Η διαστρέβλωση της Ιστορίας και οι εκλογές

 

Το μεγαλύτερο γεγονός στη νεώτερη ιστορία της Κύπρου ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ.

Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά αναγκαστική, αναπόφευκτη κατάληξη άκαρπων και άγονων διπλωματικών προσπαθειών, αιτημάτων και πολιτικών αγώνων πολλών δεκαετιών, τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος.

Ο Αγώνας εκείνος έγινε για την ελευθερία της Κύπρου, η οποία ήταν ταυτόσημη με την Ένωσή της με την Ελλάδα και όχι για την «ανεξαρτησία» μιας δικοινοτικής Κύπρου.

Ότι οι Άγγλοι ηττήθηκαν στο στρατιωτικό πεδίο από την ΕΟΚΑ (μερικοί στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τις αδικαιολόγητες συμπεριφορές και πολιτικές του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των ακελικών κ.α. συμμάχων του εμφανίζονται από καιρού εις καιρόν να το αμφισβητούν), αρκεί ν’ αναφέρω εδώ (ανάμεσα στα πολλά) την πληροφορία που δίνει ένας από τους σοβαρότερους ξένους μελετητές της περιόδου, ο Άγγλος Ρόμπερτ Χόλλαντ, στο βιβλίο του «Η Βρετανία και ο κυπριακός αγώνας», Ποταμός 2001, σ. 563-566, ότι ο αγγλικός στρατός, τη μέρα  της αναχώρησης τού Διγενή από τη Λευκωσία, (19 Μαρτίου 1959) μετά την υπογραφή των Συμφωνιών της Ζυρίχης, έστειλε στο αεροδρόμιο τον Αντισυνταγματάρχη «Μπιλ» Γκορ-Λάνγκτον, ύψους 1.95 μ. που είχε χάσει το δεξί του χέρι στον πόλεμο, ώστε να μη χαιρετίσει στρατιωτικά τον αρχηγό της ΕΟΚΑ. Με αυτό τον γελοίο τρόπο οι Άγγλοι απέδειξαν μόνοι τους ποιος ήταν ο νικητής τής μεταξύ τους αναμέτρησης!

Η κατάληξη του αγώνα της ΕΟΚΑ σε μια «ανεξάρτητη» Κυπριακή Δημοκρατία αντί στην Ένωση, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οφειλόταν σε δύο παράγοντες: Κατά πρώτο λόγο στην αναποφασιστικότητα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, την οποία κρίνοντας με στοιχεία που παρουσιάστηκαν αργότερα μπορούμε να την αποδώσουμε σε αβεβαιότητα   για τον στόχο της Ένωσης η οποία, τελικά, φαίνεται να είχε τη γενεσιουργό αιτία της σε άλλες, ιδιωτικές του στοχεύσεις (παρ’ όλους τους δημόσιους όρκους και τις διακηρύξεις του), και κατά δεύτερο λόγο στην εχθρική στάση του ΑΚΕΛ εναντίον τού Αγώνα με την έναρξη του, η οποία εκφράστηκε και στη διάρκειά του με διάφορες ενέργειες των αφελών θυμάτων-οπαδών του εναντίον του αγώνα της ΕΟΚΑ.

Οι Άγγλοι πιθανόν να έχαναν γρηγορότερα το παιγνίδι όχι μόνο αν ήταν ο Αρχιεπίσκοπος σίγουρος γι’ αυτό που επεδίωκε αλλά κι αν το ΑΚΕΛ άνοιγε ένα δικό του μέτωπο υπέρ της Ένωσης, οπότε οι Άγγλοι θα είχαν  να αντιμετωπίσουν ολόκληρη την Κύπρο εναντίον τους. Με την ευνοϊκή υπέρ τους, όμως, στάση τού ΑΚΕΛ ολόκληρες περιοχές τής Κύπρου δεν απασχόλησαν τον αγγλικό στρατό επειδή θεωρούνταν ακελικές και άρα «ασφαλείς»! Το τεράστιο αυτό «λάθος» του ΑΚΕΛ επέκρινε το πρώην μέλος του, Γώγος Κακογιάννης (αδελφός του γνωστού σκηνοθέτη) με το ψευδώνυμο «Δημόκριτος» στο βιβλίο του «Η ακελική ηγεσία και ο ένοπλος αγώνας», 1959. Μετά από αυτό, το ΑΚΕΛ έκαμε μια δήθεν αυτοκριτική, παραδέχτηκε μεν ότι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά αλλά μετά και μέχρι σήμερα, συνέχισε και συνεχίζει να διαβάλλει και να συκοφαντεί τον απελευθερωτικό αγώνα και να υπονομεύει την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα των Κυπρίων με κάθε ευκαιρία.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν παραγραφεί και να μην είχαν καμιά βαρύνουσα σημασία σήμερα αν γινόταν σωστή εκμετάλλευση των συγκυριών και των ευκαιριών που παρουσιάστηκαν σχεδόν αμέσως μετά, το 1964, για πραγματοποίηση της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Τα ενδοκοινοτικά γεγονότα που άρχισαν τον Δεκέμβριο του 1963 και τα αίτιά τους είναι γνωστά και δεν πρέπει να σπαταλήσω με αυτά τον χρόνο σας.

Το σημαντικό είναι ότι από την Άνοιξη του 1964 η Κύπρος βρέθηκε ενωμένη defacto με την Ελλάδα και αμυντικά θωρακισμένη χάρη στην παρουσία μιας ελληνικής μεραρχίας δύναμης Σώματος Στρατού.

Είναι σημαντικό ν’ αναφερθεί εδώ ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όπως αναφέρει ο τότε Υπουργός Άμυνας της Ελλάδος Πέτρος Γαρουφαλιάς στο βιβλίο του «Ελλάς και Κύπρος», σ. 102, διαμαρτυρήθηκε ότι ο αριθμός των Ελλήνων στρατιωτών… «υπερέβη» τα συμφωνηθέντα (!), μια μαρτυρία που επιβεβαιώνεται και από τον διάσημο Άγγλο συγγραφέα και δημοσιογράφο Christopher Hitchens, ο οποίος είχε δηλώσει στην εφημερίδα  «Κήρυκας», ιδιοκτησίας Τάσσου Παπαδόπουλου, στις 22.7.1984, ότι ο Μακάριος τού είπε πως το μεγαλύτερο λάθος τής ζωής του ήταν που δέχτηκε να έρθει στην Κύπρο η ελληνική μεραρχία!!

 Με αυτά και μόνο (και άλλες μαρτυρίες που αναφέρω αλλού) θα ήταν αρκετό, ίσως, για να απαντηθεί το ερώτημα γιατί δεν  κατορθώθηκε η τότε de facto Ένωση να γίνει και de jure. Η ακύρωση, όμως, εκείνου του φυσικού γεγονότος της Ένωσης, που ακόμα και οι Τούρκοι θεωρούσαν αναπόφευκτη, στάθηκε η αιτία μιας σειράς άλλων εφιαλτικών εξελίξεων: Της δικτατορίας στην Ελλάδα, της αποχώρησης της Μεραρχίας από την Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1967, του κυπριακού «εμφύλιου» του 71-74, του πραξικοπήματος, της  τουρκικής εισβολής και της defactoσήμερα διχοτόμησης της Κύπρου.

Διαβάζοντας διάφορα βιβλία πάνω στο θέμα είδα πως εδώ και 50 σχεδόν χρόνια επαναλαμβάνεται από τους «ιστορικούς» μας (δεν τους ζητώ να μου συγχωρήσουν τα εισαγωγικά γιατί τούς αξίζουν) η ίδια στερεότυπη επωδός: Οι Άγγλοι και κυρίως οι Αμερικανοί ήθελαν να διχοτομήσουν την Κύπρο και το κατόρθωσαν. Τελεία. Εμείς; Εμείς αθώα θύματα, απλοί και ηρωικοί αντιστασιακοί εναντίον του δυτικού ιμπεριαλισμού!

Σε κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου ένας τόμος (ο 16ος) τής έκδοσης τού Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών «Foreign Relations of the United States», με τον τίτλο «1964-1968, Cyprus; Greece; Turkey», Washington 2000. Το βιβλίο περιέχει επιστολές και τηλεγραφήματα, απομαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και εκθέσεις που ανταλλάσσονταν το 64-68 μεταξύ των Αμερικανών πρέσβεων στην Αθήνα, τη Λευκωσία και την Άγκυρα και του Στέητ Ντιπάρτμεντ. Το πρώτο ένα τρίτο του βιβλίου, 140 περίπου έγγραφα καλύπτουν τον Ιανουάριο μέχρι το τέλος Αυγούστου 1964. Διαβάζοντας και μεταφράζοντας αυτά τα 140 έγγραφα, έφτασα να αναζητήσω και να εντοπίσω από διάφορες άλλες επίσημες αμερικανικές πηγές άλλα 60 περίπου έγγραφα τα οποία είτε δεν περιλαμβάνονται στην ως άνω έκδοση είτε αναφέρονται απλώς με μια έως δύο γραμμές περίληψη του περιεχομένου τους.

Έκπληξη πρώτη: Μαθαίνω ότι από τον Ιανουάριο του 1964 ο Πρόεδρος τον ΗΠΑ Λύντον Μπαίηνς Τζόνσον (LBJ) βρίζει άγρια τους Βρετανούς και την αυτοκρατορία τους για την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν τα «δικά τους» προβλήματα και για την «παράκληση» τους ή εκβιασμό ν’ αναλάβουν οι ΗΠΑ το Κυπριακό! Εκόντες άκοντες οι Αμερικανοί το αναλαμβάνουν, γιατί κινδύνευε με καταστροφή η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ από ενδεχόμενη ελληνοτουρκική πολεμική σύρραξη εξ αιτίας του Κυπριακού. Οι Αμερικανοί παρ’ όλους τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες τους δέχονται να συνεχίσουν τη διχοτομική πολιτική των Άγγλων, ως πλαίσιο μόνιμης λύσης τού νατοϊκού, κυπριακού προβλήματος.

Έκπληξη δεύτερη: Από την Άνοιξη τού 1964, όταν ήδη με τις συνεχείς απειλές της Τουρκίας να διενεργήσει απόβαση για εφαρμογή της διχοτόμησης, αρχίζει να συγκροτείται στην Κύπρο η ελληνική Μεραρχία, και οι τρεις Αμερικανοί πρέσβεις με πρώτο τον Χένρυ Λαμπουίς των Αθηνών, αρχίζουν παράλληλα να στέλνουν συνεχείς εκθέσεις προβάλλοντας και εκθειάζοντας τα προτερήματα της Ένωσης ως της μόνης δίκαιης(οι Αμερικανοί σε αντίθεση με τους Άγγλους είχαν ακόμα ένα γνήσιο ενδιαφέρον για αρχές και δικαιοσύνη) και συμφέρουσας για όλους, ακόμα και για τους Τούρκους, λύσης!

            Στο μεταξύ καθόλου έκπληξη δεν αποτελούσε στην Κύπρο η γνωστή και συνεχής υπονόμευση και συκοφάντηση της Ελλάδος, της Μεραρχίας, της Ένωσης εκ μέρους τού μακαριοακελικού κατεστημένου και άλλων που έδιναν προτεραιότητα στα στενά και πρόσκαιρα κομματικά και οικονομικά τους συμφέροντα.

Όλοι αυτοί πρόβαλλαν τη δικαιολογία ότι πίσω από την Ένωση κρυβόταν η διχοτόμηση. Και ασφαλώς κρυβόταν και η διχοτόμηση ως πολιτική του ΝΑΤΟ, αλλά το ΝΑΤΟ, όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα ήξερε κι αποδεχόταν κι άλλους τρόπους προώθησης των συμφερόντων του. Η  διχοτόμηση δεν ήταν αυτοσκοπός. Προτεραιότητα είχε η αποφυγή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου και η νατοποίηση της Κύπρου ώστε να τερματιστεί η πιθανότητα σοβιετικής παρουσίας στη Μεσόγειο. Για όλους, όμως, τους Κυπρίους εχθρούς της Ενώσεως (ΑΚΕΛ, Μακάριο και λοιπούς) η πιθανότητα της διχοτόμησης ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσαν να ελπίσουν για να διαβάλλουν την Ένωση, την Ελλάδα και τη Μεραρχία ότι αυτό επεδίωκαν και να εμφανίζονται μάλιστα γι’ αυτό και ως… σούπερ αντιστασιακοί και πατριώτες!

Αν ο κάτοχος της απόλυτης εξουσίας στην Κύπρο, όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της εκκλησιαστικής Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν ένας ειλικρινής και αποφασισμένος ενωτικός, πιστός στους όρκους του και στις υποθήκες των πεσόντων ηρώων της ΕΟΚΑ, θα έκαμνε αυτό που όλοι ανεξαιρέτως (Αμερικανοί, Άγγλοι, Τούρκοι) υποψιάζονταν: Θα συνέπραττε ειλικρινά με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος αγωνιζόταν με όλες του τις καθόλου ευκαταφρόνητες διπλωματικές ικανότητες, επικουρούμενος από την στρατιωτική ισχύ της Μεραρχίας στην Κύπρο, για την ατόφια Ένωση. Κι ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν το έκαμνε αυτό μόνο από πατριωτικό καθήκον αλλά και γιατί τον συνέφερε προσωπικά, ως ιστορικό ηγέτη της Ελλάδος, να συνδέσει το όνομά του με ένα προαιώνιο όνειρο και στόχο του ελληνισμού, να ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα.

Αντ’ αυτού ο Μακάριος με τη στήριξη των ακελικών και παντός άλλου που είχε προσωπικό και κομματικό συμφέρον να τα έχει καλά με την εξουσία, υπονόμευε συνεχώς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, τη Μεραρχία, το όνομα της Ελλάδας, την ιδέα της Ένωσης.

Όταν πλέον είχε προσφερθεί από τους Αμερικανούς η ατόφια Ένωση κι ο Παπανδρέου αδυνατούσε να την εφαρμόσει διότι αυτό πια προϋπέθετε τη χρήση βίας εκ μέρους της Μεραρχίας κατά της ακελομακαριακής «αντίστασης», ο Παπανδρέου δεν δίστασε να αποκαλέσει τον Μακάριο “devilish leader” (διαβολικό ηγέτη) και να πει ότι βρισκόταν  σε «αγώνα θανάτου» με εκείνον (Prime Minister repeated that he was in death struggle with Makarios.) [Έγγραφα 362 της 21.8.64 και 405 της 25.8.64].

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν άνθρωπος που γνώριζε βαθιά το μέγεθος και το πρόβλημα της εξάρτησης της Ελλάδος από τη δυτική συμμαχία. Η Ελλάδα κάθε άλλο παρά μπορούσε να απαιτήσει με την ισχύ της εκείνο που ιστορικά δικαιούνταν. Μόνο με τη διπλωματία μπορούσε να το επιτύχει. Το γεγονός και μόνο ότι είχε κατορθώσει να στείλει και να εγκαταστήσει μεθοδικά στην Κύπρο μια μεραρχία δύναμης Σώματος Στρατού ήταν από μόνο του ένα ιστορικό και ανεπανάληπτο τακτικό επίτευγμα. Από εκεί και πέρα μπορούσε να προχωρεί «δίνοντας και παίρνοντας», κι ενώ στο τέλος αποδείχτηκε ότι όλα όσα «έδινε» στους Τούρκους τού επιστρέφονταν λόγω της γνωστής σε μάς υπεροψίας και αδιαλλαξίας τους, εκείνα που έπαιρνε τού έμεναν, με αποτέλεσμα να πάρει στο τέλος και την καθαρή Ένωση, έναντι ουδενός ανταλλάγματος. Πλην, όμως, είχε λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο: την απροθυμία της κυπριακής πλευράς να τιμήσει τους στόχους των πεσόντων αγωνιστών της Ένωσης και την ελληνική ιστορία της.

Όσο κι αν προσπαθώ να περιορίσω αυτό το τελικό κείμενο στην παρούσα συζήτηση, δεν μπορώ ν’ αποφύγω ν’ αναφέρω κάτι που συνέβη μόλις σήμερα (3.1.2013):  Παρέλαβα από τον φίλο Κώστα Μακρίδη στη Λεμεσό [Costas Makrides [fasma@cytanet.com.cy] τη νέα λίστα παλιών βιβλίων που αφορούν στην ελληνική ιστορία, πολιτική, λογοτεχνία κ.α. Με έκπληξή μου είδα και τουλάχιστο δυο βιβλία εκδόσεως 1953 και 1957 του μετέπειτα μόνιμου αντιπροσώπου της Κύπρου στον ΟΗΕ Ζήνωνα Ρωσσίδη, που επιχειρηματολογούν υπέρ της Ενώσεως. Εκπλάγηκα με αυτά διότι ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Αντλάι Στήβενσον αποκαλύπτει στο έγγραφο 4470 της 11.6.1964 ότι ο Ρωσσίδης γενικά απέφευγε να εκφράζεται… υπέρ της Ένωσης! Μα ασφαλώς, άλλο το 53 και το 57 και άλλο το 64 που ήταν πια δημόσιος υπάλληλος της Κ.Δ. και του Μακαρίου!

Επανέρχομαι στη συνέχεια: Στις αρχές Ιουλίου 1964 ο πρώην Υπ. Εξ. των ΗΠΑ Ντην Άτσεσον βρισκόταν στη Γενεύη ως μεσολαβητής σε ελληνο-τουρκικές συνομιλίες που είχαν συμφωνηθεί με σκοπό την επίτευξη μόνιμης λύσης του Κυπριακού προβλήματος. (Δεν είναι της ώρας, αλλά υπάρχει η πληροφορία/ισχυρισμός – που δεν αποδεικνύεται – ότι ο Άτσεσον ήταν ήδη, από την Άνοιξη του ιδίου έτους, στην υπηρεσία των συμφερόντων της Ελλάδος, ως επαγγελματίας νομικός, φροντίδι Γεωργίου Παπανδρέου και κατά συμβουλή του Ρόμπερτ Κέννεντυ). Το γεγονός είναι ότι στις 11 Ιουλίου ο Άτσεσον έκαμε μια ολοφάνερα «φιλοτουρκική» προσφορά για επίλυση του Κυπριακού: Ολόκληρη η Καρπασία να γίνει μόνιμη τουρκική στρατιωτική βάση με δικαιώματα εγκατάστασης Τ/κυπρίων και άλλα δικαιώματα στους Τ/κυπρίους που θα έμεναν εκτός βάσης και η υπόλοιπη Κύπρος να ενωθεί με την Ελλάδα.

Οι λεπτομέρειες, οι διπλωματικές κινήσεις, οι διαβουλεύσεις που ακολούθησαν ήταν  πολλές. Η ουσία ήταν ότι η ελληνική πλευρά δεν συμφώνησε με αποτέλεσμα ο Άτσεσον να επανέλθει σε λίγες μέρες (27 Ιουλίου) με νέα πρόταση που μετέτρεπε τη μόνιμη παραχώρηση βάσης σε παραχώρηση με… ενοίκιο για περιορισμένο, μάλιστα, χρονικό διάστημα… 50 χρόνων!! Απορρίπτοντας την πρόταση οι Τούρκοι, βρέθηκαν αυτόματα παγιδευμένοι: Εφόσον θα συνέχιζαν να επιμένουν σε μόνιμη παραχώρηση κυπριακού εδάφους (ελλαδικού μετά την Ένωση), αυτό θα σήμαινε αδιέξοδο με δική τους υπευθυνότητα και με προοπτική πιθανότητας πολεμικής σύγκρουσης με την Ελλάδα, δηλαδή καταστροφή για το ΝΑΤΟ, που ήταν ο πρώτος και κυριότερος στόχος των Αμερικανών ν’ αποφευχθεί. Οι Αμερικανοί δοκίμασαν με πολλούς τρόπους να βρουν παραπλήσια συμβιβαστική λύση, αλλά ο κίνδυνος του πολέμου παρέμενε με πιθανή ανάμιξη της Σοβιετικής Ένωσης σε περιοχή δικαιοδοσίας τής Δύσης. Στο τέλος έγινε φανερό (ήδη έδωσα λεπτομέρειες στοιχεία και έγγραφα σε προηγούμενα μηνύματα) ότι η ελληνική πλευρά μπορούσε να κηρύξει την Ένωση, δηλαδή την άμεση νατοποίηση της Κύπρου, υπό την προστασία νατοϊκών δυνάμεων κατά οποιασδήποτε ξένης ανάμιξης, τουρκικής ή σοβιετικής.

Ότι η ατόφια Ένωση θα μπορούσε πια να μετατραπεί σε γεγονός χωρίς κανένα κόστος για τον ελληνισμό δεν είναι κάτι που ισχυρίζεται ένας Άντης Ροδίτης ερμηνεύοντας «κατά το δοκούν» μια σειρά άμεσα σχετικών αμερικανικών εγγράφων! Είναι ένα γεγονός που το επιβεβαιώνουν και οι ίδιοι οι Άγγλοι, το Φόρεϊν Όφφις, κατά τον πιο επίσημο τρόπο με το έγγραφο DEFE 11/456 της 25ης Αυγούστου (μόλις δυο μέρες μετά την ξεκάθαρη αμερικανική πρόταση – έγγραφο 479 POL 27 CYP), που λέει στους Αμερικανούς ότι ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ! “(The Turks) would have no reason to suppose that once enosis had been achieved in the manner now suggested they would stand any reasonable chance of securing their minimum requirements in direct negotiation with Greece.”

 

Μια εύλογη ερώτηση είναι: Καλά, οι Εγγλέζοι κοιμόντουσαν και περίμεναν μετά το «κακό» να τρέξουν πανικόβλητοι να το προλάβουν; Η απάντηση είναι ότι, όπως ήδη ελέχθη, το πρόβλημα φορτώθηκε από τους Άγγλους στους Αμερικανούς και συχνά στα έγγραφα γίνεται λόγος από τους Αμερικανούς για τους Άγγλους διπλωμάτες που ήταν «εξαφανισμένοι» στα πάρτυ και στα γουηκέντ στην εξοχή, ακόμα και στις χειρότερες κρίσεις, όπως ήταν εκείνη των βομβαρδισμών της Τηλλυρίας στις αρχές Αυγούστου, όταν ο ίδιος ο Πρόεδρος Τζόνσον αποφάσισε να διακόψει το γουηκέντ του στο ράντσο του στο Τέξας!

Στο μεταξύ, βλέποντας από μέρες τον δρόμο ανοικτό για την Ένωση χωρίς όρους, ο Παπανδρέου είχε κάμει την πρόταση στον Μακάριο για ταυτόχρονη κήρυξή της από τα Κοινοβούλια Κύπρου και Ελλάδος από τις 20 Αυγούστου. Ο Μακάριος, βέβαια, αφού σκεφτόταν το πράμα δυο μέρες και στο μεταξύ ενεργούσε με τρόπο απειλητικό κι εκβιαστικό κατά του Παπανδρέου, έχοντας μαζί του το ΑΚΕΛ και όλους τους άλλους παραπλανημένους, απληροφόρητους και λοιπούς «αντιστασιακούς», αρνήθηκε στο τέλος να συμπράξει με την πρόφαση ότι πιθανόν να επενέβαινε η Τουρκία και θα… χυνόταν αίμα! Ήταν η κορυφαία στιγμή της Κύπρου και της Ελλάδας. Η Τουρκία ήταν αποκλεισμένη διπλωματικά και η μεραρχία πανέτοιμη σε περίπτωση απονενοημένης απόπειρας τουρκικής επέμβασης. Το ηθικό ΕΛ.ΔΥ.Κ./Μεραρχίας και Εθνοφρουράς με αρχηγό τον Διγενή ήταν ακμαιότατο. Η εποχή για την Κύπρο και την Ελλάδα ήταν εποχή ελπίδων και προσδοκιών. Ένα γεγονός όπως η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, είτε επιτελεσμένης ειρηνικά είτε μετά από τουρκική απόπειρα που θα κατέληγε σε τουρκική ήττα, όπως παραδέχτηκε αργότερα και ο δημοσιογράφος Μετίν Τοκέρ, γαμπρός του Ινονού, θα έδινε στον ελληνισμό το δικαίωμα μιας νέας αυτοπεποίθησης, μιας υπερηφάνειας για την ελληνική ταυτότητα, αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση τέτοια ώστε – πέρα από το γεγονός ότι δεν θα συνέβαινε καν η δικτατορία του ’67 με όλα τα τραγικά επακόλουθα μέχρι το ’74 και μετά ως τώρα – σήμερα θα είχαμε μια άλλη Ελλάδα, ίσως πέρα κι από την πολιτισμική και οικονομική παρακμή που βιώνουμε όλοι.

Το καλοκαίρι του 1964 ήταν ένα κομβικό σημείο στην Ιστορία μας, ένα σημείο πολύ κοντά στη συνένωση, τη σύμπραξη και την ισχύ του ελληνισμού, που τόσο απελπιστικά μάς λείπει και σήμερα προκειμένου να αντιμετωπίσουμε πέρα από τον οικονομικό, τον τουρκικό κίνδυνο, ο οποίος ξέρουμε όλοι καλά ότι καραδοκεί κι αναζητά την ελάχιστη ευκαιρία για ακόμα ένα κτύπημα σε βάρος μας, υπέρ της κυριαρχίας τής Τουρκίας στην περιοχή.

Δυστυχώς η πολιτική τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, πρώτου Προέδρου και απόλυτου κατόχου πάσας εξουσίας στην Κύπρο μέχρι τον θάνατό του το 1977, υπήρξε αντίθετη, όπως το έχω επισημάνει ξανά, με τις παραδόσεις ενότητας τού ελληνισμού, ισχύος και επιβίωσης του, όπως τις παραλάβαμε και τις κρατήσαμε άλλοτε φανερά κι άλλοτε στα κρυφά τουλάχιστο από την εποχή τού Ονησίλου, το 499 π.Χ.

Για τον ένα ή τον άλλο λόγο ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ακολούθησε πολιτική απόσχισης και «απεξάρτησης» από τη μητέρα πατρίδα, πολιτική παραγνώρισης των στόχων και των οραματισμών των μεγαλύτερων, παλαιότερων και νεώτερων πεσόντων ηρώων μας υπέρ του δικού μας και των παιδιών μας ελληνικού μέλλοντός μας. Με πρόφαση και πρόσχημα τις δόλιες επιδιώξεις των ξένων, που πάντα θα υπάρχουν, με φτηνή «δικαιολογία» την εξάρτηση τής μεγάλης σε όλα τα σημαντικά και πάντα μεγαλόψυχης στον πόνο και στη δόξα μητέρας πατρίδας μας, η οποία αποτέλεσε πάντα απροσμέτρητη βοήθεια και στήριξη στη δική μας ύπαρξη, επέτρεψε, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, τη συκοφάντηση και τον διασυρμό της, εν ονόματι ενός μερισμού τού ελληνισμού, «πολιτική» που αναπόφευκτα οδήγησε στην καταστροφή που κανένας δεν ξέρει ακόμα αν, πότε και πού θα σταματήσει.

Συνεπικουρούμενος σε αυτή την πορεία του από χαμένους μέσα σε ξενόφερτες ιδεοληψίες και παρακρούσεις περί «ανεξάρτητης» και «σοβιετικής Κύπρου», τους άνοιξε τελικά, ως «πιστούς» οπαδούς του και κληρονόμους των υποθηκών του, τον δρόμο προς τη διακυβέρνηση τού τόπου με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σήμερα και σε μια χείριστη οικονομική καταστροφή, μετά το εθνικό αδιέξοδο.

Δεν είναι παράξενο που οι δύο από τους τρεις υποψηφίους Προέδρους της όσης απέμεινε Κυπριακής Δημοκρατίας επικαλούνται όχι μόνο πολιτική αλλά ακόμα και… αιματολογική συγγένεια (DNA) με τον «μεγάλο ηγέτη»! Τα πολλαπλά, στενά κομματικά και οικονομικά συμφέροντα που εξυπηρετήθηκαν και ανδρώθηκαν υποστηρίζοντας τον ίδιο και την ανθελληνική, «παγκοσμίων οραματισμών πολιτική ειρήνης» δήθεν, που ακολούθησε (μια «α-εθνική» πολιτική σοβιετικής προπαγάνδας που στο τέλος εξυπηρέτησε την ίδια την αμερικάνικη «παγκοσμιοποίηση»), γνωρίζουν πολύ καλά πόσο θα ζημιωθεί η ίδια η ύπαρξή τους αν παρ’ ελπίδα φωτισθεί η κοινή γνώμη και συνειδητοποιήσει τον εκτροχιασμό τού αγώνα του κυπριακού λαού που συμβαδίζει χέρι με χέρι με τη διαστρέβλωση τής πρόσφατης Ιστορίας του.

Ούτε είναι τυχαίο που σήμερα ένα από τα μεγάλα κυπριακά συγκροτήματα ΜΜΕ που ωφελήθηκαν τα μέγιστα υποστηρίζοντας την «πολιτική» Μακαρίου (δήλωναν κάποτε πως αν ο Μακάριος άρχιζε να γράφει το «και» με έψιλον και περισπωμένη αυτό θα έκαμναν πάραυτα και οι ίδιοι) κυκλοφορεί «Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας» σταματώντας την αφήγηση όσο αφορά τουλάχιστο το «σχέδιο Άτσεσον» στις 22 Αυγούστου 1964, ώστε να διαιωνίζει τον μύθο περί «αντίστασης» στη διχοτόμηση.

Τη σημερινή de facto διχοτόμηση της Κύπρου την έφερε η απαράδεκτη ανθελληνική πολιτική Μακαρίου που πέτυχε πρώτα την ακύρωση τής de facto Ένωσης με την Ελλάδα κι είναι τώρα φυσικό και επόμενο να καταλήξει, λόγω της γεωγραφικής μας θέσης, σε τουρκική Κύπρο.

Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι το διαβόητο «σχέδιο Ανάν», που τώρα καταριούνται και εξορκίζουν οι πρώην και νυν μακαριοακελικοί υποψήφιοι πρόεδροι της εναπομείνασας Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν είναι άλλο από την δια της βίας πρακτική εφαρμογή εκείνου ακριβώς που οι ίδιοι και τα κόμματά τους προπαγάνδιζαν κι ονειρεύονταν, όταν προκειμένου να στηρίξουν τα στενά προσωπικά και κομματικά τους συμφέροντα στο όνομα μιας δήθεν ανώτερης ιδεολογίας, μάχονταν μαζί με τον εκλεκτό τους, τον… πρωταθλητή της α-εθνικής, δήθεν, παγκόσμιας, τάχα, ειρηνικής συμβίωσης των λαών, εναντίον της «στενόμυαλης» και «εθνικιστικής» (τρομάρα τους) ιδέας της Ένωσης.

Υποδυόμενοι απώλεια μνήμης μετά το ’67 «ξεχνούσαν» ότι έκαμαν το παν επί Ελληνικής Δημοκρατίας Γεωργίου Παπανδρέου ν’ αποτρέψουν την Ένωση κι άρπαζαν την ευκαιρία τής επιβολής δικτατορίας στην Ελλάδα – που κι εκείνη αποτέλεσμα τής δικής τους αλλοπρόσαλλης εθνικής ασυνέπειας ήταν – να αποκαλούν τούς συνεπείς ενωτικούς «φασίστες» πλέον και τους εαυτούς τους «δημοκρατικούς» και «αντιστασιακούς» που δεν είχαν πρόβλημα, σε αντίθεση με μας τους ενωτικούς «φασίστες», να ζήσουν με τους… Τούρκους!

Όταν αυτή η πλήρης και πολυχρόνια ανόητη «πολιτική» γέννησε μιαν αντίθετη πλήρη ανοησία, που στόχευσε στην δια της βίας πλέον απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου της αδελφοκτόνου καταστροφής, ήρθε η σειρά τής Τουρκίας στη λίστα τού ΝΑΤΟ να της προσφερθεί εκείνο που η Ελλάδα αδυνατούσε να παραλάβει, λόγω «αντίστασης» τού Μακαρίου, τού υποστηριζόμενου από τα προσωπικά και κομματικά συμφέροντα. Κι επειδή στην Τουρκία δεν κυριαρχεί η δική μας δημοκρατία του χάους αλλά μια υπεράνω αναλλοίωτη εξουσία της βίας, άρπαξε την ευκαιρία για να μας επιβάλει δια της βίας όσα ανόητα και υψηλά (υψηλότερα της Ενώσεως) διακηρύτταμε ότι επιδιώκαμε: Τη συμβίωση επί ίσοις όροις με τη μειονότητα των ως χθες υποτακτικών μας Τ/κυπρίων και επιτέλους τώρα… αδελφών μας!

Αυτοί που έφεραν το σχέδιο του Ανάν, για να αποκτήσουν τη δύναμη να λένε ένα αληθινό ΟΧΙ και να το υπερνικήσουν, θα πρέπει πρώτα να νιώσουν ότι δεν είναι άλλου έργο παρά τού νου και των χεριών τους. Τότε θα μπορέσει, ίσως, να υπάρξει εκείνη η παγκύπρια ενότητα, η ικανή να πολεμήσει αντρίκια κάθε εχθρό, όσο ισχυρός κι αν είναι. Διαφορετικά κάθε «αγωνιστική» διακήρυξή αποκαλύπτει μόνο αυτό που στην ουσία είναι οι κήρυκές της: Κενοί περιεχομένου μωροφιλόδοξοι, που το μόνο που έχουν στο νου τους είναι να δουν εαυτόν στον προεδρικό θώκο! Κι όσο μεγαλύτερες  πομφόλυγες περί σπουδαίων «αγώνων» αποκατάστασης τής ελευθερίας και της ευημερίας εκβάλλουν χωρίς να επιδεικνύουν ούτε ίχνος αυτογνωσίας, ιστορικής γνώσης και συνείδησης, τόσο πιο αναξιόπιστοι πείθουν ότι είναι.

Θα πρέπει να μάθουν επιτέλους, όσοι δεν απώλεσαν ακόμα την ικανότητα τής μάθησης λόγω ακατάσχετης τηλεθέασης, ότι στην Ελλάδα (και μ’ αυτό εννοώ και την Κύπρο) υπάρχει ακόμα, πέρα από τη θλιβερή «αντίσταση» των λήρων που εισπράττει κέρδη, θέσεις και φήμη, και μια αληθινή αντίσταση που ξέρει να ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τις μαριονέττες και τη σοβαρότητα από τη μωροφιλοδοξία.

Άντης Ροδίτης

 

(948) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *