Η λογική, το συναίσθημα και το Σχέδιο Ανάν

Λέγεται τελευταία ότι η λογική λέει ναι και το συναίσθημα λέει όχι, στο Σχέδιο Ανάν. Προσωπικά θα έλεγα ότι η λογική μου με οδήγησε πρωτίστως στο όχι, και έπειτα το συναίσθημα. Να το εξηγήσω.

Γιατί η λογική υπαγορεύει ένα σαφές ΟΧΙ

1. Μη λειτουργικό κράτος – συχνότατες εμπλοκές.

Είναι καθ’ εαυτό επιχείρημα της λογικής ότι το μοντέλο κράτους που προβλέπει το Σχέδιο Ανάν είναι μη λειτουργικό. Οι Τουρκοκύπριοι αποκτούν δικαίωμα βέτο στην εκτελεστική εξουσία επί όλων των θεμάτων, ενώ ουσιαστικά αποκτούν ίδιο δικαίωμα και στη νομοθετική εξουσία. Οι εμπλοκές θα είναι συχνότατες, εάν αυτό το κράτος τεθεί σε λειτουργία. Ουδείς μπορεί να το αρνηθεί αυτό εάν έχει διαβάσει τις λειτουργίες που προβλέπονται από το σχέδιο. Πριν προλάβει να ενεργοποιηθεί το θυμικό μας, είναι ο ορθολογισμός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό, δεδομένης της προβληματικής λειτουργίας, το Σχέδιο Ανάν να οδηγήσει στη λεγόμενη «ευρωδιχοτόμηση»: εφόσον η κάθε πολιτεία θα διαθέτει ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα (πχ, μπορεί να απονέμει ιθαγένεια σε τρίτους), το σχέδιο αυτό είναι έτοιμο να αποτελέσει τη βάση ενός διαζυγίου εν ευθέτω χρόνω, μόλις οι εμπλοκές ξεπεράσουν τα ανεκτά όρια. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος στο διάγγελμά του είπε με σαφήνεια ότι: «το Σχέδιο Ανάν δεν καταλύει την de facto διχοτόμηση, αλλά, αντίθετα τη νομιμοποιεί και την εμβαθύνει». Πρόσθετος λόγος για τη μη βιωσιμότητα του εγχειρήματος είναι και η — αποικιοκρατικού χαρακτήρα — παρουσία των τριών ξένων δικαστών στο ανώτατο δικαστικό σώμα, το οποίο έχει ουσιαστικά κυριαρχικά δικαιώματα, εφόσον αυτό θα είναι αρμόδιο να λύνει τις διαφορές και τις εμπλοκές που θα δημιουργούνται.

2. Δυσβάσταχτο βάρος για την οικονομία.

Η καθαρή λογική, επίσης, είναι αυτή που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ρήτρες του Σχεδίου Ανάν στην οικονομία είναι ανυπόφορες για τους Ελληνοκύπριους. Συγκεκριμένα, η οικονομία του νέου κράτους καθίσταται υπεύθυνη για τις αποζημιώσεις των προσφύγων. Δεδομένου ότι η ελεύθερη (σήμερα) Κύπρος έχει τέσσερις φορές μεγαλύτερο πληθυσμό και πέντε φορές μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα, άρα μιλάμε ήδη για μία οικονομία με 20πλάσια βαρύτητα από αυτή του ψευδοκράτους. Συνεπώς, κατά 95% τις αποζημιώσεις των προσφύγων θα πληρώσουν οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι! Αυτά λένε τα απλά μαθηματικά. Εκτός αυτού, επειδή οι προκομένοι Ελληνοκύπριοι έχουν αναπτυχθεί τόσο πολύ την τελευταία 20ετία, είναι πασιφανές ότι το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών χρημάτων που θα δοθούν σαν επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις στο νησί θα κατευθυνθεί στην τουρκοκυπριακή πολιτεία. Αυτή θα είναι που θα πρέπει να αναπτυχθεί και να πλησιάσει τον ευρωπαικό μέσο όρο, τον οποίον το ελληνοκυπριακό κομμάτι ήδη ξεπερνάει!

3. Ασφάλεια του νησιού.

Η λογική είναι που, και στο ζήτημα της ασφάλειας, εγείρει κρίσιμα ερωτήματα. Η παρουσία του Τούρκικου στρατού δεν ερεθίζει μόνο το συναίσθημα (θυμίζοντας την εισβολή). Είναι διαμετρικά αντίθετη με τη λογική. Ασφαλώς, αναγνωρίζεται πως ό,τι κερδίζεται με το σπαθί δεν μπορεί να δοθεί πίσω με το μελάνι. Σίγουρα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αντικατοπτρίζεται η ισχύς του κάθε μέρους. 

Ιδού όμως ένα παράδειγμα. Στην Εσθονία υπάρχει, ως γνωστόν, μία πολύ μεγάλη Ρώσικη μειονότητα. Το ερώτημα που θέτω εδώ δεν είναι εάν θα δεχόταν ποτέ η Ευρωπαική Ένωση την παρουσία Ρώσικου στρατού στην Εσθονία για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των Ρώσων κατοίκων αυτής της χώρας-μέλους της (είτε ως μειονότητα στο κράτος, είτε ως πολιτεία εκεί, είτε ως συστατικό κράτους ενός μοντέλου Ανάν κλπ). Δεν θέτω αυτό το ερώτημα γιατί οι συνθήκες ήταν διαφορετικές ίσως στις δύο περιπτώσεις. Το ερώτημα όμως που με κεντρίζει — προιόν μίας απόλυτης λογικής χωρίς ούτε δράμι συναίσθημα — είναι το εξής: η σχέση ισχύος Τουρκίας – Ελλάδος (γιατί προφανώς, αυτές οι δύο καταστάσεις ισχύος συγκρίνονται και όχι μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων), είναι τόσο πια μεγαλύτερη από την σχέση Ρωσίας – Εσθονίας, ώστε στην περίπτωση της Κύπρου όχι απλώς να απαιτείται από τον ισχυρότερο αλλά να γίνεται δεκτό και από την ίδια την ΕΕ η παρουσία του Τούρκικου στρατού εκεί, και στην άλλη να μην διανοείται κανείς να το θέσει ως ζήτημα; Αυτό είναι το ερώτημα. Δηλαδή, η ισχύς της Ελλάδος είναι τόσο μικρότερο κλάσμα της Τούρκικης ισχύος, ώστε να πιέζεται αφόρητα να δεχτεί τον βιαστή της Κύπρου ως εγγυητή της ασφάλειας του νησιού, από όσο είναι η ισχύς της μικροσκοπικής (στρατηγικά και στρατιωτικά) Εσθονίας απέναντι στη Ρωσία; Αυτή είναι η ισχυρή Ελλάδα; Το άρθρο του πρώην πρωθυπουργού στην Ελευθεροτυπία τη Μ. Τρίτη κατέληγε στην περιγραφή του διαρκώς αναβαθμιζόμενου γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας στην περιοχή. Μήπως εννοούσε ότι θα έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να ακούμε στα κελεύσματά της για αυτόν τον λόγο; ίσως τελικά όλα αυτά τα ερώτηματα να έχουν τη θλιβερή και συνάμα αναπάντεχη απάντηση που όλοι σκεφτόμαστε αυτή τη στιγμή. Και αυτό συνάγεται όχι μόνο από την παρουσία του Τούρκικου στρατού ακόμα και μετά από τα 19 χρόνια, αλλά και από την παραμονή σχεδόν όλων των εποίκων εκεί, καθώς και από τη δυνατότητα της Τουρκοκυπριακής πολιτείας να παραχωρεί ιθαγένεια (σε Τούρκους), ώστε να μπορεί να αλλοιώσει ακόμη περισσότερο την πληθυσμιακή αναλογία. Πράγματα που δε διανοείται να διατυπώσει την σκέψη στον εαυτόν της για να τα θέση η μεγάλη Ρωσία απέναντι στην ανύπαρκτη στρατιωτικά Εσθονία τα δέχεται ο ελληνισμός στην Κύπρο.

4. «Αγορά ελπίδας»

Στο διάγγελμα του Προέδρου κ. Τάσου Παπαδόπουλου έγινε σαφές ότι όλα όσα διεκδίκησε η Τουρκική πλευρά, της δίνονται αμέσως την πρώτη κι όλας ημέρα μετά το δημοψήφισμα. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά απλώς «αγοράζει ελπίδα» ότι αυτά που της υπόσχονται (και που είναι λιγότερα από τα ελάχιστα από όσα είχε θέσει στον εαυτό της για να δεχθεί το σχέδιο) θα τα λάβει σε μία περίοδο από 3 εώς 19 έτη, με την εγγύηση της Τουρκίας ότι θα τηρήσει το λόγο της. Αντιγράφω από το διάγγελμα του Προέδρου.

Να θυμούμαστε πάντα, ότι εμείς δίνουμε από την επόμενη των δημοψηφισμάτων όλα και όσα επιδιώκει η Τουρκοκύπριοι, και το Κράτος μας καταλύεται, ενώ εμείς θα αναμένουμε να εξασφαλίσουμε τα δικά μας ανταλλάγματα, όπως, επιστροφή εδαφών, περιουσίες και εγκατάσταση, στο μέλλον. Από τριάμισυ χρόνια για επιστροφή κατεχόμενων εδαφών, σε πέντε χρόνια για την επανάκτηση περιουσίας ή αποζημίωσης για περιουσία στο Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος και από τρία μέχρι 19 χρόνια για σταδιακή επιστροφή στο Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος. Στο μεταξύ η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει εξαφανιστεί 24 ώρες μετά τα Δημοψηφίσματα.

Έστω ότι ο συναισθηματικός παράγοντας αποτελεί ένα μκρό μέρος της καχυποψίας που ενδεχομένως δείχνει η ελληνική πλευρά πως οι Τούρκοι — κρίνοντας από την ιστορία τους — θα θελήσουν να μπλοκάρουν ή να καθυστερήσουν όσο μπορούν την παραχώρηση όλων αυτών. Έστω ότι ο συναισθηματικός παράγοντας αποτελεί ένα ελάχσιτο μέρος της καχυποψίας ότι ο διεθνής παράγοντας — πάλι κρίνοντας από την ιστορία του, όπως για παράδειγμα στα ψηφίσματα του ΟΗΕ που ουδείς πήρε την πρωτοβουλία να τα εφαρμόσει και να πιέσει την Τουρκία — θα αφήσει την Τουρκία να παίζει το παιχνίδι της καθυστέρησης και της εμπλοκής. Το επιχείρημα είναι ότι ακόμα και αν αγνοήσουμε εντελώς αυτές τις ενστάσεις, αν αγνοήσουμε εντελώς την καχυποψία που όντως εμπεριέχει ένα μικρό ρόλο στον συναισθηματικό παράγοντα, δεν είναι παρά η απόλυτη λογική αυτή που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δίνουμε σήμερα για να λάβουμε κάτι στο μέλλον. Η έκφραση «αγορά ελπίδας» ήταν προϊόν αυθεντικής λογικής και όχι του συναισθήματος. Ο ίδιος ο Ντενκτάς, στα πρώτα χρόνια του Κυπριακού ζητήματος έλεγε χαρακτηριστικά «δώστε μου δύο ή τρεις γενιές, και το έλυσα το Κυπριακό». Αν προσθέσουμε 30+19=49 χρόνια, μιλάμε για περίπου δύο γενιές. Ένας 20χρονος το 1974 θα είναι 69 ετών όταν θα αρθούν τα περισσότερα εμπόδια (εάν και αυτά γίνουν στην ώρα τους, είπαμε). 

Συνέπειες του «ΟΧΙ» – κινδυνολογία.

Τίποτα άλλο παρά ωμή τρομοκρατία των Κυπρίων είναι οι παρουσιαζόμενες ως τραγικές συνέπειες σε περίπτωση που απορριφθεί το Σχέδιο Ανάν στο δημοψήφισμα. Ας αντιμετωπίσουμε με τη λογική και τα επιχειρήματα που τίθενται.

1. Δεν θα υπάρξει άλλη προσπάθεια λύσης.

Εδώ την απάντηση την δίνει πάλι ο ίδιος ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος: «είναι δογματισμός και υποδηλεί άγνοια των κανόνων της διεθνούς πολιτικής, η άποψη ότι αυτή θάναι η τελευταία πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού». Εγώ θα προσέθετα ότι αυτό το επιχείρημα είναι το ίδιο εδώ και δεκαετίες. Αποτελεί έναν ισχυρό μοχλό πίεσης όταν κάποιος θέλει να παρασύρει τον άλλον σε συμφωνία. Χρησιμοποιείται συχνότατα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, μέχρι τις διακρατικές σχέσεις, κάτι που προφανώς το γνωρίζουν και οι ίδιοι που το ανασύρουν από τη φαρέτρα τους στο Κυπριακό. Όταν έπεσε η — εξαιρετικά ύποπτη — πρόταση για αναβολή των δημοψηφισμάτων στο τραπέζι, ο Υπ. Εξωτερικών της Τουρκίας δήλωσε ότι «εάν δε γίνουν τα δημοψηφίσματα μέχρι την 1η Μαίου και εκπροσωπήσει η Ελληνική Κύπρος όλο τη νησί στην ΕΕ, αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα για τα πάντα». Πρόβλημα, προφανώς, για τα συμφέροντα της Τουρκίας. Την εξήγηση δίνει ο ίδιος. Θα έχει γίνει αυτό που φοβάται: η κυβέρνηση της Κύπρου θα εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί. Όπως ακριβώς έγινε με την ένταξη της Γερμανίας στην ΕΟΚ. Η Γερμανία εκπροσωπούσε και το ανατολικό τμήμα της χώρας, εώς ότου να λυνόταν το πρόβλημα, όπερ και εγένετο το1990. Όλοι λοιπόν θα θελήσουν να λύσουν και το Κυπριακό ζήτημα μετά, για να ισχύσουν οι Ευρωπαικές ρυθμίσεις και στο τμήμα αυτό του νησιού. Και εφόσον στο άρθρο αυτό ομιλούμε την ψυχρή λογική, οι τόσοι πολλοι ξένοι (κυρίως Βρετανοί, αλλά και άλλοι) της άρχουσας τάξης που έχουν αγοράσει και χτίσει βίλλες στα κατεχόμενα της Κύπρου, δεν θα θελήσουν να γίνει η περιουσία τους τμήμα της Ευρωπαικής Ένωσης; 

2. Θα αναγνωρίσει όλος ο πλανήτης την “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου” και θα έχουμε πλήρη διχοτόμηση.

Ακόμα ένας μύθος που πλανάται αυτές τις ημέρες στη σκέψη πολλών. Ας δούμε τι είπε επ’ αυτού ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος.

Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για αναγνώριση του ψευδοκράτους, από χώρες που έχουν σημασία. Όπως είναι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί αυτές, έχουν, ήδη, υπογράψει με την Κυπριακή Δημοκρατία τη Συνθήκη Ένταξης που απαγορεύει τέτοια αναγνώριση. Όσα δε λέγονται για διεθνή απομόνωση αποτελούν εκβιασμό άνευ περιεχομένου. Η Κύπρος θάναι η μόνη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με αναβαθμισμένο ρόλο αλλά και ευθύνες. Δεν θα επαναπαυθούμε, όμως, με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σαφέστατος ο Πρόεδρος. Μόνο μία επέκταση και ερμηνεία του επιχειρήματος. Γιατί η Συνθήκη Ένταξης απαγορεύει τέτοια αναγνώριση; Επειδή ακριβώς η κυβέρνηση της Κύπρου θα εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί. Όπως λέγαμε και προηγουμένως, αυτός είναι ο φόβος της Τουρκίας, αυτό έγινε και με την Ανατολική Γερμανία (και γι’ αυτόν τον λόγο δεν χρειάστηκε καμία διαδικασία ένταξης αυτή, εφόσον ήταν ήδη ενταγμένη μέσω της Δυτικής Γερμανίας). Δηλαδή, τα κατεχόμενα της Κύπρου εισέρχονται στην Ευρωπαική Ένωση στις 1 Μαίου και εκπροσωπούνται από τη νόμιμη κυβέρνηση του Τάσου Παπαδόπουλου. Δεν νοείται να αναγνωρίζεις μία χώρα, το έδαφος της οποίας το εκπροσωπεί ήδη μία άλλη νομιμότατη κυβέρνηση και μάλιστα χώρας μέλους της Ευρωπαικής Ένωσης. Το αν την αναγνωρίζει το Πακιστάν, αυτό ας μη γίνει η απειλή για να δεχτούμε το Σχέδιο Ανάν. Δεν είναι «λογικό». Όσα λέγονται δε, για διεθνή απομόνωση (κάτι θα γνωρίζει ο Παπαδόπουλος που το χαρακτηρίζει εκβιασμό), αυτό είναι σίγουρα άνευ περιεχομένου. Ποιος θα απομονώσει μία χώρα-μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης; η ίδια; θα απομονώσει η ΕΕ ένα μέλος της; προφανώς, αδύνατον! Κάποια τρίτη χώρα θα την απομονώσει, όταν η ΕΕ δε θα το έχει κάνει; Ούτε για αστείο. Με ποια προσδοκία; Οι ΗΠΑ μήπως; έστω ότι θα την απομονώσουν οι ΗΠΑ. Με ποιον τρόπο; θα διακόψουν τις εμπορικές σχέσεις μαζί της, θα της κυρήξουν τον πόλεμο, τι ακριβώς θα κάνουν; Εφόσον θα είναι πλήρες μέλος της ΕΕ, αυτό θωρακίζει την Κύπρο πολιτικά. 

 

Στο κείμενο αυτό, έγινε προσπάθεια να καλυφθούν με λογικά και μαθηματικά επιχειρήματα οι αντιρρήσεις ορισμένων από τα βασικά σημεία του Σχεδίου Ανάν, να καταδειχθεί ότι είναι ένα μη λειτουργικό μοντέλο κράτους, που ρίχνει δυσβάσταχτα βάρη στην οικονομία των Ελληνοκυπρίων, ότι εμποδίζει δηλαδή την ανάπτυξη και τα οφέλη από την ένταξη στην Ευρωπαική Ένωση, ότι θέτει ισχυρά ερωτήματα για την ασφάλεια του νησιού, ότι αναγκάζει την ελληνική πλευρά να δώσει σήμερα για να λάβει στο βαθύ μέλλον (έχοντας και μία αμφιβολία εάν τα λάβει τελικά κάποτε), καθώς και ότι οι δύο βασικές συνέπειες του «όχι» είναι πλήρως ανεδαφικές.

 

Ανδρέας Σταλίδης

14-4-2004

Μεταφορά του άρθρου από το αφιέρωμα στο Σχέδιο Ανάν, 14 Απριλίου 2004
.

(418) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *