H Eλλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα

Η φιλοτουρκική πολιτική του Ομπάμα και οι αδυναμίες της

Η επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου Μπάρακ Χουσεϊν Ομπάμα στην Τουρκία στις αρχές του 2009 και οι δηλώσεις του στο τουρκικό κοινοβούλιο τροφοδότησαν μία σειρά γεωπολιτικών υποθέσεων. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η Αμερικανική εξωτερική πολιτική προσανατολίζεται στον τερματισμό του ατυχούς δεκαετούς Πολέμου των Πολιτισμών.

Και σκοπεύει, προκειμένου να το επιτύχει, να πραγματοποιήσει την προσέγγιση με το Ισλάμ όχι μόνον με την άφθαρτη προσωπικότητα ενός νέου προέδρου με θρυλούμενες μουσουλμανικές καταβολές και αραβικό όνομα, αλλά και με την βοήθεια μίας ισχυρής μουσουλμανικής μεν αλλά συμμάχου της Δύσης χώρας, δηλαδή της Τουρκίας. Η Τουρκία, εν ολίγοις, καλείται από τις ΗΠΑ να λειτουργήσει ως μηχανισμός πρόσβασης της αμερικανικής πολιτικής στον αραβομουσουλμανικό κόσμο.

Η Τουρκία, ως παίκτης της παγκόσμιας σκακιέρας με φιλοδοξίες υπερδυνάμεως, σκοπεύει ασφαλώς να ανταποκριθεί πλήρως στην γεωπολιτική αναγκαιότητα της προσέγγισης ΗΠΑ-Ισλάμ, εφ ’όσον όμως αυτό εξυπηρετήσει την δική της παγκόσμια αναβάθμιση.

Δεν είναι τυχαίο που, λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψη Ομπάμα στην Άγκυρα, στον θώκο του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας διορίσθηκε ο εξωκοινοβουλευτικός διανοούμενος Αχμέτ Νταβούτογλου, θεωρητικός της ανάδειξης της Τουρκίας σε παγκόσμια υπερδύναμη. Ο Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι η Τουρκία θα πρέπει να κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα, στην Τουρκία ως ευρωπαϊκή δύναμη, στο Ισλάμ ως ισλαμική δύναμη, στην Κεντρική Ασία ως τουρανική δύναμη κλπ. , παντού όμως βάσει του δικού της μη αποκρυπτόμενου γεωπολιτικού στόχου, αυτόν της ανάδειξης της Τουρκίας σε παγκόσμια υπερδύναμη.

Ασφαλώς, τόσο η αμερικανική όσο και η τουρκική σχολή σκέψης πάσχουν από σοβαρά θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα.

Οι εσωτερικές αντινομίες του τουρκικού κράτους, το προβληματικό πολιτικό του σύστημα, η ύπαρξη μεγάλων μειονοτήτων με διαφορετική εθνική συνείδηση και διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, η οικονομική και κοινωνική του καχεξία, το κουρδικό ζήτημα, η αποτυχία διείσδυσης στην Κεντρική Ασία και στον Καύκασο κατά την δεκαετία του ’90, η δυναμική επιστροφή της ρωσσικής πολιτικής, η κρίση στις τουρκο-ισραηλινές σχέσεις κλπ. , στην ουσία υπονομεύουν και ακυρώνουν κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει status έστω και περιφερειακής υπερδύναμης. Η Τουρκία αντιμετωπίζει εξ άλλου το σοβαρό και καθόλου θεωρητικό ενδεχόμενο α. απόσχισης των ανατολικών της επαρχιών και β. εμφύλιας σύρραξης μεταξύ ισλαμιστών και κεμαλιστών. Επίσης, ο εκφυλισμός των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κατεύθυνση της ειδικής σχέσης οδηγούν σε οριστικό τέλος στις προσπάθειες της Τουρκίας να ηγεμονεύσει στον ευρωπαϊκό χώρο, με μοχλούς την δημογραφική της ανάπτυξη και τις μουσουλμανικές μειονότητες στην Ευρώπη.

Αλλά και η αμερικανική πολιτική στο πεδίο αυτό πάσχει από εγγενείς αντιφάσεις, διότι προσπαθεί να συνδυάσει αντιφατικούς προς την ανάδειξη της Τουρκίας σε βασικό εταίρο της στόχους, όπως την ταυτόχρονη επαναπροσέγγιση με την Ρωσσία, το Ιράν και τον αραβικό κόσμο, και εκ παραλλήλου την ανάγκη της να συντηρήσει την σχέση της με την Ευρώπη και το Ισραήλ.

Η σημερινή Τουρκία αποτελεί μία τριτοκοσμική στρατοκρατική κοινωνία, που μάλιστα κυβερνάται από μία ιθύνουσα τάξη με θεοκρατική δομή(εννοώ ότι αυτοπροσδιορίζεται με βάση όχι το αστικό δίκαιο αλλά το Κοράνι). Ο φυσικός της χώρος, από πολιτισμικής και κοινωνιολογικής πλευράς, είναι η αραβική Μέση Ανατολή. Η Τουρκία είναι απόγονος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της οποίας ο ηγεμών(ο Σουλτάνος)έφερε τον τίτλο του Χαλίφη, δηλαδή του Ηγέτη των Πιστών, των μουσουλμάνων όλου του πλανήτη. Σκοπός της σημερινής τουρκικής ηγεσίας είναι να καταστήσει και πάλι την Τουρκία ηγέτιδα δύναμη του ισλαμικού κόσμου.

Αν η αμερικανική πολιτική επιδιώκει να καταστήσει την Τουρκία δίαυλό της προς το Ισλάμ, θα πρέπει εξ υπαρχής να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να λειτουργήσει ως δίαυλος της Δύσης προς το Ισλάμ, αλλά ως δίαυλος του Ισλάμ προς την Δύση. Και μάλιστα με κομβικό στοιχείο αυτής της συνεργασίας την εξυπηρέτηση των ιδίων γεωστρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας.

Δυτικός Πολιτισμός και Ανατολικός Δεσποτισμός

Η παραγνώριση (εν ονόματι κάποιας υποτιθέμενης και συχνά καλοπροαίρετης «πολυπολιτισμικής ορθότητας»), των μεγάλων τεκτονικών πολιτισμικών ρηγμάτων της ανθρωπότητας, οδηγεί τόσο σε θεωρητικά όσο και σε πολιτικά αδιέξοδα.

Η Δύση αποτελεί μία διακριτή οντότητα στον παγκόσμιο χάρτη των πολιτισμών. Είναι μία σύνθετη πραγματικότητα, που δημιουργήθηκε σταδιακά, στην διάρκεια χιλιετιών, μέσα από πολλαπλές ρήξεις και συνθέσεις δομικών στοιχείων, όπως τα ομηρικά έπη, η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και ο λόγος, η αθηναϊκή δημοκρατία, η χριστιανική ηθική, το ρωμαϊκό δίκαιο, ο βυζαντινός πολιτισμός, η φεουδαρχία, η αναγέννηση, ο ανθρωπισμός, ο διαφωτισμός, η βιομηχανική επανάσταση, η άνοδος της αστικής τάξης, η καντιανή ηθική, ο μαρξισμός, ο σοσιαλισμός, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, η ψυχανάλυση, το κοινωνικό κράτος κλπ.

Η μακρά πορεία της Δύσης ξεκίνησε από την Μινωϊκή και Μυκηναϊκή Ελλάδα και την Ιωνία, αντιμετώπισε τον θανάσιμο περσικό κίνδυνο στον Μαραθώνα και στην Σαλαμίνα, παγκοσμιοποιήθηκε με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το ρωμαϊκό imperium, συρρικνώθηκε με τις βαρβαρικές εισβολές του Μεσαίωνα στην Δύση και στην Ανατολή, διασώθηκε στην Ανατολική Ευρώπη χάρις στην χιλιετή βυζαντινή αντίσταση εναντίον των Περσών, Αράβων και Σελτζούκων, και ταυτόχρονα χάρις στον εκχριστιανισμό των βαρβαρικών φύλων στην Δυτική Ευρώπη από το Βατικανό, κινδύνευσε θανάσιμα από την οθωμανική προέλαση προς Δυσμάς από την Άλωση του 1453 μέχρι την συντριβή των Τούρκων στα τείχη της Βιέννης το 1683, και τελικώς κατέκτησε την παγκόσμια κυριαρχία με την κατάκτηση της Αμερικής και την αποικιοκρατία, την Βιομηχανική Επανάσταση και την μετατροπή των ευρωπαϊκών κρατών και των αποικιών τους (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία) σε παγκόσμιες υπερδυνάμεις από τον δέκατο έκτο αιώνα μέχρι σήμερα.

Τελικώς, το σημαινόμενον της λέξης Δύση απέκτησε το σημερινό του περιεχόμενο μέσα από τις σταδιακές αυτές συνθέσεις και αποκρυσταλλώσεις. Οπωσδήποτε υφίστανται οι αρνητικές του όψεις (πχ. οι καταστρεπτικές οικολογικές επιπτώσεις του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής). Αλλά η Δύση παραμένει ο μόνος χώρος παγκοσμίως στον οποίο προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες, υφίσταται κοινωνικό κράτος και ασκείται με γνήσιο τρόπο η δημοκρατία, στην κοινοβουλευτική της μορφή.

Η Δύση αποτελεί, παρά τις ατέλειές της, κεκτημένο του ανθρώπινου πολιτισμού, αν σκεφθεί κανείς τις δουλοκτητικές και δεσποτικές κοινωνίες του παρελθόντος(και του παρόντος) και φυσικά εφ’ όσον δέχεται κανείς την ηθική υπεροχή της ελευθερίας και της δημοκρατίας έναντι των πάσης φύσεως αυταρχισμών και ολοκληρωτισμών. Η κατοχύρωση του δυτικού μοντέλου πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης κατοχυρώθηκε μέσα από μακρές και συχνά αιματηρές διαδικασίες: κοινωνικά κινήματα, πολιτικοί και ιδεολογικοί αγώνες, ακόμη και παγκόσμιοι πόλεμοι εναντίον ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Ο Ελληνικός χώρος και ο Ελληνισμός ως κύριο θέατρο της σύγκρουσης Ανατολής – Δύσης

Διαλεκτικά η Δύση βρίσκεται σε αντίθεση με τον Ανατολικό Δεσποτισμό, που εκφράσθηκε ιστορικά με διάφορες μορφές (Περσική, Κινεζική και Οθωμανική αυτοκρατορία). Στον κόσμο του Ανατολικού Δεσποτισμού δεν υπάρχουν οι ιστορικές εμπειρίες της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Αυτές οι έννοιες, που γεννήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά αυτού που αποκαλείται «Δύση». Και απουσιάζουν και σήμερα από τις ανατολικές κοινωνίες, όπως οι κοινωνίες της Μέσης Ανατολής ή η Κίνα.

Η Ελλάδα βρέθηκε από την Αρχαιότητα πάνω στην διαχωριστική γραμμή μεταξύ Δύσης και Ανατολικού Δεσποτισμού. Οι κρίσιμες μάχες για την επιβίωση του δυτικού πολιτισμού δόθηκαν στο Ελληνικό έδαφος:

Ο Μαραθώνας, οι Θερμοπύλες, η Σαλαμίνα έκριναν τον αγώνα μεταξύ της Δημοκρατίας και του Δεσποτισμού.

Στον Μεσαίωνα, το Βυζάντιο αντιμετώπισε με επιτυχία την ανασυσταθείσα περσική Αυτοκρατορία, την οποία τελικώς συνέτριψε ο Ηράκλειος.

Επίσης στο Βυζάντιο έλαβε χώρα η τιτάνια σύγκρουση, που άρχισε τον 7ο αιώνα με την αραβική επέλαση προς Δυσμάς, και που απείλησε την επιβίωση του δυτικού πολιτισμού. Οι αραβικές ορδές ξεκίνησαν από την Αραβική χερσόνησο, κατέλαβαν την βυζαντινή Μέση Ανατολή το 637, το 641 κατέκτησαν την ελληνική Αλεξάνδρεια, στην συνέχεια κατέλαβαν την Κύπρο, την Κρήτη, την Σικελία, την Βόρειο Αφρική, την Ιβηρική Χερσόνησο και τελικώς η προέλασή τους ανακόπηκε δυτικά μεν στο Πουατιέ στην νότιο Γαλλία από τον Κάρολο Μαρτέλλο το 732 μX. , ενώ ανατολικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνετρίβη ο αραβικός στόλος το 678 και δεύτερη φορά το 718 μX.

Τους επόμενους αιώνες ακολούθησε η ανασύνταξη και η αντεπίθεση του Βυζαντίου, η «βυζαντιακή εποποιϊα», όπως την αποκαλεί ο Sluberger, ακριβώς διότι ο γεωστρατηγικός ρόλος του Βυζαντίου υπήρξε επί χίλια χρόνια όχι μόνον να διασώσει και να διαδώσει τον Ελληνικό Πολιτισμό στην Ευρώπη, αλλά κυρίως να αντιμετωπίζει την συνεχή επέλαση ασιατικών φύλων(κατά σειράν Αράβων, Σελτζούκων και Οθωμανών) στα ανατολικά του σύνορα.

Όταν οι Τούρκοι τελικώς κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1453, το Βυζάντιο είχε προλάβει να παραγάγει την Παλαιολόγεια Αναγέννηση, και μάλιστα να την μεταλαμπαδεύσει στην βόρειο Ιταλία, όπου διέφυγε το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής ιντελλιγκέντσιας τις τελευταίες δεκαετίες πριν την Άλωση.

Το κύριο θέατρο της σύγκρουσης του τουρκικού επεκτατισμού με την Δύση παρέμεινε και τους επόμενους αιώνες ο Ελληνικός χώρος. Η μακρά διαμάχη των Τούρκων με την Ενετία έλαβε χώρα σε ελληνικές περιοχές. Το 1571 οι Τούρκοι κατέλαβαν την ενετική Κύπρο, με αποτέλεσμα την σκληρή απάντηση της Δύσης, την ίδια χρονιά, με την ναυμαχία της Ναυπάκτου. Το 1669 οι Τούρκοι κατέλαβαν την ενετοκρατούμενη Κρήτη, με αποτέλεσμα η Ενετία να καταλάβει το 1699 την Πελοπόννησο και άλλες περιοχές, για να εκκενώσει οριστικά τον ελληνικό χώρο το 1715, διατηρώντας μόνον τα Επτάνησα. Οι Τούρκοι εισέβαλαν τότε στην Πελοπόννησο, την οποίαν κατέκαψαν.

Στην συνέχεια, κατά τον 18ο αιώνα, η νέα διελκυστίνδα υπήρξε αυτή μεταξύ Ρωσσίας-Τουρκίας και διεξήχθη και αυτή με θέατρο το Αιγαίο και την Πελοπόννησο. Οι Ρώσσοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο το 1770, την εκκένωσαν όμως σχεδόν αμέσως, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να την ανακαταλάβουν κατακαίοντάς την για δεύτερη φορά. Οι Ρώσσοι όμως κατέστρεψαν τον τουρκικό στόλο στο Αιγαίο, υποχρεώνοντας τους Τούρκους να υπογράψουν το 1774 την συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Ακολουθεί σειρά ρωσσοτουρκικών πολέμων στα Βαλκάνια, ενώ εμπλέκονται από τα τέλη του 18ου αιώνος η βρεταννική και η γαλλική πολιτική, με κύριο στόχο να αποτραπεί η κάθοδος των Ρωσσίας στο Αιγαίο.

Το 1827, Αγγλοι – Γάλλοι – Ρώσσοι συντρίβουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο Ναυαρίνο και επικυρώνουν την Ελληνική Ανεξαρτησία. Το 1854 η Ρωσσία επιχειρεί να διαλύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Αγγλογάλλοι αντιδρούν διότι δεν θέλουν να αφήσουν την Ρωσσία να αποκτήσει τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα τάσσεται αρχικώς με την Ρωσσία, ο βρεταννικός στόλος αποκλείει τον Πειραιά και «την επαναφέρει στην τάξη».

Το 1897, Άγγλοι – Γάλλοι – Ρώσσοι ανακόπτουν την τουρκική προέλαση προς νότον, μετά τον ατυχή πόλεμο Ελλάδος-Τουρκίας.

Το 1912-3, η Ελλάδα, με γαλλο- βρεταννική επίνευση, εξοπλισμό και εκπαίδευση, μετέχει στην (υπό βρεταννικό συντονισμό)βαλκανική συμμαχία, που εκδιώκει τους Τούρκους από τα Βαλκάνια, διότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει μετατραπεί σε γερμανική αποικία.

Το 1917-19, η Ελλάδα μετέχει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Αγγλογάλλων, εναντίον του γερμανο-αυστριακού συνασπισμού, στον οποίον μετέχει η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το 1920, η Ελλάδα αποστέλλεται από τους Αγγλογάλλους στην Μικρά Ασία, αρχικώς για να αναχαιτιστεί η ιταλική προσπάθεια γεωπολιτικής επέκτασης στην Ανατολική Μεσόγειο και στην συνέχεια ως αντιπερισπασμός των κεμαλιστών, ώστε να κατοχυρωθούν στους Αγγλογαλλο-αμερικανούς οι πετρελαιοπηγές της Μοσσούλης. Οι Σύμμαχοι δεν επρόκειτο όμως να επιτρέψουν στην Ελλάδα να ανασυστήσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και να ξαναγίνει υπερδύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το 1940 η Ελλάδα πολέμησε στο πλευρό των Αγγλογάλλων, το 1944 με βρεταννική στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα απετράπη η επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος- δορυφόρου της Σοβιετικής Ενώσεως, το 1947 περιήλθε στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, που αντικατέστησε την βρεττανική, και στην συνέχεια εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, στην πρώτη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου, αφού συνόρευε προς βορρά με τρεις κομμουνιστικές χώρες. Σε όλη αυτήν την περίοδο η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη.

Από την δεκαετία του 1950 εμφανίζεται η σφοδρή σύγκρουση του Ελληνισμού με την Τουρκία για τον έλεγχο της Κύπρου. Η Κύπρος αποτελεί γεωστρατηγικό σημείο τεράστιας σημασίας και προκεχωρημένο φυλάκιο του Δυτικού Κόσμου στον μυχό της Εγγύς Ανατολής. Από την Αρχαιότητα υπήρξε πεδίο σύγκρουσης Δύσης-Ανατολής: των Αρχαίων Ελλήνων με τους Πέρσες, των Βυζαντινών με τους Άραβες, των Ενετών με τους Τούρκους. Ήταν λάθος της Ελληνικής διπλωματίας η επιμονή στην άμεση Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ενώ μπορούσε με το Σχέδιο Χάρντινγκ να λυθεί το ζήτημα μεσοπρόθεσμα. Αλλά ήταν ακόμα μεγαλύτερο σφάλμα η επιλογή της βρεταννικής διπλωματίας να εμπλέξει την Τουρκία, προκειμένου να αντιμετωπίσει την Ελληνική πίεση, προκαλώντας έτσι την τα γεγονότα του 1955 στην Κωνσταντινούπολη και του 1974 στην Κύπρο. Με τα δύο αυτά γεγονότα η Δύση πρωτίστως και δευτερευόντως η Ελλάδα απώλεσε δύο ισχυρά ερείσματα στην Ανατολική Μεσόγειο: την Ελληνική Κοινότητα στην Πόλη και το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Ήταν επίσης λάθος της αγγλο-αμερικανικής πολιτικής η προώθηση του Σχεδίου Ανάν, το οποίο έδιδε στην Τουρκία δυνατότητα προώθησης των συμφερόντων της στο σύνολο της Κύπρου. Διότι στην πολιτική αυτή απουσίαζε η συνειδητοποίηση της μακρο-ιστορικής έννοιας που έχει η ελληνοτουρκική διελκυστίνδα στην Κύπρο.

Από την δεκαετία του 1970 εμφανίζεται μία νέα μορφή της χιλιετούς Ελληνοτουρκικής διαμάχης, που ορίζει την μεθόριο Δύσης-Ανατολής:η τουρκική στρατιωτική πίεση στο Αιγαίο. Στην σύγκρουση αυτή οι ΗΠΑ έπαιξαν ρόλο «πυροσβέστη», προσπαθώντας να διατηρήσουν κάποιες ισορροπίες. Ταυτόχρονα, προστάτευσαν σταθερά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αλλά σήμερα, η έστω και εξισορροπιστική αυτή πολιτική τίθεται εν αμφιβόλω από τον Ομπάμα.

Μέσα από αυτά τα γεγονότα, διαφαίνεται ο γεωστρατηγικός ρόλος του νεώτερου Ελληνισμού. Από την Άλωση, και μετά και αφού έπαψε να αποτελεί το κέντρο και την ηγέτιδα δύναμη του Δυτικού Κόσμου, ο Ελληνισμός αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης στα όρια του δυτικού κόσμου, μόνιμο έρεισμα της δυτικής πολιτικής και μηχανισμό ανάσχεσης της Οθωμανικής ισχύος. Ταυτόχρονα, αποτελεί μήλον της έριδος μεταξύ των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων(κυρίως μεταξύ Αγγλογάλλων και Ρώσσων), στον αγώνα για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Γεωστρατηγικά η Ελλάδα καλύπτει το κενό μεταξύ της Ιταλίας και των μικρασιατικών ακτών, ενώ πιο πρόσφατα αποτελεί τον μοναδικό γεωστρατηγικό σύνδεσμο μεταξύ Δύσης-Ισραήλ, όπως απεδείχθη περίτρανα στους δύο αραβοϊσραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1974.

Τουρκία, αντιδυτική οντότητα

Η δομική αστάθεια στην Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, την οποία συνήθως οι ιστορικοί αποκαλούν «Ανατολικό Ζήτημα», άρχισε στην ουσία το 1204, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διαλύθηκε από τους Σταυροφόρους και στην θέση της αναπτύχθηκε μία πανσπερμία φεουδαλικών, σλαβικών και ελληνικών κρατιδίων. Η ανασύσταση του Βυζαντίου το 1261 και η ισχνή επιβίωσή του μέχρι το 1453 δεν ήραν αυτήν την δομική αστάθεια. Κατ’ ουσίαν από το 1204 μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζεται το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα. Υπό το πρίσμα το οποίο εξετάζουμε το πρόβλημα, δηλαδή υπό το πρίσμα του Δυτικού Πολιτισμού, η εγκατάσταση των Τούρκων στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο, και η σταδιακή υποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την Οθωμανική τον 15ο αιώνα, δεν συνιστά λύση του Ανατολικού Ζητήματος. Διότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που συγκροτήθηκε κατακτώντας τα χριστιανικά βασίλεια των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας, υπήρξε, σε όλη της την διαδρομή μέχρι τον Εικοστό Αιώνα, διαρκής απειλή για την ύπαρξη του Ευρωπαϊκού Κόσμου και μηχανισμός πολιτικού εξανδραποδισμού, πολιτιστικού εκμηδενισμού και οικονομικής εξαχρείωσης των υποδούλων πληθυσμών.

Άλλωστε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία απέτυχε να ασκήσει πολιτική σύνθεσης μεταξύ των πληθυσμών που κατοικούσαν στο έδαφός της, όπως πχ είχε επιτύχει το Βυζάντιο με την πολιτική εξελληνισμού και εκχριστιανισμού και την πολυεθνική του αντίληψη(επιτρέποντας την ανάρρηση Σλάβων, Αλβανών, Συρίων, Γεωργιανών και Αρμενίων στον αυτοκρατορικό θρόνο). Απεναντίας η μόνη πολιτική του οθωμανικού κράτους ήταν η ωμή βία, ενώ η κοινωνική του δομή ήταν αυτή μίας κοινωνίας δούλων, όπου ο μόνος ελεύθερος ήταν ο Σουλτάνος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την συνεχή ανταρσία των υποδούλων χριστιανικών πληθυσμών και τελικώς την αποσύνθεση και διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας όχι από εξωτερική επίθεση αλλά από εσωτερικές επαναστάσεις.

Και στην συνέχεια η κεμαλική Τουρκία, αν και εντάχθηκε γεωστρατηγικά στους θεσμούς του Δυτικού Κόσμου, δεν απέδειξε ποτέ την γεωστρατηγική της αξία για την Δύση. Στον μεν Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τάχθηκε με το γερμανικό στρατόπεδο, με αποτέλεσμα το 1920 στο Συνέδριο των Βερσαλλιών να διαμελισθεί από τους Αγγλογάλλους.

Η συρρικνωμένη απόγονος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η κεμαλική Τουρκία, παρέμεινε καιροσκοπικά ουδέτερη στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η Τουρκία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, αλλά η γεωστρατηγική αξία της υπήρξε θεωρητική, καθώς δεν χρειάστηκε να αποδειχθεί στην πράξη. Παραμένει ερωτηματικό εάν η Τουρκία, σε περίπτωση παγκόσμιας σύρραξης μεταξύ ΝΑΤΟ και Συμφώνου Βαρσοβίας, θα συμμετείχε ενεργά υπέρ της Δύσης.

Ο δυτικός στρατηγικός σχεδιασμός επί Ψυχρού Πολέμου περιελάμβανε την Τουρκία ως πολύτιμο σύμμαχο στην προκεχωρημένη ζώνη που συνόρευε με το Σοβιετικό Μπλόκ. Η αξία του συμμάχου αυτού δεν αποδείχθηκε ποτέ στην πράξη. Απεναντίας, η Τουρκία έφθασε στο σημείο να απειλήσει πολλές φορές την συνοχή του ΝΑΤΟ προκειμένου να προωθήσει τις αναθεωρητικές και επεκτατικές της επιδιώξεις στην Κύπρο και στο Αιγαίο. Ελλάδα και Τουρκία, θεωρητικά σύμμαχες στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, έφθασαν στα πρόθυρα του πολέμου το 1955, όταν οργανωμένες παρακρατικές συμμορίες βανδάλισαν και κατέστρεψαν την Ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Το ίδιο συνέβη το 1964, το 1967 και το 1974 λόγω του Κυπριακού. Το ίδιο το 1976, το 1987 και το 1996 στο Αιγαίο. Η Ελλάδα κατέστειλε ήδη από το 1930 την Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή την διεκδίκηση αποκατάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ανάκτησης της επί χιλιετία πρωτεύουσας του Ελληνισμού Κωνσταντινούπολης, χάριν της ελληνοτουρκικής προσέγγισης στα πλαίσια της Δυτικής Συμμαχίας. Απεναντίας η Τουρκία προώθησε συστηματικά τις επιδιώξεις της στο Αιγαίο, στην Θράκη και στην Κύπρο εκμεταλλευόμενη την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, χάριν της συνοχής του οποίου η Ελλάδα υποχρεωνόταν κάθε φορά να μην αντιδρά στις τουρκικές αυθαιρεσίες και τετελεσμένα.

Το 2003, πάντως, η Τουρκία αρνήθηκε όχι μόνον να συμμετάσχει αλλά έστω και να διευκολύνει την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, και απαγόρευσε την διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων από το έδαφός της. Διότι δεν ήθελε να διαταραχθούν οι σχέσεις της με την αραβική Μέση Ανατολή και διότι δεν ήθελε να προκληθούν αντιδράσεις στο εσωτερικό της, που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το κεμαλικό καθεστώς. Τέλος, διότι η κατάλυση του μπααθικού καθεστώτος του Σαντάμ θα έφερνε στην επιφάνεια-όπως και έγινε-το κουρδικό πρόβλημα, και το πάντα ανοιχτό θέμα απόσχισης των ανατολικών, κουρδικών επαρχιών του τουρκικού κράτους.

Η συμπεριφορά αυτή της Τουρκίας ως υποτιθέμενου συμμάχου της Δύσης έχει ασφαλώς μία ενιαία, βαθύτερη ερμηνεία: H ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Δεν μοιράζεται τις αξίες, τα ιδανικά, την φιλοσοφία του δυτικού κόσμου. Η συμμετοχή της στους δυτικούς θεσμούς δεν βασίζεται σε κοινή αντίληψη του τρόπου οργάνωσης της παγκόσμιας κοινωνίας, αλλά στην επιδίωξη προώθησης των δικών της γεωπολιτικών συμφερόντων. Την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση επίσης βλέπει ως μηχανισμό ανάδειξής της σε ηγεμόνα της Ευρώπης, μέσω του δημογραφικού της μεγέθους και της παρουσίας μουσουλμανικών κοινοτήτων στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις.

Η αμερικανική εμμονή στην γεωστρατηγική αξία της Τουρκίας για την Δύση μπορεί να κλονίσθηκε λόγω της συμπεριφοράς της Τουρκίας στον Πόλεμο του Ιράκ και λόγω των αυτόνομων-και συχνά αντίθετων προς τα δυτικά γεωστρατηγικά συμφέροντα-κινήσεών της, όπως πχ. την προώθηση πυρηνικής συμφωνίας με την Ρωσσία. Αλλά με τον Ομπάμα έχει ανανεωθεί και έχει αποκτήσει μεγαλύτερη διάσταση. Ο Ομπάμα βλέπει την Τουρκία ως μηχανισμό πρόσβασης στον ισλαμικό κόσμο και στην Εγγύς Ανατολή, ως διδακτικό πρότυπο μουσουλμανικής και ταυτόχρονα κοσμικής χώρας, ως γεωπολιτικό αντίβαρο στην ρωσσική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο. Το πρόβλημα στην σύλληψη αυτή είναι ότι παραγνωρίζει την ίδια την φύση της Τουρκίας, μίας ισλαμικής κοινωνίας, που πάσχει από βαθύ πολιτικό διχασμό μεταξύ της κεμαλικής στρατοκρατίας και του θεοκρατικού κυβερνώντος κόμματος. Δηλαδή για να λειτουργήσει η Τουρκία ως λύση και όχι ως μέρος του προβλήματος θα έπρεπε προηγουμένως να έχει επιλύσει στο εσωτερικό της, στην κοινωνική της οργάνωση και στην πολιτική της δομή, την σύγκρουση μεταξύ του ανερχόμενου ισλαμικού φονταμενταλισμού και του κοσμικού καθεστώτος. Η βαθύτερη αντίφαση είναι ότι η μετεξέλιξη της Τουρκίας σε δημοκρατικό καθεστώς δυτικού τύπου θα επέφερε άμεσα την απόσχιση, με δημοκρατικές διαδικασίες, του ημίσεως περίπου της τουρκικής επικρατείας, και ταυτόχρονα την ισλαμοποίηση και των τελευταίων κοσμικών, κεμαλικής προελεύσεως, θεσμών του τουρκικού κράτους. Επομένως η σύλληψη αυτή πάσχει και δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, ούτε καν μεσοπρόθεσμα.

Ο γεωστρατηγικός ρόλος της Ελλάδας

Η οπτική της Δύσης αποτυπώνεται γλαφυρά στην γεωπολιτική θεωρία του Μπρεζίνσκυ (Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΚΑΚΙΕΡΑ). Η παγκόσμια αμερικανική και ευρύτερα δυτική κυριαρχία προϋποθέτει, σύμφωνα με τον Μπρεζίνσκυ, τον έλεγχο της Ευρασίας. Η δυτική κυριαρχία στην Ευρασία διασφαλίζεται, σύμφωνα πάντα με τον Μπρεζίνσκυ, μέσω του ελέγχου ορισμένων γεωπολιτικά κρίσιμων περιοχών και σημείων, που σχηματίζουν ένα οριζόντιο γεωστρατηγικό συνεχές, από την Αδριατική έως την Ιαπωνία. Η απόπειρα των ΗΠΑ να ελέγξουν το Ιράκ και το Αφγανιστάν εντασσόταν στο σχέδιο αμερικανικής κυριαρχίας στην Ευρασία. Αλλά το σχέδιο αυτό υποτίμησε τους θρησκευτικούς-πολιτισμικούς παράγοντες, που ακύρωσαν την βεβιασμένη και σπασμωδική προσπάθεια των ΗΠΑ να επιβάλουν καθεστώτα δυτικού τύπου σε πληθυσμούς με εντελώς διαφορετικές οντολογικές αναφορές.

Ταυτόχρονα απέτυχε η προσπάθεια γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής περικύκλωσης της Ρωσσίας στην Ανατολική Ευρώπη και στον Καύκασο. Η Ρωσσία αντέδρασε στην προσπάθεια εξουδετέρωσής της με μεγάλη γεωπολιτική αντεπίθεση, με κύριο όπλο την ενέργεια. Με τα τεράστια ενεργειακά της αποθέματα δημιούργησε μηχανισμούς γεωπολιτικής επιρροής στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ασία. Ταυτόχρονα συνέτριψε στρατιωτικά την αμερικανοκρατούμενη Γεωργία, ανέτρεψε τους αμερικανικούς σχεδιασμούς στην Ουκρανία και αναθέρμανε τους δεσμούς της στα Βαλκάνια. Επεχείρησε δε την δημιουργία ειδικής σχέσης με την Ελλάδα, όχι μόνον σε ενεργειακό αλλά και γεωστρατηγικό επίπεδο. Ο δε ρωσσικός στόλος επανεμφανίσθηκε στην Αδριατική.

Σε αυτό το πλαίσιο, επανεμφανίζονται οι μακρο-ιστορικές σταθερές της ελληνικής γεωπολιτικής πραγματικότητας:

α. Η Ελλάδα παραμένει το όριο μεταξύ του Δυτικού Κόσμου και του Ανατολικού Δεσποτισμού. Γεγονός που είχε υποβαθμισθεί επί Ψυχρού Πολέμου, αλλά επανεμφανίσθηκε με την αναζωπύρωση των συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή και την αποκάλυψη της μη δυτικής τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

β. Η Ελλάδα αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ της αγγλοσαξονικής και της ρωσσικής σφαίρας επιρροής. Η προϊούσα απομείωση της αμερικανικής επιρροής δεν πρόκειται όμως να δημιουργήσει γεωπολιτικό κενό, ούτε θα επιτρέψει στην Ρωσσία να ελέγξει γεωστρατηγικά την Ανατολική Μεσόγειο. Το πιθανότερο είναι μία μεικτή αμερικανοβρεταννική ή ευρωπαϊκή-βρεταννική ή και αμιγής βρεταννική(αν αυτό είναι λογισμικά εφικτό για την σημερινή Αγγλία) παρουσία στην περιοχή, που θα αποτρέψει την ρωσσική κάθοδο στο Αιγαίο.

γ. Η αμερικανική γεωπολιτική επιρροή στην Ελλάδα συναρτήθηκε με την ψυχροπολεμική πραγματικότητα και τις γεωστρατηγικές της αναγκαιότητες. Στην πραγματικότητα, ο άξονας Ουάσινγκτων-Αθήνα δεν μπορεί να λειτουργήσει στις σημερινές συνθήκες χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς. Ο νέος άξονας θα είναι ο άξονας Ουάσινγκτων-Λονδίνο-Βρυξέλλες-Αθήνα-Λευκωσία.

δ. Η Ελλάδα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει γεωστρατηγικό άλμα προς την Ρωσσία, όπως εισηγούνται διάφοροι αναλυτές, χωρίς να υπάρχει συναίνεση της Δύσης. Το 1854 και το 1944, που επιχειρήθηκε αυτό με διαφορετικό τρόπο και υπό διαφορετικές συνθήκες, η αντίδραση της Δύσης ήταν εξαιρετικά βίαιη. Η όποια συνεργασία με την Ρωσσία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον στο πλαίσιο μίας ευρύτερης γεωστρατηγικής προσέγγισης της Ρωσσίας με το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι προϋποθέσεις για την εκπλήρωση του αναμένοντος κάποιον να τον υποδυθεί ρόλου

Ποιoς μπορεί να είναι ο γεωπολιτικός και γεωστρατηγικός ρόλος της Ελλάδας στον μετα-ψυχροπολεμικό κόσμο; Η απάντηση προκύπτει από το ιστορικό γεγονός ότι η Ελλάδα υπήρξε ιδρυτικό στοιχείο του Δυτικού Πολιτισμού και προκεχωρημένο φυλάκιο έναντι του ασιατικού δεσποτισμού. Για να ανταπεξέλθει η Ελλάδα στον ρόλο αυτόν, για να συνεχίσει να αποτελεί το άκρο του Δυτικού Πολιτισμού στην άκρη της Ευρώπης, απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

α. η δημογραφική επιβίωση και αναπαραγωγή του Ελληνικού πληθυσμού, διότι η υποκατάστασή του από μεταναστευτικές μουσουλμανικής προελεύσεως ομάδες θα μεταβάλει την Ελλάδα σε προέκταση της Ανατολίας και εκ των πραγμάτων το όριο Δύσης-Ανατολής θα μετατοπισθεί στην Ιταλική Χερσόνησο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της πραγματικής(και όχι εικονικής)ενίσχυσης των γεννήσεων και της μητρότητας, και ταυτόχρονα μέσω της δημιουργίας ενός αποτελεσματικού μηχανισμού αναχαίτισης της λαθρομετανάστευσης. Χωρίς αυτά τα δύο μέτρα, η Ελλάδα σε λίγες δεκαετίες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δημογράφων, θα είναι μία χώρα με πλειοψηφία μουσουλμανικού πληθυσμού.

β. η αμυντική θωράκιση της Κύπρου, του Αιγαίου και της Θράκης, διότι κάθε γεωστρατηγική προώθηση της Τουρκίας προς Δυσμάς σημαίνει και αντίστοιχη γεωπολιτική συρρίκνωση του Δυτικού Κόσμου.

γ. ριζικός εκσυγχρονισμός του Ελληνικού Κράτους, διότι ένα διεφθαρμένο και ανίκανο κράτος δεν μπορεί να επιτελέσει απολύτως κανέναν γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό ρόλο.

δ. καθιέρωση ειδικής σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό τον όρο της άμεσης απόσυρσης των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, της άρσης της απειλής πολέμου στο Αιγαίο, του τερματισμού του τουρκικού επεκτατισμού και αναθεωρητισμού και της αναγνώρισης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

ε. για να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω απαιτείται ριζική αντικατάσταση του σημερινού τριτοκοσμικού και χρεωκοπημένου πολιτικού προσωπικού της χώρας από μία να ιθύνουσα τάξη, που θα συμπεριλαμβάνει τα καλύτερα στοιχεία της Ελληνικής κοινωνίας και της Ομογένειας, και θα χαρακτηρίζεται από εντιμότητα, δημοκρατικό πατριωτισμό και ανιδιοτέλεια, υπευθυνότητα και ρεαλισμό, καθώς και επίγνωση της διεθνούς πραγματικότητας.

* Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης, Πρόεδρος των ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ

.

(868) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *