Χρειαζόμαστε εναλλακτική Στρατηγική για Βαλκάνια και Ελληνοτουρκικά

            Κατά την τελευταία δεκαετία η  ελληνική εξωτερική πολιτική κατέστησε πρωτεύοντα στόχο της την προώθηση και διευκόλυνση σε κάθε ευρωπαϊκό φόρουμ της ενταξιακής πολιτικής της Τουρκίας. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης πίστευαν ότι όσο πιο κοντά έρθει η Άγκυρα προς την Ευρώπη τόσο πιο δημοκρατική και πιο φιλειρηνική θα γίνει. Είναι καιρός πλέον να προσγειωθούμε όλοι και να αναζητήσουμε εναλλακτική στρατηγική. Και τούτο για δύο λόγους:


            Α) Παρά την καλή διάθεση της χώρας μας η Τουρκία δεν άλλαξε την στάση της στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη. Αντιθέτως έγινε πιο απαιτητική και θέτει περισσότερα ζητήματα. Η επίσημη ιστοσελίδα του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών αποτέλεσε στις αρχές Μαίου μία δυσάρεστη έκπληξη για τους αρμοδίους της Αθήνας. Επίσης σε διαρροές στρατιωτικών  εγγράφων προς τουρκικές εφημερίδες στις 18-5-2005 διαβάσαμε μία νέα θεωρία περί αμφισβητήσεως των ερημονησιών. Πρόκειται άραγε για νέα ονομασία των βραχονησίδων ή γιά επέκταση των γκρίζων ζωνών σε ελληνικά νησιά με ελάχιστο πληθυσμό; Εξ άλλου είναι ανησυχητικές οι πληροφορίες που έρχονται από την Θράκη ότι αγοράζονται εκτάσεις από μουσουλμάνους με γενναίες χρηματοδοτήσεις από πηγές εκτός Ελλάδος. Η τακτική κατευνασμού της Άγκυρας δεν απέδωσε. Αλλά και ο Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο στήριξε μέχρι τώρα η Αθήνα ως «μετριοπαθή», φαίνεται αποδυναμωμένος λόγω της δικαστικής αμφισβητήσεως του ισλαμοδημοκρατικού κόμματός του.

            Β) Οι ίδιοι οι Ευρωπάιοι και κυρίως οι χώρες που αποτελούν την ατμομηχανή της Ένωσης έχουν πλέον πάρει τις αποφάσεις τους και αυτές είναι ξεκάθαρα αρνητικές για την Τουρκία. Στις αρχές Μαίου ο Γάλλος Πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν βρέθηκε στην Λευκωσία και συνάντησε τον πρόεδρο της Κύπρου Δ. Χριστόφια. Στις επίσημες δηλώσεις του είπε σε γενικές γραμμές τα εξής: Η Γαλλία υποστηρίζει μία ειδική σχέση Τουρκίας –Ε.Ε. και όχι την πλήρη ένταξή της. Άλλωστε μία χώρα , η οποία διατηρεί στρατό κατοχής σε μία χώρα –μέλος της Ευρ. Ένωσης ,την Κύπρο, δεν δικαιούται να γίνει πλήρες μέλος της Ένωσης. Αλλά και η Γερμανία της κυρίας Μέρκελ τα ίδια πρεσβεύει περί ειδικής σχέσης και … μέχρι εκεί. Φυσικά δεν είναι μόνο οι δύο ισχυρές χώψες που αντιδρούν. Ας θυμηθούμε τις μόνιμες αυστριακές ανησυχίες και ας αναλογισθούμε ότι κατά της Τουρκίας θα λειτουργήσει και η πρόσφατη επιτυχία του συντηρητικού συνασπισμού στην Ιταλία. Οι Ευρωπαίοι ανησυχούν για την έλλειψη δημοκρατικής προοόδου της γειτονικής μας χώρας και συνειδητοποιούν τα πιθανά προβλήματα από την διαφορετική θρησκευτική και πολιτιστική κληρονομιά των Τούρκων.

            Μία ολόκληρη στρατηγική πολλών ετών κινδυνεύει να καταρρεύσει για την Αθήνα και χρειαζόμαστε επειγόντως Σχέδιο Β. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας από τους πρωτεργάτες της στρατηγικής που καταρρέει, ο Κώστας Σημίτης, παραδέχθηκε πλέον δημοσίως ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να ενταχθεί στην Ευρ. Ένωση. Όμως δεν μας εξήγησε γιατί ελαφρά τη καρδία άνοιξε τον δρόμο στην Τουρκία με την συμφωνία του Ελσίνκι το 1999, η οποία απεθράσυνε την Άγκυρα και οδήγησε σε ατυχείς για τον Ελληνισμό προτάσεις, όπως το σχέδιο Ανάν και η πρόβλεψη περί προσφυγής στην Χάγη για το Αιγαίο. Οι οπαδοί της δήθεν «εκσυγχρονιστικής» εξωτερικής πολιτικής ήσαν λαλίστατοι όταν κατηγορούσαν ως «εθνικιστές» τους διαφωνούντες, παραμένουν όμως σιωπηροί όταν καλούνται να κάνουν την αυτοκριτική τους.

            Εναλλακτική στρατηγική απαιτείται και στις σχέσεις μας με τα Σκόπια και γενικότερα στην επίσημη αντιμετώπιση των Βαλκανίων εκ μέρους μας. Η εμμονή στην διατύπωση ότι η Ελλάδα πρέπει να στηρίξει την ύπαρξη του σκοπιανού κράτους αποτελεί αφελή έκφραση ευσεβών πόθων χωρίς, όμως, πρακτικά αποτελέσματα. Οι Αλβανοί έχουν αναθαρρήσει μετά την απόσχιση του Κοσσόβου από την Σερβία και δεν πρόκειται η αντίθεση κάποιων Ελλήνων να τους εμποδίσει να προχωρήσουν και σε διάσπαση του σκοπιανού κράτους. Αν οι δυτικές επαρχίες της ΦΥΡΟΜ αποφασίσουν να ενωθούν με το Κόσσοβο τότε θα αλλάξουν τα διλήμματά μας. Αντί να διερωτώμεθα ποιο όνομα ταιριάζει στα Σκόπια θα έχουμε να ασχοληθούμε με την τύχη του εναπομένοντος σλαβικού τμήματος.. Ας μη βιαστούμε να παραχωρήσουμε το όνομά μας σε μία χώρα με αμφίβολη βιωσιμότητα.

            Οι τουρκικές απαιτήσεις στην Θράκη και  στην Νότιο Βουλγαρία και η αυξανόμενη δυσφορία των Βουλγάρων πολιτικών και πολιτών κατά του σκοπιανού εθνικισμού δεν αποκλείεται να φέρουν πιο κοντά την Αθήνα και την Σόφια. Ελλάδα και Βουλγαρία είναι πλέον και οι δύο μέλη της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, έχουν στενούς θρησκευτικούς και οικονομικούς δεσμούς και μελετούν με ανησυχία την προκλητική συμπεριφορά των δύο γειτονικών τους χωρών. Φυσικά δεν αγνοούμε ότι  η Βουλγαρία έχει τους δικούς της εθνικούς στόχους, οι οποίοι δεν συμπίπτουν κατ’ανάγκην με τους ελληνικούς. Όμως η Αθήνα χρειάζεται στηρίγματα , έστω και μεσοπρόθεσμα, δεδομένου ότι η μέχρι σήμερα στρατηγική της έναντι της Τουρκίας και της ΦΥΡΟΜ δεν έχει αποδώσει. Ειδικά δε στο θέμα της Θράκης μετά την πρόσφατη απόφαση του Ευρ. Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα αρχίσουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια διάφοροι σύλλογοι με την ονομασία «τουρκικός». Είναι καιρός η Αθήνα να στηρίξει ουσιαστικά την αυτονόμηση των Πομάκων από τους τουρκογενείς /τουρκόφωνους ομοθρήσκους τους και να τους βοηθήσει να διακηρύξουν την ελληνικότητα και την νομιμοφροσύνη τους. Τα λάθη του παρελθόντος δεν πρέπει να επαναληφθούν.

 

Κ.Χ. 19-5-2008

.

(332) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *