Παρέμβαση πανεπιστημιακών για τα Θρησκευτικά

Αθήνα, 3 Ιουνίου 2009

Προς

τον Αξιότιμον Υπουργόν

Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων

Κύριον Άρην Σπηλωτόπουλο

Κύριε Υπουργέ,

Παρά τις προσπάθειες των εμπλεκομένων αρχών και προσώπων, οι ασάφειες και οι διισταμένες απόψεις γύρω από το μάθημα των θρησκευτικών συνεχίζονται. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στην άγνοια ή μη προσεκτική μελέτη των αποφύσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και των προβλημάτων που δημιουργούν.

Για τον λόγο αυτό θεωρήσαμε χρήσιμο μια ομάδα πρωτοβουλίας επιστημόνων (μη θεολόγων) να διευκρινίσουμε ορισμένες πλευρές, ώστε ο διάλογος να μη είναι παράλληλος μονόλογος, και συγχρόνως να προτείνουμε αυτό που θεωρούμε αναγκαία εποικοδομητική λύση του ζητήματος. Με αυτόν τον τρόπο ούτε θα υπάρχει αντίθεση προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ούτε θα τίθεται εν αμφιβόλω ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος.

Με τιμή

Εκ μέρους της ομάδας πρωτοβουλίας πανεπιστημιακών καθηγητών

Νικήτας Αλιπράντης

τ. Καθηγητής Νομικής, Παν/μιο Θράκης

ομ. Καθηγητής Νομικής, Παν/μιο Στρασβούργου

Τερέζα Βολαλά-Πεντζοπούλου

ομ Καθηγήτρια Φιλοσοφικής Σχολής, Παν/μιο Θεσσαλονίκης, αντ. μέλος Ακαδημίας Αθηνών

Μαριάνος Καράσης

ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής, Παν/μιο Θεσσαλονίκης

αντ. μέλος Ακαδημίας Αθηνών

Ιωάννης-Σεραφείμ Μαρκαντώνης

ομ. Καθηγητής Παιδαγωγικής, Παν/μιο Αθηνών

Πρόεδρος Φιλολογικού ΣυλΛόγου Παρνασσός

Ιωάννης Πανούσης

Καθηγητής Εγκληματολογίας Παν/μιο Αθηνών

πρ. Πρύτανης Δημοκρίτειου Παν/μιου Θράκης

Εμμανουήλ Σαρρής

Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, Παν/μιο Θράκης

αντ. μέλος Ακαδημίας Αθηνών

Μερόπη Σπυροπούλου

ομ. Καθηγήτρια Οδοντιατρικής, Παν/μιο Αθηνών

τ. βουλευτής Επικρατείας

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Το μάθημα των θρησκευτικών

(το πρόβλημα και η λύση του)

Το μάθημα των θρησκευτικών δεν αφορά μόνο τους θεολόγους, ούτε ίσως μερικούς ειδικευμένους νομικούς. Αφορά όλη την ελλαδική κοινωνία, Έλληνες και μη. Το κείμενο αυτό προέρχεται από ομάδα πρωτοβουλίας επιστημόνων εκπροσώπων όλων σχεδόν των επιστημών, πλην της θεολογίας1. Σκοπό έχει να διευκρινισθούν καίριες πλευρές του θέματος, να αξιολογηθούν κριτικά ορισμένες απόψεις και αποφάσεις, και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, ΕΔΔΑ), και να διατυπωθεί λύση για το μάθημα,

Α. Το μάθημα των θρησκευτικών και τα προβλήματα της απαλλαγής.

Είναι γνωστό ότι οι διαδοχικές εγκύκλιοι του Υπουργείου Παιδείας του 2008 έχουν δημιουργήσει το ερώτημα: το δικαίωμα απαλλαγής αφορά μόνο τους μη ορθοδόξους χριστιανούς ή όλους; Από την πλευρά τους ο Συνήγορος του Πολίτη και η Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχουν ταχθεί από το 2002 υπέρ της δεύτερης εκδοχής με απλή επίκληση λόγων συνειδήσεως των γονέων (η Αρχή αυτή κάνει λόγο και για λόγους πεποιθήσεων). Είναι σημαντικό εν πρώτοις να επισημανθούν τα χαρακτηριστικά του μαθήματος που

θεωρείται ότι δικαιολογούν την δεύτερη άποψη.

1. Συνηθέστατα λέγεται ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι στην Ελλάδα ομολογιακό και σ’ αυτόν τον χαρακτήρα του θεμελιώνεται το δικαίωμα απαλλαγής. Εδώ χρειάζονται μερικές διευκρινίσεις ώστε να αποφεύγονται οι πρόχειρες γενικεύσεις. Είναι γεγονός ότι στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη που γνώρισε τις μακραίωνες διαμάχες ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, όπου και όταν επικρατούσε μια μερίδα εγίνοντο οι περιβόητες «ομολογίες πίστεως» που ήταν η δημόσια παραδοχή της διδασκαλίας εκείνης.

Από τότε στις ρωμαιοκαθολικές και στις προτεσταντικές κοινότητες μοιραία το μάθημα απέκτησε αυστηρό ομολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα, απέβλεπε δηλαδή στο να κάνει τους μαθητές καλούς προτεστάντες (λουθηρανούς, καλβινιστές κλπ,) ή καλούς ρωμαιοκαθολικούς, μ’ άλλα λογία πιστά μέλη της κάθε εκκλησίας. Έτσι π.χ. μετά την επικράτηση του λουθηρανισμού στην Νορβηγία το μάθημα των θρησκευτικών έγινε καθαρά ομολογιακό, γι’ αυτό και προβλέφθηκε εδώ και περίπου 150 χρόνια η απαλλαγή από αυτό των μη λουθηρανών μαθητών.

2. Στην Ανατολή, αντιθέτως, η ορθόδοξη πίστη υπήρξε πάντα (μετά την εικονομαχία) στοιχείο ενότητας των χριστιανικών πληθυσμών. Επομένως ο λεγόμενος ομολογιακός της χαρακτήρας (ο όρος είναι άγνωστος στο ελληνικό λεξιλόγιο) δεν έχει το ίδιο ιστορικό βάρος με τον αντίστοιχο δυτικοευρωπαϊκό όρο. Γι’ αυτό και το μάθημα των θρησκευτικών δεν έχει αφ΄ εαυτού τον ομολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα που έχει στη δυτική Ευρώπη. Βεβαίως υπήρξαν στην Ελλάδα, από τον 19ο αιώνα, δυτικοευρωπαϊκές επιδράσεις που αλλοίωσαν το μάθημα επί μακρόν, με κατάληξη το αφηρημένο και αρνητικά ιδεολογικά φορτισμένο σχήμα του λεγόμενου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.

Σήμερα όμως το μάθημα εκθέτει την ορθόδοξη πίστη που είναι μια αναντίρρητη διάσταση της ελληνικής ιστορικής συνείδησης και παρέχει γνώσεις και αντικειμενικές πληροφορίες για τα άλλα θρησκεύματα και ομολογίες. Με άλλα λόγια έχει κατά βάση γνωστικό και όχι κατηχητικό χαρακτήρα, δεν επιδιώκει δηλαδή την αποδοχή από τους μαθητές της διδασκαλίας αυτής, αυτό που το ΕΔΔΑ αποκαλεί endoctrinement και ορθά επικρίνει κατά πάγια νομολογία.

Η πείρα όλων πιστών και μη, μαρτυρεί ότι γενικά τα ελληνόπουλα δεν γίνονται συνειδητοί χριστιανοί με και από το σχολικό μάθημα των θρησκευτικών. Απλώς αυτό είναι στοιχεία της παιδείας τους. Το αν θα την δεχθούν ή όχι, αυτό είναι αποτέλεσμα άλλων παραγόντων. Αν δεν υπήρχε το μάθημα αυτό, θα είχε δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό παιδείας, όπως συνέβη στη Γαλλία, όπου από το 1905 καταργήθηκε κάθε θρησκευτική εκπαίδευση και οι νεαροί γάλλοι αγνοούσαν και την ύπαρξη του προσώπου του Ιησού Χριστού.

3. Η ασάφεια και οι αντιγνωμίες στην Ελλάδα προέρχονται πρώτ’ απ’ όλα από το ζήτημα αν για την εξαίρεση μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών απαιτείται δικαιολόγηση ή αρκεί απλή επίκληση λόγων συνειδήσεως (οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση το μάθημα μετατρέπεται κατ’ ουσίαν σε προαιρετικό, η δε άποψη άτι εξακολουθεί να έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα μόνο ως παιχνίδι λέξεων μπορεί να χαρακτηρισθεί.

Στο ζήτημα αυτό η θέση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι ξεκαθαρισμένη και ομόφωνη. Το θέμα της δικαιολόγησης ή μη της αίτησης απαλλαγής δίχασε πρόσφατα το Δικαστήριο σε μια σημαντική νορβηγική υπόθεση (Folgero). Το δικαστήριο, με οριακή πλειοψηφία (9 προς 8), δέχθηκε ότι η απαίτηση δικαιολόγησης είναι αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, ΕΣΔΑ). Με την απόφαση αυτή: το Δικαστήριο εμφανίσθηκε ασυνεπές προς τις δικές του ερμηνευτικές αρχές. Διότι, κατά την ΕΣΔΑ, το Κράτος υποχρεούται να παρέχει εκπαίδευση, αλλά και να σέβεται, στην εκπαιδευτική διαδικασία, τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων. Το ΕΔΔΑ διασαφήνισε ήδη από το 1982 ότι «ο όρος ‘πεποιθήσεις’ δεν είναι συνώνυμος με απλές γνώμες ή ιδέες. Αναφέρεται σε απόψεις που έχουν ένα βαθμό ισχύος, σοβαρότητας, συνοχής και σημαντικότητας».

Είναι σαφές ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει, κατά περίπτωση, αν υπάρχουν «πεποιθήσεις» με τα αναφερθέντα κριτήρια, θα πρέπει η αίτηση απαλλαγής να περιέχει κάποια δικαιολόγηση. Εν τούτοις στην απόφαση Folgero το Δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει αν υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν «πεποιθήσεις». Και δέχθηκε μεν ότι «οι γονείς δεν είχαν υποβληθεί στην υποχρέωση να κοινοποιήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις ως τέτοιες» αλλά πρόσθεσε – κατά τρόπο αντιφατικό -ότι «ο κίνδυνος να αισθανθούν οι γονείς αναγκασμένοι να αποκαλύψουν ενδόμυχες (sic) πλευρές των θρησκευτικών και φιλοσοφικών τους πεποιθήσεων ενυπήρχε αναγκαία» στην απαίτηση δικαιολόγησης της αίτησης απαλλαγής!

4. Αυτά σημαίνουν ότι η νομική κατάσταση σχετικά με την απαλλαγή είναι συγκεχυμένη και αμφισβητούμενη και στην ‘μεγάλη’ Ευρώπη. Πάντως η απλή επίκληση λόγων “συνειδήσεως” – που αρκεί κατά τον Συνήγορο του Πολίτη – δεν είναι ταυτόσημη με την επίκληση «πεποιθήσεων», σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ. Διότι η «συνείδηση» εμπεριέχει πολλούς βαθμούς αυτεπίγνωσης, από την βαθύτερη μέχρι την πιο επιφανειακή, και επομένως είναι ως έννοια ελαστικότερη και ευρύτερη από τις «πεποιθήσεις».

Εκτός αυτού στο θέμα απαλλαγής από το μάθημα η αποφατική δήλωση πεποιθήσεων (του τύπου «δεν ανήκω στην τάδε κοινότητα») δεν είναι ούτε θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ίσης νομικής βαθύτητας και σημασίας με την θετική δήλωση οποιουδήποτε περιεχομένου. Διότι εάν για την απαλλαγή από το μάθημα απορριφθεί με απόλυτη συνέπεια και η απαφατική μη γνωστοποίηση πεποιθήσεων θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι και μόνο το γεγονός της αίτησης απαλλαγής σημαίνει καθ΄ εαυτό ότι ο αιτών δεν έχει τις πεποιθήσεις που διδάσκονται στο μάθημα και άρα συνιστά, εμμέσως πλην σαφώς, αρνητική γνωστοποίηση πεποιθήσεων. Και το άτοπο συμπέρασμα θα μπορούσε να είναι ότι κάθε αίτηση απαλλαγής αποκλείεται! Ιδού τα προβλήματα που δημιουργεί ήδη στο επίπεδο του ΕΔΔΑ το θέμα της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών.

5. Εδώ πρέπει να επισημανθεί μία σημαντική ατέλεια της ίδιας της ΕΣΔΑ: Αναγνωρίζει αποκλειστικά στους γονείς το δικαίωμα να προσδιορίζουν την θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις και αγνοεί τελείως την θέληση των ίδιων των παιδιών. Τελικά, η ρύθμιση αυτή, ούτε την ελευθερία συνειδήσεως υπηρετεί, αφού ο γονέας είναι ενδεχόμενο να την προσβάλει στο πρόσωπο του παιδιού, προβάλλοντας τη δική του κοσμοθεωρία.

Συμφωνότερο με τα δικαιώματα του ανθρώπου θα ήταν αν το δικαίωμα των γονέων να ζητήσουν εξαίρεση αναγνωριζόταν με την επιφύλαξη ότι ο μαθητής δεν θα εκφράσει αντίθετη θέληση, δηλαδή, την θέληση να παρακολουθήσει το μάθημα των θρησκευτικών. Μία εγκύκλιος που θα ελάμβανε υπόψη αυτή τη θέληση του μαθητή, δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί αντίθετη προς την ΕΣΔΑ.

Β. Το θρησκειολογικό μάθημα ως μη λύση.

Από διάφορες κατευθύνσεις προτάθηκε η αντικατάσταση του μαθήματος των θρησκευτικών όπως διδάσκεται σήμερα με τη διδασκαλία των ανά τον κόσμο θρησκευμάτων. Η πλέον ακραία πρόταση θέλει την αξιολογικά πλήρως ουδέτερη ισοπέδωση – χάριν «αντικειμενικότητας» – όλων των θρησκευμάτων, μια δεύτερη επιφυλάσσει απλώς κάποια ιδιαίτερη αναφορά στον χριστιανισμό και/ή στην ορθοδοξία.

Δεν θα σχολιασθεί η ευκολία με την οποία Έλληνες είναι πρόθυμοι να διαγράψουν ή να συρρικνώσουν ένα αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής ιστορικής αυτοσυνειδησίας, προβάλλοντας τις δικές τους προσωπικές απορριπτικές θέσεις και χωρίς αυτό να επιβάλλεται από νομική άποψη.

1. Η πρόταση αυτή είναι δημοκρατικά διαβλητή για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων, ανεξάρτητα από τον πολιτικό τους προσανατολισμό, δέχεται την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Ειδικότερα:

-Πρώτον, προδίδει επικίνδυνη, αν μη και υστερόβουλη, παιδαγωγική άγνοια, έστω και αν – ή ακριβώς επειδή! – προέρχεται ή εμπνέεται από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης (την Κοινοβουλευτική Συνέλευση ή την ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας). Κι αυτό γιατί είναι φανερό ότι η εγκεφαλική περιήγηση στον δαιδαλώδη κόσμο των ανά τον κόσμο θρησκευμάτων και φιλοσοφικο-θρησκευτικών θεωριών μόνο σύγχυση και «ταραχήν εν κρανίω» θα προκαλούσε στους νεαρούς μαθητές. Όπως επισημαίνει έμπειρος παιδαγωγός «αν δεν θεωρητικολογούμε κι αν θέλουμε να έχουμε παιδευτικά αποτελέσματα, θα πρέπει να διδάξουμε τις αρχές και τα διδάγματα μιας συγκεκριμένης θρησκείας, αλλιώς 8α οδηγηθούμε σε γενικόλογες και δυσπρόσιτες φιλοσοφικές περί ηθικής θεωρίες ατόμων ή σε ξηρές περιγραφές των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων και μορφών λατρείας».

-Δεύτερον, επιδιώκοντας μέσα από την θρησκευτική αγωγή, την αξιολογικά «αντικειμενική» και πλήρη εξίσωση των θρησκειών «με κάθε ουδετερότητα», η άποψη αυτή δείχνει να μη συνειδητοποιεί ότι και αυτή η θέση έχει δεδομένο αξιολογικό και ιδεολογικό χαρακτήρα, όπως και κάθε άποψη σχετική με τις θρησκείες.

-Τρίτον, συγχέει τον αναγκαίο εκπαιδευτικό πλουραλισμό με την ισοπεδωτική μεταχείριση όλων των θρησκειών και την αντιμετώπιση τους, στην καλλίτερη περίπτωση κυρίως ως φορέων (ηθικών) αξιών παραγνωρίζοντας τον θεμελιακό υπαρξιακό τους χαρακτήρα. Θεωρεί επί πλέον ότι με το θρησκειολογικό μάθημα θα ενισχύεται η ανεξιθρησκία και το δημοκρατικό φρόνημα στις πλουραλιστικές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Ίσως αυτό να έχει κάποια βάση για κάποιες χώρες. Σε χώρες πάντως όπως η Ελλάδα, το μάθημα των θρησκευτικών δεν εξέθρεψε ποτέ μισαλλοδοξία και φανατισμό και επομένως η δημοκρατική «κατήχηση» μέσω του θρησκειολογικού μαθήματος δεν έχει θέση.

2. Τέλος, το θρησκειολογικό μάθημα, με βάση το θρησκευτικό Φαινόμενο γενικά και τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου και με ιδιαίτερη αναφορά στον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία προτείνεται από μερικούς θεολόγους. Επικαλούνται γι΄ αυτό «τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα» (sic) και νομίζουν ότι έτσι θα εξασφαλισθεί ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του για όλους τους μαθητές. Ίσως η σκέψη αυτή εξηγεί την εύκολη υιοθέτηση των επιχειρημάτων υπέρ του θρησκειολογικού μαθήματος και την εύκολη αποδοχή περιθωριοποίησης της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς, και μάλιστα οπό θεολόγους, χωρίς, όπως ελέχθη, αυτό να επιβάλλεται νομικά.

Όσον αφορά την διασφάλιση του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος, δηλαδή την κατάργηση της απαλλαγής απ’ αυτό, η προαναφερθείσα απόφαση Folgero έδωσε στην άποψη αυτή τη χαριστική βολή. Ας σημειωθεί ότι στην Νορβηγία με την μεταρρύθμιση του 1999 το μάθημα απέβαλε τον λουθηρανικό-κατηχητικό χαρακτήρα και απέκτησε γνωστικό θρησκειολογικό χαρακτήρα που επεκτάθηκε μάλιστα και στη φιλοσοφία- Απλώς προβλέφθηκε για τον διδάσκοντα να λαμβάνει ως αφετηρία την λεγόμενη ρήτρα του χριστιανικού προσανατολισμού της διδασκαλίας.

Συγχρόνως προβλέφθηκε η δυνατότητα να απαλλαγεί ένας μαθητής από τα τμήματα εκείνα της διδασκαλίας για τα οποία οι γονείς του κρίνουν ότι αντιστοιχούν σε άλλη θρησκεία ή φιλοσοφία ζωής απ΄ αυτήν των ιδίων. Το ΕΔΔΑ στην απόφαση Folgero αρνείται και αυτήν την μερική απαλλαγή από το κατά Βάση θρησκειολογικό μάθημα και απαιτεί την ολική απαλλαγή εφ’ όσον επιφυλάσσεται κάποια ιδιαίτερη θέση σε μία θρησκεία (εν προκειμένω στην χριστιανική).

3. Χαρακτηριστικό των ισοπεδωτικών αντιλήψεων που τείνουν να επικρατήσουν στο ΕΔΔΑ ως προς την θρησκευτική αγωγή είναι το εξής: Στην νεότερη απόφαση Ζengin 5 – έστω και αν αυτή αφορούσε το ειδικό τουρκικό νομικό καθεστώς – το Δικαστήριο παραπέμπει σε έκθεση για την Τουρκία της ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας (ECRI)16, την οποία υιοθετεί (παρ, 74). Στην έκθεση αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι «εάν πρόκειται πράγματι για μάθημα που αφορά τους διάφορους νομικούς πολιτισμούς, δεν θα είχε θέση ο περιορισμός του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μόνο στους μουσουλμάνους». Μ΄ άλλα λόγια το Δικαστήριο περιβάλλει με το κύρος του την ακραία ισοπεδωτική αντίληψη ότι μόνο στο «απόλυτα ουδέτερο» θρησκειολογικό μάθημα δικαιολογείται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας για όλους.

Το καίριο όμως ερώτημα, από την άποψη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που θέτει η αντίληψη αυτή είναι: θα μπορούσε να επιβληθεί ως υποχρεωτικό ένα μάθημα που θα περιοριζόταν σε μια ουδέτερη και άνευρη περιγραφή των ανά τον κόσμο θρησκειών, χωρίς δυνατότητα απαλλαγής για όσους δεν συμφωνούν με την απόλυτα ισοπεδωτική μεταχείρισή τους; Για όποιον έχει ουσιαστική ευαισθησία για τα δικαιώματα του ανθρώπου η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.

Το συμπέρασμα είναι κατ’ ανάγκην ότι ούτε το θρησκειολογικό μάθημα (με κάποια ειδική αναφορά σε μία θρησκεία) ούτε το «απόλυτο» θρησκειολογικό μάθημα εξασφαλίζουν τον υποχρεωτικό του χαρακτήρα. Για όλους αυτούς τους λόγους η λύση είναι αναγκαίο να αναζητηθεί σε ένα μάθημα που θα εστιάζεται όχι σε μία θρησκεία ως θρησκεία – με ό,τι αυτή εμπεριέχει ως προσωπικά «πιστεύω» -, αλλά σε μία συγκεκριμένη θρησκευτική κληρονομιά, εν προκειμένω την ορθόδοξη χριστιανική, ως αντικειμενικό δεδομένο. Έτσι το μάθημα δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε μάθημα ούτε θρησκειολογικό αυτέ πολιτισμικό, πράγμα που θα το εξέτρεπε από το καθ’ αυτό αντικείμενο του.

Γ. Η πρόταση:

Μάθημα ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς (ως οικουμενικό μήνυμα).

1. Αφετηρία της πρότασης είναι ένα γεγονός ανεπίδεκτο αμφισβητήσεως: η Πολιτεία, κάθε Πολιτεία – εννοούμε δημοκρατικά καθεστώτα – στην παιδευτική της αποστολή, έχει την εξουσία και την υποχρέωση να διδάσκονται τα παιδιά, που φοιτούν στα σχολεία της χωράς, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ιδιοπροσιωπία της χώρας, στο πλαίσιο της παρεχόμενης γενικότερης παιδείας. Η εξουσία και η υποχρέωση αυτή είναι αναφαίρετες και αναπαλλοτρίωτες και δεν έχουν καμία σχέση με το σύστημα σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας-θρησκείας. Επί πλέον κανένα διεθνές όργανο δεν μπορεί να τις θίξει όσο υπάρχουν επί μέρους Πολιτείες με συνείδηση της παιδευτικής τους αποστολής.

Στοιχείο συστατικό της ιδιοπροσωπίας της Ελλάδας είναι η ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά και επομένως αυτή ως μάθημα θα πρέπει να είναι στοιχείο του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως στο μάθημα της ιστορίας δίδεται προτεραιότητα στην ελληνική ιστορία, κατά τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο θα διδάσκεται η ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά ως τέτοια. Εδώ είναι θέμα πνευματικής ευθύτητας και εντιμότητας να αναχθούν όλοι υπεράνω των οποιωνδήποτε προσωπικών τους αντιλήψεων και να δεχθούν αυτό το αναμφισβήτητο αντικειμενικό δεδομένο, και όχι να κάνουν τα προσωπικά τους “πιστεύω”» ανομολόγητο όχημα για την υποστήριξη λύσεων για το εξεταζόμενο θέμα.

Το μάθημα, αναμορφωνόμενο, θα παρέχει, σε γλώσσα λιτή και χωρίς θεολογικές κατασκευές, τις αναγκαίες γνώσεις για όλα τα στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής φυσιογνωμίας, παραλείποντας λεπτομέρειες που δεν έχουν σχέση μ’ αυτήν, θα έχει ως κύριο περιεχόμενο τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής πίστης όχι ως θρησκείας αλλ’ ως συστατικού της ορθόδοξης κληρονομιάς και παράδοσης. Θα αναφέρεται και στις ποικίλες πολιτιστικές της εκφάνσεις κατά τρόπο συγκεκριμένο από τη βυζαντινή εποχή μέχρι σήμερα, χωρίς εξωραϊσμούς και συγκαλύψεις, δηλαδή με πνεύμα κριτικό.

Εννοείται ότι θα έχει διευρυμένο χαρακτήρα, όπως άλλωστε έχει και σήμερα, και θα παρέχει αντικειμενικές πληροφορίες και επαρκείς γνώσεις για την φυσιογνωμία των άλλων χριστιανικών ομολογιών (ρωμαιοκαθολικισμού και των διαφόρων εκδοχών του προτεσταντισμού) και των άλλων θρησκευτικών παραδόσεων, με τον αναγκαίο σεβασμό προς αυτές αλλά και επισημαίνοντας με νηφαλιότητα.

2. Με τα χαρακτηριστικά αυτά το μάθημα της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς θα διδάσκεται ως υποχρεωτικό μάθημα για όλους τους μαθητές που φοιτούν σε ελληνικά σχολεία, και για τα παιδιά των μεταναστών οποιασδήποτε προέλευσης. Είναι στοιχειώδες – και δεν αποτελεί έλλειψη σεβασμού προς οποιεσδήποτε παραδόσεις ή πεποιθήσεις -, αφού διαμένουν στη χώρα μας, να μαθαίνουν ό,τι έχει σχέση με το περιβάλλον, θρησκευτικό και πολιτιστικό, στο οποίο ζουν. Βλέπουν εκκλησίες, εικόνες, όπως βλέπουν αρχαία μνημεία- είναι φυσικό και αναγκαίο να γνωρίζουν τι σημαίνουν όλα αυτά και ποιας παράδοσης είναι δημιουργήματα. Εάν ένας Έλληνας διέμενε π.χ. στην Ινδία, δεν θα ήταν φυσικό τα παιδιά του να μάθουν στο σχολείο ό,τι αφορά τις ινδικές θρησκευτικές παραδόσεις για να συνειδητοποιούν, αν μη τι άλλο, το περιβάλλον όπου θα ζούσαν; Είναι γνωστό ότι πολλοί Έλληνες ισραηλίτες γονείς ήθελαν και θέλουν τα παιδιά τους να παρακολουθούν το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία μας, άσχετα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, ακριβώς για να γνωρίζουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν.

Εξάλλου είναι γνωστό ότι την δική του παράδοση μπορεί καλλίτερα να συνειδητοποιήσει κανείς όταν γνωρίζει και άλλες παραδόσεις΄ και αντίστροφα μόνο όταν γνωρίζει κανείς καλά την ιδιοπροσωπία της χώρας του θα μπορεί καλλίτερα να καταλάβει ξένες θρησκευτικές και πολιτιστικές παραδόσεις και να τις παραβάλει με τις δικές του. Η γνώση επομένως της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς όχι μόνο δεν αντιτίθεται στις απαιτήσεις του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας αλλ’ ακριβώς τις θεμελιώνει. Γι’ αυτό και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του οχι μόνο δεν αναιρεί, αλλ’ επισφραγίζει τον σεβασμό των οποιωνδήποτε διαφορετικών πεποιθήσεων. Κι αυτό, τόσο περισσότερο όσο ο ελληνικός χώρος ήταν πάντα ανοικτός σε ξένα ερεθίσματα και έχει γνωρίσει στη ιστορική του πορεία μακρά συνύπαρξη με αλλόφυλους κα αλλόθρησκους.

3. Άλλωστε η ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Ελλάδος και του ευρύτερου ελληνικού χώρου. Είναι κοινή στη Μ. Ανατολή, τη Ρουμανία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρωσία, Γεωργία. Δεν γέννησε μόνο τους Έλληνες Πατέρες και αγίους αλλά, μεταξύ πλείστων άλλων, τον Ισαάκ τον Σύρο από το Κατάρ, που τον 7ο αιώνα προσδιόρισε τον λεπτότατο εξανθρωπισμό του ανθρώπου γράφοντας ότι έγκειται στο να «καίγεται η καρδιά του για όλη την κτίση, για τους ανθρώπου και τα ζώα… Από τη μεγάλη συμπόνια, η καρδιά του γίνεται ταπεινή και δεν μπορεί να αντέξει να ακούσει ή να δει να βλάπτεται ή να λυπάται, έστω και λίγο, ένα οποιοδήποτε πλάσμα»(Λόγος 81, 7).

Αυτή η κληρονομιά17 – είναι γενικά γνωστό – αποτελεί τον αντίποδα κάθε «μισαλλοδοξίας και σκοταδισμού» είναι ό,τι πιο οικουμενικό ανθρωπιστικό μήνυμα μπορεί να δοθεί στους μαθητές των ελληνικών σχολείων και δεν προσβάλλει τις οποιεσδήποτε πεποιθήσεις γονέων. Σε αυτόν τογ οικουμενικό πλούτο και της ορθόδοξης κληρονομιάς παραπέμπει με τα σημαδιακά του λόγια ο Οδυσσέας Ελύτης: «Είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγίνουμε οι Έλληνες Ευρωπαίοι. Με το να συνεισφέρουμε και όχι να δανειζόμαστε… Με σεβασμό προς τις κατακτήσεις των άλλων, αλλά και με τη συνείδηση του πλούτου που ένας κρυφός αγωγός εκχύνει αδιάκοπα μέσα μας».

Παραπομπές:

1. Ο λόγος αυτής της εξαίρεσης έγκειται στο ότι η συμμετοχή των θεολόγων θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε λόγους προάσπισης επαγγελματικών συμφερόντων.

2. Ήδη από το έτος 1976, στην απόφαση Kjelasen, Busk Madsen και Pedersen. Ο όρος endocrtrinement θα μπορούσε να αποδοθεί ελληνικά ως προσηλυτιστική κατήχηση ή ως επηρεασμός και εγκλωβισμός οε μία διδασκαλία.

3. Χαρακτηριστικά έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης ότι νεαρός, που είδε σε προβαλλόμενη ταινία στην τηλεόραση την μορφή του Χριστού, ερώτησε: «Ποιος είναι αυτός ο κύριος;» Αυτό δεν είναι έλλειψη πίστης, είναι απλώς απαδευσία.

4. Αν εξαιρεθεί ένα σημείο το οποίο με βεβαιότητα θεωρείται αντίθετο με την ΕΣΔΑ, δηλαδή όταν η απαλλαγή επιτρέπεται με την θετική δήλωση άλλου θρησκεύματος από το διδασκόμενο, όπως στην υπόθεση Ζengin κατά Τουρκίας, απόφαση 9 Οκτωβρίου 2007, όπου η απαλλαγή προβλεπόταν για τους χριστιανούς και ισραηλίτες (chretiens et juifs).

5. Απόφαση Folgero κατά Νοοβηγίας {διευρυμένη σύνθεση, Grande Chambre), 29 Ιουνίου 2007.

6. Άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

7. Απόφαση Campbell et Cosans, 25 Φεβρουαρίου 1982 (νομολογία παγιωθείσα),

8. Πράγματι, κατά τον νορβηγικό νόμο, θα ασκούσε π δήλωση ότι δεν ανήκουν στη λουθηρανική Εκκλησία.

9. Η μειοψηφία των 8 δικαστών εκτενώς επεσήμανε τις νομικές αδυναμίες της απόφασης.

10. Ερμηνεύοντας το όρθρο 9 (ελευθερία συνειδήσεως και θρησκείας) της ΕΙΔΑ το ΕΔΔΑ αναγνώρισε το δικαίωμα μη γνωστοποίησης, και αποφατικά, της θρησκείας (Απόφαση Αλεξανδρίδη κατά Ελλάδος, 21 Φεβρουαρίου 2006). Ας μη παραγνωρίζεται; όμως, ότι αυτό έγινε σε υπόθεση δικαστικού όρκου, όπου επρόκειτο για άσκηση αυτοτελούς δικαιώματος, και όχι για άρση έννομης υποχρέωσης εκπαίδευσης) που είναι κατ’ ουσίαν το λεγόμενο δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα. Περαιτέρω ανάπτυξη του θέματος αυτού θα ξέφευγε από το πλαίσιο ταυ παρόντος υπομνήματος.

11. Οι αποφάσεις, συστάσεις ή εκθέσεις των οργάνων αυτών ούτως ή άλλως δεν έχουν καμιά δεσμευτική ισχύ και απλώς αναφέρονται εδώ, επειδή πρόσφατα παρέπεμψε σ’ αυτές το ΕΔΔΑ στην προαναφερθείσα απόφαση Ζengin (βλ. υποσημ 4).

12. Σύσταση Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1720 (2005), παρ. 14.2

13. Σύσταση Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1396 (1999), παρ. 13, ii, a, ιδίως στη δυτική

Ευρώπη είναι πολύ διαδεδομένη η χρησιμοθηρική αντίληψη ότι κάθε θρησκεία είναι στην ουσία της κάποια ηθική, κανόνες, και δη και εξωτερικοί κανόνες συμπεριφοράς, που επιχειρεί να «κάνει τους ανθρώπους καλλίτερους» διοχετεύοντας κάποιες αξίες. Ο ρόλος της θρησκείας, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, παραπέμπει ατούς «Βαρβάρους» του Καβάφη, οι οποίοι «ήταν υια κάποια λύση»! Είναι εντυπωσιακή η άγνοια ή αγνόηση της υπαρξιακής νοηματοδότησης της ζωής ως πανανθρώπινης πρωταρχικής ανάγκης.

14. Βλ υποσημ. 5.

15. Απόφαση Ζengin κατά Τοιρκίας (υποσημ. 4,), που πάντως ελήφθη ως τμήμα (section), δηλαδή όχι ως διευρυμένη σύνθεση.

16. Έκθεση ECRI, 15 Φεβρουαρίου 2005.

17. Ας σημειωθεί ότι επιστημονικό περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου ονομάζεται «Κληρονομιά» (εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη), όπως και η Ακαδημία Αθηνών εστιάζει την προσοχή της στην «γλωσσική μας κληρονομιά»..

(588) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *