Δημοκρατική λειτουργία στην Τουρκία, στις μειονοτικές ομάδες

Δημοκρατική λειτουργία στην Τουρκία, στις μειονοτικές ομάδες

&

η Κωνσταντινουπολίτικη Ελληνική κοινότητα

του Βασίλη Κυρατζόπουλου

Στα πλαίσια αναθεώρησης του Τουρκικού Συντάγματος, στην γείτονα χώρα εδώ και ένα έτος προωθούνται ανοιχτές συζητήσεις με διάφορους φορείς και οργανώσεις, προκειμένου να κατατεθούν προτάσεις. Τα μη Μουσουλμανικά σωματεία και ιδρύματα κάτω από τις υπάρχουσες δομές προσπαθούν να ορθώσουν την δική τους πρόταση διοργανώνοντας ανοιχτές συζητήσεις, όπου λαμβάνουν θέση και αρκετοί Τούρκοι Ακαδημαϊκοί.

Επί των ημερών μας έχει ανοίξει νέα συζήτηση στο ίδρυμα του δολοφονηθέντος Αρμένιου δημοσιογράφου Hırant Dink σ’ ότι αφορά τα προβλήματα των μη Μουσουλμανικών Βακουφιών, την ενδοκοινοτική δημοκρατική δομή των μειονοτήτων στην Τουρκία και τις δημοκρατικές σχέσεις των μειονοτικών ομάδων με την διοίκηση της Τουρκικής Δημοκρατίας, ως εκφραστή της κυρίαρχης ομάδας του κράτους.

Πριν εξετάσουμε την ενδοεθνοτική δημοκρατική συνοχή, πρέπει να συμφωνήσουμε στον ορισμό της μειονότητας και στα αίτια που προκαλούν την όποια ενδοκοινοτική αντιδημοκρατική λειτουργία κάποιας μειονοτικής ομάδας, για να καταλήξουμε και να συμφωνήσουμε στον τρόπο εξάλειψης των εν λόγω σχέσεων. Επίσης έχει σημασία να διαλευκανθεί, το τι εννοεί κάθε πλευρά με τον όρο «δημοκρατική λειτουργία».

Μειονότητα – Εθνότητα

Γενικά τμήμα ατόμων που αριθμητικά υστερεί μέσα σε μία ομάδα, μπορεί να αποκαλείται μειονότητα. Σε μία ψηφοφορία το 49% που χάνει κάποιο ψήφισμα μειονεκτεί ως προς το 51% ή γενικά σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα η αντιπολίτευση είναι μειονότητα ως προς την συμπολίτευση. Όμως στο παρόν οι μειονότητες δεν θα μελετηθούν με την έννοια που εκρέει από την λέξη μειοψηφία του λεξικού, αλλά ως προς την κοινωνιολογική τους έννοια, όπως ορίζονται από τον Ο.Η.Ε.

Αμέσως μετά την λήξη των πολεμικών συρράξεων του Β’ Π.Π. ιδρύεται ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.). Ελλάδα και Τουρκία συμπεριλαμβάνονται στα πενήντα ένα (51) πρώτα ιδρυτικά κράτη μέλη. Tα ιδρυτικά κράτη μέλη του O.Η.Ε στις 10/12/1948 αποδέχονται την «Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα», που απαρτίζεται από 30 άρθρα. Στην πρώτη παράγραφο του προοιμίου αναφέρεται: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών η αναγνώριση της έμφυτης αξιοπρέπειας και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης οικογένειας αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της παγκόσμιας ειρήνης»…

Το 2ο άρθρο της Διακήρυξης μας προϊδεάζει για το πώς θα αναγνωρίσουμε τα χαρακτηριστικά μίας ομάδος, που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε «μειονότητα». Συγκεκριμένα: «Άρθρο 2: Κάθε άνθρωπος δικαιούται να επικαλείται όλα τα δικαιώματα και όλες τις ελευθερίες που προκηρύσσει η παρούσα Διακήρυξη, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, ειδικότερα ως προς τη φυλή, το χρώμα, το φύλο, τη γλώσσα, τις θρησκείες, τις πολιτικές ή οποιεσδήποτε άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή την κοινωνική καταγωγή, την περιουσία, την γέννηση ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση. Δεν θα μπορεί ακόμα να γίνεται καμία διάκριση εξαιτίας του πολιτικού, νομικού ή διεθνούς καθεστώτος της χώρας από την οποία προέρχεται κανείς, είτε πρόκειται για χώρα ή εδαφική περιοχή ανεξάρτητη, υπό κηδεμονία ή υπεξούσια, ή που βρίσκεται υπό οποιονδήποτε άλλον περιορισμό κυριαρχίας.».

Βάσει των προαναφερόμενων, ως «μειονότητα» ορίζεται: Μία κοινωνική ομάδα ανθρώπων που έχουν διαφορετικά φυσικά ή/και πολιτισμικά χαρακτηριστικά από την κυρίαρχη ομάδα και απαρτίζουν από κοινού την κοινωνία που ζουν.

Εφόσον η μετά Γαλλικής επανάστασης επικρατούσα μορφή κράτους είναι το εθνο-κράτος, τα μη μέλη (πολίτες) του κυρίαρχου έθνους μέσα σ’ αυτό το κράτος θα απαρτίζουν τις μειονότητες. Αν και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στις Η.Π.Α., το κυρίαρχο έθνος πληθυσμιακά μπορεί να είναι μικρότερο από το σύνολο των μειονοτήτων, επειδή το κυρίαρχο έθνος κρατά την διοίκηση και το πολιτικό σύστημα, είθισται να αποκαλείται ως κυρίαρχο έθνος.

Εάν η μειονοτική ομάδα διαφέρει στην πλειονότητα των φυσικών ή/και των πολιτισμικών χαρακτηριστικών από το κυρίαρχο έθνος, αλλά εξαρτάται πλήρως διοικητικά και πολιτικά από το κυρίαρχο έθνος, τότε αυτή η μειονοτική ομάδα αποκαλείται εθνότητα (ethnicity ή ethnocity).

Δικαιώματα Μειονοτήτων στον Ο.Η.Ε. & επιπτώσεις

Από τον καταστατικό χάρτη του Ο.Η.Ε. συντάσσεται το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο τέθηκε σε παγκόσμια ισχύ από τις 12/12/1951. Ο Ο.Η.Ε., έχοντας υπόψη τους αναμεταξύ τους ασυμβίβαστους εθνοκρατικούς, θρησκευτικούς, γλωσσικούς και εθνοτικούς χάρτες της υφηλίου, με την απόφαση 47/135 της Γενικής Συνέλευσης, στις 18/12/1992 ανακοινώνει την διακήρυξη «Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ατόμων που ανήκουν σε εθνική ή εθνοτική, θρησκευτική και γλωσσική μειονότητα» (βλέπε www2.ohchr.org/english/issues/minorities/). Βάσει της 47/135 απόφασης, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 21/4/2005 ιδρύει την διαρκή υποεπιτροπή, η οποία σταθερά θα ελέγχει και θα αναφέρει το παγκόσμιο γίγνεσθαι των εθνικών ή εθνοτικών, θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων.

Η γενική αποδοχή είναι, ότι για να διατηρήσουν οι μειονοτικές ομάδες τα χαρακτηριστικά τους, πρέπει να τους προσφερθεί η «σχετική ελευθερία», η οποία ορίζεται από τους νόμους που υπάγονται (οι οποίοι νομοθετούνται από το κυρίαρχο έθνος) και από τις διεθνείς συνθήκες που δεσμεύονται (μειονότητες και το κυρίαρχο έθνος).

Διαχρονικά, η διαφορετική ή προκατειλημμένη εφαρμογή των νόμων σε βάρος μειονοτικών ομάδων, προκαλούν πάντα συσπειρώσεις μέσα στις αδικημένες ομάδες. Έτσι οι αδικημένοι εάν δεν κατορθώσουν να ιδρύσουν «ομάδες δυναμικής αντίδρασης», θα εφαρμόσουν ασύμμετρες «πρακτικές επιβίωσης» κατά της κυρίαρχης ομάδας. Ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι οι δυναμικές ή ήπιες αντιδράσεις, θα επιφέρουν αντιδημοκρατικό περιβάλλον στις σχέσεις:

· μεταξύ των μελών του κυρίαρχου κράτους

· μεταξύ των μελών της μειονότητας

· μεταξύ μελών κυρίαρχου κράτους με μέλη των μειονοτήτων.

Ας ρίξουμε μία πρόχειρη ματιά στην ιστορία:

· Η αλαζονική στάση των Αγγλικών Αρχών κατά των Ιρλανδών, δημιούργησε τον Ιρλανδικό Απελευθερωτικό Στρατό (IRA). Η δράση του IRA, δημιούργησε εσωτερικές αντιπαραθέσεις στην Καθολική, και στην εκκλησία των Διαμαρτυρομένων, αλλά και στους νομικούς κύκλους του Αγγλοσαξονικού Δικαίου.

· Τα πογκρόμ των τσαρικών δυνάμεων (στα τέλη του 19ου και αρχές 20ου αιώνα) κατά των Ιουδαίων προώθησαν τον σιωνισμό και οι σιωνιστικές καταπιέσεις κατά των Αράβων δημιούργησαν τη Hizbullah και την Al-Qaeda στα τέλη του 20ου αιώνα. Επί των ημερών μας σημειώνονται ταραχές μεταξύ των Ιουδαίων (όσον αφορά την εφαρμογή των σιωνιστικών αρχών) αλλά και μεταξύ των Αράβων με την αποκαλούμενη «Αραβική Άνοιξη».

· Οι καταπιέσεις των Καθολικών κατά των Διαμαρτυρόμενων (αρχής γενομένης από την κεντρική Ευρώπη του 16ου αιώνα) δημιούργησαν την ομάδα κρούσης των Βαφτιστών, οι οποίοι με την σειρά τους δημιούργησαν τις ομάδες ΚΚΚ (Κου Κλουξ Κλαν), οι οποίες προκάλεσαν την εξέγερση των νέγρων στις ΗΠΑ.

Όπως διαπιστώνουμε από τα προαναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα, οι αντιδημοκρατικές πρακτικές κατά κάποιας μειονοτικής ομάδας μπορεί να επιφέρουν διαχρονικές ανεξέλεγκτες αλυσιδωτές αντιδράσεις, που θα προκαλέσουν πόνο και θλίψη στο ανθρώπινο γένος.

Οι άμεσες, βίαιες επιθέσεις κατά μίας μειονοτικής ομάδας, που έχουν οργανωθεί ή/και επιτραπεί να εφαρμοστούν από κρατικές υπηρεσίες έχουν ήδη ποινικοποιηθεί σε διεθνές επίπεδο. Με το Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, από την δεκαετία του 90 έχουν κωδικοποιηθεί τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου και η γενοκτονία. Τα αδικήματα αυτά άρχισαν να ενσωματώνονται και στο Τουρκικό Δίκαιο με τους Νόμους Εξυγίανσης, που θεσπίστηκαν κατά την ενταξιακή πορεία της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το άλυτο ανθρωπιστικό πρόβλημα των ημερών μας παραμένει η πρόληψη των εν λόγω αδικημάτων και η ίδρυση μηχανισμών πρόληψης, που θα προστατεύουν το «δικαίωμα στη ζωή όλων των ανθρώπων της υφηλίου». Ένα από τα βασικά εργαλεία πρόληψης είναι η εξασφάλιση καλής λειτουργίας των δημοκρατικών αρχών. Άρα μένει να απαντηθεί το ερώτημα: Τι πρέπει να εξασφαλιστεί σε μία μειονοτική ομάδα ούτως ώστε να μην «εξαρθρωθεί η δημοκρατία»;

Μπορούμε να αναφέρουμε τα:

· Κοινοτικές ή εθνοτικές ελευθερίες, όπως: τήρηση εθίμων και παράλληλη εκπαίδευση, δημιουργία και συντήρηση των χώρων λατρείας και θεσμών στήριξης (όπως τα Βακούφια, Αστικό Δίκαιο, θεσμοί λατρείας κ.ά.).

· Ατομικές ελευθερίες, όπως ελευθερία εργασίας και οικονομικής δραστηριότητας, δικαίωμα απόκτησης και διατήρησης πλούτου με ίσα δικαιώματα που θα ισχύουν σ’ όλη την επικράτεια όπου συμβιώνει η μειονοτική ομάδα με το κυρίαρχο έθνος.

Ο περιορισμός των προαναφερόμενων είναι οι έμμεσες επιθέσεις, που θεωρούνται ενδείξεις αρχής εφαρμογής εθνοκάθαρσης ως προς τα πρότυπα του ΟΗΕ. Η εφαρμογή αυτών προκαλεί ναι μεν εμφανή ρήξη των καλών σχέσεων μεταξύ κυρίαρχης ομάδας και μειονοτικών ομάδων αλλά δημιουργεί ρήξεις και στο εσωτερικό των εν λόγω ομάδων. Όπως:

· Η αντίδραση δημοκρατών πολιτών στους κόλπους της κυρίαρχης ομάδας κατά των εφαρμοστών μίας «μειοδοτικής δημοκρατίας».

· Η σύγχυση μεταξύ των μελών της μειονοτικής ομάδας, από τον διαφορετικό βαθμό αποδοχής και έντασης των αντιδημοκρατικών μέτρων της κυρίαρχης ομάδας (σ’ ότι αφορά την Ελληνική Εθνότητα της Κωνσταντινούπολης κοίτα πίνακα 1).

Γενοκτόνος Πράξη
Διαμορφωμένη Ομάδα

11/11/1942 Ν.4305 «Ληστρικός Φόρος»
1)Πλήρωσε.

2)Πλήρωσε και έμεινε χωρίς εργασία.

3)Πλήρωσε έμεινε χωρίς εργασία και τόπο διαμονής.

4)Πήγε εξορία.

6-7/9/1955 γενοκτόνος πράξη Σεπτεμβριανών
1)Δεν είχε καμία ζημία.

2)Είχε υλικές ζημιές και αποκαταστάθηκε.

3)Έμεινε χωρίς εργασία.

4)Έμεινε χωρίς εργασία και τόπο διαμονής.

5)Είχε θύματα στην οικογένειά του (Βιασμός, θάνατος)

16/3/1964 Μονομερής κατάργηση της συνθήκης Άγκυρας (10/1930), απελάσεις Ελλήνων υπηκόων
1)Έμεινε αλώβητος

2)Εγκατέλειψαν την χώρα κάποιοι συγγενείς του και ανάλαβε την περιουσία τους.

3)Εγκατάλειψε την χώρα με συγκεκριμένο προορισμό.

4)Εγκατάλειψε την χώρα, χωρίς να διαθέτει χώρο αποκατάστασης χωρίς να ρευστοποιήσει τα υπάρχοντα του.

5)Είχε θύματα λόγω γεγονότων (καρδιακή προσβολή, εγκεφαλικά)

Πίνακας Ι

Άρα κρίνεται απαραίτητη κάποια θεσμική λειτουργία, που θα ρυθμίζει τις ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ των μελών μίας μειονοτικής ομάδας και θεσμικό πλαίσιο που θα έπεται του Δικαίου της κυρίαρχης ομάδας που θα ρυθμίζει τις σχέσεις αυτές.

Δημοκρατία και δημοκρατική δομή
Σε μία πολυπληθή και μεγάλη σ’ έκταση χώρα είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί το σύστημα άμεσης δημοκρατίας. Άρα η θεμιτή μορφή που εφαρμόζεται είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Στην εφαρμογή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι πολίτες εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους. Οι αντιπρόσωποι ή ως ανεξάρτητοι ή ως μέλη κάποιου κόμματος παρουσιάζουν το διακυβερνητικό τους πρόγραμμα, που πηγάζει από κάποια κοσμοθεωρία και ψηφίζεται από ομοϊδεάτες (και μη) πολίτες που πιστεύουν ότι το εν λόγω πρόγραμμα είναι εφαρμοστέο και υπέρ των συμφερόντων του κράτους. Όμως η έννοια Δημοκρατία δεν περιορίζεται μόνο στις εκλογές και στην επιλογή πολιτικού προγράμματος αλλά εξετάζεται από:

· Τον σεβασμό της ισότητας ανάμεσα στους πολίτες

· Την αποχή της εξουσίας (που εκφράζεται από την κυρίαρχη ομάδα) από παρεμβάσεις στα θεσπισμένα ατομικά δικαιώματα.

Σήμερα, στην Τουρκική Δημοκρατία, εκτός του περιορισμού του κατώτερου ποσοστού ψήφων προς αντιπροσώπευση στην Βουλή (που είναι 10%), έχει θεσπιστεί ένα πραγματικό αντιπροσωπευτικό σύστημα Δημοκρατίας. Όμως μένει μετεξεταστέα σ’ ότι αφορά την εφαρμογή ίσης απονομής δικαίου και τις παρεμβάσεις στα ατομικά δικαιώματα των πολιτών της.

Η σημερινή σκληρή πραγματικότητα σ’ ότι αφορά την Τουρκία είναι ότι εκτός των Κούρδων, ο αριθμός και η κατανομή σε εκλογικές περιφέρειες των άλλων εθνοτήτων δεν επαρκούν να εκλέξουν ούτε ένα βουλευτή. Σε μερικές περιπτώσεις (όπως σε Αρμένιους και Εβραίους) εάν συσπειρωθούν όλοι σ’ ένα ανεξάρτητο όνομα ή σε μία εκλογική περιφέρεια δίδεται η δυνατότητα εκλογής ενός αντιπροσώπου. Όμως η πράξη αυτή θα δημιουργήσει ή γκέτο διαμονής ή πολιτικό γκέτο, που και τα δύο δεν συμβαδίζουν ούτε με την ελεύθερη έκφραση της δημοκρατίας αλλά ούτε και με τις αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Παραμένει ανοικτό να διαλευκανθεί ο τρόπος αντιπροσώπευσης στη διοίκηση και η φύλαξη των ιδιαιτεροτήτων των ιστορικών εθνοτήτων, που ζουν στην επικράτεια της Τουρκικής Δημοκρατίας!

Η Ελληνική Εθνότητα, μια σύντομη ιστορική αναδρομή
O Μ. Κωνσταντίνος, για στρατηγικούς λόγους αποφασίζει στον 4ο αιώνα να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη (σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας εκεί ήταν και η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας). Η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι πλησιέστερη στις περιοχές, όπου οι χριστιανοί υπερβαίνουν αριθμητικά τους εθνικούς. Έτσι, θεμελιώνεται το ανεξίθρησκο, πολυπολιτισμικό κράτος της Ανατολικής Ρώμης (το Βυζάντιο). Με τις συνεχείς νομικές διευκρινίσεις, η Βυζαντινή Διοίκηση εκτός του ότι έθεσε τη βάση της παγκόσμιας νομολογίας, θέσπισε και την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών εθνοτήτων. Κάθε «Βυζαντινός Λαός» ήλπιζε και αρκετοί κατόρθωσαν να αναδείξουν αυτοκράτορα από τους κόλπους τους (όπως Ιλλυριοί, Αρμένιοι, Χαζάροι, Μακεδόνες, Ρωμαίοι και Έλληνες). Οι Αυτοκρατορικοί Κώδικες άρχισαν να εκτυπώνονται σε διαφορετικές γλώσσες (όπως, Ελληνικά, Αραμαϊκά, Αρμένικα και μεταγενέστερα Κυριλλικά).

Η διοικητική ζωή του Βυζαντίου μέχρι και τα τέλη του 12ου αιώνα χαρακτηρίζονταν από το σύστημα των Θεμάτων (τον 11ο αιώνα υπάρχουν 25 Θέματα), στα οποία η πολιτική διοίκηση τελούσε υπό την εξουσία του στρατηγού του Θέματος. Εκτός Θεμάτων σημειώνονται δουκάτα και κατεπανίκια, που έχουν σχετική αυτόνομη διοίκηση ως προς την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης, όμως επίσης διοικούνται από στρατιωτικούς. Ο διοικητικός μηχανισμός (γραφειοκρατία) εντός των Θεμάτων στήριζε τους μικρογαιοκτήμονες, που ήταν και η καρδιά του Βυζαντίου.

Παράλληλα με το στρατοκρατούμενο διοικητικό σύστημα εξελίσσεται και η Εκκλησιαστική Διοίκηση, που απαρτίζεται από τις Πατριαρχικές Μητροπόλεις και τις ενορίες αυτών. Λόγω συνεχόμενων πολεμικών συρράξεων με Σασσανίδες και Άραβες ενώ εναλλάσσονταν η πολιτική δομή των Θεμάτων, η Πατριαρχική Δομή παρέμενε περίπου ίδια.

Η συνύπαρξη των Μεμλούκων και Σελτζούκων με την Βυζαντινή Διοίκηση έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την διοικητική μορφή των Οθωμανών, που θα επικρατήσουν μετά τον 15ο αιώνα στην Ανατολία και μετά τον 16ο αιώνα στα Βαλκάνια.

Μετά τον 7ο αιώνα, η επικράτηση και η εξάπλωση του Ισλάμ δημιουργεί νέα νομικά και θεσμικά δεδομένα στους μη Μουσουλμανικούς λαούς, που παραμένουν στις κατακτημένες περιοχές. Οι επιλογές ήταν δύο:

· Να αποδεχτούν το Ισλάμ ως θρησκεία και να ενταχθούν στη Σαριά (Şeriyat).

· Να παραμείνουν ως zimmi. (zimmi = συμβεβλημένος με όρκο, φημολογείται ότι βασίζεται στους νόμους της Μεδίνης). Δηλαδή, με σχετική σύμβαση όρκου, με τον οποίο ο αλλόθρησκος δεσμευόταν τον πλήρη σεβασμό στο Ισλάμ και την τήρηση οικονομικών υποχρεώσεων που εκρέουν από το Κοράνι. Έτσι μπορούσε να κατοικήσει σε μουσουλμανικά εδάφη.

Το 1517 η «αντιπροσωπεία του Μωάμεθ» εν γένει η Ισλαμική ηγεσία εισέρχεται στο Οθωμανικό βασίλειο. Έτσι, ο Σουλτάνος του Οθωμανικού κράτους είναι επίσης και ο επικεφαλής όλων των Μουσουλμάνων.

Με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, τα δικαιώματα που δίνονται από τον Μεχμέτ Β΄ τον Κατακτητή σε Ελληνορθόδοξους, Ιουδαίους και σε Αρμένιους, διευρύνονται το 1463 σε Καθολικούς Χριστιανούς, που κατοικούν στο Γαλατά. Έτσι, αρχίζει το σύστημα zimmi που ίσχυε σε οικογένειες ή φυλές να αφορά ανόμοιους γιγάντιους θρησκευτικούς πληθυσμούς. Με την άλωση των Ιεροσολύμων το 1514, διαφάνηκε η αναγκαιότητα συμβίωσης μεγάλων αλλόθρησκων πληθυσμών μέσα στην Οθωμανική επικράτεια. Η μετατροπή αυτή και το νέο νομικό σύστημα ονομάζεται σύστημα millet (=έθνος).

Στο σύστημα millet κάθε θρησκευτική ομάδα είναι υπόλογη στη διοίκηση δια μέσου του θρησκευτικού της ηγέτη [millet başı (μιλλέτ μπασί), π.χ. ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, για τους Ελληνορθόδοξους (Ρωμιούς) κ.ο.κ]). Οι θρησκευτικές ομάδες επιλύουν κάθε αστικής φύσης πρόβλημα, που αφορά την ίδια ομάδα, με τους δικούς τους θεσμούς. Δεν υπηρετούν στον οθωμανικό στρατό, δεν έχουν δικαίωμα να υπηρετήσουν στους κρατικούς θεσμούς (εκτός της θέσης του μεταφραστή, που ήταν ο μοναδικός θεσμός που υπηρετούσαν οι μη Μουσουλμάνοι). Έναντι αυτού πληρώνουν ανάλογες εισφορές στο Οθωμανικό κράτος. Στις περιπτώσεις που χρειάζονταν να εκδικαστούν σοβαρότερα αδικήματα ή εάν υπήρχε διένεξη Μουσουλμάνου με μη Μουσουλμάνο, στα Ισλαμικά δικαστήρια τον μη Μουσουλμάνο θα έπρεπε να αντιπροσωπεύσει κάποιος Μουσουλμάνος. Με αυτές τις καινοτομίες οι μη Μουσουλμανικές ομάδες ήταν ναι μεν αυτόνομες, αλλά στην Οθωμανική επικράτεια τα μέλη αυτών είχαν την ιδιότητα «πολίτη δεύτερης κατηγορίας».

Οι άπιστοι (gavur ή kafir, δηλαδή, αυτοί που δεν πιστεύουν σ’ ένα Θεό), όπως επιτάσσει το Κοράνι, δεν είχαν δικαίωμα στη ζωή [ίσως αυτός είναι και ο λόγος, που οι Ρωμιοί αν και ήταν βαθιά θρησκευόμενος λαός, αποκαλούνταν από τον Μουσουλμάνο απλό πολίτη ως «gavur»]. Τα σχετικά δικαιώματα στους «άπιστους» δόθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα.

Στις 6 Ιουλίου του 1827 η Υψηλή Πύλη, στα πλαίσια των συζητήσεων αποδοχής πρωτοκόλλων απελευθέρωσης της Ελλάδας, προβάλλει στη Δύση το ζήτημα «διαχωρισμού των εθνών», γεγονός που δημιουργεί σοβαρότατα προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ Ρωμιών και Οθωμανικής Διοίκησης, αλλά και μεταξύ των ιδίων των Ρωμιών με την αναγκαία ανεξαρτητοποίηση Σερβικής και Ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας πρώτα και Βουλγάρικης έπειτα. Το σύστημα millet εμφανίζει ρωγμές.

Το πολιτικό γίγνεσθαι στην περιοχή που ζουν οι Βυζαντινοί Λαοί, άρχισε να διαμορφώνεται με την διακήρυξη του Gülhane (Γκιουλχανέ) το 1839 και με το επιπλέον φερμάνι της μεταρρύθμισης, που ανακοινώθηκε στις 28/2/1856. Το φερμάνι της Μεταρρύθμισης (Islahat Fermanı), είναι το «συμπληρωματικό» νομοθέτημα της διακήρυξης του Gülhane, με το οποίο συνεχίζονται οι σχετικές μεταρρυθμίσεις. Διακηρύσσεται μία εβδομάδα πριν τη συνδιάσκεψη του Παρισιού στην Υψηλή Πύλη ενώπιον όλων των θρησκευτικών ηγετών και των ξένων πρέσβεων. Με το νέο φερμάνι εδραιώνεται το σύστημα τοπικών αυτοδιοικήσεων. Το κράτος αποδέχεται ένα ενιαίο Ποινικό και Αστικό Δίκαιο και τους κανονισμούς εσωτερικής λειτουργίας των εθνοτήτων που απαρτίζουν την Αυτοκρατορία. Γίνεται επίσης αποδεκτή η λειτουργία σχολικών συγκροτημάτων που θα είναι ανεξάρτητα από το θρησκευτικό κατεστημένο κ.ά.

Ο νέος πολιτικός χάρτης που χαράζεται, γίνεται διεθνώς αποδεκτός με την Συνθήκη Ειρήνης του Βερολίνου (Ιούλιος 1878). Την περίοδο (1894-1895) σ’ όλη την Οθωμανική επικράτεια λειτουργούν 6.437 μειονοτικά σχολεία και εμφανίζεται η τάση απαίτησης άμεσης αντιπροσώπευσης μειονοτικών ομάδων στην Οθωμανική Βουλή.

Το Οθωμανικό Σύνταγμα του 1876, αλλάζοντας το επί μέρους αντιπροσωπευτικό σύστημα, θεσπίζει το πληθυσμιακό αντιπροσωπευτικό σύστημα στην Οθωμανική Βουλή. Βάσει του νέου θεσμού, για κάθε 50.000 κατοίκους θα εισερχόταν στην Βουλή ένας αντιπρόσωπος. Με την πολιτική «ισότιμη αντιμετώπιση των μη Μουσουλμάνων», στις πρώτες εκλογές του 1876 εισέρχονται στη Βουλή 46 μη Μουσουλμάνοι έναντι 67 Μουσουλμάνων Βουλευτών, δηλαδή το 42% των αντιπροσώπων ήταν μη Μουσουλμάνοι.

Οι Έλληνες που παραμένουν στην επικράτεια του θεοκρατικού Οθωμανικού κράτους, αρχές του 19ου αιώνα υπάγονται σε τέσσερις Πατριαρχικές Μητροπολιτικές αρχές:

· Του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως

· Του Πατριαρχείου της Αντιόχειας

· Του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων

· Του Πατριαρχείου της Αλεξάνδρειας.

Σ’ ότι αφορά το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, μετά την διακήρυξη του Gülhane, διαμορφώνονται διοικητικά λαϊκά κέντρα (οι κοινότητες), οι οποίες έχουν έμμεση σχέση με την εκκλησιαστική δομή. Το Πατριαρχείο εκτός του ότι εποπτεύει την εφαρμογή των Ιερών Κανόνων που έχουν διαμορφωθεί από τις Ιερές Συνόδους, διαθέτει και Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας του. Παράλληλα σημειώνουμε την ύπαρξη του Διαρκούς Εθνικού Μικτού Συμβουλίου που απαρτίζεται από τέσσερις Αρχιερείς και οκτώ λαϊκούς. Τα λαϊκά μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται από εκλέκτορες που προέρχονται από τις ενορίες, όπως ορίζονταν από το κεφάλαιο Β’ και άρθρο Δ’ του Κανονισμού.

Εκτός της Μικτής Επιτροπής, ως ακμή των ενοριών και ανώτατο διοικητικό όργανο της Ελληνικής Εθνότητας (ως υπό ομάδα των Ρωμιών) που υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, σημειώνονται οι διοικήσεις των Βακουφιών, που καθ’ ένα χωριστά στηρίζει κάποιο σχολείο ή κάποιο ευαγές ίδρυμα, όπως οι Οθωμανικοί νόμοι όριζαν. Παράλληλα λειτουργούσαν σύλλογοι και σωματεία (αθλητικά, πολιτισμικά κ.ά.) με διεθνές κύρος και βλέψεις. Όπως:

· Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, που απαρτίζεται από δημοτικιστές και δέχονταν μέλη μη Ρωμιούς. Από την δεκαετία του 1880 ασχολείται με το Διεθνές Δίκαιο και με το γλωσσικό πρόβλημα, όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και πολλών άλλων Βυζαντινών Λαών. Την περίοδο λειτουργίας του διεκδικεί και τον τίτλο του Υπουργείου Παιδείας του απανταχού Ελληνισμού.

· Μυστική «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως», όπου συμμετείχαν όχι μόνο Έλληνες της Κωνσταντινούπολης αλλά και από Ελλάδα, Βαλκάνια και Αίγυπτο. Με την πολιτική δραστηριότητα της αντιπολιτευόταν τόσο το Ελληνικό όσο και το Οθωμανικό βασίλειο.

Η αρμονική συμβίωση όλων των πλευρών διαταράσσεται με την άνοδο του İttihat Teraki στην εξουσία. Αν και είχε στηριχθεί απ’ όλες τις μη Μουσουλμανικές κοινότητες, το κίνημα των Νεότουρκων εφαρμόζει ένα ολοκληρωτικό εθνικιστικό σύστημα διακυβέρνησης. Με την εφαρμογή των βίαιων και ήπιων πιέσεων σπάνε οι δημοκρατικοί θεσμοί που προϋπήρχαν για αιώνες.

Στην Συνθήκη της Λοζάννης με το άρθρο 42 έγινε αποδεκτό το αυτοδιοίκητο των μη Μουσουλμανικών κοινοτήτων. Όμως δυστυχώς το καθεστώς τρομοκρατίας συνεχίστηκε και στο νέο κράτος. Αν και μέχρι αρχές του 21ου αιώνα έλειπαν παντελώς από την βιβλιογραφία αναφορές στις συστηματικές εφαρμογές απάνθρωπων μέτρων κατά της Ελληνικής Εθνότητας, μετά το 2005 αρκετοί επιστήμονες άρχισαν να ασχολούνται με το αντικείμενο.

Στα πλαίσια των πιέσεων, η κοινότητα δέχτηκε τρία βασικά πλήγματα στην δεκαετία του 1920 σ’ ότι αφορά το αυτοδιοίκητο αλλά και την νομική της προστασία:

· Αρκετοί Έλληνες των οποίων καταπατήθηκαν τα δικαιώματα στα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας, με ένδικα μέσα αναζήτησαν το «δίκαιό» τους. Όμως στις 3/4/1924 με τον Ν.460 («Mahamat kanunu», μαχαμάτ κανουνού) από τους 162 δικηγόρους ελληνικής ιθαγένειας, οι 120 εκπίπτονται από τα αρχεία του Δικηγορικού Συλλόγου της Κωνσταντινούπολης και τους αφαιρείται η δικηγορική τους ιδιότητα. Το γεγονός παρουσιάζεται στην κοινή γνώμη ως πράξη κάθαρσης του νομικού κατεστημένου της χώρας από τους εχθρούς του Κεμαλισμού. Αν και εκδιώχθηκαν πάρα πολλοί δικηγόροι όλων των εθνοτήτων, «τυχαία» η μεγαλύτερη ποσόστωση είναι ελληνικής ιθαγένειας νομικοί. Μ’ αυτόν τον τρόπο μειώνεται η αμυντική ικανότητα της ελληνικής εθνότητας κατά (75% ).

· Οι μειονότητες βάσει του άρθ.42 της Συνθήκης Λοζάννης είχαν το δικαίωμα να επιλύουν τις μεταξύ τους αστικής φύσης διενέξεις με δικό τους Κοινοτικό Δίκαιο (το οποίο δικαίωμα ισχύει ακόμα και σήμερα στην Μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης). Η Τουρκική Δημοκρατία αποφασίζει να υιοθετήσει το Ελβετικό Αστικό Δίκαιο και ζητά από τις μειονότητες να αποποιηθούν το δικαίωμα που τους είχε παραχωρηθεί με το άρθ.42. Οι Εβραίοι άμεσα αποποιούνται το δικαίωμά τους. Αρμένιοι και Έλληνες αποφασίζουν την ίδρυση υποεπιτροπών ανά κοινότητα για να ψηφίσουν. Οι τουρκικές αρχές δεν περιορίζονται στις άμεσες καταπιέσεις προς τους επιτρόπους, αλλά τρεις εξ’ αυτών συλλαμβάνονται ανήμερα της ψηφοφορίας. Έτσι η αποποίηση στις 27/11/1925 ψηφίζεται με 72 / 55 ψήφους υπέρ.

· Καταργείται η νομική υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου δεν χάνεται μόνο ο νομικός έλεγχος της Μητροπολιτικής δομής της κοινότητας, αλλά καθίσταται δύσκολη η εφαρμογή των Εκκλησιαστικών Κανόνων που αφορούν όλη την Ορθοδοξία και είχαν θεσπιστεί μέσω Οικουμενικών Ιερών Συνόδων από το 300 μ.Χ.

Η κατάρρευση κάθε εσωτερικού νομικού καθεστώτος σε συνδυασμό με τις κρατικές καταπιέσεις, από την μία μειώνει την «δημοκρατική αντίληψη» των μελών της κοινότητάς μας, από την άλλη δίνει περιθώρια στα κακοποιά στοιχεία να λυμαίνονται τις κοινοτικές περιουσίες. Δυστυχώς και στο όνομα της διατήρησης της συνοχής μίας καταπιεσμένης μειονοτικής ομάδας, οι κακοποιοί δεν καταδίδονται στις αρχές. Στους παθόντες επικρατεί μια παράλογη «αποσιώπηση γεγονότων» όχι μόνο προς τις αρχές αλλά και προς τις επόμενες γενιές.

Αν στην συμβίωση στους ίδιους χώρους των διαφορετικών υποομάδων της κοινότητάς μας, προστεθούν και οι διαχρονικές διαφορές του παρελθόντος (Πατριαρχικοί – Λαϊκοί, Δημοτικιστές – οπαδοί αρχαΐζουσας, ομάδες που δέχονται εσωτερικές επιρροές, ομάδες που δέχονται εξωτερικές επιρροές, κ.ά.), δικαιολογείται το γεγονός, ότι στον 20ο αιώνα οι Κωνσταντινουπολίτες δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν πολιτικά ένστικτα και υστερούν στις δημοκρατικές αντιλήψεις. Οι αναμεταξύ τους ομαλές σχέσεις έχουν σημείο αναφοράς περισσότερο την ατομική πίστη που διαθέτει ο καθένας με την οποία έχει διαμορφωθεί η συνείδησή του, παρά κάποιο νομικό πλαίσιο στο οποίο θα υπάρχει μία γενική αναφορά.

Πρόταση επανόρθωσης
Όπως προαναφέρθηκε, κάθε μειονοτική ομάδα για να διατηρήσει τις ιδιαιτερότητές της αλλά και για να ζει σε δημοκρατικό περιβάλλον έχοντας εξασφαλισμένα τα ανθρώπινα δικαιώματά της, χρειάζονται δύο προϋποθέσεις:

· Οι νόμοι της κυρίαρχης ομάδας να είναι δίκαιοι και να εφαρμόζονται εξίσου σ’ όλους τους πολίτες που ζουν στην επικράτεια.

· Να υπάρχει κάποιο θεσμικό πλαίσιο με το οποίο να εξασφαλίζεται η τήρηση των ιδιαιτεροτήτων των μειονοτικών ομάδων.

Βάσει των προαναφερόμενων προϋποθέσεων και έχοντας υπ’ όψη ότι:

· Οι πιστοί της Ορθόδοξης Κοινωνίας πάντα λειτούργησαν δημοκρατικά μέσα στις ενορίες τους προστατεύοντας την εκκλησία, το σχολείο και τα ιδρύματα τους.

· Το καταπιεστικό κατεστημένο που έζησε η Κωνσταντινουπολίτικη Ελληνική Εθνότητα για ενενήντα χρόνια έχει εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί.

Επί των ημερών μας, διαπιστώνεται πρωτίστως ότι λείπει κάποιος Κανονισμός Λειτουργίας εκτός των αρχών που εκρέουν από την πίστη. Ο Κανονισμός Λειτουργίας εκτός του ότι θα είναι σημείο αναφοράς στο να κρίνονται οι πράξεις των μελών της Ελληνικής Εθνότητας, απαιτείται να συμβαδίζει με πρότυπα σύγχρονης Δυτικής Κοινωνίας και η λειτουργία του θα πρέπει να εξασφαλίζεται και από το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Άρα κάτω από το Αστικό και Ποινικό Δίκαιο της Τουρκικής Δημοκρατίας, που υπάγεται η εθνότητα, πρέπει να προστεθούν ειδικά άρθρα, που αφορούν μόνο τις μειονοτικές ομάδες. Τα ειδικά άρθρα θα προτείνονται στην Μεγάλη Τουρκική Βουλή από τις Γενικές Συνελεύσεις των μειονοτικών κοινοτήτων (που θα συναθροίζονται κάθε 2 χρόνια) και μετά την ψήφισή τους από την Βουλή θα είναι απαραβίαστο τμήμα του Δικαίου της χώρας και θα υπάγονται στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων θα έρχονται στην Γενική Συνέλευση με τις προτάσεις των μελών τους και έχοντας υπ’ όψη ότι οι προτάσεις αυτές θα ψηφιστούν και από την Μεγάλη Τουρκική Βουλή. Το σημείο αναφοράς «κανονισμός λειτουργίας μειονοτικής ομάδας» με την πάροδο του χρόνου θα ωθήσει τις κοινότητες αλλά και τα μέλη τους να λειτουργούν με δημοκρατικές αρχές. Από την άλλη η θέση και ο τρόπος συζήτησης στην Βουλή θα είναι και ο καθρέφτης της «ειλικρινούς καλής θέλησης» του ανώτατου οργάνου της κυρίαρχης ομάδας.

Δίδεται ένα προτεινόμενο οργανόγραμμα σ’ ότι αφορά την Ελληνική Εθνότητα. Έχοντας υπ’ όψιν την σημερινή διασπορά των κοινοτήτων προτείνονται (χωρίς να είναι δεσμευτικό και ανοιχτό προς συζήτηση): Παλαιά Πόλη, Χαλκηδόνα, Μέγα Ρεύμα, Σταυροδρόμι, Πριγκιποννήσια, Samandağ (από Αντιόχεια), Altınözü (από Αντιόχεια).

Στην Γενική Συνέλευση κάθε αντιπροσωπία κοινότητας θα συμμετέχει με έναν έως τρεις αντιπροσώπους (βάσει πληθυσμού ή πλήθους βακουφιών ή με μεικτό σύστημα), όπως και η Ιερά Σύνοδος θα αντιπροσωπεύεται με τρία μέλη που θα έχουν προταθεί απ’ αυτήν.

Λειτουργία Σωματείων & Βακούφικων διοικήσεων
Το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και η λειτουργία του κράτους στην Τουρκική Δημοκρατία, έχει διαμορφώσει τον μέσο πολίτη να ταυτίζεται με το κράτος. Ως αποτέλεσμα αυτού του πολιτισμού από τη μία εμποδίζεται η πραγματική λειτουργία των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, από την άλλη ο αυταρχικός τρόπος της κρατικής λειτουργίας (μέχρι 1948 μονοκομματική εξουσία και από 1960 μέχρι 1990 τριών κινημάτων, που προέρχονταν από τις ένοπλες δυνάμεις) μεταλαμπαδεύτηκε στην διοίκηση ιδρυμάτων και σωματείων. Η νεοδιαμορφωθείσα νοοτροπία επιφέρει αδράνεια στην μαζική συμμετοχή του λαού «στα κοινά» μέσω συλλόγων και ιδρυμάτων. Στην εν λόγω κατάσταση εάν προστεθεί και η φεουδαρχική νοοτροπία της Ανατολίας, διαπιστώνουμε ότι στην Τουρκία ελάχιστα σωματεία στην λειτουργία τους κατόρθωσαν να διατηρήσουν μακροπρόθεσμα την δημοκρατική δομή τους.

Όπως αναφέρθηκε, η διάλυση της κεντρικής διοίκησης, του νομικού και του ελεγκτικού μηχανισμού της Ελληνικής Εθνότητας στην Κωνσταντινούπολη, υποβάθμισε την λειτουργία της εν λόγω μειονοτικής ομάδας στα Βακουφικά ιδρύματα και σ’ ελάχιστα εναπομείναντα σωματεία (αθλητικά και σχολικά). Δηλαδή το μέτρο λειτουργίας της μειονοτικής ομάδας ήταν ο τρόπος λειτουργίας των Βακουφικών Διοικήσεων.

Στις κατά περιόδους απαγορευμένες σε ιδρύματα και σωματεία εκλογές, οπόταν εκτελούνταν δεν υπήρχε ούτε μαζική συμμετοχή αλλά και οι Γενικές Συνελεύσεις (όπως αναφέρθηκε λόγω νεοδιαμορφωθείσας νοοτροπίας) θεωρούνταν ως «τυπική διαδικασία» τήρησης του νόμου. Έτσι η αυταρχική διοίκηση σε ιδρύματα και σωματεία θεωρήθηκε δεδομένη (δυστυχώς η εν λόγω νοοτροπία έχει μεταφερθεί και σε εν Ελλάδι σωματεία μας). Οι μετά το 1955 γεννηθέντες Κωνσταντινουπολίτες σε καμία περίοδο της ζωής τους δεν γνώρισαν αρχές δημοκρατικής διοίκησης (εκτός και αν σπούδασαν το εν λόγω αντικείμενο).

Αλλά εκτός από τον διαφυλαγμένο από το Σύνταγμα Κανονισμό Λειτουργίας της κοινότητας, πρέπει να ενδυναμωθεί η νοοτροπία μαζικής συμμετοχής σε κοινωνικούς φορείς με ουσιαστικές δομές και εσωτερικούς ελεγχτικούς μηχανισμούς.

Κλείνοντας
Αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι ότι, οι μειονοτικές ομάδες με κανένα τρόπο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται από το κυρίαρχο κράτος ως μία οντότητα. Δηλαδή πρέπει να υπάρχουν κανονισμοί για Αρμένιους, Εβραίους, Ασσύριους, Σύριους, Ρωμιούς κ.ο.κ. Η γενική αντιμετώπιση (globalization) ομάδων πάντα έχει καταλήξει στην πανωλεθρία των ανθρωπιστικών αρχών.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι, όλοι έχουμε δικαίωμα στη ζωή και όλοι μας πρέπει να προστατέψουμε τις δικλίδες που διασφαλίζουν αυτό το δικαίωμα.

βκ

Dimokratikh_leitourgia.doc 93 KB

(1128) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *