Η κυβέρνηση Γ.Παπανδρέου μπροστά στην νεο-οθωμανική φαντασίωση

 

    Σε επίσκεψή του στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου, ο ευρωδιαπραγματευτής της Τουρκίας Ε.Μπαγίς, σύμφωνα με τον ημερήσιο τύπο (6-11-09),επεσήμανε τον ιδιαίτερο ρόλο της Τουρκίας ως πηγής εμπνεύσεως όχι μόνον για τους μουσουλμάνους, αλλά και για τους πληθυσμούς χωρών όπως η Ινδία, η Κίνα και τα αφρικανικά κράτη(!).

    Στοιχειοθετείται έτσι πλήρως η νεο-οθωμανική φαντασίωση της Άγκυρας, το οποίο προβλέπει την επέκταση της κυριαρχίας της στην περιοχή από τον Ατλαντικό μέχρι την Δυτική Κίνα. Στην μεν Ευρώπη, η Τουρκία θέλει να  εισέλθει ηγετικά, με την αυτοπεποίθηση της αυξανόμενης δημογραφίας της, και ως εκφραστής και υπερασπιστής των ευρωμουσουλμανικών κοινοτήτων. Στην δε Ασία ως ηγέτις του αραβικού κόσμου και του Ισλάμ. Γι’ αυτό και επέλεξε την προσέγγιση με το Ιράν και την ανοιχτή σύγκρουση με το Ισραήλ, ώστε να καταλάβει την θέση του ηγεμόνα του παγκόσμιου χαλιφάτου.

    Η Τουρκία δρα σε εποχή κατά την οποία η αναδίπλωση(οριστική ή όχι είναι  ακόμα αβέβαιο) της αμερικανικής ισχύος  δημιουργεί  γεωπολιτική αταξία και κενό εξουσίας, που ακόμα δεν έχει καλυφθεί από κάποια αναδυόμενη υπερδύναμη, πχ. την Κίνα ή την Ινδία.

    Είναι φανερό ότι η Ρωσσία, λόγω δημογραφικών και άλλων ελλειμμάτων, σε περιορισμένο μόνον βαθμό μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της μέχρι σήμερα μοναδικής υπερδύναμης.

    Η Ευρώπη βιώνει την δημογραφική, πολιτική και πολιτιστική παρακμή της, που συνοδεύεται από την «πολιτικώς ορθή» άποψη ότι η Τουρκία δυνατόν να καταστεί πλήρες μέλος της,»εάν εκπληρώσει τις απαραίτητες προς τούτο προϋποθέσεις»(η οποία με την σειρά της συνοδεύεται από αδρές παραγγελίες οπλικών συστημάτων και τα αντίστοιχα «αντισταθμιστικά οφέλη»των ιθυνόντων Ευρωπαίων ηγετών).

    Στα δε Βαλκάνια ο κατακερματισμός της Γιουγκοσλαυίας, η σειρά στρατιωτικών συμφωνιών που συνήψε προσφάτως η Άγκυρα με την Αλβανία και την ΠΓΔΜ και η άνοδος του μειονοτικού μουσουλμανικού κόμματος στην Βουλγαρία αποτελούν ευνοϊκό πλαίσιο για την τουρκική νεο-οθωμανική πολιτική.

 

    Η Ελλάδα, σ’αυτό το πλαίσιο, βρίσκεται μόνη, αδύναμη, χωρίς συμμάχους. Οι  παραδοσιακοί της σύμμαχοι και δεν θέλουν και δεν μπορούν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποτύχει να συγκροτήσει ενιαία εξωτερική και αμυντική πολιτική, η δε FRONTEX βρίσκεται σε εμβρυακή μορφή. Οι ΗΠΑ έχουν εγκαταλείψει την παραδοσιακή τήρηση ίσων(έστω και προσχηματικά)αποστάσεων και έχουν εκδηλώσει την σαφή τους προτίμηση προς την Τουρκία, μέσω (και) της οποίας ελπίζουν ότι θα διευκολύνουν το μεγάλο come-back τους στον αραβομουσουλμανικό κόσμο.

    Επίσης η Ελλάδα έχει χρεωκοπήσει και επαιτεί οικονομική βοήθεια, την οποία με δυσκολία θα λάβει εν μέσω οικονομικής κρίσεως, και μόνον εάν επιδείξει «διαλλακτικότητα» στις διμερείς της σχέσεις. Η έννομη τάξη, εξ άλλου, έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, αν σκεφθεί κανείς ότι για πρώτη φορά μετά το Εμφύλιο Πόλεμο(!) γίνονται επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, και μάλιστα στο κέντρο της πρωτεύουσας.

    Τέλος, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα ρητή αμφισβήτηση της κυριαρχίας της στο Αιγαίο και στην Θράκη από την Τουρκία, και της κυριαρχίας της στην Μακεδονία από τα Σκόπια.

 

    Λίγες εβδομάδες μετά την εκλογή της, η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου εισέπραξε, μέσω επιστολής Ερντογάν, τουρκική πρόταση διαλόγου εφ’ όλης της ύλης, για υπαρκτά και ανύπαρκτα (όπως το Αιγαίο) διμερή θέματα. Η Τουρκία αποσκοπεί προφανώς να πείσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και πολιτική ηγεσία ότι είναι διαλλακτική και πρόθυμη να επιλύσει όλα τα θέματα με την «αδιάλλακτη» Ελλάδα μέσω διαπραγματεύσεων. Προφανώς, εάν η ελληνική απάντηση είναι αρνητική, αναμένεται νέο μπαράζ παραβιάσεων, παραβάσεων, εικονικών βομβαρδισμών, κύματος λαθρομεταναστών κλπ.

    Τον Δεκέμβριο, δηλαδή σε λίγες εβδομάδες, η χώρα μας θα κληθεί να λάβει θέση στο ερώτημα της συνέχισης ή της διακοπής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι καταφανές ότι η Τουρκία ΔΕΝ έχει επληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ο κ.Μπαγίς δήλωσε μάλιστα προχθές στην Αθήνα  ότι η χώρα του δεν πρόκειται να ανοίξει λιμάνια και αεροδρόμια στην Κύπρο αν δεν βρεθεί προηγουμένως λύση στο Κυπριακό. Φυσικά, οι Τούρκοι  στην έννοια «λύση» συμπεριλαμβάνουν, ως sine qua non προϋπόθεση, την παραμονή των στρατευμάτων τους, την νομιμοποίηση των εποίκων και την εκ περιτροπής προεδρία. Αν η Ελλάδα δεχθεί αυτά, δεχθεί δηλαδή την πλήρη τουρκοποίηση της Κύπρου, τότε η Τουρκία θα ανοίξει τα λιμάνια-αεροδρόμιά της προς την γεωπολιτικά τουρκοποιημένη πλέον Κύπρο και τότε η Ελλάδα δεν θα διαθέτει άλλα  προσχήματα για να εμποδίσει την συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

    Το τουρκικό χρονοδιάγραμμα απαιτεί άμεση υιοθέτηση από την Ελλάδα και την Κύπρο ενός νέου Σχεδίου Ανάν. Προφανώς μέχρι τον Δεκέμβριο δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος. Άρα, πιθανότατα στην σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου θα υπάρξει πρόταση συνέχισης των διαπραγματεύσεων υπό τον όρο συνυπογραφής Σχεδίου Ανάν και στην συνέχεια εκπλήρωσης των τουρκικών υποχρεώσεων προς την Κύπρο.

    Η σύλληψη αυτή πάσχει από αθεράπευτες αντιφάσεις. Πρώτον, επικεντρώνει το πρόβλημα της ένταξης της Τουρκίας στα ελληνοτουρκικά, και όχι στο γενικότερο αδιανόητο γεγονός να καταστεί μία αχανής μουσουλμανική τριτοκοσμική και στρατοκρατική χώρα, που απείχε από όλες τις βασικές πανευρωπαϊκές εμπειρίες(εκχριστιανισμός, Αναγέννηση, Διαφωτισμός, Βιομηχανική Επανάσταση) και που η σχέση της με την Ευρώπη ήταν αποκλειστικά συγκρουσιακή-κατακτητική, μέλος της ΕΥΡΩΠΗΣ.

    Δεύτερον, το σχήμα σχέδιο Ανάν-εκπλήρωση υποχρεώσεων από την Τουρκία είναι όχι μόνον ωμός εκβιασμός αλλά και σχήμα πρωθύστερο:η Τουρκία οφείλει ούτως ή άλλως να ανοίξει τα λιμάνια της και τα αεροδρόμιά της στην Κύπρο, είτε υπάρξει συμφωνία για την Κύπρο είτε δεν υπάρξει.

    Τρίτον, οι Κύπριοι,και το σύνολο του Ελληνισμού, ουδέποτε θα δεχθούν λύση τύπου Ανάν.

    Σ αυτό το σκηνικό, η κυβέρνηση Παπανδρέου βρίσκεται μπροστά σε οδυνηρό δίλημμα: ή α. να ακυρώσει κάθε έννοια νομιμότητας(και εθνικής αξιοπρέπειας), επιτρέποντας στην Τουρκία να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις της με την ΕΕ, υπό το κράτος του φόβου έναντι τυχόν έκρηξης τουρκικής οργής στο Αιγαίο ή β. να θέσει veto, όπως ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός προανήγγειλε στο προεκλογικό debate των πολιτικών αρχηγών, και μάλιστα ρητά.

    Είναι πολύ πιθανόν να εξευρεθεί τελευταία στιγμή μία λύση αναβολής, δηλαδή να συνεχισθούν οι διαπραγματεύσεις, με ταυτόχρονο καθορισμό προθεσμίας επίλυσης του Κυπριακού-εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της Τουρκίας προς την Κύπρο.Αυτή η λύση είναι εξ ορισμού αδιέξοδη, διότι ουδέποτε οι Κύπριοι(ούτε σύμπας ο Ελληνισμός)θα δεχθούν λύση που θα προβλέπει Τούρκο πρόεδρο, παραμονή στρατευμάτων και εποίκων, δηλαδή τουρκοποίηση του συνόλου της Κύπρου.

 

    Το ζήτημα είναι φυσικά πολύ ευρύτερο και αφορά την συνέχιση της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού ως ανεξάρτητης οντότητας. Η τουρκική διπλωματία αντιμετωπίζει το Ελληνικό Κράτος ως ένα ενοχλητικό εμπόδιο στον δρόμο της προς την –όπως την φαντάζεται-παγκόσμια κυριαρχία. Εχει κατορθώσει να εμφυσήσει μόνιμο συναίσθημα φόβου και μειονεξίας στην κληρονομική κοινοβουλευτική ολιγαρχία που κυβερνά την χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Συμπεριφέρεται δε με ηγεμονικό τρόπο [ο κ.Μπαγίς, σύμφωνα με τον ημερήσιο τύπο της 6ης Νοεμβρίου, προκάλεσε στην εν Αθήναις ομιλία του αίσθηση προεξοφλώντας την εκλογή της κυρίας Μπακογιάννη στην ηγεσία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, αφού ανέφερε ότι συναντήθηκε «με την επόμενη αρχηγό της αντιπολίτευσης»(!),κάτι που συνιστά ωμή παρέμβαση και ανοίκεια υπόδειξη στα εσωκομματικά ενός εκ των δύο κομμάτων εξουσίας].

    Σύμμαχό της(ακούσιο φυσικά) η τουρκική διπλωματία έχει μία μερίδα Ελλήνων πολιτών που αυτοενοχοποιούμενοι, τρέμοντες μήπως τους αποδοθεί ο χαρακτηρισμός του «εθνικιστή» και πολιτικώς ορθώς σκεπτόμενοι, είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν θέματα εθνικής μας κυριαρχίας, χάριν της «ειρηνικής συμβίωσης των δύο λαών» ή πιστεύουν ειλικρινώς ότι ο «εξευρωπαϊσμός» της Τουρκίας θα την μεταβάλει σε κράτος τύπου Σουηδίας. Όλα αυτό φυσικά δεν θα μεταβάλουν την Τουρκία σε Σουηδία, αλλά την Ελλάδα σε μεταπολεμική, μειωμένης εθνικής κυριαρχία και υποτελή στον ισχυρό της γείτονα Φινλανδία.

    Αν η μικρή και αποδυναμωμένη  Ελλάδα βρίσκεται στο στόχαστρο του τουρκικού επεκτατισμού, είναι διότι οι Τούρκοι έχουν άριστη ιστορική παιδεία. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο Ελληνισμός υπήρξε μοιραίος για την ιστορική τους εξέλιξη. Θυμούνται ότι το 1821 λίγες εκατοντάδες Έλληνες επαναστάτες συνέτριψαν στο Βαλτέτσι, στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εκτεινόταν από τον Δούναβι ως τον Νείλο και από τον Περσικό Κόλπο ως τον Ατλαντικό Ωκεανό, κερδίζοντας ταυτόχρονα την διεθνή κοινή γνώμη και κατορθώνοντας να επιβάλουν την ίδρυση Ελληνικού Κράτους παρά την λυσσαλέα αντίδραση της Ιεράς Συμμαχίας, του ΝΑΤΟ του 19ου αιώνος.

    Θυμούνται επίσης πολύ καλά οι Τούρκοι ότι η Ελλάδα, ηγούμενη της Βαλκανικής Συμμαχίας, τους εξεδίωξε από τα Βαλκάνια το 1912-13.

    Επίσης θυμούνται ότι τα Ελληνικά στρατεύματα έφθασαν έξω από την Άγκυρα το 1921,και ότι, όπως ο Εθνάρχης τους Μουσταφά Κεμάλ το διατύπωσε γνωρίζοντας την διεθνή πραγματικότητα, «ο γενναίος Ελληνικός Στρατός ουδέπτε ηττήθη».

    Επίσης γνωρίζουν οι Τούρκοι ότι η αποχαυνωμένη, χρεωκοπημένη και παρακμιακή Ελλάδα του 2009 όχι μόνον θα αντιδράσει απροσδόκητα βίαια σε τυχόν προσβολή της εθνικής της κυριαρχίας, αλλά αυτό θα επιφέρει και ριζική μεταβολή των εσωτερικών ισορροπιών της ελληνικής κοινωνίας.

    Ίσως γι’ αυτό ακριβώς οι Τούρκοι απειλούν, ψηφίζουν casus belli, υπερίπτανται του ελληνικού εναέριου χώρου, παραβιάζουν, πραγματοποιούν εικονικούς βομβαρδισμούς σε ελληνικά νησιά και ασκήσεις σε αμφισβητούμενες περιοχές, παρεμβαίνουν στην Θράκη, θέτουν ανύπαρκτα διμερή ζητήματα, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ.

    Αυτό θα έπρεπε να προβληματίσει την ελληνική κυβέρνηση και να την πείσει ότι χωρίς φόβο, με αποφασιστικότητα και σαφήνεια προς κάθε κατεύθυνση, ας φανούμε συνεπείς προς τις διεθνείς συνθήκες που εμείς οι ίδιοι υπογράψαμε.   

.

(595) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *