Προσεγγίζοντας τον αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό (μέρος Β)

Στο αφιέρωμα αυτό για τον αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό, που εκφράζεται έντονα τελευταία, προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε  την προϊστορία του και να δώσουμε κάποια βασικά παραδείγματα, τόσο από το παρελθόν, όσο και από τον παρόντα χρόνο.

Εντοπίσαμε τη βασική αιτία που γέννησε αυτή τη σύγκρουση στις αντιφάσεις και τις κοινωνικές δυσπλασίες της ελληνικής πολιτικής αποκατάστασης. Η αντίθεση ντόπιων-προσφύγων, η οποία πρωτοανιχνεύεται στη δημιουργία του νεαρού ελληνικού έθνους-κράτους και εκφράζεται για πρώτη φορά με τη σφοδρή σύγκρουση «αυτοχθόνων» με τους «ετερόχθονες», δηλαδή των προσφύγων με τους γηγενείς κατά τις πρώτες ελεύθερες δεκαετίες του εθνικού βίου. Από το 1830 έως το 1850, οι ετερόχθονες θα δεχτούν μια αλύπητη επίθεση από τους αυτόχθονες, που θα φτάσει μέχρι και απολύσεις από το δημόσιο. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης θα απολυθεί και ο κωνσταντινουπολίτης Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, του οποίου ο πατέρας –για λόγους αντεκδίκησης- είχε δολοφονηθεί από τους Οθωμανούς. Το 10% του τότε ελληνικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευαν οι «ετερόχθονες», θα υποταχθεί, θα αλλοτριωθεί και θα αποδεχτεί την κατάκτηση της εξουσίας στο νεαρό κράτος από τα παραδοσιακά ηγετικά στρώματα της Παλαιάς Ελλάδας, των κοτζαμπάσηδων και των προεστών.

 

Μεταξύ «Επίστρατων» και Ίωνα Δραγούμη

Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι ελληνικοί πληθυσμού της Ανατολής (Ίωνες, Πόντιοι, Ανατολικοθρακιώτες) θα βρεθούν στο στόχαστρο των γνήσιων «παλαιοελλαδικών» πολιτικών σχηματισμών και θεσμών. Για τη Μοναρχία και το Λαϊκό Κόμμα, οι Έλληνες της Ανατολής θα είναι ο βασικός τους αντίπαλος στη σύγκρουση με τον βενιζελισμό. Αποκορύφωμα αυτής της στάσης, θα είναι το πογκρόμ τυ Νοεμβρίου του 1916 κατά των προσφύγων που είχαν βρει άσυλο στην περιοχή της Αττικής. Με αφορμή την ανακήρυξη του κράτους της Θεσσαλονίκης από τον Ελ. Βενιζέλο, οι παρακρατικές ομάδες του Ιωάννη Μεταξά που έγιναν γνωστές ως «Επίστρατοι», εξαπέλυσαν σφοδρές διώξεις κατά των προσφύγων και των υπόλοιπων θεωρούμενων βενιζελικών. Τα θύματα αυτού του άγνωστου πογκρόμ δεν έχουν υπολογιστεί. Ο Φ. Γρηγοριάδης υπολογίζει σε 20 τους δολοφονημένους πρόσφυγες. Στο βιβλίο ««Ελευθέριος Βενιζέλος, 1864-1936 – Η μεγάλη πορεία – Απο το ανάθεμα στην αποθέωση» αναφέρεται ότι ο αριθμός  ανερχόταν μεταξύ «…εκατό με τριακοσίων, ανάλογα με τους διάφορους υπολογισμούς, νεκρών προσφύγων, οι οποίοι ανώνυμοι και άγνωστοι μεταξύ αγνώστων και θαμμένοι σε μαζικούς τάφους…» Και συμπληρώνει ότι «[…] οι πρόσφυγες σκοτώθηκαν επειδή ήταν πρόσφυγες: Οι δολοφονίες αποτελούσαν εν ψυχρώ και απρόσωπα εγκλήματα μίσους, το οποίο είχε καλλιεργηθεί συστηματικά από τα μέσα ενημέρωσης. […]  είχε απαλλάξει [η κυβέρνηση] την πρωτεύουσα από αρκετές χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, στέλνοντας τους να αποδεκατιστούν από την πείνα και τις επιδημίες σ’ ένα αυτοσχέδιο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σούδα.[…]

Οι έντρομοι πρόσφυγες από τις οθωμανικές περιοχές θα καταφύγουν στο λιμάνι του Πειραιά όπου : «… η παρουσία του συμμαχικού στόλου και η άμυνα οπλισμένων ομάδων Κρητικών, απέτρεψαν τις επελάσεις που σχεδίαζαν οι επίστρατοι Ωστόσο πλήθη Βενιζελικών και προσφύγων – προοιωνίζοντας τις σκηνές που θα ζούσε λίγα χρόνια αργότερα στη Σμύρνη – συγκεντρώθηκαν στις αποβάθρες του λιμανιού, φορτωμένοι με ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν και ελπίζοντας να βρουν πλοία φυγής. […]

Ακριβώς αυτή η ένταση θα οδηγήσει τον κορυφαίο διανοούμενο του βαλκανικού ελληνισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, να υποστηρίζει σε κείμενά του το 1919 –εν μέσω ελληνοτουρκικού πολέμου στη Μικρά Ασία- ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της Ελλάδας ήταν ο Βενιζέλος, οι Κρητικοί και οι Μικρασιάτες. Στο πλαίσιο αυτού του μίσους θα απαγορευτεί νομοθετικά η έξοδος των Ελλήνων από τις οθωμανικές περιοχές, τη στιγμή που η κυβέρνηση Γούναρη είχε αποφασίσει την  απαγκίστρωση από την Ιωνία.  Η κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του ’22 δεν επέτρεψε στην ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει ομαλά την Ιωνία στους κεμαλικούς. Όμως θα απαγορεύσει την εκκένωση της Ιωνίας, ενώ λίγο καιρό πριν είχε απαγορεύσει την ένοπλη  αυτοοργάνωση του ελληνικού πληθυσμού.  Είναι ιστορική ειρωνία, ότι τη συμπεριφορά αυτή άθελά του την περίγραψε ο Πρίγκιψ Ανδρέας σε επιστολή του προς τον Ι. Μεταξά, στις 21 Δεκεμβρίου 1921: “Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης και κατά την l5ην Δεκεμβρίου [σημ.: εορτή του Αγίου Ελευθερίου] είχον κλείσει σχεδόν όλα τα καταστήματα. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ δια να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.”

 

Ο αντιπροσφυγικός ρατσισμός και ο φιλο-ατατουρκισμός του Ι. Μεταξά

 

Οι πρόσφυγες που θα κατακλύσουν την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή θα αντιμετωπίσουν μια ιδιαιτέρως αρνητική κατάσταση. Ο Άλκης Ρήγος γράφει: «Η εντονότατη αντίθεση γηγενών και προσφύγων δαχέεται σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο. Οι άνθρωποι που μόλις διασώθηκαν από την τουρκική σφαγή, αποκαλούνται «τουρκόσποροι» και «γιαουρτοβαφτισμένοι» (επειδή δυνήθιζαν να τρώνε γιαούρτι)… Η λέξη {πρόσφυγας» διαχέεται στον κοινωνικό ιστό με τον πιο υποτιμητικό τρόπο. Τον ρατσισμό αυτό προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι φασιστοειδείς κινήσεις που απαιτούν να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι έλληνες»

 

Η μεταχείριση των προσφύγων ήταν άθλια και πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η «Εφημερίς των Βαλκανίων» πληροφορεί στις 15 Δεκεμβρίου του 1920: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο. Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην… Δεν θέλωμεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τoν Μουσταφά Κεμάλ θα τoυς μεταχειρίζετο ίσως καλλίτερον…»

 

Η αντίθεση αυτή μεταξύ ντόπιων και προσφύγων θα ενταθεί και θα λάβει πολύ οξυμμένες μορφές για τη διεκδίκηση της γης που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι Ανταλλάξιμοι και θα έπρεπε, με βάση τη «Συνθήκη Ανταλλαγής πληθυσμών και περιουσιών»  να δοθεί στους πρόσφυγες.

 

Όπως αναφέρθηκε στο Α’ μέρος, ο Βενιζέλος ήδη έχει εγκαταλείψει τους πρόσφυγες και με μια σειρά μέτρων προσανατολίζεται διαφορετικά. Από το σημείο αυτό και μετέπειτα θα αρχίσει η μετακίνηση των μεγάλου μέρους των προσφυγικών πληθυσμών προς την Αριστερά.

 

Ο βασικός όμως εκφραστής του αντιπροσφυγικού συναισθήματος θα παραμείνει ο Ιωάννης Μεταξάς. Ήδη από την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Μεταξάς είχε δηλώσει την άρνησή του να  βοηθήσει στη διαχείριση της κρίσης. Αρνήθηκε την αρχιστρατηγία με αποτέλεσμα αυτή να δοθεί στον ανίκανο Χατζηανέστη.  με τη στάση του Ο Μεταξάς κατά τη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου συνέβαλε στην ελληνική ήττα.

Μετά όμως το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου και την κατάργηση της δημοκρατίας, ο Μεταξάς θα εκφράσει πλήρως την περιφρόνησή του προς τους πρόσφυγες της Μικρασιατικης Καταστροφής. Κατ’ αρχάς θα απαγορεύσει τα τραγούδια των προσφύγων γιατί δεν τα θεωρούσε αρκούντως δυτικά! Όμως η κορυφαία πράξη περιφρόνησης και προσβολής των προσφύγων ήταν  αποτέλεσμου του φιλοατατουρκισμού του. Ο 1938, με έξοδα του ελληνικού δημοσίου αγόρασε από τον  ιδιώτη που το κατείχε το υποτιθέμενο σπίτι που γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά. Στη συνέχεια το δώρισε στο τουρκικό κράτος, το οποίο το μετέτρεψε  σε τουρκικό προξενείο. Επιπλέον, ο Μεταξάς   μετονόμασε την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ. Την ονομασία αυτή είχε έως και το ’55. Ξαναπήρε το παλιό της όνομα λόγω του πογκρόμ που πραγματοποίησε το τουρκικό Βαθύ Κράτος κατά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης.

            Ο Μεταξάς θα ακολουθήσει την ίδια πολιτική παραγνώρισης των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης, που είχε εγκαινιάσει από το 1928 ο Ελ. Βενιζέλος. Με την έναρξη των μεγάλων εθνικών διώξεων που εξαπέλυσε ο σταλινισμός από τις 3 Δεκεμβρίου του 1937, ο Μεταξάς θα αντιδράσει υποτονικά, παρότι μεγάλο μέρος των διωχθέντων διατηρούσαν την ελληική υπηκοότητα. Θα αναγκαστεί να αποδεχτεί όσους απέλασαν οι σταλινικοί το 1939, όμως θα διατηρήσει την επιφύλαξή του προς τους νέους προσφυγικούς πληθυσμούς. Θα τους θεωρεί «εθνικά ύποπτους». Ειδικά αυτούς που είχαν εγκατασταθεί στην Χαλκίδα, με την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου θα τους απομακρύνει από την πόλη για το φόβο της πρόκλησης σαμποτάζ στη γέφυρα!

 

Από το Παλάτι έως τον Ευάγγελο Αβέρωφ

Το Παλάτι παρέμενε ως βασική πηγή του αντιπροσφυγικού συναισθήματος. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση του Βασιλιά Παύλου, που διαδέχτηκε τον πατέρα του Κωνσταντίνο, όταν του προτάθηκε να επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων. Η άρνησή του είχε ως επιχείρημα την κακή εντύπωση που θα δημιουργούσε αυτό στους φιλομοναρχικούς πολίτες.

Ο ακραίος φιλοτουρκισμός της ελλαδικής πολιτικής ηγεσίας καθ’ όλη την περίοδο του μεσοπολέμου θα εμποδίσει την ενσωμάτωση στην επίσημη ιδεολογία ακόμα και του ελληνικού πολιτισμού που υπήρχε στην Ανατολή πριν το 1922. Σχετικές πρωτοβουλίες πάρθηκαν μόνο από επιφανείς πρόσφυγες με εξαιρετική όμως προσοχή και σεβασμό στην τουρκοφιλική αυτή γραμμή. Περί  το 1928 ιδρύθηκε η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών με πρωτοβουλία του Χρύσανθου, του από Τραπεζούντος και το 1930 το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών από την Μέλπω και τον Οκτάβιο Μερλιέ. Αξιοσημείωτο είναι ότι στα Καταστατικά αυτών των ιδρυμάτων οι πρόσφυγες αναφέρονται ως «μετανάστες». Το ελληνικό κράτος απαγόρευε τη χρήση του όρου «πρόσφυγας» για να μη θεωρηθεί ότι αυτό προέκυψε ως αποτέλεσμα της βίας της συμμάχου Τουρκίας. 

Παρότι μετά την Κατοχή θα έχουμε για πρώτη φορά μια μετατόπιση κάποιων προσφυγογενών πληθυσμών προς το Λαϊκό Κόμμα, εν τούτοις δεν θα δούμε αντίστοιχη αλλαγή σε επίπεδο κεντρικών επιλογών. Η μετατόπιση αυτή οφείλεται είτε σε συνεργάτες των κατακτητών μέσω των Ταγμάτων Ασφαλείας, είτε σε άλλους που συμμετείχαν σε αντι-εαμικές ομάδες. Για πρώτη φορά μετά το ’44 θα εκλεγούν πρόσφυγες βουλευτές με τη σημαία του Λαϊκού Κόμματος [στην Κοζάνη ο ταγματασφαλίτης από το Κιλκίς Κώστας Παπαδόπουλος και ο Φωστερίδης (Τσαούς-Αντών στη Δράμα)].

Χαρακτηριστικότερη στιγμή της αντιπροσφυγικής συμπεριφοράς, ήταν η προσπάθεια που έγινε το 1958 από τον Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Παναγιώτη Πιπινέλη, για να σταματήσει η έρευνα στα αρχεία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με μαρτυρία του ιστορικού Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, που τότε δούλευε για πρώτη φορά τα διπλωματικά έγγραφα των συμμάχων των Νεότουρκων κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο,   υπήρξε παρέμβαση προς τον Αυστριακό υπουργό Εξωτερικών να απαγορευτεί η πρόσβαση στα έγγραφα αυτά, γιατί η δημοσίευσή τους στην Ελλάδα θα μπορούσε να «υπονομεύσει την ελληνοτουρκική φιλία».

 

Από την χούντα στη μεταπολίτευση

Την περίοδο της χούντας θα ακολουθηθεί η ίδια ακριβώς πολιτική. Εξ αιτίας της αυταρχικής πολιτικής θα κλείσουν όλοι οι ποντιακοί και οι προσφυγικοί σύλλογοι. Προς το τέλος της χούντας θα επιτραπεί μόνο η δραστηριοποίηση κάποιων φίλα προσκείμενων προς το καθεστώς, με στόχο την πλήρη εξασφάλιση του ελέγχου.

Η τουρκοφιλία των χουντικών θα εκφραστεί με πολλούς τρόπους. Από τη Συνθήκη της Κεσάνης μέχρι την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο. Το όραμα του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου για μελλοντική ελληνοτουρκική συνομοσπονδια θα εκφραστεί σαφέστατα, ενώ θα απαγορευτεί οποιαδήποτε αναφορά στις πατρίδες της Ανατολής. Αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής θα είναι η εντολή για αντικατάσταση του όρου «Τούρκος» από τον όρο «εχθρός» κατά η διάρκεια των εορτασμών για την Επανάσταση του ’21.

Η κατάρρευση της χούντας μέσα στην κυπριακή τραγωδία που προκάλεσε, δημιούργησε κάποιες νέες συνθήκες ελευθερίας. Οι πρόσφυγες άρχισαν να δημιουργούν και πάλι τους συλλόγους τους και να προσπαθούν να πάρουν πίσω την κατασχεμένη από την χούντα περιουσία τους.

Όμως το κλίμα σε επίπεδο αντιμετώπισης της προσφυγικής μνήμης παρέμενε αναλλοίωτο. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η περιπέτεια της  κινηματογραφικής ταινίας «1922» του Νίκου Κούνδουρου. Η ταινία του Κούνδουρου βασίστηκε  σε αυθεντικές μαρτυρίες από το μυθιστόρημα «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη και γυρίστηκε το 1977-’78 με κρατική χρηματοδότηση. Η περιπέτεια της ταινίας “1922” του γνωστού σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου αποτελεί την πλέον αποκαλυπτική πράξη του νεοελληνικού αναθεωρητισμού. Η ταινία αυτή γυρίστηκε με τη χρηματοδότηση του κρατικού Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Από την εποχή των γυρισμάτων (τρία μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) η “Χουριέτ” είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι “υπονομεύονται” οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Φυσικά το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους διαμαρτυρίας. Οι τουρκικές αντιδράσεις απέδωσαν! Το ελληνικό Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να δώσει άδεια προβολής στην ταινία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να βγει στις αίθουσες. Επί πλέον, το ΕΚΚ, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το Υπουργείο Βιομηχανίας, δέσμευσε την ταινία στο εργαστήριο. Μια κόπια που παρανόμως κατάφερε να εξασφαλίσει ο Κούνδουρος προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 9 βραβεία. To Υπουργείο Προεδρίας, φοβούμενο την κατακραυγή δεν τόλμησε να απαγορεύσει την προβολή της ταινίας, η οποία παρέμενε δεσμευμένη στα συρτάρια του ΕΚΚ. Η λαθραία κόπια σταλθηκε το 1982 (οκτώ χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Έλληνα πρέσβυ να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε με τη σειρά του από το ουγγρικό Υουργείο Εξωτερικών να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Πράγμα που έγινε!

 

Η δεκαετία του ’80 και το ρήγμα στη νεοελληνική ιδεολογία

            Κατά τη δεκαετία του ’80 θα αρχίσουν σημαντικές διεργασίες στον προσφυγικό χώρο που θα οδηγήσουν στις κατακτήσεις της δεκαετίας του ’90. Η άνοδος του Πασόκ στην εξουσία θα απελευθερώσει δυνάμεις και θα επιτρέψει την αναγνώριση του προσφυγικού ελληνισμού. Συμβολικά αυτό θα συμβεί με την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Α. Παπανδρέου στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο.

Το ’84 πραγματοποιείται το Συνέδριο των Μικρασιατικών οργανώσεων στην Αθήνα, το οποίο θέτει ως στόχο την παλιννόστηση στις πατρίδες της Ανατολής. Όμως το δυτικομικρασιατικό κίνημα, στο οποίο συμμετέχουν και ποντιακές οργανώσεις  δεν έχει τη δυναμική να προχωρήσει περισσότερο. Καταφέρνει όμως να πετύχει την επισημη αναγνώριση της 14ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρα παμπροσφυγικής Μνήμης.

            Εκείνη την εποχή, η δυναμική φαίνεται ότι βρίσκεται στις ποντιακές οργανώσεις. Ήδη έχει εμφανιστεί ένα νέο κύμα Ποντίων προσφύγων από την πρώην ΕΣΣΔ. Οι προηγούμενοι του 1965 έχουν ήδη ενσωματωθεί. Εμφανίζεται μια ριζοσπαστικοποίηση σε κάποιες ομάδες της τρίτης γενιάς, ενώ η δεύτερη γενιά προσχωρεί από το 1985 στη θέσπιση των παγκόσμιων συνεδρίων. Σε παλιότερα κείμενα στον «Εύξεινο Πόντο» έχει παρουσιαστεί εκτεταμένα  το φαινόμενο της δημιουργίας ενός δυναμικού και μαχητικού  ποντιακού κινήματος. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, και η Ασφάλεια είχε δραστηριοποιηθεί τότε για την ανακάλυψη των «εξτρεμιστών». Πάντως μέχρι το 2ο Συνέδριο του ’88 η επιφύλαξη, κυρίως από το συντηρητικό χώρο των Ποντίων, προς τα νέα ρεύματα θα είναι έντονη. Η σημαντικότερη τέτοια παρέμβαση θα εκδηλωθεί από τον βουλευτή της Ν.Δ. και πρόεδρο της Βουλής Ισαάκ Λαυρεντίδη, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Δεσμός» θα δηλώσει ότι δεν υπήρξε γενοκτονία των Ποντίων, αλλά απλώς πόλεμος, όπου τα συγκρουόμενα μέρη διέπραξαν αγριότητες.

            Μετά το ’88 όμως το κλίμα άλλαξε άρδην. Οι απόψεις που οδήγησαν στην καθιέρωση της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη γενοκτονία στον Πόντο επικράτησαν πλήρως στον ποντιακό χώρο. Το ευνοϊκό κλίμα εκείνων των χρόνων επέτρεψε την ομόφωνη αποδοχή του αιτήματος των ποντιακών οργανώσεων. Με μια έννοια υπήρξε τότε μια προσωρινή ρωγμή στην ιδεολογική συνέχεια του ελληνικού κράτους, η οποία συνδυάστηκε με την έλλειψη ανασυγκρότησης των αναθεωρητικών αντιπροσφυγικών απόψεων, κάτι που θα συμβεί από το 2000 και εντεύθεν, όταν η ρωγμή θα έχει πλέον κλείσει οριστικά με τη θητεία Σημίτη.

            Ήδη από το ’97 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα αντιπροσφυγικής συμπεριφοράς στο χώρο του Τύπου. Στη διαδικασία αυτή πρωτοστάτησε τη δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού», που προήλθε από την Β’ Πανελλαδική του Ρήγα. Η αντίδραση των προσφυγικών και κυπριακών οργανώσεων για τη διεξαγωγή ενός Συνεδρίου για τον Κεμάλ Ατατούρκ που οργάνωνε ο Μπουτάρης, προκάλεσε την απαξίωση των αντιδρώντων με τον «Ιό» με βαρύτατους χαρακτηρισμούς.

Το επόμενο αντιπροσφυγικό κρούσμα θα δοθεί με τα γεγονότα της λίμνης Βεγορίτιδας, όπου δύο χωριά –ένα ποντιακό και ένα ντόπιο σλαβόφωνο- θα αρχίσουν να ερίζουν για την καταπάτηση του παλιού βυθού. Ένα απλό ζήτημα σύγκρουσης καταπατητών, ο «Ιός» το ανέδειξε σε ζήτημα σύγκρουσης των «καλών ντόπιων» με τους «κακούς, πράκτορες του κράτους  πρόσφυγες».

 

Η οργάνωση του αντιπροσφυγικού μπλοκ

            Μέχρι όμως εκείνη την εποχή ο αντιπροσφυγικός ρατσισμός του «Ιού» παρέμενε περιορισμένος στο δημοσιογραφικό του  χώρο. Αυτό που θα προκαλέσει την επανεμφάνιση  του παλιού  αντιπροσφυγικού μένους, θα έιναι η απόπειρα των μικρασιατικών οργανώσεων να καθιερώσουν νομοθετικά την 14η Σεπτεμβρίου, ως Ημέρα Μνήμης της γενοκτονίας στο σύνολο της Μικράς Ασίας.  Ο νόμος θα υπερψηφιστεί από το σύνολο των κομμάτων και το σύνολο των βουλευτών.  Όμως θα παραμείνει ανενεργός για δύο περίπου χρόνια εξαιτίας της προσέγγισης Γιώργου Παπανδρέου με Ισμαήλ Τζεμ. 

Ας θυμηθούμε το τι έγινε τότε από ένα άρθρο του 2001: «Τις τελευταίες ημέρες γίναμε μάρτυρες μιας απίθανης νεοελληνικής ιστορίας καθημερινής τρέλας. Ένας Νόμος της Βουλής των Ελλήνων για τη Γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού -που ψηφίστηκε ομόφωνα τον Οκτώβριο του 1998 και δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα της Κυβέρνησης”  (ΦΕΚ 13.10.98) με τις υπογραφές του Προέδρου της Ελλάδας Κ. Στεφανόπουλου και των τότε υπουργών Α. Παπαδόπουλου, Ευ. Βενιζέλου και Ε. Γιαννόπουλου- ακυρώνεται στην πράξη με ακατανόητες μεθοδεύσεις.  

Με βάση το 2ο άρθρο του Νόμου έπρεπε να καθοριστεί “ο χαρακτήρας, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης” με Προεδρικό Διάταγμα. Το άρθρο αυτό έμεινε -καθόλου τυχαία- ανενεργό για διόμιση χρόνια. Πρόσφατα, με πρωτοβουλία του υπουργού Πολιτισμού Ευ. Βενιζέλου και του υφυπουργού Εσωτερικών Κ. Καϊσερλή πήρε το δρόμο του για ολοκλήρωση της διαδικασίας με την τυπική υπογραφή του από τον Προεδρο της χώρας, ο οποίος τον είχε υπογράψει έτσι κι αλλοιώς δυό χρόνια πριν.

Ως αποτέλεσμα της σφοδρής αντίδρασης των εθνικιστών της Άγκυρας  και της επίσης σφοδρής διαφωνίας -ως μη όφειλαν- των δύο πόλων της νεοελληνικής “εκσυγχρονιστικής Αριστεράς” (σ.τ.μ. Συνασπισμός και Μπίστης), μαζί με τους νεοφιλεύθερους του Μάνου, το προεδρικό διάταγμα απεσύρθη για να απαλειφθεί ο όρος “γενοκτονία”. Το εντυπωσιακό είναι ότι το 1ο άρθρο του ήδη ψηφισμένου και δημοσιευμένου νόμου αναφέρει: “Ορίζεται η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ως ημέρα εθνικής μνήμης  της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος”.

Εκείνη την εποχή τον κύριο ρόλο της αμφισβήτησης της προσφυγικής επιχειρηματολογίας ανέλαβε η εφημερίδα «Αυγή», η οποία το Φεβρουάριο του 2001 επιχείρησε να παρουσιάσει τις προσπάθειες αναγνώρισης της γενοκτονίας ως «επικίνδυνη προπαγάνδα». Στην κατεύθυνση της οργανωμένης αμφισβήτησης στρατεύθηκαν, ως μη όφειλαν, και τρεις ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ), οι οποίοι αμφισβήτησαν και το νόμο του ΄94 που αφορούσε μόνο τη Γενοκτονία στον Πόντο. Έτσι λοιπόν οι Στ. Ανεστίδης, Μ. Κουρουπού και Ι. Πετροπούλου, στο ερώτημα για τα αν οι διώξεις εις βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας συνιστούν γενοκτονία απάντησαν: «Απαντάμε σ’ αυτό το δύσκολο ερώτημα στηριγμένοι στην πείρα μας ως    ιστορικοί-ερευνητές του ΚΜΣ. Τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής και πιστεύουμε ότι οι κατά τόπους και κατά περίπτωση διωγμοί, σφαγές, εκτελέσεις και βιαιότητες που διαπράχθηκαν σε συνθήκες πολέμου και ενίοτε εκτεταμένα, με αποκορύφωμα την περίπτωση των Ποντίων, δεν νομιμοποιούν τη χρήση του όρου γενοκτονία σε επιστημονικό επίπεδο. Γενοκτονία, λέξη ανύπαρκτη πριν το 1944 σε όλες τις γλώσσες, είναι κατά τα λεξικά η συστηματική και προγραμματισμένη εξολόθρευση μιας ολόκληρης εθνότητας.»

Το κείμενο αυτό αποτελεί τη βάση που πάνω της χτίστηκε στη συνέχεια μια αντιπροσφυγική αναθεωρητική παραφιλολογία, όπως θα δούμε παρακάτω. Διαστρέφοντας τη σημασία των όρων, χρησιμοποιώντας λανθασμένα στοιχεία και υποδυόμενοι ότι αγνοούν τις πηγές, τα διπλωματικά έγγραφα και τις μαρτυρίες των προσφύγων καταλήγουν σ’ ένα προκατειλημμένο συμπέρασμα για πολιτικούς λόγους, που το επενδύουν με το κύρος του Κ.Μ.Σ. ακυρώνοντας έτσι οποιαδήποτε σχέση του Κέντρου με τις προσφυγικές οργανώσεις. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ουδέποτε απάντησαν στις αιτιάσεις κυρίως των σμυρναϊκών οργανώσεων, ούτε και (κατά)δέχτηκαν να συζητήσουν δημοσίως την άποψή τους.

 

H περίπτωση Τρεμόπουλου 

Ιδιαίτερο ρόλο στη Θεσσαλονίκη για τη συγκρότηση ενός αντιπροσφυγικού φιλοκεμαλικού ρεύματος είχε ο Μιχάλης Τρεμόπουλος. Ένα ιστoρικού στέλεχος του οικολογικού κινήματος. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε αντιταχθεί δημοσίως με το κείμενό του «Όχι Πόντιοι στη Θράκη» στην εγκατάσταση κάποιων Ποντίων προσφύγων από την πρώην ΕΣΣΔ στην ελληνική Θράκη. Ποτέ δεν επιχείρησε να καταθέσει μια δικιά του εναλλακτική πρόταση για το υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα  της ύπαρξης ενός νέου ρεύματος Ποντίων προσφύγων. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε ένα μέρος από τους ομογενείς πρόσφυγες της σοβιετικής κατάρρευσης δεν εμφανίστηκε το παραμικρό κίνημα αλληλεγγύης και συμπαράστασης. Και για το τελευταίο η ευθύνη βαραίνει σημαντικά και την προσέγγιση Τρεμόπουλου.

Ένα από τα μεγάλα κοινωνιολογικά θέματα της δεκαετίας του ΄90 υπήρξε το ζήτημα των ομογενών προσφύγων από τις χώρες την πρώην ΕΣΣΔ, καθώς και το πολιτισμικό σοκ που δέχτηκαν σε μια “μητέρα-πατρίδα”, που τους αγνοούσε, τους περιφρονούσε και τους επιφύλασσε -με τη συναίνεση όλων- εν έτει 1993 τη μοίρα των προσφύγων του 22.

Ακόμα, μέχρι σήμερα δεν έχει συνειδητοποιηθεί από τους ιθαγενείς το γεγονός ότι ζήσαμε στις μέρες μας ένα μικρό ‘22, με άλλους 230.000 περίπου ομογενείς πρόσφυγες, που ένα μέρος τους ήταν και Μικρασιάτες προσφυγες που μας ήρθαν μέσω της Κεντρικής Ασίας.

Η Θεσσαλονίκη, η πόλη των προσφύγων του ‘22, επέδειξε έναν ασυγχώρητο ρατσισμό εις βάρος αυτών των ανθρώπων. Και όχι μόνο η κοινωνία. Αλλά και το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση! Για παράδεγμα: νομαρχεύοντος του Παπαδόπουλου  αποφασίστηκε η μεταφορά ενός πολυπολιτισμικού σχολείου, που είχε τότε δημιουργηθεί γι’ αυτούς, από το κέντρο της Θεσσαλονίκης εκτός πόλεως, μόνο και μόνο για να μην ενοχλούνται οι ιθαγενείς. Καμιά αντίδραση δεν υπήρξε από την τοπική “προοδευτική” διανόηση! Για το θέμα αυτό δεν είχαν ληφθεί από οποιονδήποτε αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες για να δημιουργηθούν κάποιες γέφυρες με την υπόλοιπη κοινωνία. Ούτε και από τους αυτοθεωρούμενους “αντιρατσιστές”! Μόνο κάποιες περιθωριακές πρωτοβουλίες πάρθηκαν από κάποιους ποντιακούς συλλόγους, κι αυτό όχι συστηματικά.

Η τελευταία εκδήλωση του αντιπροσφυγικού συναισθήματος από τον Τρεμόπουλο έγινε τον Φεβρουάριο του 2007. Στην «Ελευθεροτυπία» (9-2-2007) παρουσιάστηκε ως εξής:

«Φωτιές άναψε χθες η πρόταση του επικεφαλής των οικολόγων Μιχάλη Τρεμόπουλου στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης «να τιμηθεί ο Κεμάλ Ατατούρκ γιατί είναι παιδί της πόλης». Η παρέμβαση έγινε μετά την πρόταση του νομάρχη Παναγιώτη Ψωμιάδη να σταλεί ψήφισμα στην υπουργό Παιδείας για το «επικίνδυνο» βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. «Η Θεσσαλονίκη θα έπρεπε να έχει τιμήσει τον Κεμάλ γιατί είναι παιδί της πόλης», είπε ο νομαρχιακός σύμβουλος Μιχάλης Τρεμόπουλος και προκάλεσε έκρηξη. Η νομαρχιακή σύμβουλος του συνδυασμού Ψωμιάδη, Ανθή Πορφυριάδου, εξανέστη και κατήγγειλε τον κ. Τρεμόπουλο για την «αντεθνική του στάση», ενώ αρκετοί ακόμη αντέδρασαν σε ηπιότερους τόνους.

Η επικεφαλής της αντιπολίτευσης Βούλα Πατουλίδου σημείωσε: «Τόσο απλά δοσμένα μεγάλες αλήθειες για τη γενοκτονία των Ποντίων, την τεκμηριωμένη με επίσημα έγγραφα και ντοκουμέντα, που ο καθένας μας μπορεί να αναγνώσει στους 15 τόμους καταγεγραμμένης ιστορίας των Ποντίων από τον καθηγητή Κώστα Φωτιάδη. Κι όμως αυτή τη σπαρακτική αλήθεια πολλοί τολμούν να την αγνοούν. Και χειρότερα: Τολμούν και προτείνουν να τιμηθεί ο γενοκτόνος Κεμάλ Ατατούρκ επειδή γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Δηλαδή και το Μπράουνάου της Αυστρίας, γενέτειρα του Χίτλερ, θα έπρεπε με την ίδια λογική να τον τιμά; Οι οπαδοί αυτής της λύσης της ανιστορισίας, ποιους σκοπούς εξυπηρετούν τελικά;……..»

 

(*) Βλάσης Αγτζίδης: διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, συγγραφέας. Βραβεύτηκε το 1995 από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της παρευξεινίου ελληνικής διασποράς.

.

(537) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *