ΟΧΙ: Η θρησκεία δεν είναι «ιδιωτική υπόθεση»

Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.

Η αναζήτηση που ακολουθεί είχε ως ερέθισμα τη βασική θέση η οποία και συνιστά τον θεμέλιο λίθο στην κριτική που αναπαράγεται συχνά και με διάφορες αφορμές τα τελευταία χρόνια με αφορμή διάφορα θέματα, ότι δηλαδή «η θρησκεία αποτελεί ιδιωτική υπόθεση και άρα…». Όπου στην θέση των αποσιωπητικών ο καθένας συμπληρώνει ό,τι νομίζει από όσα συνήθως σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις ζυμώσεις της τελευταίας δεκαετίας περί των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους. Με το κείμενο θα δειχθεί ότι η θρησκεία συναρτάται με την κοινωνία, και πιο συγκεκριμένα ότι αποτελεί προβολή της.

Εναρκτήρια σκέψη στην αναζήτηση αυτή απετέλεσε το γεγονός ότι  όσοι δέχονται την άποψη αυτή, συνήθως επικαλούνται «ανθρώπινα δικαιώματα», παγκόσμιες διακηρύξεις, εντάξεις σε διεθνείς οργανισμούς κλπ, δηλαδή “εξω-κοινωνικά” ζητήματα και κείμενα. Από την άλλη όσοι υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη, συνήθως βγάζουν από τη φαρέτρα τους επιχειρήματα τα οποία αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, στις δομές της κοινωνίας, σε αποφθέγματα προσωπικοτήτων, γενικότερα δηλαδή σε ζητήματα και πρόσωπα “ενδο-κοινωνικά”. Μοιραία, η σκέψη οδηγείται στον ρόλο τον οποίον κατέχει η θρησκεία σε μία κοινωνία και στο πώς έχει αντιμετωπιστεί από άλλους στο παρελθόν.


Emile Durkheim

Emile Durkheim O Émile Durkheim (1858-1917) θεωρείται «πατέρας» της Κοινωνιολογίας διότι έθεσε τις βάσεις για την αναγνώριση του χώρου της ως νέας επιστήμης. Ασχολήθηκε εκτενώς, με πολυετή και με επίπονη προσωπική έρευνα (ειδικά προς το τέλος της ακαδημαϊκής καριέρας του) με τον ρόλο της θρησκείας στην κοινωνία και αποτελεί δική του ρήση η αναφορά στα προαναφερθέντα πως «η θρησκεία αποτελεί  προβολή της κοινωνίας».

Στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του Durkheim με τίτλο The Elementary Forms of Religious Life, 1912, ο καθηγητής Robert Disbet αναφέρει τα εξής:

Υπάρχει μία γοητεία και μία ειρωνεία στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Διότι πρόκειται αναμφίβολα για την πιο ισχυρή αιτιολόγηση της λειτουργικής αναγκαιότητας (ύπαρξης) της θρησκείας στην κοινωνία, που γράφτηκε ποτέ. Εν τούτοις, ο συγγραφέας του, ο Émile Durkheim, ήτανε ο ίδιος δεδηλωμένος, ουσιαστικά αφοσιωμένος («ευλαβής») αγνωστικιστής σε κάθε πτυχή της θρησκευτικής πίστης. Η προτεραιότητά του, που είχε δεσμευτικό χαρακτήρα για τον ίδιο, από τα φοιτητικά του χρόνια και μετά ήτανε η επιστήμη και ο ορθολογισμός, και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ισχυρή του πεποίθηση ότι η πνευματική πρόοδος επαφίεται στη μεταφορά από τη θρησκευτικότητα στην επιστήμη σε όλες τις θεμελιώδεις ιδέες του σύμπαντος, της κοινωνίας και του ανθρώπου. Παρόλ’ αυτά, από τη μελέτη του στη φύση των κοινωνικών δεσμών, ο Durkheim έφτασε αρκετά νωρίς στο συμπέρασμα ότι χωρίς μία βαθειά αίσθηση του ιερού – που για τον συγγραφέα είναι η ζωτική ουσία κάθε θρησκείας – δεν μπορεί να υπάρξει καμία ανθεκτική (στο χρόνο) μορφή κοινωνίας. Το ιερό και το κοινωνικό είναι, για τον Durkheim, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο Durkheim μελέτησε εκ του σύνεγγυς την πλέον πρωτόγονη μορφή υφισταμένης στη γη θρησκείας, τη θρησκεία των ιθαγενών της Αυστραλίας. Θεώρησε ότι η μελέτη της απλούστερης θρησκείας θα οδηγούσε σε χρήσιμα συμπεράσματα και για τις πιο πολύπλοκες θρησκείες και τον ρόλο τους στην κοινωνία. Ξεκίνησε από τη διάκριση ιερού-βέβηλου, δηλαδή τη θεμελίωση του κοινωνικού χαρακτήρα του ιερού. Την ιδέα αυτή την επιβεβαίωσε στα γραπτά του Βρετανού ανθρωπολόγου William Robertson Smith που έλεγε τα εξής

Η θρησκεία σχετίζεται με το κοινό καλό και όχι με το ιδιωτικό συμφέρον, εκφράζει τις κοινές ελπίδες της κοινότητας και τους στόχους της, και έτσι ενισχύει τους κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ των μελών της. Κάθε πράξη λατρείας εκφράζει την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο για τον εαυτό του, αλλά για τους συνανθρώπυς του, και αυτή η σύμπτωση (συμμαχία) κοινωνικών συμφερόντων αποτελεί τη σφαίρα στην οποία ζει ο Θεός ή η Θεοί.

Συνδύασε λοιπόν όλα τα παραπάνω με την υπόθεση Dreyfus στα τέλη του 19ου αιώνα και το παλλαϊκό ξεσήκωμα για την αθώωση του Εβραίου Dreyfus που κατηγορούνταν για προδοσία, διαπιστώνοντας ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός έχει θρησκευτικά χαρακτηριστικά, ότι υπήρχε στη Γαλλία εκείνης της περιόδου μία «κοινή πίστη» η οποία απαρτιζόταν από την κατάφαση της ελευθερίας του πολίτη και την αντίληψη ότι οι άνθρωποι ζουν για τους συνανθρώπους, και κυρίως ότι η καταπάτηση της ελευθερίας του ατόμου έχει τα χαρακτηριστικά βεβήλωσης του ιερού. Με όλα αυτά ως κινητήριο ερέθισμα λοιπόν, μελέτησε εκτενώς τους ιθαγενείς στην Αυστραλία και συνόψισε τα συμπεράσματά του στο βιβλίο The Elementary forms of Religious Life, όπου μεταξύ άλλων γράφει:

Ο συνεκτικός χαρακτήρας των κοινωνικών δεσμών βρίσκεται στη θρησκεία. Πίσω από τη θρησκεία βρίσκεται η ίδια η κοινωνία, διότι η θρησκεία είναι συμμετοχή στην κοινωνία, και η αρχή της είναι η αρχή της κοινωνίας, μεγεθυμένη λόγω του επιπλέον προικισμού της με την ιερότητα. Είναι η υπερβατική εικόνα της συλλογικής συνείδησης.

Στο βιβλίο του W.S.F.Pickering «Η Κοινωνιολογία της Θρησκείας του Durkheim» αναφέρεται πως «ό,τι αντικείμενο μελέτησε ο Durkheim – ηθική, νόμους, ιδιοκτησία, εκπαίδευση, επιστημολογία – η θρησκεία έπαιζε κεντρικό επεξηγηματικό ρόλο». 

Η πλέον συμπυκνωμένη φράση του Durkheim λέει ότι «Ο Θεός είναι η κοινωνία, η πεμπτουσία της» («God is society, writ large»).
 

Max Weber

Max Weber Ένας ακόμη μείζων κοινωνιολόγος των δύο τελευταίων αιώνων θεωρείται ο Μαξ Βέμπερ. Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε (στο βιβλίο του «η Προτεσταντική Ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού») ότι ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε όταν η προτεσταντική ηθική επηρέασε και προέτρεψε μεγάλες μάζες ανθρώπων να ασχοληθούν με την κοσμική εργασία, να δημιουργήσουν δικές τους επιχειρήσεις και να ασχοληθούν με το εμπόριο και τη συσσώρευση πλούτου για επενδύσεις. Η προτεσταντική ηθική –συνεχίζει- ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την αναπάντεχη και ασυντόνιστη μαζική δραστηριότητα που οδήγησε στην ανάπτυξη του Καπιταλισμού. Εδώ λοιπόν είναι φανερό ότι όχι μόνο η θρησκεία εκφράζει την κοινωνία ή συναρτάται με αυτήν, αλλά ότι οι τρόποι συμπεριφοράς που ενθαρρύνει είναι ικανοί να δημιουργήσουν ένα ολόκληρο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, μία ιδεολογία τελικώς (η οποία επικρατεί μέχρι σήμερα)

Το σκεπτικό του Βέμπερ ήταν συνοπτικά το εξής:

Η Καθολική Εκκλησία βεβαίωνε τη σωτηρία των πιστών της, οι οποίοι αποδέχονταν τα Μυστήριά της και υποκλίνονταν στην Ιεραρχία της. Η Μεταρρύθμιση ανέτρεψε και αφαίρεσε αυτές τις «βεβαιώσεις». Έτσι, οι Προτεστάντες ξεκίνησαν να ψάχνουν αλλού τα σημάδια της σωτηρίας. Ο Κάλβιν ενστερνίστηκε και δίδαξε την παντοδυναμία του Θεού και το ότι η πορεία των ανθρώπων ήταν προκαθορισμένη, ότι δηλαδή από την αρχή ο Θεός επέλεξε άλλους ανθρώπους για σωτηρία και άλλους για την Κόλαση. Οπότε, κατέστη απόλυτο καθήκον του καθενός από αυτούς οι οποίοι ήταν επιλεγμένοι για τη σωτηρία, να διαλύσει μέσα του κάθε αμφιβολία περί αυτού. Η έλλειψη αυτο-πεποίθησης αποτελούσε ένδειξη ελλιπούς πίστης, και επομένως σημάδι αιώνιας καταδίκης. Υπό την οπτική αυτή δια της αυτο-πεποιθήσεως αντικαταστάθηκε η ιερατική βεβαίωση περί της χάρης Θεού. Η εγκόσμια επιτυχία εν συνεχεία κατέστη μέτρο δοκιμασίας αυτής της αυτο-πεποίθησης. Ο Βέμπερ αναγνωρίζει την εφαρμογή των συμπερασμάτων του Λούθηρου, συμπληρώνοντας ότι η «κλήση» από τον Θεό δεν περιοριζόταν πλέον στον κλήρο, αλλά μπορούσε άνετα να εφαρμοστεί σε κάθε επάγγελμα ή στο εμπόριο, εφόσον και μ’ αυτές τις ενασχολήσεις θα μπορούσε κανείς να φτάσει στον ίδιο στόχο.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο Βέμπερ είδε τη συμπλήρωση της Προτεσταντικής ηθικής στον Καλβινισμό και όχι στο Λουθηρανισμό, προσπαθώντας να λύσει το παράδοξο του τι θα έπρεπε να κάνει τα χρήματα που αποκόμιζε ο πιστός ο οδηγούμενος σε «κοσμική» κλήση (ωθούμενος εννοείται από τη θρησκεία του). Η κοσμική κλήση θα του απέφερε προφανώς περισσότερα χρήματα. Οι νέες αυτές θρησκείες όμως, και ιδιαίτερα ο Καλβινισμός ή άλλες ακόμα αυστηρότερες προτεσταντικές σέκτες, απαγόρευαν ρητά τη σπατάλη των χρημάτων, που κερδήθηκαν με μόχθο, και καταδίκαζαν την πολυτέλεια ως αμαρτία. Οι δωρεές στους φτωχούς και η φιλανθρωπία δεν ενθαρρύνονταν ιδιαίτερα, αφού έτσι επιδοκιμαζόταν η επαιτεία, η οποία αντιμετωπίζονταν ως αποτέλεσμα τεμπελιάς, επιβάρυνσης του συνόλου και λοιδωρίας του Θεού. Η αποφυγή εργασίας ερμηνευόταν ως αποτυχία της δόξας του Θεού. Το παράδοξο ξεπεράστηκε από τον Βέμπερ με τη ροή των χρημάτων προς διάφορες επενδύσεις. Η οπτική αυτή προσέδωσε εντυπωσιακή ώθηση στον πρώιμο καπιταλισμό

Karl Marx

Karl Marx Στην περί του Καρλ Μαρξ αναφορά θα προηγηθεί μία μικρή παρέκβαση. Ίχνη μαρξισμού βρίσκει κανείς στην Ελλάδα οριζόντια σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, καθώς και σε πλήθος κοινωνικών στερεοτύπων που έχουν επικρατήσει, ειδικότερα κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Μία ενδο-αριστερή κριτική που ασκείται θίγει ότι «σε πολλούς ανθρώπους της αριστεράς, το μόνο που τους έμεινε από το Μαρξισμό είναι το ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» (με την αναφορά να στρέφεται κατά του παθιασμένου αντι-κληρικαλισμού ορισμένων). Η ιδεολογία την οποία γέννησαν τα γραπτά του Μαρξ όντως περιλαμβάνει αυτή την απλή και κατανοητή φράση. Είχε όμως άραγε η φράση το ίδιο νόημα όταν την έγραφε ο Γερμανός φιλόσοφος;

Σαφώς και ΟΧΙ! Κι η απάντηση αυτή καταρρίπτει έναν διαδεδομένο μύθο, μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις της προ-τηλεοπτικής εποχής.

Το όπιο (ως ύλη, ως κυριολεκτική έννοια δηλαδή και όχι με τη μεταφορική χρήση του όρου με την οποία εκφέρεται στην εν λόγω φράση) κυκλοφορούσε νόμιμα κατά την εποχή που έγινε από τον Μαρξ η συγκεκριμένη αναφορά. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως ως αναλγητικό, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι χρησιμοποιούνταν ακόμα και κατά της χολέρας! Η δε ολοκληρωμένη φράση που δίνει με εντυπωσιακή σαφήνεια το νόημα που ήθελε να προσδώσει ο Μαρξ λέει το εξής:

Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός των καταπιεσμένων, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και η ψυχή των άψυχων (κοινωνικών) συνθηκών. Είναι το όπιο του λαού.

Ολόκληρη η μετάφραση στα αγγλικά του κειμένου του Μαρξ

Religion is, indeed, the self-consciousness and self-esteem of man who has either not yet won through to himself, or has already lost himself again. But man is no abstract being squatting outside the world. Man is the world of man—state, society. This state and this society produce religion, which is an inverted consciousness of the world, because they are an inverted world. Religion is the general theory of this world, its encyclopedic compendium, its logic in popular form, its spiritual point d’honneur, its enthusiasm, its moral sanction, its solemn complement, and its universal basis of consolation and justification. It is the fantastic realization of the human essence since the human essence has not acquired any true reality. The struggle against religion is, therefore, indirectly the struggle against that world whose spiritual aroma is religion. Religious suffering is, at one and the same time, the expression of real suffering and a protest against real suffering. Religion is the sigh of the oppressed creature, the heart of a heartless world, and the soul of soulless conditions. It is the opium of the people. The abolition of religion as the illusory happiness of the people is the demand for their real happiness. To call on them to give up their illusions about their condition is to call on them to give up a condition that requires illusions. The criticism of religion is, therefore, in embryo, the criticism of that vale of tears of which religion is the halo.

Πρόκειται δηλαδή σαφώς για κείμενο κριτικής της «άκαρδης κοινωνίας». Η θρησκεία εντάσσεται στην κοινωνία και λειτουργεί για τα μέλη της παρηγορητικά. Αμέσως μετά ο Μαρξ εξηγεί ότι ο πόλεμος κατά της θρησκείας δεν έχει νόημα. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν το να απωλέσει πλήρως η κοινωνία την «ακαρδία» της, το να εξαλειφθεί δηλαδή εντελώς η αδικία, καθώς πίστευε βεβαίως ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Κατά τον Μαρξ δηλαδή, μόνο όταν (και εάν) επιτυγχανόταν η εξάλειψη της αδικίας, θα έπαυε η θρησκεία να είναι απαραίτητη.

Κατά τα λοιπά, με τη θρησκεία ο Μαρξ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Όλες οι αναφορές του είναι παράπλευρες και στρέφονται γύρω από την κριτική στις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις. Ας μου επιτραπεί να επεκτείνω λίγο το σκεπτικό του λέγοντας ότι εφόσον η θρησκεία αποτελεί το καταφύγιο και είναι την παρηγορία από την αδικία της κοινωνίας, και εφόσον παρατηρούμε πλήθος θρησκειών στον κόσμο, δια της σκέψεως του Μαρξ τεκμαίρεται ότι η θρησκεία αποτελεί το μοναδικό πιθανότατα μέσο, το οποίο διαθέτει η κάθε κοινωνία ώστε να αντιμετωπίζει τον πόνο και γενικότερα τις σχέσεις μεταξύ των μελών της.

Εξάλλου, και μόνο το συμπέρασμά του ότι η ιδανική, αταξική και ευτυχής κοινωνία δεν θα έχει την ανάγκη της θρησκείας δείχνει ότι πράγματι ο Μαρξ πίστευε κατά βάθος πως η θρησκεία είναι όντως συνάρτηση της κοινωνίας. Αυτό το συμπέρασμα ζητώ να συγκρατηθεί διότι κρίνω πως αποτελεί το πιο ενδιαφέρον και χρήσιμο στοιχείο για το παρόν άρθρο.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο συγκριτικού παραλληλισμού της σκέψεως του Μαρξ με προς εκείνην του Βέμπερ είναι το εξής: ενώ, όπως προαναφέρθηκε ο Βέμπερ θεωρεί ότι ο καπιταλισμός προήλθε από τον προτεσταντισμό, εντελώς αντίθετη άποψη έχει ο Μαρξ ο οποίος ισχυρίζεται πως «η νέα μορφή του Χριστιανισμού, ο προτεσταντισμός, αποτελεί το προϊόν των νέων οικονομικών δυνάμεων, την εποχή κατά την οποία αναπτυσσόταν ο πρώιμος καπιταλισμός. Οι νέες οικονομικές πραγματικότητες προϋπέθεταν μία νέα θρησκευτική δομή, η οποία θα είχε την δυνατότητα να τον αιτιολογήσει και να τον υποστηρίξει (τον καπιταλισμό)». Θεωρεί δηλαδή ότι ο προτεσταντισμός είναι εκείνος που προήλθε από τον Καπιταλισμό. Κι ενώ πρόκειται για αντιδιαμετρικώς αντίθετες θέσεις, φαίνεται ότι και οι δύο τελικώς αποδέχονται τη σχέση/συνάρτηση της κοινωνίας με τη θρησκεία.

Samuel Huntington

Samuel Huntington Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Samuel Huntington απέκτησε τεράστιο διεθνές κύρος με το βιβλίο του «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και η αναδιαμόρφωση της Παγκόσμιας Τάξης» (1996). Αξίζει να σχολιαστεί μία φράση από το κεφάλαιο των συμπερασμάτων του βιβλίου του. Γράφει λοιπόν ο Χάντινγκτον

Οι Σουηδοί είναι ίσως ο λιγότερο θρησκευόμενος λαός στην Ευρώπη. Όμως αδυνατείς να καταλάβεις αυτή τη χώρα, εκτός αν συνειδητοποιήσεις ότι οι θεσμοί, οι κοινωνικές πρακτικές, οι οικογένειες, η πολιτική και ο τρόπος ζωής έχουν θεμελιωδώς διαμορφωθεί από τη λουθηρανική κληρονομιά.

Σε συνάφεια με την ενάργεια του πιο πάνω αποσπάσματος, θα μπορούσε να τεθεί ένα ακόμη τεκμήριο, εύκολα μάλιστα ψηλαφητό στον καθένα. Είναι σχετικά αποδεκτό ότι οι αντιλήψεις και η συμπεριφορά ενός δεδηλωμένου άθρησκου ο οποίος ζει σε χριστιανικό κράτος (και ο ίδιος απέχει ενσυνείδητα) απέχουν παρασάγγας από τις αντίστοιχες αντιλήψεις ενός άθρησκου ο οποίος διαβιεί σε Μουσουλμανικό περιβάλλον. Αυτό μας φαίνεται σχεδόν προφανές ακόμα και σε επιφανειακό επίπεδο ανάλυσης. Μία στοιχειώδης εμβάθυνση θα διέκρινε ακόμα και τις περιπτώσεις ενός άθρησκου που ζει σε ορθόδοξο κράτος από έναν άθρησκο που ζει σε προτεσταντικό ή καθολικό κράτος.

Το συμπέρασμα και εδώ είναι ότι η θρησκεία ως πράγματι ίδιον της κοινωνίας επηρεάζει ακόμα και αυτούς που συνειδητά δεν μετέχουν σ’ αυτήν, επομένως ακόμη και αυτούς που βάλλουν ενίοτε εναντίον της. Συνοπτικά, ο ετεροκαθορισμός των άθρησκων από την «επικρατούσα» θρησκεία της κοινωνίας, αποδεικνύει την αλήθεια της κεντρικής θέσης που έχει η θρησκεία σε μία κοινωνία.

Επιστρέφουμε στο ίδιο βιβλίο του Χάντινγκτον, και πιο συγκεκριμένα στην αναφορά του στην Ελλάδα, που –για τον συγγραφέα- δεν ανήκει στον «Δυτικό Πολιτισμό»(!) ακριβώς λόγω της θρησκείας της, όπου και την χαρακτηρίζει την «ορθόδοξη ανωμαλία μέσα στους δυτικούς οργανισμούς». Προσθέτει μάλιστα ότι ιδιωτικώς αρκετά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σκέφτονταν ιδιωτικώς κατά το 1994 (όταν η Ελλάδα είχε την προεδρία της Επιτροπής) ότι η ένταξη της Ελλάδος αποτελούσε λάθος.

Greece is not part of Western civilization, but it was the home of Classical civilization which was an important source of Western civilization. In their opposition to the Turks, Greeks historically have considered themselves spear-carriers of Christianity. Unlike Serbs, Romanians, or Bulgarians, their history has been intimately entwined with that of the West. Yet Greece is also an anomaly, the Orthodox outsider in Western organizations. It has never been an easy member of either the EU or NATO and has had difficulty adapting itself to the principles and mores of both. From the mid-1960s to the mid-1970s it was ruled by a military junta, and could not join the European Community until it shifted to democracy. Its leaders often seemed to go out of their way to deviate from Western norms and to antagonize Western governments. It was poorer than other Community and NATO members and often pursued economic policies that seemed to flout the standards prevailing in Brussels. Its behaviour as president of the EU’s Council in 1994 exasperated other members, and Western European officials privately label its membership a mistake.

In the post-Cold War world, Greece’s policies have increasingly deviated from those of the West. Its blockade of Macedonia was strenuously opposed by Western governments and resulted in the European Commission seeking and injunction against Greece in the European Court of Justice. With respect to the conflicts in the former Yugoslavia, Greece separated itself from the policies pursued by the principal Western powers, actively supported the Serbs, and blatantly violated the U.N. sanctions levied against them. With the end of the Soviet Union and the communist threat, Greece has mutual interests with Russia in opposition to their common enemy, Turkey. It has permitted Russia to establish a significant presence in Greek Cyprus, and as a result of “their shared Eastern Orthodox religion”, the Greek Cypriot government have welcomed both Russians and Serbs to the island. In 1995 some 2000 Russian-owned businesses were operating in Cyprus; Russian and Serbo-Croatian newspapers were published there; and the Greek Cypriot government was purchasing major supplies of arms from Russia. Greece also explored with Russia the possibility of bringing oil from the Caucasus and Central Asia to the Mediterranean through a Bulgarian-Greek pipeline bypassing Turkey and other Muslim countries. Overall Greece will undoubtedly remain a formal member of NATO and the European Union. As the process of cultural reconfiguration intensifies, however, those memberships also undoubtedly will become more tenuous, less meaningful, and more difficult for the parties involved. The Cold War antagonist of the Soviet Union is evolving into the post-Cold War ally of Russia.

Στην Ελλάδα, ο μοναδικός (κατά την αντίληψή μου) άνθρωπος ο οποίος έχει ασχοληθεί –και εκτενέστατα- με τον ρόλο της θρησκείας στην κοινωνία, είναι ο Χρήστος Γιανναράς. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της εργασίας αποτελεί το βιβλίο του «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», όπου μελετά την όσμωση δυτικών προτύπων στη σύγχρονη Ελλάδα.

Συμπέρασμα

Ο καθένας μπορεί να επιλέξει όποια θρησκεία επιθυμεί ή ναμην επιλέξει καμία, όμως η θρησκεία δεν παύει να αποτελεί ίδιον της κοινωνίας, είναι τελικώς η ίδια η κοινωνία. Διότι διαμορφώνει εν πολλοίς τις κοινωνικές σχέσεις, αποτελεί την καρδιά και την ψυχή της, βρίσκεται πίσω από κάθε τι εκ πρώτης όψεως άσχετο με αυτήν και σχετίζεται ευθέως με τον τρόπο ζωής, τις δομές της κοινωνίας. Οπότε στη θρησκεία συμμετέχουν και συν-διαμορφώνονται όλα τα μέλη της κοινωνίας είτε συνειδητά, είτε ανεπίγνωστα, είτε ηθελημένα είτε ακούσια.

ΥΓ: το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε και στο περιοδικό Άρδην, τεύχος 72.

.

(1991) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *