Αναγνώριση Γενοκτονίας και ιστορική μνήμη

Συμπληρώνονται φέτος 90 χρόνια από την Καταστροφή της Σμύρνης, και της ιστορικής ελληνικής παρουσίας των παραλίων της Μικράς Ασίας, καταστροφή η οποία απετέλεσε το τελευταίο επεισόδιο της γενοκτονικής πολιτικής των Τούρκων για την εξάλειψη του μη τουρκικού και μη μουσουλμανικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μνημόνευση των θυμάτων της Γενοκτονίας κάθε χρόνο φέρνει στην επιφάνεια το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας και την κατοχύρωση της ιστορικής μνήμης.
Έπειτα από δεκαετίες αδιαφορίας και νομιμόφρονος στάσης απέναντι στην ‘ελληνοτουρκική φιλία’, το ελλαδικό κράτος με δύο διαφορετικά νομοθετήματα καθιέρωσε τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, ενώ ορίστηκε η 14η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εθνικής μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος, το 1994 και 1998 αντίστοιχα. Παράλληλα, ο τεμαχισμός των δεινών του Ελληνισμού εδραιώνεται με την εκστρατεία αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου στο εξωτερικό, μην μνημονεύοντας τους Έλληνες της ευρύτερης Μικράς Ασίας και Θράκης.
Η εν λόγω προσέγγιση εκκινείται από διαφορετικές αφετηρίες. Ίσως πιστεύεται, ότι η προώθηση αναγνώρισης ξεχωριστά της γενοκτονικής πολιτικής των Τούρκων εις βάρος Ελλήνων σε κάθε μια περιοχή (Θράκη – Πόντος – ευρύτερη Μικρά Ασία) δημιουργεί μια δυναμική και εντείνει την πίεση στο θύτη. Ύπαρξη πολλών γενοκτονιών, υποστηρίζεται, επιβαρύνει περισσότερο το θύτη παρουσιαζόμενος ο τελευταίος ως κατά συρροή δολοφόνος. Επίσης, ίσως να θεωρείται ότι είναι πιο εύκολο να προωθηθεί η αναγνώριση μιας Γενοκτονίας σε μια συγκεκριμένη περιοχή (Πόντος), αντί σε ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια.
Επιπροσθέτως, η σημαντική συνεισφορά των Π. Ενεπεκίδη, Κ. Φωτιάδη και άλλων ερευνητών στην τεκμηρίωση των δεινών του Ελληνισμού του Πόντου, πιθανό να δημιουργεί στους Έλληνες του Πόντου αισθήματα «μοναδικότητας» στον πόνο και στη δυστυχία, «μοναδικότητα» η οποία πρέπει να διαφυλαχθεί από την συμπερίληψη της με εμπειρίες Ελλήνων άλλων περιοχών της οθωμανικής επικράτειας. Η εν λόγω προσέγγιση έχει τις ακόλουθες αδυναμίες:
Πρώτον, είναι φυσιολογικό και ανθρώπινο οι Έλληνες της Θράκης, του Πόντου και της ευρύτερης Μικράς Ασίας να μνημονεύουν τα δεινά της ιδιαίτερης περιοχής τους. Όχι όμως με τρόπο ο οποίος αποσυνδέει τεχνητά τη μια περιοχή από την άλλη ωσάν να ήταν ξεχωριστά, διαφορετικά γεγονότα, με καμιά σύνδεση μεταξύ τους. Ολόκληρος ο Ελληνισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και μαζί Αρμένιοι, Ασσύριοι και άλλες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες έπεσαν θύματα της γενοκτονικής πολιτικής των Τούρκων. Διαχωρισμός περιοχών θα έχει ως αποτέλεσμα την αποσπασματική προσέγγιση της συγκεκριμένης περιόδου ( 1912-1923). Η ιστορική έρευνα οφείλει να καταδείξει τον επιτελικό σχεδιασμό, τη κεντρική οργάνωση και την έκταση του εγκλήματος της Γενοκτονίας των Νεότουρκων εις βάρος όλων των θυμάτων. Η γενοκτονική πολιτική των Τούρκων προσαρμοζόταν στις συνθήκες της εκάστοτε περιοχής – γεωγραφία, μέσα μεταφοράς, διαθέσιμα υλικά, παρουσία ξένων παρατηρητών -, πραγματοποιούμενη σε ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια, όπου υπήρχαν οι «ομάδες στόχοι».
Δεύτερον, το αίτημα για αναγνώριση της Γενοκτονίας από τρίτους δεν πρέπει να τεμαχίζεται με το σκεπτικό ότι η τμηματική αναγνώριση θα μεγιστοποιήσει το όφελος. Δεν πρέπει να υιοθετείται μια εργαλειακή προσέγγιση της Γενοκτονίας, ούτε να θεωρείται αυτή στρατηγικό παίγνιο. Η αναγνώριση εκ μέρους τρίτων είναι σημαντικό και θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια να διεθνοποιήσουμε τα δεινά του Ελληνισμού την περίοδο 1912-1923. Είναι, όμως, δευτερεύον. Αυτό το οποίο προέχει είναι ο σεβασμός στην μνήμη όλων των προγόνων μας και αυτό το καθήκον επιβάλλει την συνολική παρουσίαση των δεινών του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα δεν μπορεί να υπερκεράσει σε σημασία και σπουδαιότητα αυτή την ανάγκη.
Τρίτον, η αιτία του μαρτυρίου των Ελλήνων στην οθωμανική επικράτεια, δεν ήταν η περιοχή όπου ζούσαν (Σαράντα Εκκλησιές, Τραπεζούντα, Αϊβαλί) αλλά η ελληνορθόδοξη ταυτότητα τους. Οι Έλληνες του Πόντου δεν δολοφονήθηκαν γιατί κατοικούσαν στον Πόντο, αλλά γιατί ήταν Έλληνες…
Τέταρτον, η πολλαπλή χρήση του όρου «γενοκτονία» αποδυναμώνει το αίτημα για αναγνώριση και υποβαθμίζει τον όρο. Δημιουργείται «ανταγωνισμός» μεταξύ των θυμάτων και κουράζουμε τους ξένους.
Πέμπτον, έμφαση σε μια συγκεκριμένη περιοχή μειώνει την δυναμική του αιτήματος της αναγνώρισης, διότι το αίτημα για αναγνώριση της Γενοκτονίας αφορά ολόκληρα έθνη και όχι μέρη αυτών. Αρμένιοι και Εβραίοι μνημονεύουν συνολικά τα θύματα της Γενοκτονίας των προγόνων τους. Εφόσον, αναγνωρίζουμε ότι οι ενέργειες αυτών των εθνών είναι πετυχημένες, τότε θα πρέπει να αποτελέσουν οδηγό για τις δικές μας προσπάθειες.
Η αναγνώριση του ενιαίου χαρακτήρα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο καθορισμός μιας μοναδικής ημερομηνίας μνήμης αποτελεί τον καλύτερο τρόπο προστασίας της μνήμης των προγόνων μας. Όλων των προγόνων μας…
Ιωάννης Σ. Λάμπρου, Πολιτικός Επιστήμων
Περιοδικό «Επίκαιρα», 13 Σεπτεμβρίου 2012, τεύχος 152

(658) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *