1940 – Ἀντί Ἐπιλόγου

Ἂν τό χάραμα ἐκείνου τοῦ Ὀκτώβρη, οἱ Ἕλληνες Μαχητές πηγαίνοντας στά σύνορα, μποροῦσαν νά ξέρουν σέ τί χέρια μακρινῶν ἐπιγόνων θά ἄφηναν τά ἅγια χώματα, γιά τά ὁποῖα σέ λίγο θά ἔπεφταν νεκροί ὑπερτάφιοι, εἶναι ἀμφίβολο ἄν θά πραγμάτωναν γιά ἄλλη μιά φορά τόν ἆθλο τῆς ὑπεράσπισης τῆς ἐλευθερίας τοῦ σύμπαντος κόσμου.


Ἐπί 206 ἡμέρες εἶχαν σάν τροφή μισή μερίδα κουραμάνας. Ἐνῶ οἱ σύγχρονοι ἐπίγονοί τους εἴμαστε τόσο ἄπληστοι, πού πετᾶμε στά σκουπίδια κάθε δυό ἡμέρες τά φαγητά τῆς μιᾶς.

Ἐπί 206 ἡμέρες εἶχαν σάν μοναδικό ζευγάρι παπούτσια, ἄρβυλα μέ λειωμένους πάτους, ἀδιάφοροι γιά τόν μελλούμενο ἀκρωτηριασμό τους ἀπό τά κρυοπαγήματα. Καί ἐμεῖς ἄπληστοι βάζουμε, ἀλλά καί παίρνουμε κάθε τόσο γιά τούς κλώνους μας, σινιέ παπούτσια πού πλησιάζουν τό μισό μηνιάτικο ἁπλοῦ ὑπαλλήλου.

Ἐπί 206 ἡμέρες εἶχαν σάν μοναδικό μέσο μεταφορᾶς τά πόδια τους, ἀδιάφοροι γιά κούραση καί σταματημό, ὑπερασπιζόμενοι τήν Πατρίδα, σπιθαμή πρός σπιθαμή, ἀπό Ἰταλούς καί Γερμανούς. Ἄπληστοι ἐμεῖς δέν ἀρκούμεθα στά τριπλᾶ αὐτοκίνητα, αλλά ἀγοράζουμε θηριώδη καί ρυπογόνα τέρατα, ἀληθινά ἅρματα μάχης, γιά νά καταλάβουμε ἐξ ἐφόδου τίς ὑπωρεῖες μεταξύ Πλατείας Γεωργίου καί τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας.

Ἐπί 206 ἡμέρες εἶχαν σάν ροῦχα χλαῖνες χιλιοτρυπημένες, μαῦρες ἀπό τήν καπνιά τῆς φωτιᾶς, πού ἔπεφτε ἀσταμάτητα ἐπάνω τους, καθιστάμενοι νεώτεροι ἑπτά παῖδες ἐν καμίνῳ. Ἄπληστοι ἐμεῖς φοροῦμε περιουσίες πάνω μας, ἀκιζόμενοι, ὡς πολύφερνες νῦφες, σέ ἐπίδοξους κατακτητές.

Ἐπί 206 ἡμέρες εἶχαν σάν σκέπη καί σπίτι τους τό σκηνάκι τους καί μάλιστα ρηχτό στήν πλάτη, σάν κουβέρτα, γιατί δέν εἶχαν καιρό γιά στήσιμο καί μάζεμα. Καί ἐμεῖς ἄπληστοι σωριάζουμε τοίχους ἐπί τοίχων, τσιμέντα ἐπί τσιμέντων, σπίτια γιά τήν πόλη, ἐξοχικά γιά τίς διακοπές, ἄλλα στό ….χωριό, ξέχωρα γιά τά παιδιά, νά βροῦν ἕτοιμα, νἄχουν προβάδισμα ἀπό τά ἄλλα, τά λιγώτερο “τυχερά”. Κι᾽ ὅταν τό κράτος ζητᾶ λίγα λεφτά σάν φόρο κατοικίας, ξεσηκωνόμαστε φωνάζοντες γοερά γιά νά ἔχουμε ἀφορολόγητα ἑκατοντάδες τετραγωνικά γιά οἰκογένειες τῶν δύο καί κάτι ἀτόμων.

Ἐπί 206 ἡμέρες ἐμάχοντο μέ ὅπλα ἀγχέμαχα, γιά τήν Ζωή τῶν ἄλλων. Κι᾽ἐμεῖς, ασυνείδητοι ἀπατεῶνες, μαχόμαστε καθημερινά, μέ ὅπλα ἑκηβόλα ἀπὀ ψεύτικο χρῆμα, γιά νά φᾶμε τήν ζωή τῶν ἄλλων.

Ἐπί 206 ἡμέρες εἶχαν σάν ὁδηγό τους ἀξίες ὑπερκόσμιες ἐνῷ ἐμείς ἔμφοβοι κρυβόμαστε στήν βόλεψή μας.

Ἐπί 206 ἡμέρες , συνέχεια ἄλλων 886950 ἡμερῶν, δεν ἀγωνίστηκαν ἁπλᾶ γιά την ἀνεξαρτησία ἑνός ἔθνους. Ἀγωνίστηκαν, ὅπως λέγει ο Ποιητής, ἀγῶνα γενικώτερο: μιᾶς Φυλῆς ἀνθρώπων. Ὄχι ἐξ αἵματος, ἀλλ᾽Αὐτῆς πού προσδιορίζεται ἀπὀ τό πάθος τῆς ἐλευθερίας.

Πέρα ἀπό τον πάταγο τῆς κάθε ἐπηρμένης αὐτοκρατορίας πού γκρεμίζεται, πέρα ἀπό τούς ὀλοφυρμούς τῶν μεσιτῶν τῆς παγκοσμιοποίησης, πέρα ἀπό τούς ἐπίδοξους ὁλοκληρωτισμούς τῶν ἐθνοαποδομητῶν, θά ἀπομείνει νά ἀκούγεται μέσα στόν ἀποκαμωμένο κόσμο, λιανό καί κρυστάλλινο, ἐρημικό κι᾽ἄτρεμο, τό ἑωθινό, πού σήμανε ἡ σάλπιγγα πάνω στόν Ἑλληνικό βράχο μιά φθινοπωρινή αυγή.

τοῦ Γιώργου Κακαρελίδη
Καθηγητοῦ ἐφαρμογῶν στήν Ἐπιχ. Ἔρευνα&Στατιστική
ΤΕΙ Πατρῶν
gkakarel@gmail.com.

(698) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *