριε Μαμουλάκη,

    Σας ευχαριστώ _θερμά_ για την απάντησή σας.

    Δεν θα μπορούσα να συμπληρώσω τίποτα, διότι η
    ανάλυσή σας είναι εξαιρετική. Δεν θα ήθελα
    να μπω σε αυτή την συζήτηση, διότι δεν είμαι
    έτοιμος να την παρακολουθήσω και να προετοιμαστώ:
    είναι τεράστιο το ζήτημα που θέτεται, για το
    _τί έχει απομείνει_ από τον πολιτισμό της
    Ρωμανίας, στο σύγχρονο ελλαδικό Κράτος.
    Αυτό μας ζήτησε και ο κ. Σταλίδης, προσκαλώντας
    για τοποθετήσεις, αλλά αδυνατώ προσωπικά
    να πάρω θέση, λόγω της πολυπλοκότητας του ζητήματος
    και την προετοιμασία που χρειάζεται ένα
    τέτοιο εγχείρημα.

    Θα ήθελα μόνο να επιμείνω, για όποιον μπει
    στον κόπο να παρακολουθήσει την συζήτηση αυτή,
    ότι ο συγκεκριμένη επιστολή, στην οποία
    αναφέρεται ο κ. Χολέβας και για την οποία
    έχει αρθρογραφήσει και στο παρελθόν, _δεν_
    έχει αναγνωριστεί στους κόλπους της ιστορικής
    επιστήμης ως _γνήσια_, και _αυτός_ είναι ο λόγος που
    _δεν_ βρίσκεται στο Corpus του TLG. Μάλιστα έχω
    την πληροφορία πως όταν, και αν υπάρξει διασταύρωση και
    κριτική έκδοση (για όσους γνωρίζουν τί σημαίνει κριτική
    έκδοση για την Επιστήμη), ο συγγραφέας θα αναγράφεται
    ως “ψευδο-Βατάτζης”.

    Καλώ τον κ. Χολέβα να διασταυρώσει αυτά που
    γράφω, με τους κατάλληλους ανθρώπους, διότι
    εκτίθεται.

    Νομίζω ότι ένας εξαιρετικός συγγραφέας, όπως είναι ο
    κ. Χολέβας (του οποίου υπήρξα φαντατικός ακροατής
    στο παρελθόν!) έχει περιπέσει στην πλάνη
    του εθνικισμού. Και πάνω στην αγωνία του
    για να πείσει (ίσως πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του)
    για την ορθότητα της σκέψης του, περί “ελληνικής
    συνέχειας” (με τον τρόπο τουλάχιστον που την εννοεί)
    υποπίπτει σε μεγάλα λάθη που αφορούν στις
    πηγές. Τελευταία φορά τον έβλεπα σε εκπομπή
    του π. Γ. Μεταλλhνού, ν’ αναφέρεται στον
    “τελευταίο λόγο” του Κωνσταντίνου του
    Παλαιολόγου, που
    συνέγραψε ο “Φραντζής”, όπως διαπίστωνε, χωρίς
    να γνωρίζει ότι αναφερόταν στο Maius του
    ψευδο-Σφραντζή…μεγάλη ιστορία…μεγάλα λάθη!

    Αυτή την φορά αναφέρεται σε επιστολή-φάντασμα,
    του ψευδο-Βατάτζη. Δυστυχώς αυτά που γράφω
    είναι πλήρως διασταυρωμένα…δεν πάει παραπάνω.

    Θερμές Ευχές και Καλό Καλοκαίρι να έχουμε!

    Κυριακος

  8. Κατ’ αρχήν θεωρώ ότι αποτελεί μεγάλη τιμή για την παρόντα ιστοχώρο ότι ένας αρθρογράφος της απήχησης του κου Χολέβα προβληματίσθηκε για το ζήτημα της γνησιότητος της επιστολής του Ιωάννη Γ Δούκα Βατάτζη, το οποίο ετέθη το πρώτον από τον φίλτατο Κυριάκο σε προγενέστερη ανταλλαγή απόψεων. Χωρίς να διαθέτω τις γνώσεις ειδικού, ούτε την δυνατότητα να προβώ σε διεξοδική έρευνα επί του ζητήματος, ανέγνωσα προσεκτικά τις θέσεις του αρθρογράφου και του κου Παπαδόπουλου και θα ήθελα να εκθέσω την εξής παρατήρηση : αναζητείται η γνησιότητα επιστολής – απάντησης του ως άνω αυτοκράτορα προς τον Πάπα. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ευρέθη στα αρχεία του Βατικανού η αρχική επιστολή του Πάπα προς τον αυτοκράτορα που φέρεται να προκάλεσε την ανωτέρω απάντηση. Συνεπώς, η απάντηση του αυτοκράτορα προς τον Πάπα, σύμφωνα με την κοινή λογική, θα έπρεπε να είναι καταχωρημένη στα ίδια Αρχεία του Βατικανού. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Μία τόσο σημαντική επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη; Φαντάζει εντελώς απίθανο να παρελήφθη, αλλά να θεωρήθηκε τόσο ανάξια λόγου ώστε να μην αρχειοθετηθεί. Επίσης, λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνθηκών εκείνης της εποχής, είναι απειροελάχιστη η πιθανότητα ο συγκεκριμένος Αυτοκράτορας να αγνόησε πλήρως την επιστολή του Πάπα και να μην μπήκε στον κόπο να απαντήσει. Μήπως μία περισσότερο ενδελεχής έρευνα στα ως άνω Αρχεία θα επέλυε οριστικά το ζήτημα;
    Ως προς την ουσία του ζητήματος, η παρέμβαση του κου Μαμουλάκη με καλύπτει πλήρως.

  9. Kύριε Παπαδόπουλε μπορείτε να μελετήσετε σχετικά για τον Άγιο Ιωάννη Βατάτζη στην ιστοσελίδα http://www.new-byzantium.blogspot.com (αφιερωμένη στον πατέρα των Ελλήνων)

  10. Μετά από παράκληση του Κυρ. Παπαδόπουλου, τα σχόλιά του και οι απαντήσεις σ’ αυτά απενεργοποιήθηκαν.

    Η συζήτηση μπορεί να συνεχιστεί κανονικά.

  11. ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν κο χολέβα γιὰ τὸ θέμα τῆς ἐπιστολῆς.
    οἱ ρωμανιδιστὲς ἀποδίδουν τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ ἕλληνας σὲ δυτικὲς καὶ καθολικὲς ἐπιδράσεις. ξεχνοῦν σκόπιμα νὰ ἐξηγήσουν τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ὀρθοδοξότατοι: θεοφάνης, θεόδωρος στουδίτης, κωνσταντίνος (ἅγιος κύριλλος), νικόλαος καβάσιλας καὶ γεννάδιος σχολάριος ἀποκαλοῦν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοὺς συγχρόνους τους ἕλληνα-ἕλληνες/γραικοὺς καὶ ταυτόχρονα γραικία τὴ ρωμανία. σύμφωνα μὲ τὴν θεωρία των ρωμανιδιστῶν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ παραπάνω θεωροῦσαν ἑλληνικὴ τὴ ρωμανία εἶναι ὅτι ὅλοι αὐτοὶ (μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἅγιοι τῆς ὀρθοδοξίας) εἶναι προφανέστατα ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τοὺς λατίνους καὶ τοὺς διαφωτιστές! τέτοια παράνοια.

    δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἐμπνευστὴς τῶν ἡνωμένων πολιτειῶν τῆς ρωμανίας ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια στὶς η.π.α., οὔτε ὅτι στὴν ρωμανία του δὲν συμπεριελάμβανε τοὺς ὀρθόδοξους σέρβους καὶ βουλγάρους (!) παρὰ μόνο τοὺς ἀλβανοὺς καὶ τοὺς ρουμάνους. κλασσικὰ ἀγγλοσαξωνικὰ γεωπολιτικὰ παιχνίδια.

  12. Ο κ. Χολέβας επιμένει να θεωρεί το “Ρωμαίος-Ρωμιός” όνομα που δήλωνε υπηκοότητα και όχι εθνικότητα. Για να τεκμηριώσει μάλιστα την άποψή του φέρνει σαν παράδειγμα την περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου (Βρετανίας και Β. Ιρλανδίας).

    Πράγματι στη Βρετανία (το κυρίως τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου) κατοικούν Άγγλοι, Σκωτσέζοι και Ουαλοί. Αν ρωτήσει κανείς έναν Άγγλο “τί είναι;” θα του απαντήσει ότι είναι Άγγλος. Αντίστοιχη απάντηση θα δώσει ένας Σκωτσέζος ή ένας Ουαλός. Το “Βρετανός” είναι ο κοινός τους προσδιορισμός αλλά δεν δηλώνει άμεσα εθνικότητα.

    Στο ύστερο Βυζάντιο όμως τα ονόματα Ρωμαίοι-Γραικοί-Έλληνες είχαν σε μεγάλο βαθμό ταυτιστεί. Μερικά παραδείγματα:

    Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων ονόμαζε το Γένος πότε «Ελλήνων» και πότε «Ρωμαίων»:
    «του ημετέρου τούτου του των Ρωμαίων γένους»
    [P.G. 160, 953A]

    Ο Γεννάδιος Σχολάριος γράφει κάπου χαρακτηριστικά:
    «όσοι των Ελλήνων ή Ρωμαίων του πράγματος ύστερον συναισθήσονται»
    [Παραμυθητικός τω βασιλεί Κωνσταντίνω επί τη μεταστάσει της δεσποίνης της μητρός αυτού]

    Σε «Πανηγυρικό προς Μανουήλ και Ιωάννην Παλαιολόγους» συνδέονται τα δύο ονόματα και παρουσιάζεται η ιδέα της διπλής καταγωγής του Γένους:
    Γίνεται λόγος δηλ. για ανάμειξη των «δύο επισήμων γενών», των Ελλήνων και των Ρωμαίων, από την οποία προήλθε
    «γένος εν(α) το επισημότατον τε και κάλλιστον, ούς και εί τις Ρωμέλληνας είποι, καλώς αν είποι»
    [Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια, τομ. Γ’, σελ. 152]

    Εθνικά Ρωμαίος ήταν ο ελληνόφωνος και όχι ο Αρβανίτης ή ο Βλάχος ή ο Βούλγαρος ή ο Σέρβος. Ο Δούκας διέκρινε σαφώς τις διάφορες χριστιανικές εθνότητες:
    «[…] ως κακείνος εν τη Αδριανού προς Ρωμαίους, Ούννους, Βλάχους, Σέρβους, Βουλγάρους δόρυ κινών» [TLG, Δούκας, 22, 9, 11-12]

    Ο συντάκτης του ηπειρώτικου Χρονικό των Τόκκων (μέσα 15ου αι.) διέκρινε σαφώς τους Ρωμαίους από τους Αρβανίτες, για τους οποίους δεν είχε και την καλύτερη γνώμη:
    «Επίστευσαν’ς τα Ιωάννινα είναι αρβανιτζέλια,
    χοιροβοσκοί παρόμοιοι τους και να τους προσκυνήσουν
    και εκεί ήσαν άρχοντες Ρωμαίοι, στρατιώτες ανδρειωμένοι»
    [Χρονικό των Τόκκων, εκδ.G.Schiro, 1975, σελ.326]

    Το πιο αξιοσημείωτο όμως φαινόμενο είναι η δημώδης χρήση του ονόματος Ρωμαίοι. Ενώ η βυζαντινή ελίτ (υποτίθεται ότι) άρχισε επιτέλους να αφουγκράζεται την συνείδηση των Ελλήνων υπηκόων της, γι’ αυτό και άρχισε να αυτοπροσδιορίζεται με το όνομα Έλληνες στη Νίκαια, την Ήπειρο και αλλού, την ίδια ακριβώς στιγμή, ο λαός του Μοριά αντιστεκόταν απέναντι στους Φράγκους κατακτητές με αυτά τα λόγια:

    Λοιπόν άν θέλη ο αφέντης μας, τά κάστρη νά τά επάρη,
    κ ημείς, τό γένος τών Ρωμαίων, δούλοι σου νά αποθάνουν,
    τούτο ζητούμεν, λέγομεν, μεθ όρκου νά μάς τό ποιήσης
    εγγράφως, νά νό έχωμεν ημείς καί τά παιδιά μας•
    από τού νύν καί έμπροστεν, Φράγκος νά μή μάς βιάση
    ν αλλάξωμεν τήν πίστιν μας διά τών Φραγκών τήν πίστιν,
    μήτε από τά συνήθειά μας, τόν νόμον τών Ρωμαίων.
    [απο το Χρονικό του Μορέως, 14ος αι.]

    Και είναι χαρακτηριστικό ότι το όνομα Ρωμαίοι-Ρωμιοί υπερτερούσε τόσο πολύ σαν εθνική ονομασία στη λαϊκή παράδοση έναντι των άλλων δύο ονομάτων (Γραικοί και Έλληνες), μέχρι που και η δημώδης ελληνική γλώσσα κατέληξε να λέγεται ρωμαίικη. Όπως σημείωνε και ο Π. Κοδρικάς: «Ρωμαίικη κατ’ εθνικήν επωνυμίαν καθ΄ ότι και ο λαός όπου την ομιλούσε δι’ αυτού του ονόματος εθνικώς διεγνωρίζετο» [Μελέτη της Κοινής Ελληνικής Διαλέκτου, 1818, σημ. 17].

    Και δεν νομίζω ότι υπήρχε ή υπάρχει Άγγλος που να αποκαλεί τη γλώσσα του «βρετανική».

  13. Αυτά για το ύστερο Βυζάντιο και τη Φραγκοκρατία-Τουρκοκρατία.
    Γιατί για το «κυρίως Βυζάντιο» τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.

    Το Ρωμαίος ίσως δεν ήταν ακόμα εθνικό όνομα για τους «Γραικούς» υπήκοους των διάφορων επαρχιών της αυτοκρατορίας, αλλά, όπως φαίνεται μέσα από κάποιες μαρτυρίες, ήταν εθνικό στους κύκλους των ελίτ της Κωνσταντινούπολης (ίσως και στους απλούς κατοίκους της Πόλης) και συνδεόταν μάλιστα με την καταγωγή από την αρχαία Ρώμη.

    Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μας δίνει ένα παράδειγμα αυτής της αντίληψης. Στο έργο του αναφέρει ότι στην Πελοπόννησο και στη Μικρά Ασία κατοικούν «Γραικοί», αλλά ο ίδιος δεν αυτοπροσδιορίζεται Γραικός. Αντιθέτως, στο «Περί Θεμάτων» δείχνει τι πιστεύει για την καταγωγή του:

    «Και εις τούτο κατέληξεν η των Ρωμαίων αρχή μέχρι της σήμερον. Νυνί δε στενωθείσης κατά τε ανατολάς και δυσμάς της Ρωμαϊκής βασιλείας και ακρωτηριασθείσης από της αρχής Ηρακλείου του Λίβυος, οι απ’ εκείνου κρατήσαντες ουκ έχοντες όποι και όπως καταχρήσονται τη αυτών εξουσία, εις μικρά τινά μέρη κατένεμον την εαυτών αρχήν και τα των στρατιωτών τάγματα, μάλιστα ελληνίζοντες και την πάτριον και ρωμαϊκήν γλώτταν αποβαλόντες. Λογγίνους γαρ έλεγον τους χιλιάρχους και κεντουρίωνας τους εκατόνταρχους και κόμητας τους νυνί στρατηγούς. Αυτό γαρ το όνομα του θέματος ελληνικόν εστι και ού ρωμαϊκόν, από της θέσεως ονομαζόμενον.»
    [TLG, Constantinus VII Porphyrogenitus, De Thematibus, chapter 1, line 19-28]

    Αναφερόμενος στην οργάνωση της επαρχιακής διοίκησης σε μικρά «Θέματα», μας λέει ότι το όνομα αυτό (Θέμα), όπως και οι στρατιωτικοί τίτλοι-βαθμοί, είναι στην ελληνική γλώσσα, γιατί η «πάτριος» ρωμαϊκή (λατινική) γλώσσα είχε εγκαταλειφθεί.

    Το Λεξικό Σούδα θεωρείται η επιτομή της βυζαντινής φιλολογικής γνώσης του 10ου αιώνα και συντάχθηκε μάλλον από τον κύκλο του Πορφυρογέννητου. Ας δούμε τι γράφει για κάποια εθνικά ονόματα:

    Έλλην: φρόνιμος
    Γραικοί: οι Έλληνες. από κώμης τινός, ή από Γραικού τινός. εκ του Γραίξ, Γραικός
    Λατίνοι: οι νυν Ρωμαίοι. Τήλεφος γαρ υιός Ηρακλέους, ο επικληθείς Λατίνος, μετωνόμασε τους πάλαι Κητίους λεγομένους Λατίνους. Ιταλοί δε ούτοι πάλιν προσηγορεύθησαν εκ τινός Ιταλού δυναστεύσαντος της χώρας. Αινείου δε καταλαβόντος την δύσιν εκλήθησαν Αινεάδαι. μεθ’ όν Ρωμαίοι πάντες μετωνομάσθησαν, από Ρωμύλου λαβόντες την επωνυμίαν.

    Σύμφωνα με το Σούδα λοιπόν, οι νυν Ρωμαίοι (δηλ. οι Κωνσταντινουπολίτες), ήταν απόγονοι των αρχαίων Λατίνων.

    Ο μύθος της καταγωγής της βυζαντινής ελίτ από τη Ρώμη αποτυπώνεται στην απάντηση που έδωσε ο πατρίκιος Χριστόφορος στον Λιουτπράνδο, τον απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά: «”Αν ο Πάπας δεν είναι ο αμαθέστερος των ανθρώπων, έπρεπε να ηξεύρη ότι ο Κωνσταντίνος, μεταθέσας εις Κωνσταντινούπολιν τα σκήπτρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετεβίβασεν ενταύθα και τα σύμβολα αυτής, και τη σύγκλητον και τον στρατόν, μη καταλιπών εν τη πρεσβυτέρα Ρώμη, ειμή όχλον χυδαίον και δουλικόν» [Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου]

    Απάντηση που απέχει παρασάγγας από την αντίστοιχη του Ιωάννη Βατάτζη.
    Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης μάλιστα (11ος αι.) ανήγαγε την καταγωγή του Νικηφόρου Φωκά στο Μεγάλο Κωνσταντίνο και από εκεί στους Φαβίους της αρχαίας Ρώμης:
    «οι Φωκάδες αυτοί καταγόμενοι […] εκ των ονομαστών εκείνων Φαβίων» [TLG, Michael Attaliates, Historia, page 218, line 9-10]

    Και ερχόμαστε στην περίπτωση της Άννας Κομνηνής.

    Ο πατέρας της, ο Αλέξιος Κομνηνός, είχε ιδρύσει στην Κωνσταντινούπολη ένα εκπαιδευτήριο για τα ορφανά παιδιά κάθε εθνικότητας («παντοδαπού γένους»), στο οποίο μας λέει η Κομνηνή ότι:

    «Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα»
    [Αλεξιάς, 15,7]

    δηλαδή
    «μπορείς να δεις τον Λατίνο να εκπαιδεύεται, τον Σκύθη (Σλάβο) να ελληνίζει, το Ρωμαίο να χρησιμοποιεί τα συγγράμματα των Ελλήνων και τον αγράμματο Έλληνα να μιλάει σωστά τα ελληνικά»

    Εδώ η Κομνηνή αναφέρει ξεκάθαρα 4 διακριτά εθνικά ονόματα, εκ των οποίων τα δυο είναι τα «Ρωμαίος» και «Έλληνας».
    Αν συνδυάσουμε τα παραπάνω με το σχόλιο του Στήβεν Ράνσιμαν ότι: «εδώ «Ρωμαίος» εννοείται ο Βυζαντινός (αριστοκράτης Κωνσταντινουπολίτης;) και «Έλληνας» ο κάτοικος της Ελλάδας»
    [«Here “Ρωμαίον” means Byzantine and Έλληνα an inhabitant of Hellas or peninsular Greece»]
    καθώς και με το ότι η Κομνηνή, παρόλο που υπερηφανεύεται για το «ελληνίζειν» της, δηλ. την κλασσική της παιδεία, ξεκάθαρα δεν θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα
    [«itʼs quite clear that she does not regard herself as a Hellene, though she is heir to the Hellenic tradition – she says that she has learnt to “Hellenize”, i.e. she has learnt Classical Greek: To ελληνίζειν ες άκρον εσπουδακυία»]
    [Steven Runciman, Byzantine and Hellene in the fourteenth century, στο «Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών Πανεπ. Θεσ/νικης, 1952, σελ.28],
    οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η Κομνηνή και γενικότερα η βυζαντινή ελίτ αντιλαμβάνονταν τα πράγματα και τους ελληνικούς πληθυσμούς μέσα από μια αριστοκρατική ρωμαϊκή οπτική.

    Υ.Γ. Ο κ. Χολέβας παρέθεσε ένα απόσπασμα στο οποίο ο Πατριάρχης Φώτιος (9ος αι.) αναφέρει 4 εθνικές ονομασίες: Ρωμαίοι, Ινδοί, Έλληνες, Αιγύπτιοι. Ποιους ακριβώς εννοεί Ρωμαίους και ποιούς Έλληνες;

  14. Αγαπητέ Pertinax, σε γενικές γραμμές συμφωνώ με τις διαπιστώσεις σου, ιδιαιτέρως αυτές που αφορούν το “μέσο Βυζάντιο”. Πράγματι, θεωρώ και εγώ ότι στην περίοδο εκείνη η σταθερή και άνωθεν επιβαλλόμενη χρήση των όρων που υποδήλωναν την αδιάκοπη συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ζωτική για την κατοχύρωση της πολιτικής και πολιτιστικής ιδεολογίας της Ρωμανίας. Αν μη τι άλλο, ως κληρονόμος της πάλαι ποτέ ενδόξου Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μπορούσε να προβάλει αξιώσεις κυριαρχίας ή έστω πρωτοκαθεδρίας σε όλες τις περιοχές και στους πληθυσμούς, όπου παλαιότερα έφθανε η εξουσία της. Όμως, θα ήταν σκόπιμο να διακρίνουμε την Ιστορία από την προπαγάνδα, που εξυπηρετεί τις κρατικές βλέψεις. Ως τέτοια, θα μπορούσαν ευχερώς να χαρακτηρισθούν η “αξίωση” των Φωκάδων ως απογόνων των Φαβίων και ο ισχυρισμός ότι δήθεν στην πρεσβυτέρα Ρώμη ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέλιπε μόνο όχλο χυδαίο και δουλικό. Το γεγονός ότι η αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης αρεσκόταν να πιστεύει ότι καταγόταν από την αρχαία Ρώμη, και ότι εύκολα ανευρίσκονταν συγγραφείς που θα εφεύρισκαν (με το αζημίωτο φυσικά) τέτοιες γενεαλογίες, δεν σημαίνει και ότι ήταν αληθείς. Χρησιμεύουν τα κείμενα αυτά για να φανερώσουν τον προσανατολισμό τους, αλλά όχι και την πραγματική καταγωγή τους. Δεν είναι, λοιπόν, απορίας άξιον ότι με την πάροδο των αιώνων και την συστηματική αξιοποίηση κάθε κρατικού μέσου(περιλαμβανομένης και της Εκκλησίας)προς την κατεύθυνση της ανάδειξης της Ρωμαϊκής ταυτότητας, ο απλός πολίτης είχε πολλούς λόγους να προτιμά τον αυτοπροσδιορισμό ως Ρωμαίος (άρχοντας ή απόγονος αρχοντικού γένους, αναμφίβολα Ορθόδοξος), και όχι ως Έλληνας (αμόρφωτος απλός λαϊκός, με προφανή κίνδυνο θρησκευτικής παρανοήσεως και συγχύσεως με τους εθνικούς).

  15. Pertinax,
    μερικες παρατηρήσεις:
    1. τὸν 11ο αἰώνα μπορεῖ ὁ μιχαήλ ἀτταλειάτης νὰ θεωρεῖ τοὺς φωκάδες λατινικῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ὁ μιχαὴλ ψελλός, τὴν ἴδια ἐποχή, περιγελᾶ τὸν ἰωάννη λογγιβάρδο γιὰ τὸ γεγονός ὅτι εἶναι ρωμαῖος, παιδὶ τῆς ρώμης, “ἀφ’ ἧς οὐδεὶς ἐγεωμέτρησε πώποτε” (τατάκη, ἡ βυζαντινὴ φιλοσοφία, σ. 188). τὸν ἐνδέκατο αἰώνα ἔχουμε τὸν ἀνώνυμο ἀθηναῖο ποὺ γράφει δεῖ λοιπὸν καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀθηναίους, ὅπως φροντίζωμεν πῶς ἂν οἱ ἄλλοι ἕλληνες δοξάζωνται, γιὰ τοὺς μικρασιατικοὺς ἑλληνορθόδοξους πληθυσμούς. ὁ τζέτζης ἀποτελεῖ παρόμοια περίπτωση. γράφει: «οἱ δὲ ἡμᾶς τοὺς γραικοὺς ἕλληνας αὔσονας λέγοντες αὐθεντικῆ ἀδεία καὶ ποιητικὴ τοῦτο ποιοῦσιν» (Σχόλια εις Αλεξάνδραν Λυκόφρονος, Ed. Scheer, τ. 2, Βερολίνο 1908, σ. 34).
    2. ὅσον ἀφορᾶ στὴν περίπτωση τῆς ἄννας κομνηνῆς νομίζω ὅτι εἶναι φανερὸ πὼς διαχωρίζει τοὺς λατίνους ἀπὸ τοὺς ρωμαίους, καὶ αὐτὸ ἀντιτίθεται στὴν ἰδέα τῆς “λατινικῆς ρωμαϊκότητας” τῆς βυζαντινῆς ἐλίτ. εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ κομνηνὴ ἀναφέρεται στὸ σπουδαστήριο τῆς κωνσταντινούπολης κι ὄχι κάποιας πόλης τῆς σημερινῆς ἑλλάδας, καὶ συνεπῶς πιὸ λογικὴ φαίνεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ παν. χρήστου, ὅτι μὲ τὸ ἕλληνας ἡ κομνηνὴ ἐννοεῖ τὸν ἁπλὸ λαό, κι ὄχι τοὺς “ἑλλαδίτες”. ἐπιπλέον εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς ἑλλάδας καλοῦνταν ἑλλαδικοὶ καὶ ὄχι ἕλληνες.
    3. ἡ ταυτότητα τοῦ ἕλληνας μὲ τὸ ρωμαῖος φαίνεται στὸν ἰωάννη ἀπόκαυκο, ποὺ δηλώνει ρωμαῖος καὶ ταυτόχρονα γράφει γιὰ τοὺς λατίνους, μετὰ τὸ 1204, ὅτι ὡς ἄγρια θηρία καὶ φίδια ἔβαλαν ἐμένα, τὸν ἕλληνα καὶ γραικὸ (τὸν ἕλληνά με καὶ τὸν γραικὸν) στα δόντια τους”

    καὶ ἡ ταυτότητα αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ σημασία τοῦ ρωμαῖος, ὅπως καὶ τοῦ ἕλληνας, ἄλλαζε. πράγμα ποὺ ἔχει σημασία τόσο γιὰ τὴν μεταξύ τους σχέση ὅσο καὶ γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τοῦ ρωμαῖος καὶ τοῦ λατίνος.

    γιὰ τὴν πρωτοβυζαντινὴ ἐποχὴ ὑπάρχει
    ἡ μαρτυρία τοῦ ἰουλιανοῦ:
    «Άλλωστε οι Ρωμαίοι ανήκουν στο γένος των Ελλήνων» (Εις τον βασιλέαν Ήλιον προς Σαλούστιον, 39 (153a))˙ «(..) γνωρίζω ότι κι εσείς [οι Ρωμαίοι] από αυτούς [τους Έλληνες] κατάγεστε» (Συμπόσιον ή Κρονιάς, 324a)˙ Εις τον βασιλέαν Ήλιον, 39 (153a): «ο Ήλιος αναγνώρισε την πολιτεία μας [τη Ρώμη] Ελληνική τόσο στην καταγωγή όσο και στο πολίτευμα».
    ὅπως καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἰουστινιανοῦ:
    «Το Λυκαόνων έθνος, λέγει, συγγενέστατόν εστι Ρωμαίοις και σχεδόν εκ των αυτών συνωκισμένον προφάσεων• Λυκάονι γαρ τω πρώην Αρκαδίας της εν Ελλάδι βεβασιλευκότι..» (ΚΕ’ νεαρά Ιουστινιανού, στον Κ.Ν. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη τ. Β’, Πρόλογος, σ. μβ’).
    ὅπως καὶ ἡ μαρτυρία τῆς αὐτοκράτειρας ἀθηναϊδας, ὅταν πρὸς τοὺς ἀντιοχεῖς (; δὲν τὸ ἔχω διαθέσιμο τώρα) διακήρυσσε πὼς ἔχουν “τὸ ἴδιο αἷμα”

    ἡ ἄποψή μου εἶναι ὅτι γιὰ ὅσο διάστημα ἡ αὐτοκρατορία ἦταν πραγματικὰ οἰκουμενική, δηλαδὴ ἐκτεινόταν σὲ χῶρες ἄσχετες μὲ ὁποιαδήποτε εἴδους ἑλληνικότητα καὶ γιὰ ὅσο διάστημα ἡ λ. ἕλληνας θύμιζε τὴν διαμάχη ἐθνικῶν-χριστιανῶν, τὸ ρωμαῖος δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ δηλώνει ὑπηκοότητα καὶ ὄχι ἐθνότητα. ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τελείωσε ἢ ἔγινε μακρινὴ ἀνάμνηση ἡ διαμάχη ἐθνικῶν-χριστιανῶν καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ αὐτοκρατορία περιορίστηκε σὲ ἑλληνικὲς περιοχές, δηλαδὴ μετὰ τὸν 8ο αἰώνα, τὸ ρωμαῖος μποροῦσε νὰ καταστεῖ ἐθνικὸ ὄνομα. ὅμως ταυτόχρονα μὲ τὴν μετατροπή του σὲ ἐθνικὸ ὄνομα ἄρχισε καὶ ἡ “ἐθνικοποίηση” τοῦ ἕλληνας ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ διαμάχη μεταξὺ ἐθνικῶν-χριστιανῶν ἦταν μακρινὸ παρελθὸν ἀκριβῶς στὴν ἴδια ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ αὐτοκρατορία συρρικνώνεται. τὰ ψωμιὰ τοῦ ρωμαῖος ἦταν, λόγω τῶν δυὸ αὐτῶν ἀλλαγῶν (ἐδαφικὴ συρρίκνωση, τέλος θρησκευτικῆς διαμάχης), λίγα. ἐνδεικτικὰ γιὰ τὴν ἐξέλιξη κατὰ τὴν μεσοβυζαντινὴ ἐποχὴ τὰ ὅσα ἔγραψα γιὰ τὸν θεοφάνη, τὸν θεόδωρο στουδίτη καὶ τὸν ἅγιο κύριλλο.

  16. Γιάννη, όντως από τον 11ο-12ο αιώνα επιχειρείται η αποσύνδεση του «Ρωμαίος» τόσο από το «Λατίνος», όσο και από την ίδια την παλαιά Ρώμη. Και αυτό γιατί ο Νο1 εχθρός των Κωνσταντινουπολιτών ήταν πλέον η παπική εκκλησία της Ρώμης και γενικότερα οι «Λατίνοι» ή «Φράγκοι». Λέω «Κωνσταντινουπολιτών» και όχι γενικά «Βυζαντινών Ελλήνων» για να υπογραμμίσω ότι η κοινή εθνοτική συνείδηση όλων των Ελλήνων με κέντρο την Πόλη (με άλλα λόγια η νεοελληνική συνείδηση) βρισκόταν υπό διαμόρφωση και δεν είχε φανεί ακόμα ξεκάθαρα. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το «Ρωμαίος» για τους Κωνσταντινουπολίτες ήταν εθνική ονομασία βαθιά ριζωμένη (λόγω παράδοσης) και ότι γύρω από αυτήν αναπτύσσονταν διάφοροι ανταγωνιστικοί μύθοι καταγωγής.

    Έτσι βλέπουμε π.χ. την Άννα Κομνηνή να διακρίνει τους Κωνσταντινουπολίτες Ρωμαίους από τους Λατίνους της Ρώμης αλλά ταυτόχρονα να τους διακρίνει και από τους Έλληνες, τους απλούς ελληνόφωνους υπήκοους της αυτοκρατορίας. Άλλοι, οι οποίοι αυξάνονταν εκθετικά με την πάροδο του χρόνου, συνειδητοποιούσαν ότι ήταν ένα «Γένος» με τους ελληνόφωνους υπήκοους, γι΄ αυτό ταύτιζαν τα ονόματα Ρωμαίοι-Γραικοί-Έλληνες και μίλαγαν για ελληνική καταγωγή. Άλλοι πάλι έκαναν λόγο για διπλή καταγωγή του «Γένους» από αρχαίους Έλληνες και αρχαίους Ρωμαίους (π.χ. Χρυσολωράς, λόγος Μανουήλ Παλαιολόγου προς τους πολιορκημένους από τους Οθωμανούς Θεσσαλονικείς, Πανηγυρικός προς Μανουήλ και Ιωάννη Παλαιολόγους, τελευταίος λόγος του Κων/νου Παλαιολόγου σύμφωνα με τον ψευδο-Σφραντζή). Είναι χαρακτηριστικό ότι μερικοί εξακολουθούσαν να τονίζουν την καταγωγή των Κωνσταντινουπολιτών από την αρχαία Ρώμη. Ακολουθούν δύο παραδείγματα αυτής της αντίληψης (τέλη 14ου – αρχές 15ου αιώνα):

    Σύμφωνα με το δημοφιλή ανθενωτικό ιεροκήρυκα Ιωσήφ Βρυέννιο, οι άρχοντες των Ρωμαίων ήταν το άνθος των (αρχαίων) Ρωμαίων που εγκαταστάθηκαν στη γη των Ελλήνων και πήραν τη γλώσσα τους, όπως ακριβώς οι Ιταλοί που ήταν απόγονοι των Λατίνων, πήραν την πόλη της Ρώμης και τη γλώσσα των Ρωμαίων (εδώ το «Λατίνοι», που είναι το όνομα του παραδοσιακού εχθρού, αποσυνδέεται από την αρχαία Ρώμη και συνδέεται με τους υπόλοιπους ιταλικούς λαούς, στους οποίους οι αρχαίοι Ρωμαίοι είχαν δώσει άλλωστε τη λατινική υπηκοότητα (Latinitas)):
    «[πιστεύεται κακώς] των νυν Ρωμαίων οι άρχοντες Έλληνες είναι, Ιταλών δ’ άπαν το φύλον Ρωμαίοι. ων οι μεν πρώτοι των Ρωμαίων το άνθος, κάν φωνής της πατρίου, τω την Έλληνα προελέσθαι, ώσπερ άρα και της σφων γης απέστησαν. οι δε δεύτεροι των πάλαι Λατίνων απόγονοι καθεστώτες, κάν την των Ρωμαίων γλώτταν ως και την πόλιν αυτών εκληρώσαντο».
    [Ν. Τωμαδάκης, Ο Ιωσήφ Βρυέννιος και η Κρήτη κατά το 1400, 1947, σ. 72]

    Μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση είναι η επιστολή του Πλήθωνα στον Μανουήλ Παλαιολόγο. Λίγο παρακάτω από το περίφημο «Έλληνες εσμέν», και στην προσπάθειά του να πείσει τον αυτοκράτορα να στρέψει επιτέλους την προσοχή του στην Πελοπόννησο, του επισημαίνει ότι οι Βυζάντιοι (οι Κωνσταντινουπολίτες) είχαν κοινή καταγωγή με τους Πελοποννήσιους μέσω των… Σαβίνων (εκ των πρώτων κατοίκων της Ρώμης μαζί με τους Αινειάδες) που ήταν Λακεδαιμόνιοι:
    «..οι μετά ταύτα, την λαμπράν ταύτην από της εν Ιταλία Ρώμης αποικίαν στειλάμενοι και Βυζάντιον ούτω καλή και μεγάλη επηυξηκότες τη προσθήκη, Πελοποννησίων ουκ αλλότριοι, ει γε Αινιάσι μεν Σαβίνοι επί τοις ίσοις και ομοίοις συνωκισμένοι Ρώμην ευτυχεστάτην πόλεων κατώκισαν, Σαβίνοι δε εκ Πελοποννήσου τε και Λακεδαιμόνιοι»
    [Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τομ. 3, σελ. 249]

    Θα χρειαζόταν άραγε τέτοιο επιχείρημα αν οι Παλαιολόγοι δεν πίστευαν ότι κατάγονταν και από τους αρχαίους Ρωμαίους;

    Από ένα σημείο και μετά τα ψωμιά του Ρωμαίου με την έννοια του «Βυζαντινού που κατάγεται από την αρχαία Ρώμη» σίγουρα ήταν λίγα, δεν ήταν καθόλου λίγα όμως με την έννοια του «ορθόδοξου που μιλούσε τη δημώδη ελληνική και είχε βυζαντινή καταγωγή». Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από τη διατήρηση του ως εθνικού ονόματος των Νεοελλήνων. Για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων είναι σημαντικό να δίνουμε προσοχή σε τέτοιους μετασχηματισμούς και να τους ερμηνεύουμε αναλόγως. Δυστυχώς όμως οπτικές σαν αυτές του κ. Χολέβα έχουν την τάση να στρογγυλοποιούν τα ιστορικά φαινόμενα και να απαλείφουν δεδομένα που δεν «κολλάνε» στο ιδεολογικό τους πλαίσιο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *