Το όχι της Κύπρου και οι άθλιοι των Αθηνών

Οι Κύπριοι για δεύτερη φορά μέσα σε μια δεκαετία, ανέλπιστα για όλους τους ρεαλιστές ναινέκους και τους «φαιά φορούντες» αναλυτές, είπαν όχι στην «παγκόσμια κοινότητα» και τις «αγορές» όπως είχαν πει όχι στο σχέδιο Ανάν. Διότι απέναντί τους για άλλη μια φορά είχαν τους ίδιους αντιπάλους. Το ΔΝΤ (δηλαδή τις ΗΠΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση (τη Γερμανία) και την κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα (δηλ. το παγκόσμιο τραπεζιτικό σύστημα). Και το όχι αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο ηχηρό μια και στράφηκε ενάντια και στον ίδιο τον πρόεδρο της Κύπρου που είχε εκλεγεί μόλις δύο εβδομάδες πριν. Οι Κύπριοι, –ένα κομμάτι του ελληνισμού, σταθερά ριζωμένο και αγκιστρωμένο στην ταυτότητα και την παράδοσή του, παρά τα λεγόμενα, παρά τις λοιδορίες και την εύκολη κατασυκοφάντησή τους–ύψωσαν το ανάστημά τους και είπαν όχιστον οικονομικό εξανδραποδισμό τους, προοίμιο του πολιτικού και του εθνικού.

Απέναντί τους όμως δεν είχαν μόνο τους ξένους, δεν είχαν μόνο έναν άθλιο ναινέκο, ο οποίος εξελέγη υποκλέπτοντας την ψήφο των Κυπρίων με το σύνθημα ότι δεν θα αγγίξει τις καταθέσεις τους, αλλά και τον ακόμα αθλιότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας, ο οποίος όχι απλώς συναίνεσε σ’ αυτή την επιλογή, αλλά έσπρωχνε τους Κυπρίους να την εφαρμόσουν.

Τι ακριβώς ζητούσαν από τους Κυπρίους

Αυτό που ζητούσαν από τους Κυπρίους, Αμερικανοί και Γερμανοί –αυτή τη φορά σε αγαστή συμφωνία– ήταν να απολέσουν κάθε περιθώριο σχετικής αυτονομίας που τους έχει προσδώσει η μεταβολή της Κύπρου σε χρηματοπιστωτικό κέντρο μη ελεγχόμενο από τη Δύση. Πράγματι, το γεγονός ότι η Κύπρος είχε μεταβληθεί σε κέντρο χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων για τους Ρώσους και όχι μόνο, στην Ανατολική Μεσόγειο, αποτελούσε για τη Δύση έγκλημα καθοσιώσεως, όταν μάλιστα συνδυαστεί με τα επιπλέον περιθώρια αυτονομίας και ενίσχυσης της ισχύος της που προσφέρουν το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Έτσι ένα κομμάτι του ελληνισμού, παρότι καθημαγμένο από την αγγλοτουρκική κατοχή στο νησί, αποκτούσε μηχανισμούς αυτονόμησης ανεπίτρεπτους για την ιμπεριαλιστική Δύση και τον νεοθωμανισμό.

Και το σχέδιο του ψαλιδίσματος αυτής της αυτονομίας άρχισε να εφαρμόζεται με σύστημα και σατανικό τρόπο, ήδη από τη στιγμή της λήψης μέτρων για την ελληνική κρίση χρέους στην οποία μας ενέπλεξε ο Παπανδρέου. Διότι μέσω του κουρέματος των ομολόγων, για τα οποία πανηγύρισαν οι Βενιζέλοι και οι Σαμαράδες, γονάτισαν οι κυπριακές τράπεζες οι οποίες ήταν στενά συνδεδεμένες με την ελληνική οικονομία και κατείχαν δισεκατομμύρια ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Κατά τον ίδιο τρόπο, που ο ελληνικός εμφύλιος προωθήθηκε από τους Εγγλέζους και για να μην πραγματοποιηθεί η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο, έτσι και τώρα, το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων στόχευε μεταξύ άλλων και στο γονάτισμα της οικονομίας της Κύπρου.

Η άθλια διαχείριση της οικονομικής κρίσης, που επιτάθηκε μετά την ανατίναξη στο Μαρί, από την κυβέρνηση ΑΚΕΛ-Χριστόφια, επιδείνωσε την κρίση. Παράλληλα, η πρόσδεση της Κύπρου στα αγγλικά συμφέροντα και η παραχώρηση των υδρογονανθράκων μόνο σε αγγλοσαξωνικές και δυτικοευρωπαϊκές εταιρείες πετρελαίων καθώς και στο Ισραήλ, δυσαρέστησε τη ρωσική αρκούδα, η οποία έχει μάθει να κινείται με την λογική του «όλα ή τίποτα» και η οποία αρνήθηκε να συνδράμει αποφασιστικά την Κύπρο. Εξάλλου, η Ρωσία και η Γερμανία, τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτύξει στενές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις και δεν ήταν δυνατό όλοι αυτοί οι χειρισμοί να πραγματοποιούνται χωρίς καμία εμπλοκή της Ρωσία. Οι Ρώσοι πιθανώς να επιθυμούσαν μία παρόξυνση της κρίσης, που θα τους επέτρεπε να γίνουν κυρίαρχοι του παιχνιδιού.

Η συριακή κρίση και τα πετρέλαια

Η γεωπολιτική σημασία της Κύπρου ενισχύθηκε από την συριακή κρίση η οποία απειλεί τη Ρωσία να απολέσει οποιαδήποτε βάση στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που οι δυτικοί στηρίζουν την Αλ Κάϊντα στη Συρία. Όταν αυτό συνδυαστεί με τα πετρέλαια και το αέριο, και τη νέα σχέση της Κύπρου με το Ισραήλ, κατανοούμε ότι ο ρόλος της μικρής Κύπρου, μεταβάλλεται σε έναν υψηλής σημασίας γεωστρατηγικό πόλο, άρα και οι επιθέσεις εναντίον της πολλαπλασιάζονται και θα επιταθούν έτι περαιτέρω σε όλα τα πεδία. Επομένως  θα απαιτούνταν μια ισχυρή εθνική στρατηγική στην Κύπρο και μία αποφασιστική στήριξη από την πλευρά της ψευδο-«μητρόπολης του ελληνισμού.

Αντ’ αυτού, η Κύπρος βρέθηκε με τη χειρότερη πολιτική ηγεσία, με πρόεδρο τον πιο λυσσαλέο υποστηρικτή του σχεδίου Ανάν, ο οποίος καλούσε την Τουρκία να συμμετάσχει στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και ο οποίος θεωρείται δεδομένος και ελεγχόμενος παντοιοτρόπως από τους Αγγλοαμερικανούς.

Ενώ ήταν δυνατό η Κύπρος κινητοποιώντας το εσωτερικό δυναμικό της με εσωτερικά ομολογιακά δάνεια, να καλύψει τα αναγκαία ποσά, δεν προχώρησε σε κάποια τέτοια επιλογή που θα ενίσχυε την αυτονομία της και ταυτόχρονα θα άνοιγε και τη δυνατότητα συμπληρωματικών εξωτερικών χρηματοδοτήσεων.  Αντίθετα επέλεξε τη λύση των Αμερικανογερμανών που στοχεύει στη διάλυση της Κύπρου ως χρηματοπιστωτικού κέντρου. Και ο ναινέκος έκανε ακριβώς αυτό που του επέτασσαν τα αφεντικά του, παρ’ ότι όλοι γνωρίζουν πως μια παρόμοια λύση θα καταβαραθρώσει την κυπριακή οικονομία, διότι η φυγή των κεφαλαίων θα προκαλέσει γενική φτωχοποίηση του νησιού, ανεργία και ανάγκη λήψης νέων μέτρων χωρίς τέλος και όριο.

Ωστόσο, η αθλιότητα του Αναστασιάδη, –σε μια γωνιά του ελληνισμού απειλούμενη και υπό κατοχήν κατά το ήμισυ, χωρίς σημαντικές ένοπλες δυνάμεις– ωχριά μπροστά στην αχρειότητα της ελληνικής κυβέρνησης και του Σαμαρά. Διότι είναι προφανές, ότι αυτός συναίνεσε ή και συμβούλεψε τον Αναστασιάδη να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Αναστασιάδης, μόλις λίγες μέρες πριν πάρει αυτή τη μοιραία απόφαση βρισκόταν στην Ελλάδα για συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση και είχε συμφωνήσει μαζί της, πράγμα που αποδείχτηκε και στη στάση του Σαμαρά στη διάσκεψη κορυφής, και στη στάση του ανδρεικέλου των αγορών –του Στουρνάρα– την επόμενη μέρα στο eurogroup. Ο Σαμαράς, δεδομένης μάλιστα της πρόσδεσής του στην αμερικανική πολιτική σε σχέση με την ρωσική παρουσία στην Ελλάδα και την Κύπρο –βλέπε τα διαρκή προσκόμματα για ρωσικές επενδύσεις στην Ελλάδα– συμμετείχε πιθανότατα ενεργά, έστω ως κομπάρσος, στη συνωμοσία εναντίον της Κύπρου. Σήμερα κρύπτεται πίσω από τον Αναστασιάδη, προσπαθώντας να αποφύγει τον καταμερισμό ευθυνών που πριν απ’  όλα βαρύνει τον ίδιο και τους εταίρους του (εξάλλου η ΔΗΜΑΡ μόλις βγήκε η απόφαση του eurogroup είχε εκδώσει μια κατάπτυστη ανακοίνωση που στην ουσία στρεφόταν εναντίον των Κυπρίων). Έτσι, το όχι των Κυπρίων, ιστορικής σημασίας, διότι ήταν ένα όχι ενάντια και στην κυπριακή και την ελληνική κυβέρνηση, καθώς και σε όλο το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, πλήττει πριν απ’ όλα την ελληνική κυβέρνηση αλλά και τη στρατηγική της Γερμανίας για μια γερμανική Ευρώπη.

Ο Δαυίδ ενάντια στον Γολιάθ

Η Γερμανία όπως όλοι γνωρίζουμε και είναι πανθομολογούμενο πλέον, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ιμπέριουμ στην Ευρώπη, εκμεταλλευόμενη τη συγκυριακή οικονομική  της πρωτοκαθεδρία. Έτσι έχει μεταβάλει το ευρώ σε μηχανισμό καθυπόταξης όλων των υπολοίπων, ενώ για να αντιμετωπιστεί η δομική κρίση της Δύσης από την ανάδυση της Ανατολής (Κίνα, Ινδία, κλπ) σε επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας, προσπαθεί να επιβάλει την εκπτώχευση των ασθενέστερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Και αυτό ακόμα και αν το τίμημα θα ήταν η δημιουργία μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων με την έξοδο ορισμένων από αυτές από την ευρωζώνη. Εξάλλου, η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων είναι ήδη μια πραγματικότητα. Από τις είκοσι εφτά χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης μόνο δεκαεπτά συμμετέχουν στην ευρωζώνη και αν οι Γερμανοί μπορούσαν να εκδιώξουν ορισμένες ακόμη, χωρίς αυτό να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο για τον πυρήνα της, δεν θα είχαν καμία αντίρρηση ή μάλλον θα το εύχονταν. Γι’ αυτό, εξάλλου, από την αρχή της ελληνικής κρίσης ακολουθούσαν μία στρατηγική υψηλής πίεσης προς την Ελλάδα, και έκαναν μερικά βήματα πίσω μόνο όταν οι Κινέζοι το καλοκαίρι του 2012 τους απείλησαν με απόσυρση της εμπιστοσύνης τους στο ευρώ εάν οδηγούνταν η Ελλάδα σε έξοδο. Ωστόσο, δεν έχουν πάψει ποτέ να βλέπουν με ευνοϊκό μάτι μία έξοδο της Ελλάδας και της Κύπρου, αν και όποτε υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι εξάλλου κάποιες ευρωπαϊκές χώρες όπως οι άλλες, αλλά είναι κομμάτι αυτού του μισητού ορθόδοξου και νοτιοευρωπαϊκού κόσμου.

Έτσι, το όχι της κυπριακής βουλής και του κυπριακού λαού –παρ’ ότι οι υποταγμένες κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου είχαν συναινέσει στη στρατηγική του αυτοχειριασμού τους– αποτέλεσε ένα αναπάντεχο χαστούκι στη γερμανική στρατηγική. Οι Γερμανοί έχουν μάθει να μετράνε, είτε με μεραρχίες πάντσερ, είτε με το βάρος των θησαυροφυλακίων τους, αγνοώντας τους ιδεολογικούς, τους πολιτισμικούς και εν τέλει τους γεωπολιτικούς παράγοντες. Γι’ αυτό, και παρ’ όλο που από την εποχή του Καρλομάγνου δοκιμάζουν να υποτάξουν την Ευρώπη, αποτυγχάνουν διαδοχικά.

Και αυτή τη φορά, το κυπριακό όχι, άσχετα με τις πιθανές συνέπειες που θα έχει άμεσα για την κυπριακή και ελλαδική οικονομία, είναι τεράστιας σημασίας διότι απασφαλίζει– ξεκινώντας από τον ασθενέστερο κρίκο– το σύστημα του εκβιασμού και της τρομοκρατίας που έχει εγκαθιδρύσει στην Ευρώπη. Διότι αν συνδυαστεί με την ακυβερνησία στην Ιταλία και το αυξανόμενο μίσος των Ιταλών για την Γερμανία, με την κρίση στην Ισπανία και την Πορτογαλία, τα μέτρα λιτότητας που αρχίζουν να εφαρμόζονται πιο επιτακτικά στην Γαλλία και τελευταίο αλλά όχι έσχατο με το αδιέξοδο της εφαρμογής των μνημονιακών μέτρων στην Ελλάδα, τότε κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια ανατροπή των συσχετισμών και των δεδομένων. Διότι ακόμα και εάν η γερμανική πολιτική οδηγούσε σε χρεωκοπία της Κύπρου και έξοδό της από την ευρωζώνη και την Ε.Ε. αυτό θα αποτελούσε ένα τεράστιο πλήγμα στην ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, διότι θα συμπαρέσυρε αργά ή γρήγορα και την Ελλάδα και θα τους οδηγούσε πολύ πιο κοντά στη ρώσικη πολιτική. Κατά συνέπεια, τα παραμύθια των Γερμανών και του Σόιμπλε ότι μια πιθανή έξοδος της Κύπρου από την ευρωζώνη και την ΕΕ δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο, εκφράζουν ένα μπακάλικο νομικισμό (ο Σόιμπλε όπως και η Λαγκάρτ, είναι δικηγόροι) που δεν συνυπολογίζει ότι ο συστημικός κίνδυνος μπορεί να έρθει όχι από την άμεσα οικονομική διάσταση της εξόδου αλλά τη γεωπολιτική η οποία μεταφράζεται και σε οικονομική στη συνέχεια.

Η Κύπρος πυροδότεί μονίμως τις εξελίξεις στην Ελλάδα

Κατά συνέπεια σε αντίθεση με τα επιχειρήματα των ναινέκων στην Κύπρο και κυρίως στην Ελλάδα, –ιδιαίτερα μετά την επέκταση του πολιτικού αδιεξόδου στην Ιταλία– οι Έλληνες στην Ελλάδα και στην Κύπρο μπορούν να πουν όχι. Στην Κύπρο ήδη επεξεργάζονται εναλλακτικά σχέδια που κινητοποιούν τον ίδιο τον κυπριακό λαό για να αντιμετωπίσει το γερμανικό Αττίλα, ενώ στην Ελλάδα έχει αρχίσει ήδη η φορολογική απεργία που οδηγεί σε αδιέξοδο τα μέτρα που έχει υπογράψει η πολυκομματική κυβέρνηση, και τους επόμενους μήνες θα οδηγήσει σε μια αναπόδραστη κρίση. Εξάλλου, το κυπριακό όχι και η επονείδιστη στάση της ελληνικής κυβέρνησης θα επιταχύνουν την κρίση στο εσωτερικό.  Ο Σαμαράς, από τότε που είπε ένα όχι στη ζωή του και το πλήρωσε με αποκλεισμό από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, έχει μάθει πλέον να λέει πάντα ναι, εκβιαζόμενος ή όχι, χωρίς να καταλάβει πως σήμερα έχει έρθει η ώρα που μόνο τα όχι μπορούν να ευδοκιμήσουν!  Κινδυνεύει λοιπόν να βρεθεί στη θέση του Αναστασιάδη και να εγκαταλειφθεί από τους ίδιους τους εταίρους και τους υποστηρικτές του (είναι χαρακτηριστική η στροφή πολλών ΜΜΕ και εκδοτικών συγκροτημάτων που σταδιακώς τον εγκαταλείπουν) και ενώ θα συνεχίζει να λέει ναι όπως ο θλιβερός πρόεδρος της Κύπρου, θα βρεθεί μπροστά σε μια κοινωνία που θα του αντιτάξει το όχι!

Το 1955, ξεκίνησε ο αντιαποικιακός αγώνας της Κύπρου, ο οποίος ανατίναξε τους πολιτικούς συσχετισμούς και τη νατοϊκή ομοφωνία στην Ελλάδα, βγάζοντας τους Έλληνες στο δρόμο για την αυτοδιάθεση-ένωση και πυροδοτώντας την ανάπτυξη της αριστεράς για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο, με συνέπεια μέσα σε μερικά χρόνια την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Το 1963-64, οι συγκρούσεις στην Κύπρο αποτέλεσαν αποφασιστικό παράγοντα για την ανατροπή της δεξιάς κυβέρνησης και του υπέυθυνου για τις προδοτικές συμφωνίες της Ζυρίχης, του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1967, το κυπριακό θα αποτελέσει το κυριότερο ίσως παράγοντα που θα οδηγήσει στη δικτατορία των συνταγματαρχών και την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, η οποία θα επιτρέψει επτά χρόνια αργότερα, την τουρκική εισβολή και βέβαια την κατάρρευση της δικτατορίας. Το 2004, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, ήταν ένα ηχηρό χαστούκι στον κυρίαρχο εθνομηδενισμό όλων των ελληνικών πολιτικών κομμάτων και θα εγκαινιάσει μια νέα περίοδο ενίσχυσης των πατριωτικών και αντιπαγκοσμιοποιητικών δυνάμεων. Το 2013, το κυπριακό όχι θα ηχήσει ως μια ομοβροντία αντίστασης, κόλαφος στους εγχώριους ναινέκους.

Ό,τι και αν συμβεί στη συνέχεια, τίποτα πλέον δεν θα είναι ίδιο, και θα έχει ανοίξει μια νέα περίοδος για την ιστορική επανασύνδεση του ελλαδικού και κυπριακού ελληνισμού σε μια κατεύθυνση αντίστασης με αφετηρία για μια ακόμα φορά την Κύπρο.

Πολλοί αναρωτιούνται πως και γιατί οι «φραγκοφονιάδες» Κύπριοι μπόρεσαν να πουν ένα τέτοιο όχι την ώρα που οι «λεβέντες» Ελλαδίτες λένε εδώ και χρόνια το ένα επονείδιστο ναι μετά το άλλο. Η λύση του μυστηρίου είναι πολύ απλή. Οι Έλληνες Κύπριοι, επειδή αντιμετωπίζουν άμεσα πρόβλημα εθνικής ύπαρξης και επιβίωσης, επειδή μπόρεσαν να πουν όχι στο σχέδιο Ανάν, επειδή το εθνικό ζήτημα είναι το πρώτο και κυρίαρχο πρόβλημα στη χώρα, έχουν διατηρήσει παρά τις φθορές, παρά τις αντιπαραθέσεις, ισχυρό το εθνικό τους φρόνημα.  Έτσι, όταν ήρθε η κρίση και μάλιστα με ευθύνη της πολιτειακής τους ηγεσίας, και παρά τον κίνδυνο της οικονομικής καταστροφής και χρεοκοπίας μπόρεσαν να αντιτάξουν ένα υπέροχο όχι.

Αντίθετα εμείς, παρ’ ότι μεγαλύτερη χώρα, ισχυρότερη γεωπολιτικά και στρατιωτικά, δεν έχουμε μπορέσει εδώ και είκοσι χρόνια να πούμε κάποιο όχι διότι έχει αποσυντεθεί και διαλυθεί εκ των ένδον η εθνική μας συνοχή. Διότι στην Ελλάδα, αντί να καίγονται γερμανικές αμερικανικές και τούρκικες σημαίες όπως συνέβαινε παλιότερα, μέχρι χθες καίγονταν οι… ελληνικές, διότι στα σχολειά, στα πανεπιστήμια και στις εφημερίδες μας λοιδορείται καθημερινά ως εθνικισμός ο πατριωτισμός, διότι φροντίσαμε εμείς πριν απ’ όλους να θάψουμε τα εθνικά κράτη και να προσχωρήσουμε σε μια φαντασιακή και αποσυνθετική παγκοσμιοποίηση. Έτσι, όταν ήρθε η κρίση απ’ την οικονομική της διάσταση βρεθήκαμε χωρίς μπούσουλα, ανίκανοι να αντιδράσουμε, φθαρμένοι και διεφθαρμένοι, με κόμματα που μόλις αρχίζουν να ανακαλύπτουν την έννοια της πατρίδας και του εθνικού συμφέροντος. Γι’ αυτό, και διχαστήκαμε απλώς, ανάμεσα στους κυβερνώντες που λένε σε όλα ναι, και στους υπόλοιπους που αντιδρούμε διάσπαρτοι, σκόρπιοι, αναποτελεσματικοί.

Τι μπορεί να γίνει μετά το κυπριακό όχι

Κατ’ αρχάς πρέπει να πιέσουμε τους Έλληνες κυβερνητικούς υπευθύνους να συμπαρασταθούν με κάθε μέσο στην Κύπρο, έστω και τώρα προτάσσοντας βέτο σε οποιοδήποτε μέτρο που θα σπρώχνει την Κύπρο στη χρεοκοπία και στην οικονομική σφαγή των Ελλήνων της Κύπρου.

Κατά δεύτερο λόγο, θα πρέπει να συγκροτήσουμε ένα ανοικτό και άρρηκτο μέτωπο Ελλάδας και Κύπρου σε όλα τα ευρωπαϊκά όργανα και να καταστήσουμε σαφές ότι η Κύπρος και η Ελλάδα θα έχουν κοινή μοίρα και στάση.

Κι όσο για το εάν θα πρέπει να εγκαταλείψουμε εμείς και η Κύπρος το ευρώ, υπάρχει και μια άλλη εναλλακτική στρατηγική την οποία υιοθετεί ήδη και το 25% των… Γερμανών! Η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ. Και ας είμαστε βέβαιοι, πως αυτή η επιλογή την επόμενη περίοδο θα γίνει όλο και πιο ελκυστική για πολλές δυνάμεις στη νότια Ευρώπη και θα αγγίξει και τον στρατηγικής σημασίας άξονα Γαλλίας-Γερμανίας. Μόνο με αυτή την απειλή η οποία διατυπώνεται ήδη στην Ιταλία θα μπορέσουμε να συμμετάσχουμε σε κάποια πιθανή συμμαχία των λαών του νότου της Ευρώπης και να αποφύγουμε μία δική μας μονομερή έξοδο. Αν είναι η ευρωζώνη να διαλυθεί, το συμφέρον της Ελλάδας και της Κύπρου, είναι αυτό να μην πραγματοποιηθεί με μόνα θύματα εμάς, αλλά να αγκαλιάσει όλη την ευρωζώνη, έτσι ώστε να μπορούμε να οικοδομήσουμε εναλλακτικές συμμαχίες που δεν θα μας αφήσουν μόνους μας απέναντι στους νεοθωμανούς που καραδοκούν.

Πάντως, η παρούσα κρίση έφερε και πάλι κοντά τους Έλληνες της Ελλάδας και της Κύπρου, έσπασε όλα τα κατασκευασμένα εδώ και σαράντα χρόνια αρνητικά συναισθήματα και στερεότυπα, και κατέδειξε την ενότητα της μοίρας μας για το καλό και το κακό και ευτυχώς όχι μέσω ακόμα μιας νέας εθνικής καταστροφής αλλά μέσω μιας πράξης αντίστασης.

19 Μαρτίου 2013

Γιώργος Καραμπελιάς

Πηγή: http://ardin-rixi.gr/archives/11493

(1115) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *