Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία και η ανθρωπολογία της Επιστήμης

Θέμα: Περί τῆς φύσεως
τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν
διδασκαλία τῆς Ἐπιστήμης περί τοῦ ἀνθρώπου, καίπερί τοῦ ὅτι ἡ γνῶσις τῆς Ὀρθοδόξου
Ἀνθρωπολογίας εἶναιἀπαραίτητη προϋπόθεσις γιά τήν ὀρθή τοποθέτησι σέ θέματα
βιοηθικῆς

Τό κύριο θέμα πού θά προσπαθήσω ἐν συντομίᾳ νά ἀναπτύξω εἶναι
τό ‘τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας’.
Δευτερευόντως, θά ἀναφερθῶ στό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Ἐπιστήμη καί θά
προσπαθήσω νά κάνω μία σύγκρισι μεταξύ τῶν δύο προτύπων τοῦ ἀνθρώπου, ἐκείνου τῆς
Ἐκκλησίας καί ἐκείνου τῆς Ἐπιστήμης. Ἐπειδή δέν εἶμαι εἰδικός, οὔτε γιά τό ἕνα
θέμα, οὔτε γιά τό ἄλλο, οὔτε ἐκπροσωπῶ τήν Ἐκκλησία ἤ τήν Ἐπιστήμη, οἱ ἀπόψεις
πού κατατίθενται ἐδῶ εἶναι ἀποκλειστικά οἱ προσωπικές μου ἀπόψεις, δηλ. πῶς ἔχω
κατανοήσει, μέχρι σήμερα, τό θέμα περί ἀνθρώπου, ὅπως αὐτό προβάλλεται στούς
δύο αὐτούς χώρους.

Σήμερα, ὅταν κάποιος, πού εἶναι ἐνεργό μέλος τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας, ἀποφασίση νά ἀσχοληθῆ σοβαρά καί συστηματικά μέ τά βιοηθικά
διλήμματα πού κάθε τόσο τίθενται, κυρίως ἐξ αἰτίαςτῆς τεχνολογικῆς προόδου,
νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο, πρᾶγμα πού δέν συμβαίνει πάντοτε, ὁ ἄνθρωπος αὐτός
νά ἔχη προηγουμένως ἐντρυφήσει καί ἐμβαθύνει, ὅσο περισσότερο μπορεῖ, στήν φύσι
τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐξ
πόψεως δομς, καί ξ πόψεως λειτουργίας, πως ατά τά
διδάσκουν, καί
ρθόδοξη κκλησία, λλά καί σημερινή πιστήμη, σχετα πό τό τι νθρωπος
παρουσιάζεται σάν
να
διαφορετικό πλάσμα στούς δύο α
τούς
χώρους.

Ατή νασχόλησις,
το
εναι, νομίζω, παραίτητη,
γιά δύο λόγους: Πρ
τον, γιά
νά
χη π ψιν του τά παραίτητα
δεδομένα τ
ν δύο ατν χώρων
καί νά
χη
διαμορφώσει σαφ
εκόνα περί το νθρώπου, πως ατός παρουσιάζεται στούς δύο ατούς χώρους, στε,
ταν το ζητηθ, νά μπορ νά
διαλεχθ
, καί μέ
τούς
κκλησιαστικούς
νθρώπους, καί μέ τούς πιστήμονες, πάνω στά νθρωπολογικά ζητήματα. Καί, δεύτερον καί κυριώτερον, γιά
νά μπορ
, μέ βάσι
τήν
σκητική μπειρία τς κκλησίας καί τήν ποκεκαλυμμένη
λήθεια περί τς
φύσεως καί το
σκοπο τς ζως το νθρώπου, πως ατές εναι
κατατεθειμένες στήν
γία Γραφή
καί στήν Παράδοσι τ
ςκκλησίας,νά ξιολογήση ρθά τίς νέες πιτεύξεις
τ
ς πιστήμης, καθώς καί νά διακρίνη τήν λήθεια πό τήν
πλάνη, τό
ρθό πό τό λάθος, στά νακύπτοντα
βιοηθικά διλήμματα, τά
ποα σήμερα συνεχς
γενν
νται σάν ποτέλεσμα τς πιστημονικς ρεύνης, τς φαρμογς νέων
τεχνολογι
ν καί τς ατρικς πρακτικς.

Καί, το δίδεται ατή
δυνατότητα,
πειδή θεωρ τι ρθόδοξη
κκλησία
εναι κείνη πού γνωρίζει τήν λήθεια περί τς
φύσεως το
νθρώπου, το νθρώπου νοουμένου ς
τ
ς ντότητος κείνης πού
μετέχει καί τ
ς λικς καί τς νοερς φύσεως,
καί
χι πιστήμη,
πρ
γμα πού
σημαίνει,
τι κκλησία
εναι κείνη πού κατέχει τά ρθά κριτήρια ξιολογήσεως
τ
ν νέων ατρικν πρακτικν πό τν σκοπιά τς βιοηθικς, καί χι πιστήμη. να παράδειγμα: ατρική πρακτική προσπαθε σήμερα νά καθιερώση σάν νόμιμη τήν εθανασία στίς νεπτυγμένες
χ
ρες. Εναι ατό ρθό; Εναι πρός
τό συμφέρον το
νθρώπου; Εναι, ατή πρακτική,
μέσα στό
θος τς πιστήμης;
Ε
ναι
σύμφωνη μέ τό
θος μις πολιτισμένης κοινωνίας; Εναι μέσα στό θέλημα το Θεο; Εναι σύμφωνη μέ τήν διδασκαλία τς κκλησίας; νθρωπος τς κκλησίας, ποος γνωρίζει ποιά εναι
ληθινή
φύσις καί
σκοπός τς ζως το νθρώπου, πως πίσης ποιό
ε
ναι τό
θέλημα το
Θεο γιά τόν νθρωπο, μέσως ποφαίνεται
γιά τήν
ρθότητα μή μις τέτοιας
πρακτικ
ς, πειδή κατέχει τά ρθά
νθρωπολογικά κριτήρια καίπειδή μπορε νά διακρίνη
ν μιά τέτοια πρακτική εναι μέσα στό θέλημα το Θεο χι.

πιστήμη δέν μπορε
νά
χη τήν ληθ γνσι περί τς φύσεως
το
νθρώπου, τήν πλήρη γνσι. πιστήμη μπορε
νά
νακαλύψη
μόνο
να μέρος τς ληθείας
περί το
νθρώπου, πειδή γνωσεολογική της δυνατότητα εναι περιωρισμένη μόνο στόν φυσικό κόσμο καί ρευνητική
της δυνατότητα
φορ φαινόμενα το
φυσικο
κόσμου. νθρωπος, μως, μετέχει, καί το φυσικο, καί το πνευματικο κόσμου.
Τήν πνευματική φύσι το
νθρώπου δέν μπορε πιστήμη νά
τήν
νιχνεύση
καί γι
ατό τό νθρωπολογικό
της πρότυπο ε
ναι λλειπές, ν μή τι σφαλμένο. πιστήμη χει νακαλύψει πολλά καί συνεχς νακαλύπτει
περισσότερα περί τ
ς ληθείας τς δομς καί τς
λειτουργίας το
σώματος
το
νθρώπου. μως, λήθεια
περί τ
ς
πνευματικ
ς φύσεως
το
νθρώπου τς
διαφεύγει,
πως τς διαφεύγει καί λήθεια περί τν ΰλων πνευμάτων ς
καί περί το
Θεο. Καί τοτο, πειδή
γνωσεολογικός της χ
ρος εναι μόνο φυσικός
κόσμος. Δέν ε
ναι, οτε
πνευματικός κόσμος, ο
τε κτιστος. Ατούς δέν μπορε
νά τούς
νιχνεύση
καί γι
ατό δέν πεισέρχεται
σ
ατούς. Σ ατούς τούς κόσμους, μως,
χει λόγο κκλησία, ποία, πως νθρωπος, τσι καί Ατή κινεται, καί στόν φυσικό κόσμο, καί στόν πνευματικό κόσμο.

τσι, πιστήμη,
δέν μπορε
νά
ταυτισθ
, σο καί νά ξελιχθ, ς πρός τίς
πόψεις καί τά συμπεράσματα της ες τό νθρωπολογικό
ζήτημα, μέ
κενα πού ρθόδοξη κκλησία χει νά καταθέση, ς ποκάλυψι κ μέρους
το
Θεο καί ς μπειρία Της, πειδή,
πως επαμε, πιστήμη ξετάζει καί διερευν
τόν
νθρωπο ποκλειστικά καί μόνον κατά τήν λική του φύση, ν νθρωπος εναι
διττός, μετέχων, καί τ
ς λικς, καί τς νοερς φύσεως.
Βεβαίως,
κάθε νας πό τούς
δύο α
τούς
χώρους
ξειδικεύεται,
θά
λεγα, σέ
διαφορετικούς τομε
ς στήν γνωσεολογία
του περί το
νθρώπου. πιστήμη, π.χ., χει
συσσωρεύσει γνώσεις κυρίως περί τ
ς δομς, τς
λειτουργίας καί τ
ς
θεραπείας το
σώματος
το
νθρώπου, ς καί
γνώσεις περί τ
ν ‘ψυχικν’ λεγομένων λειτουργιν στόν νθρωπο,
χωρίς
μως νά
δέχεται
παρξι στόν
νθρωπο αθυποστάτου
ψυχ
ς, ν κκλησία χει συσσωρεύσει γνώσεις κυρίως περί τς φύσεως, τς
λειτουργίας καί τ
ς
θεραπείας τ
ς ψυχς το νθρώπου, τς ψυχς θεωρουμένης ς θανάτου αθυποστάτου
ντότητος.

ρθόδοξη κκλησία, ς νθρώπινος
θεσμός, μπορε
νά
συγκρουσθ
μέ τήν πιστήμη, προκειμένου νά περασπίση τά συμφέροντα το νθρώπου, ταν ατά
θίγονται
πό νέργειες τς
κατευθυνομένης
πιστήμης τς πιστημονικς πρακτικς, ο ποες
προσβάλλουν
μεσα τό νθρώπινο πρόσωπο καί μμεσα τόν Θεό. κκλησία, μως, ς πνευματικό οκοδόμημα,
δέν
ντιμάχεται,
ο
τε
συγκρούεται μέ τήν
ληθινή πιστήμη, πειδή κκλησία
κινε
ται στόν
πνευματικό κόσμο,
ν πιστήμη στόν φυσικό κόσμο. ξ λλου, ληθινή πιστήμη, καί χι
κατευθυνομένη, πως
ε
ναι κατά να μεγάλο μέρος της σημερινή, εναι κ το Θεο.

ρθόδοξη κκλησία, φ’ σον
παραμένει ε
ς τόν δικό Της γνωσεολογικό χρο, δέν ντιμετωπίζει
νθρωπολογικό πρόβλημα πό τίς ποιεσδήποτε
νακαλύψεις τς πιστήμης τίς σχετικές μέ τόν νθρωπο. Καί τοτο,
φ’ νός μέν, πειδή συνεχς προστιθεμένη γνησία πιστημονική γνσις
περί το
νθρώπου δέν ρχεται –
δέν μπορε
νά λθη – σέ ντίθεσι μέ
τά θεμέλια τ
ς ρθοδόξου νθρωπολογίας,
καί,
φ’ τέρου, πειδή κκλησία χει, ξ ποκαλύψεως, τά κριτήρια κενα πού Τς πιτρέπουν
νά διακρίνη τήν
λήθεια, άν πάρχη, ες τήν ποιαδήποτε
προβαλλομένη
ρμηνεία τν πιστημονικν δεδομένων, ες τήν ποιαδήποτε
προβαλλομένη
πιστημονική
θεωρία μέ βάση κάποια
πιστημονικά
δεδομένα, ε
τε ατή προβάλλεται ς μιγς πιστημονική θεωρία, ετε ς
φιλοσοφία (π.χ. θεωρία τ
ς ξελίξεως).

Τί, λοιπόν, διδάσκει ρθόδοξη κκλησία περί τς
φύσεως το
νθρώπου;

Σέ γενικές γραμμές, διδάσκει τι νθρωπος δέν εναι
μόνο σ
μα, λλά εναι σμα μέ ψυχή αθυπόστατη.
αθυπόστατη
ψυχή στόν
νθρωπο εναι καί ατή κτίσμα
το
Θεο, ποτέλεσμα
το
μφυσήματος’ το
Θεο
στόν νθρωπο, μυστήριο κατά τήν οσία της, κατά Χάριν θάνατη, καί εναι
κείνη πού ζωοποιε
τό σ
μα. θάνατη
ψυχή το
νθρώπου ‘κτίζεται’, δημιουργεται πό τόν
Θεό,
ρρήτως καί
γνώστως, κατά τήν σύλληψη το νθρώπου.
Κατά τόν βιολογικό θάνατο το
νθρώπου, χωρίζει
ψυχή
πό τό σμα, τό σμα
πεθαίνει,
νθρωπος, μως, ζε, πειδή ψυχή του ζε καί μετά
τόν βιολογικό θάνατο το
σώματος.
Ζε
μετά τόν
βιολογικό του θάνατο
νθρωπος, μόνο κατά τήν ψυχή, περιμένοντας τήν Κοινή νάστασι τν σωμάτων,
γιά νά ξαναπάρη τό σ
μα του,
καί νά ξαναγίνη πλήρης
νθρωπος.

Σέ ντιδιαστολή
μέ α
τά, πιστήμη
δέν δέχεται τόν
νθρωπο ς παρξι μέ
κατ’ ο
σίαν ψυχή,
δηλ. μέ ψυχή α
θυπόστατη,
ο
τε τι νθρωπος συνεχίζει νάπάρχη ς ντότητα, ς ατοδύναμη παρξις,
καί μετά τόν βιολογικό του θάνατο. Τόν δέχεται μόνο
ς βιολογική παρξι μέ
κατ’
νέργειαν
ψυχή,
πως τά ζα, ες τά ποα ψυχή τους πεθαίνει μαζί μέ τό σμα τους, διότι τόν θεωρε ς ποτέλεσμα τς βιολογικς ξελίξεως τν εδν. Συγκεκριμένα,
τόν θεωρε
ς προερχόμενο πό
ναν κοινό πρόγονο μέ κενον το χιμπαντζ, ς να
βιολογικό ε
δος δηλ.,
τό
ποο προλθε ξελικτικά,πό τυχαα γεγονότα, χωρίς καμμία θεία πέμβαση πού νά τόν διαφοροποι πό τά ζα, ς πρός τήν
φύσι καί τόν προορισμό του.
ποτέλεσμα
α
τς τς λιστικς, πιστημονικς θεωρήσεως περί το νθρώπου πό τήν πιστήμη, εναι τι, σήμερα, σύγχρονη ατρική, φθασε νά
θεωρ
τόν νθρωπο ς μηχανή
μέ ζωϊκή ψυχή.
τσι, στήν ατρική πιστήμη,
τά ζωτικά
ργανα το νθρώπου
θεωρο
νται ς ‘νταλλακτικά’
πού
πόκεινται
σέ
ντικατάστασι
διατίθενται γιά μεταμόσχευσι,τό γονιμοποιημένο του άριο, τό ζυγωτό του, τό μβρυο
θεωρο
νται ς γενετικό λικό ποκείμενο σέ πειραματισμό, σέ πεμβάσεις, τροποποιήσεις καί προσθκες στόν γενετικό του κώδικα.

καθηγητής
ατρικς το Πανεπιστημίου Κρήτης κ. λίας Κουρούμαλης, σέ δημοσιευθέν ρθρο του μέ τίτλο “ εκόνα
το

Θεο

καί
εκονική πραγματικότητα στήν σύγχρονη πιστήμη”[i],
ναφέρει, σχετικά, τά ξς:
«…….
Καρτέσιος
πεβίβασε τόν νθρωπο
σέ
πίπεδο πλς μηχανς, πού δέν χρειαζόταν νά χη μιάν ρχή. Στήν
α
ταπόδεικτη
α
τή νοησία, πού μως
κυριάρχησε γιά δύο α
ἰῶνες στήν
Δυτική σκέψη,
λθε νά
προσφέρη
πιστημονική
κάλυψη
Βιολογία
καί
Γενετική,
στά πρ
τα βήματά
τους.
Κάρολος
Δαρβίνος θεμελιώνει τήν περίφημη
ξελικτική
Θεωρία του,
που ο ατόματες
μεταλλαγές στό γενετικό
λικό δηγον σέ
φυσική
πιλογή τν πλέον προικισμένων νά πιζήσουν εδν. σύγχρονη
Γενετική, μέ τήν
ποκρυπτογράφηση
το
νθρωπίνου γονιδιώματος, θριαμβολογε. νθρωπος καί μύγα χουν 95% κοινά γονίδια, ρα τό να εδος προέρχεται πό
τό
λλο (λένε
ο
ξελικτικοί). μως,
ξ σου
λογικό,
ν χι λογικώτερο, κούγεται
τό
πιχείρημα,
τι ατή ταυτότητα γονιδίων πλς ποδεικνύει, τι διος
Δημιουργός χρησιμοποίησε τά
δια λικά, λλά μέ
τόσο διαφορετικό
ποτέλεσμα…..».

Πιό συστηματικά, κκλησία διδάσκει τά ξς περί το νθρώπου:

Κατά τήν Ορθόδοξη νθρωπολογία, ψυχή το νθρώπου
πλάσθηκε
πό τήν γία Τριάδα «κατ εκόνα» το Θεο. πως νείδεος, πλός καί σχημάτιστος εναι
Θεός, τσι πλ καί σχημάτιστη εναι ψυχή το νθρώπου. δέ Χριστός
ε
ναι τό
πρωτότυπο το
νθρώπου, νοουμένου σάν σύνολο, πό ψυχή καί σμα.
Χριστός, σαρκωμένος
Λόγος, ε
ναι εκόνα το Θεο ες τόν κόσμον,
δέ
νθρωπος εναι εκόνα το Χριστο. νθρωπος εναι εκόνα το Χριστο, χι κατά
τήν Θεότητα,
λλά κατά
τήν
νθρωπότητα
το
Χριστο. Ὁ Ἀδάμ πλάσθη κατά τό μεταγενέστερον χρονικά πρωτότυπόν του, πού
ε
ναι Χριστός. κάθε νθρωπος εναι εκόνα το Χριστο.
προπτωτικός
νθρωπος εναι γνησία εκόνα το Χριστο. μεταπτωτικός νθρωπος,
δηλ.
μες, εμαστε μαυρωμένες εκόνες το Χριστο. γιος εναι καθαρή εκόνα το Χριστο. Ὁ ἁμαρτωλός εναι μαυρωμένη εκόνα το Χριστο καί καλεται, διά τς
μετανοίας, νά γίνη καθαρή ε
κόνα το Χριστο, δηλ. γιος. σκοπός τς ζως μας,
διδάσκει
κκλησία, εναι νά
γίνωμε καθαρές ε
κόνες το πρωτοτύπου, το
Χριστο
. Ατό συμβαίνει ταν
νθρωπος γιάση. ρα, σκοπός τς ζως μας εναι γιασμός. Χριστιανός, καλεται,
σ
ατήν τήν ζωή, νά φθάση νά μοιωθ μέ τόν
Χριστόν.
Ὁ Ἅγιος πού
φθάνει ε
ς τήν
τελειότητα γίνεται
μοιος μέ
τόν Χριστόν, κατά τήν καθαρότητα καί τήν ε
σπλαγχνίαν. ὉἍγιος
γίνεται κατά Χάριν α
τό πού εναι Χριστός
κατά φύσιν,
φ᾽ὅσον φθάση ες τό
μέτρον
λικίας το πληρώματος το
Χριστο
. Χριστός, μως, εναι Θεός καί νθρωπος,
Θεάνθρωπος. Κατά φύσιν. Ο
γιοι, ταν
φθάνουν νά γίνουν
μοιοι μέ
τόν Χριστόν, κατά τήν ε
σπλαγχνίαν
καί τήν
γάπην,
δηλ. ε
ς τό ‘καθ’
μοίωσιν’, τότε γίνωνται ‘Χριστοί κατά Χάριν’ καί δέν
διαφέρουν
πό τόν
Χριστόν παρά μόνον κατά τήν φύσιν.

Χριστός,
λοιπόν, ε
ναι τό
πρωτότυπο το
νθρώπου. λλά, ποιά
ε
ναι φύσις το Χριστο; Χριστός εναι Θεάνθρωπος. Θεός καί νθρωπος. χι νας πλός νθρωπος. Χριστός χει δύο φύσεις, ξ κρας συλλήψεως, θεία καί νθρωπίνη, «συγχύτως, τρέπτως, διαιρέτως»
καί διηνεκ
ς νωμένες. νωμένες
στό Πρόσωπό Του,
κενο το Θεο Λόγου. Κατά τήν νάστασί
Του,
θεία Του
φύσις,
πανενώνει
τήν ψυχή Του, πού
ταν στόν δη, μέ τό σμα Του,
πού
ταν στόν
τάφο, καί
νασταίνει
τό σ
μα Του. Χριστός νεστήθη φ αυτο καί πέδειξε τι στί Θεός σεσαρκωμένος. νεστήθη φ αυτο, πειδή εναι Θεός καί νθρωπος.
Θεάνθρωπος. Ο
νθρωποι, μες δηλ., νασταινόμεθα
δυνάμει καί
νεργεί τς Χάριτος
το
Χριστο. Καί σωματικά, καί ψυχικά.

θάνατος
το
σώματος
το
Χριστο, πού λαβε χώρα πάνω ες τόν
Σταυρόν,
ταν χωρισμός τς ψυχς Του πό τό σμα Του καί ταν νας προσωρινός χωρισμός, φο σέ τρες μέρες Χριστός νεστήθη. θάνατος το σώματος
το
Χριστο πάνω ες τν Σταυρόν
συνέβη κατά μίαν συγκεκριμένην στιγμήν. «
δ ησος πάλιν κράξας φων
μεγάλ
φκε τ πνεμα» (Ματθ.
27, 50), «
δ ησος φες φωνν μεγάλην ξέπνευσεν» (Μάρκ. 15, 37), «κα φωνήσας φων μεγάλ ησος επε: Πάτερ, ες χερας σου παρατίθεμαι τ πνεμα μου. Τοτο δ επν ξέπνευσε» (Λουκ. 23, 46), «τε ον λαβε τ ξος ησος επε: Τετέλεσται. Κα
κλίνας τ
ν κεφαλν παρέδωκε τ πνεμα» (ωάν. 19,
30).
Χριστός δειξε, μέ ατόν τόν
τρόπον,
τι σωματικός,
βιολογικός θάνατος,
χωρισμός
δηλ. τ
ς ψυχς πό τό σμα, πέρχεται
στιγμια
α.

τσι, καί θάνατος το κάθε νθρώπου πέρχεται στιγμιαα, δηλ. χωρισμός
τ
ς ψυχς του πό τό σμα του. πορεία νός βαρέως σθενος πρός τόν θάνατο, ναί, εναι σταδιακή,
θάνατος,
μως, καθ αυτός,
δηλ.
χωρισμός
τ
ς ψυχς πό τό σμα του, πέρχεται
στιγμια
α. τσι, ρσις «ταν θνητότητα γίνη μή ναστρέψιμη,
ς διαδικασία, τότε νθρωπος χει
πεθάνει βιολογικά», δέν ε
ναι ρθή. Οτε ρσις «τό σμα παύει νά πάρχη ς σμα πό τήν στιγμή πού παύει νά στηρίζη τό πρόσωπο» εναι ρθή.
Διότι,
πως θά δομε παρακάτω, τό πρόσωπο χει μεση σχέσι
μέ τήν ψυχή το
νθρώπου. ψυχή εναι κείνη πού
στηρίζει τό πρόσωπο, καί
χι τό σμα. Καί, πς
γνωρίζει,
κενος πού τήν επε,
πότε, σέ
ναν βαρέως
σθεν, ψυχή ναχωρε πό τό σμα καί παύει νά στηρίζη τό πρόσωπο;

Κάποιοι, ναφέρουν
περιστατικά
πό τήν κκλησιαστική ζωή γιά νά ποστηρίξουν τι βιολογικός θάνατος το σώματος δέν ταυτίζεται παραίτητα μέ τήν ναχώρησι
τ
ς ψυχς πό ατό. Καί, σάν να
παράδειγμα,
ναφέρουν
τήν περίπτωσι το
γίου Σεραφείμ το
Σάρωφ: «Πρ
τα, λένε,
φυγε ψυχή του’ καί στήν συνέχεια πέθανε τό σμα του. πεβίωσε
προσευχόμενος κρατ
ντας στό
χέρι του
ναμμένο
κερί». Σάν
λλο
παράδειγμα
ναφέρουν
τήν περίπτωσι
νός Ρώσου γίου, το εροδιακόνου Σεραπίωνος, το ποίου τό σμα κινετο καί μετά τήν ναχώρησι
τ
ς ψυχς του. Καί στά δύο ατά παραδείγματα (παρόμοια πάρχουν πολλά μέσα στούς βίους τν γίων), σοι ποστηρίζουν
τι τό σμα ζοσε μετά τήν ναζώρησι τς ψυχς τν γίων,
κάνουν παρερμηνεία τ
ν
φαινομένων.

σφαλς, καί στούς γίους ατούς
βιολογικός θάνατος
πλθε μαζί μέ τήν ναχώρησι
τ
ς ψυχς τους. μως, πειδή Θεός θελε νά τούς δοξάση, Χάρις κινοσε τό
πεθαμένο σ
μα τους.
Καί το
το, διότι
«
που Θεός
βούλεται νικ
ται φύσεως
τάξις». Τέτοια,
μως,
φαινόμενα συμβαίνουν μόνο στούς
γίους.
Παρομοίας φύσεως παρερμηνεία κάνουν ο
διοι καί μέτό θαυμαστό γεγονός το γίου
Διονυσίου το
ρεοπαγίτου, ποος
περιεπάτησε κρατ
ντας τήν
κεφαλή του στά χέρια του μετά τήν
ποτομή
της, φαινόμενο γιά τό
ποο ποστηρίζουν,
πάλι παρερμηνεύοντας,
τι «πό τό θαυμαστό ατό
περιστατικό καταφαίνεται τό π
ς εναι δυνατόν νά παραμένη ψυχή στό σμα, νά
συνεχίζη νά τό ζωογον
καί τό σμα νά χη κάποιες
κδηλώσεις καί μετά τόν θάνατο». ν, λήθεια εναι τι ψυχή το γίου εχε ναχωρήσει πό τό σμα του κατά τήν ποτομή
τ
ς κεφαλς του καί Χάρις,
καί
δ, κινοσε τό σμα του, πειδή Θεός θελε νά δοξάση τόν γιο.
Παλαιότερα, ε
χα καί γώ τήν ποψι τι, στήν περίπτωσι το γίου
Διονυσίου το
ρεοπαγίτου, ψυχή του
δέν ε
χε ποχωρισθ πό τό σμα του, ταν τό σμα του
περπατο
σε. Τώρα, μως, τό βλέπω πιό πλ, τι Χάρις κινοσε τό σμα.

πανερχόμενοι
στόν Χριστό, λέμε,
τι, γιά
τόν Χριστό,
ν ντιθέσει μέ τόν νθρωπο,
δέν μπορο
με νά μιλομε γιά ‘νθρωπολογία’,
λλά γιά ‘Θεανθρωπολογία’, πειδή Χριστός ταν καί εναι κατά
φύσιν Θεάνθρωπος.
ντίστοιχα,
γιά
σους γίους μοιασαν μέ
τόν Χριστό, δέν μπορο
με νά μιλομε γιά πλ νθρωπολογία,
λλά γιά ‘πέρ φύσιν νθρωπολογία’, διότι ο γιοι ατοί παυσαν νά
ε
ναι
συνηθισμένοι
νθρωποι, πειδή πέκτησαν
χαρίσματα το
γίου Πνεύματος, δηλ. χαρίσματα περφυσικά.

ν
ρευνήσωμε
τό θέμα τ
ς
νθρωπολογίας
λίγο βαθύτερα, θά διαπιστώσωμε,
τι λλη
ε
ναι

νθρωπολογία
το

“πεπτωκότος”
νθρώπου,
το

ε
ς
τό “παρά φύσιν” ε
ρισκομένου,
καί
λλη

νθρωπολογία
το

ε
ς
τό “
πέρ
φύσιν” ε
ρισκομένου
νθρώπου.
πειδή διαφοροποιεται
νθρωπος
στίς καταστάσεις α
τές σον φορ καί στίς βιολογικές του λειτουργίες. Διαφορετικός,
βιολογικά, ε
ναι π.χ. σαρκικός νθρωπος
καί διαφορετικός ε
ναι πνευματικός νθρωπος.
Διαφορετικός ε
ναι νθρωπος
πού δέν
χει
μετάνοια
πό κενον πού χει μετάνοια, διαφορετικός εναι νθρωπος πού ερίσκεται
σέ κατάστασι φωτισμο
πό κενον πού ερίσκεται
σέ μετάνοια, καί διαφορετικός ε
ναι νθρωπος
πού ε
ρίσκεται
σέ κατάστασι θεώσεως
πό κενον πού ερίσκεται σέ κατάστασι φωτισμο. Βιολογικά, ννο.


διαφοροποίησις α
τή γίνεται
α
σθητή
κυρίως
ταν ρχίση στήν ψυχή το νθρώπου νά νεργ πλούσια Χάρις το Θεο. ταν Χάρις το Θεο νεργήση πλούσια σέ ναν
νθρωπο, τότε, σω νθρωπος, “κρυπτός τς
καρδίας
νθρωπος”,
ποκτ
διαφορετικά χαρακτηριστικά
π’ ,τι εχε
προηγουμένως, διότι
Χάρις το Θεο
μεταμορφώνει τό βάθος το
νθρώπου. Μεταμορφοται
ψυχή, μαζί μέ λες
τίς δυνάμεις της.

μεταμόρφωσις,
μως, τς καταστάσεως τς
ψυχ
ς καθώς
καί τ
ν δυνάμεων
τ
ς ψυχς, ταν Χάρις το Θεο σκηνώση πλούσια σέ ναν νθρωπο, πηρεάζει καί τήν λειτουργία το σώματος το νθρώπου, μέχρι μάλιστα το σημείου νά φθάση νά ποκτ καί τό σμα νέα χαρακτηριστικά, νέες διότητες, πού δέν τίς εχε προηγουμένως. Καί, τοτο συμβαίνει, πειδή
τό σ
μα εναι ρρηκτα
δεμένο μέ τήν ψυχή καί ο
λλοιώσεις τ ψυχς πιδρον μεσα στό σμα. ταν ψυχή χαριτώνεται, χαριτώνεται καί τό σμα. ταν ψυχή γιάζη, γιάζη καί τό σμα.
Α
τή ψυχοσωματική λλαγή
ρχίζει στόν νθρωπο νά
γίνεται
μφανής, ταν ρχίση νά νεργ πάνω του Χάρις τς μετανοίας. «νθρωπος»,
πως τόν πλασε Θεός, δέν εναι πλ να πλάσμα πού συνίσταται πό δύο συστατικά, σμα
καί ψυχή,
λλά κενο τό
πλάσμα, πού, διά τ
ς
καθάρσεως
πό τά πάθη
καί το
γιασμο,
κατέστησε τό σ
μα του ναό
το
γίου Πνεύματος. νας
τέτοιος
νθρωπος,
πού ε
ναι ντως νθρωπος, δέν συνίσταται πό δύο συστατικά, λλά
πό τρία: Σμα, ψυχή
καί
γιον Πνεμα.

Βλέπομε δηλ., τι
νιχνεύοντες τήν φύση καί τίς δυνατότητες το νθρώπου,
καί προχωρ
ντας πό τόν παρά φύσιν νθρωπο,
διά μέσου το
κατά
φύσιν
νθρώπου,
πρός τόν
πέρ φύσιν νθρωπο, πού εναι
κατά Χάριν θεός, ναγκαστικά
ρχόμεθα ντιμέτωποι
μέ τήν
νέργεια,
δηλ. μέ τήν Χάρι, τήν δόξα το
Θεο, ποία μεταμορφώνει τόν νθρωπο μέχρι το
σημείου,
στε νθρωπος νά
δοξάζεται,
πως
δοξάσθηκε
νθρωπίνη φύσις το
Χριστο
στό ρος Θαβώρ κατά τήν θεία Ατο
Μεταμόρφωσι.
ταν νθρωπος
μετέχη πλούσια στήν Χάρη το
Θεο, ποκτ νέες δυνατότητες, ο ποες αξάνονται,
κατά τήν ποσότητα καί ποιότητα,
σο νθρωπος
συνεχίζει νά μετέχη
λο καί
περισσότερο στήν Χάρη το
Θεο.

ν, λοιπόν,
κάποιος παρακολουθήση τήν πορεία το
γιασμο τς ψυχς καί το σώματος νός νθρώπου, ντιλαμβάνεται
τήν καταπληκτική δυναμική τ
ς νθρωπίνης φύσεως πως
καί τήν μεταμόρφωσί της πού λαμβάνει χώραν
ταν νθρωπος ξιωθ νά λάβη περφυσικά
χαρίσματα το
γίου Πνεύματος. Τότε, νθρωπος
μπορε
νά φθάση
νά ζ
χωρίς νά
τρώη, χωρίς νά διψ
, χωρίς νά
κρυώνη, χωρίς νά
ρρωσταίνη,
μπορε
νά περπατ πάνω στά
κύματα, νά πετ
σάν τό
πουλί, νά μεταφέρεται
λλο ν ριπ φθαλμο, καί πολλά λλα. Ατά, εναι μεταξύ
κείνων πόυ γνοε σημερινή πιστήμη, τά ποα,μως, εναι πασίγνωστα ες
τήν
κκλησία
καί
χουν
κατατεθ
ες τούς βίους τν γίων.

Θά διερωτηθ, μως, κάποιος: «μες, φείλομε νά
σχοληθομε μέ τόν νθρωπο, ταν ερίσκεται σέ τέτοιες καταστάσεις καί γιατί; » πάντησις εναι: «Ναί, ν θέλωμε
νά
μβαθύνωμε
στό μυστήριο το
νθρώπου». Διότι, τότε, γίνεται κατανοητώτερο τί εναι “νος”,
τί “καρδία”, τί “νοερά
νέργεια”,
τί “νοερή α
σθησις”,
τί “
πέρ πσαν νόησιν ρασις”.
πάρχουν ν δυνάμει
δυνατότητες το
νθρώπου πού νεργοποιονται μόνον ταν νεργήση ες τόν νθρωπο Χάρις το Θεο. ταν σημερινός
νθρωπος ποκτήση πίγνωσι ατν τν ν δυνάμει δυνατοτήτων του, τότε θά το γίνη σαφές πόσο
σημερινή
πιστήμη γνοε τήν
πραγματική φύσι το
νθρώπου, ξισώνοντάς
τον μέ τά ζ
α, λλά καί ποιά ντολογική
σχέσι καί συνάφεια
χει τό σμα το νθρώπου μέ τήν αθυπόστατη
ψυχή του.
άν κάποιος
δέν προσεγγίση τήν
νθρωπολογία
μέσα
πό ατόν τόν δρόμο, δηλ. μέσα πό τήν νθρωπολογία
τ
ν γίων πού μετέχουν στό νοερό Φς, στήν Χάρη το
Θεο
, μέσα
δηλ.
πό τήν ρθόδοξη νθρωπολογία,
δέν θά μπορέση νά προσεγγίση τό βάθος το

μυστηρίου το
νθρώπου, νά προσεγγίση δηλ. τ ληθεί τό “τί στιν
νθρωπος”. Γιά νά γίνη, μως, ατό φικτό, παιτονται ρισμένες προϋποθέσεις
κ μέρους κείνου το νθρώπου
πού θέλει νά κατανοήση τό βάθος το
μυστηρίου
το
νθρώπου, πως τό
διδάσκει
ρθόδοξη σκητική
Παράδοσις, μία
πό τίς ποες εναι τό νά γνωρίση καί νά κάνη κτμα του τήν ρθόδοξη
θεολογική μέθοδο, πού
χει σάν
βάσι της τήν νοερή προσευχή.

Συνοψίζοντας,
καταλήγομε στό
τι
γιά νά
μβαθύνωμε
στό μυστήριο το

νθρώπου
θά πρέπη νά
ξετάσωμε
τόν
νθρωπο,
χι
μόνον
ταν
ε
ρίσκεται
στήν συνήθη παρά φύσιν κατάστασι,
λλά ταν
νεργ
πάνω
του

θεία Χάρις.
πίσης,
θά πρέπη νά
παντήσωμε
στό
ρώτημα
τί ε
ναι
‘νο
ς’,
ποιά ε
ναι

ργασία
το

‘νο

το

νθρώπου
(
χι
τ
ς
διανοίας,
λλά
τ
ς
νοερ
ς
ο
σίας
τ
ς
ψυχ
ς),
καθώς καί νά διερωτηθο
με
γιά ποιόν σκοπό

νθρωπος
χει
‘νο
ν’.
Σέ τί το

χρειάζεται

‘νο
ς’;

διάνοια,

λογική, δέν
παρκον;
Γιατί νά
χη
καί ‘νο
ν’

νθρωπος,
ς
ο
σία,
καί ‘νο
ν’
ς
νέργεια,
δηλ. νοερή
νέργεια;
Καί
χει
νοερή
νέργεια

νθρωπος
πειδή

ψυχή του ε
ναι
ζ
σα
νοερή ο
σία.

Ξεκινμε,
λοιπόν, γιά νά δώσωμε
παντήσεις
στά
ρωτήματα ατά.

Επαμε, τι νθρωπος εναι να μυστήριο, φο μετέχει τς λικς καί τς ΰλου, τς ζωώδους καί τς γγελικς ζως. Επαμε,πίσης, τι ὁ ἄνθρωποςεναι εκόνα το Χριστο καί τι πλάσθηκε πό τήν γία Τριάδα «κατ εκόνα» το Θεο. Ατό, μως, νομίζω, σημαίνει καί κάτι λλο, τό ξς:

Θεός εναι Πατήρ, Υός, γιον Πνεμα. Νος (Πατήρ), Λόγος (Υός),
Πνε
μα (γιον Πνεμα). λλά, καί κατά
προσέγγισιν ε
κόνα το Θεο, ὁ ἄνθρωπος, συνίσταται πό νον, λόγον
καί πνε
μα. διαφορά, μως, ποιά
ε
ναι; Θεός, πού εναι Νος, Λόγος, Πνεμα,
χει τρες ποστάσεις. Νος εναι πόστασις ( Πατήρ), Λόγος εναι πόστασις ( Υός), τό Πνεμα εναι πόστασις
(τό
γιον Πνεμα). Ὁ ἄνθρωπος, μως, ν καί χη, ς εκόνα το Θεο, νον, λόγον
καί πνε
μα, εναι μία πόστασις.
Κάθε
νθρωπος εναι μία πόστασις. Θεός μως εναι Τρες ποστάσεις. ρα, ὁ ἄνθρωπος εναι μία
κατά προσέγγισιν ε
κόνα το Θεο. μως, εναι κριβής εκόνα το Χριστο, τοῦ ὁποίου καλεται νά μοιάση.

Καί, πως Θεός χει Νον, πού βούλεται καί ποφασίζει, Λόγον, πού ποκαλύπτει τήν βουλήν καί πόφασιν το Νο καί ντέλλεται,
καί Πνε
μα, πού
φέρει ε
ς πέρας
καί πραγματοποιε
τήν
βουλήν το
Νο διά το Λόγου, τό
διο χει καί ὁἄνθρωπος: Νον, πού
βούλεται καί
ποφασίζει,
λόγον, πού
ποκαλύπτει
καί
κφράζει (νδιαθέτως, προφορικς γραπτς) τήν
βουλήν, τήν
πιλογήν,
τήν
πόφασιν
καί τό θέλημα το
νο, καί πνεμα
(δύναμιν), τό
ποον πραγματοποιε
τήν
κπεφρασμένην
διά το
λόγου
βουλήν το
νο. πως ες τόν Θεόν πηγή το Λόγου καί το γίου Πνεύματος εναι
Πατήρ, πέρτατος Νος, τσι καί ες τόν νθρωπον πηγή τν πάντων εναι νος του. πό ατόν ξεκινον λα. νος του, εναι κατά
φύσιν πηγή το
λόγου, τν σκέψεων καί τν
λογισμ
ν του.πως ες τόν Θεόν
Λόγος γεννται ενάως, τσι καί ες τόν νθρωπον νος του γενν ενάως
λόγον (νοήματα, λογισμούς),
νδιαθέτως.
Α
τός λόγος το νθρώπου μπορε
νά
κφρασθ, ετε ς προφορικός, ετε
ς γραπτός, ετε ς νοηματικός,ετε
ς συμβολικός, κλπ.

Τί κριβς, μως, ννοομε ταν λέγωμε ‘νον’;
Τί ε
ναι ‘νος’ τοῦ ἀνθρώπου; Συμβαίνει, ες τήν ρθόδοξη
Παράδοσι,
ὁἴδιος ρος, ‘νος’, νά
χρησιμοποι
ται, καί
γιά τό κέντρο, τόν
φθαλμό,
τήν ο
σία τς ψυχς, καί γιά
τήν
νέργεια τς ψυχς, λλά καί γιά τήν διάνοια, πού εναι νέργεια, δύναμις τς ψυχς, ταν ατή νεργε ες τόν γκέφαλον.

Γιά τόν πιστό, ‘νος’
μπορε
νά
σημαίνη,ε
τε τόν ‘φθαλμό’, τόν ‘πυρνα’
τ
ς αθυπόστατης ψυχς
του, τήν πηγή τ
ν νοημάτων
καί τ
ν λογισμν του, δηλ. τήν πηγή
το
λόγου, ετε τήν νέργεια το λόγου, ετε τήν
‘διάνοια’,
κείνη τήν
δύναμιτ
ς ψυχς πού πεξεργάζεται,διά
το
γκεφάλου, τόν λόγο, ποος πηγάζει πό τόν φθαλμό, τό κέντρο τς
ψυχ
ς. Γιά τόν
πιστήμονα, ρος ‘νος’ (mind)
σημαίνει μόνο τήν ‘διάνοια’,
χι μως σάν μία δύναμι μις αθυποστάτου
ψυχ
ς, λλά σάν μία δύναμι μις ψυχς πού δέν
ε
ναι αθύπαρκτη ντότητα, λλά πεθαίνει μαζί μέ τόν θάνατο το σώματος, πως στά ζα.,
διαφορετικά, σημαίνει τήν
νέργεια το γκεφάλου.

Κάθε, μως, νόημα λογισμός πού γεννται
ε
ς τόν νθρωπον γεννται πάντα πό τήν φυσικήν του πηγήν, πού εναι νος του; χι πάντα.
Διότι, νοήματα
λογισμοί ποβάλλονται ες
τόν
νθρωπον
καί
πό δύο λλες ντότητες: πό τόν Θεόν,
πό τόν διάβολον. Δηλ., νας λογισμός πού μφανίζεται
νά
νεργ ες τόν νον τοῦἀνθρώπου
μπορε
νά προέρχεται,
ε
τε πό τόν νον τοῦἀνθρώπου, τήν φυσικήν του πηγήν, ετε πό τόν πέρτατον Νον, τόν
Θεόν, πού θέλει νά σώση καί βοηθήση τόν
νθρωπον,
ε
τε πό τόν διάβολον, πού θέλει νά πλανήση καί καταστρέψη τόν νθρωπον. νος, λοιπόν, τοῦἀνθρώπου
ε
ναι, φ νός μέν πηγή τν νοημάτων καί τν
λογισμ
ν το νθρώπου, άν ατές
προέρχωνται
πό τόν διον, καί φ τέρου νοητός χρος πού μφανίζονται καί δρον λλα νοήματα καί λογισμοί, χι δικά του,
πού προέρχονται, ε
τεπό τόν Θεόν, ετεπό τόν διάβολον. πίσης,
νος τοῦ ἀνθρώπου, ς νέργεια, εναι νοερή του νέργεια, ποία, ταν μετατοπισθ ες τόν γκέφαλον,
ταυτίζεταιμέ τήν διάνοιαν.
νος κινε τήν
διάνοιαν,
ποία κινε τόν γκέφαλον καί διά το γκεφάλου τό σμα.τσι, νος το νθρώπου εναι πεύθυνος
γιά τίς πράξεις το
ῦἀνθρώπου.

ψυχή τοῦἀνθρώπου διαχέεται ες λο τό σμα τοῦἀνθρώπου, τό συνέχει καί τό ζωοποιε, πως φωτιά τόν πυρακτωμένο σίδηρο. ψυχή, μως, ν καί διαχέεται ες λο τό σμα το νθρώπου, στε νά διατηρ
στήν ζωή κάθε κύτταρο το
σώματος, χει τό κέντρο της, τό μάτι της, πού εναι, πως επαμε, νος. καθαρή
ψυχή γίνεται
λη νος, λη φθαλμός. νος, μως, το νθρώπου,
νοουμένου
ς οσία καί χι ς νέργεια, εναι τό διο πργμα μέ ατό πού
λέμε πνευματική «καρδιά».
νος, σάν οσία, σάν ντότητα, ταυτίζεται μέ τήν ‘καρδία’ ‘καρδιά’ τοῦἀνθρώπου,
τό πνευματικό δηλ. κέντρο το
ῦἀνθρώπου, πό τό ποο κπορεύονται,
κατά τόν Κύριο, ο
πονηροί
διαλογισμοί το
ῦἀνθρώπου. «κ τς καρδίας ξέρχονται πονηροί διαλογισμοί…» λέει τό Εαγγέλιο (Ματθ. 15, 19), καί «Καρδίας εφραινομένης πρόσωπον θάλλει ν δ λύπαις οσης σκυθρωπάζει», λέει Παροιμιαστής (15, 13). Σέ ατά τά χωρία, καί σέ λα τά λλα μέσα
στήν
γία Γραφή,
ννοεται πνευματική
καρδιά καί
χι σαρκική καρδιά, πού κακς κλαμβάνουν
ο
πλοϊκοί. Δηλ. ννοεται «νος» το νθρώπου, φθαλμός τς ψυχς του,
δηλ.
ψυχή του. τσι,λοιπόν, τό Εαγγέλιο
ννοε τι πό τήν κάθαρτη ψυχή το νθρώπου ξέρχονται
ο
πονηροί
λογισμοί στόν
νθρωπο καί
χι πό τήν
φυσική του καρδιά.
πό ατό δέ τό κέντρο πάρξεως,
δηλ. τόν ‘νο
ν’, τήν
πνευματικήν ‘καρδίαν’, δέν
κπορεύονται
μόνον ο
πονηροί
λογισμοί,
λλά λοι ο λογισμοί
καίτά νοήματα το
ῦἀνθρώπου, ετε ατές
πηγάζουν
πό τόν διο, ετε ποβάλλονται ες
α
τόν πό τόν Θεόν ἤἀπό τόν
διάβολον.

Ατό, τώρα,
τό κέντρο το
λόγου καί
τ
ν λογισμν τοῦἀνθρώπου,
πού ε
ναι πηγή το λόγου τοῦἀνθρώπου, δηλ.
νο
ς του,
πού,
πως επαμε, εναι ὁὀφθαλμός, τό κέντρο, τό βάθος τς ψυχς τοῦἀνθρώπου, δράζεται, χι ες τόν γκέφαλο τοῦἀνθρώπου, λλά ες τόν χρο
τ
ς
φυσικ
ς
καρδι
ς
το
ῦ ἀνθρώπου. χι μέσα στήν φυσική καρδιά, δέν εναι δηλ. νος γκλωβισμένος
μέσα στήν φυσική καρδιά,
λλά δράζεται στόν χρο
το
στήθους
καί πρός τό μέρος τ
ς φυσικς καρδις το νθρώπου. Ατό, μπορε νά τό
γνωρίση κάποιος
πάνω στόν αυτό του, ταν νεργοποιήση, διά τς
μετανοίας καί τ
ς προσευχς, τήν νοερή του νέργεια,
πότε ασθάνεται,
κατά τήν
ρα τς προσευχς, διά τς νοερς νεργείας, πο δράζεται νος, τό κέντρο δηλ. τς
ψυχ
ς του.ν νοερή νέργεια σέ ναν νθρωπο λειτουργ
συνεχ
ς, διά τς Χάριτος το γίου Πνεύματος, νθρωπος ατός
νοιώθει, μέσα στό στ
θος του,
τήν
παρξι καί νέργεια το νο του, δηλ. τς
πνευματικ
ς του
καρδι
ς, συνεχς, μέρα καί
νύκτα. Α
τό, εναι γνωστό δη πό τήν Παλαιά Διαθήκη. «γ καθεύδω
κα
καρδία μου γρυπνε», ναφέρεται στό
σμα σμάτων (5,
2).

χρος, λοιπόν, τς
φυσικ
ς καρδις τοῦ ἀνθρώπου εναι τόπος, ἡ ἕδρα, καί τς
πνευματικ
ς καρδις τοῦ ἀνθρώπου,
το
νο, διότι νος ταυτίζεται, πως
ε
παμε, μέ
τήν πνευματική καρδιά το
ῦἀνθρώπου,
πού ε
ναι τό
κέντρο τ
ς πάρξεως τοῦ ἀνθρώπου.
Δηλ., τό κέντρο τ
ς πάρξεως το νθρώπου νεργεστόν
χ
ρο
το

στήθους
καί χι ες τόν γκέφαλον, πως διατείνεται πιστήμη.πειδή, μως, κατά τήν ρθόδοξη
νθρωπολογία, τό ‘πρόσωπο’ καί ‘πνευματική καρδιά’ το νθρώπου
ταυτίζονται,
κε, στόν χρο το στήθους, δράζεται καί τό νθρώπινο
πρόσωπο,δηλ.
‘κρυπτός
τ
ς καρδίας νθρωπος’, καί χι
ες τόν γκέφαλο, πως πάλι σχυρίζεται πιστήμη. Ες ατό δέ τό κέντρο, ες
τήν πνευματική δηλ. καρδιά το
ῦ ἀνθρώπου,
πού
νεργε ες τόν χρο τς φυσικς του καρδις, ρχεται καί νεργε τό Πνεμα τό γιον, ταν ὁ ἄνθρωπος εναι
δεκτικός τ
ς Χάριτος,
κράζον «
ββᾶ ὁ πατήρ», κατά τόν πόστολον
(Γαλ. 4, 6), καί ποιε
τόν νθρωπον πνευματικόν, δηλ. υόν Θεο, καί
καθιστ
τό σμα το νθρώπου ναόν το γίου Πνεύματος. ταν
συμβ
ατό, τότε νθρωπος γίνεται πρόσωπο τ ληθεί.

ς πομε, τώρα, κόμη
μερικά πράγματα γιά τήν διάνοια.

Επαμε, τι, ες τήν ρθόδοξη νθρωπολογία,
διάνοια εναι πλ μία πό τίς δυνάμεις το
νο
, τς ψυχς, καί τι ταυτίζεται μέ τήν νοερή νέργεια το νο, τς ψυχς, ταν ατή νεργ ες τόν γκέφαλον.
πνευματική καρδιά το
νθρώπου ταυτίζεται μέ τήν οσία το νο, ν διάνοια
ταυτίζεται μέ τήν
νέργεια το νο. ταν νθρωπος εναι ν ζω, διάνοια νεργοποιε τόν γκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, ετε νθρωπος ερίσκεται ν γρηγόρσει, ετε κοιμται. ταν νθρωπος ερίσκεται ν γρηγόρσει, διάνοια
χρησιμοποιε
τόν γκέφαλο, στε ὁ ἐγκέφαλος νά κινήση τό σμα καί νά φέρη ες
πέρας, νά
κτελέση, κενο πού
βούλεται
νος. διάνοια εναι νέργεια το νο, ταν ατή νέργεια χρησιμοποιε
τόν
γκέφαλο
γιά νά
κφρασθ.

Επαμε, πίσης, τι, ες τόν νθρωπον, νος, πυρνας τς ψυχς, εναι κενος πού γενν τόν
λόγον, τόν λογισμόν,
ἤ ἀποδέχεται
τόν λογισμόν πού το
ῦ ὑποβάλλει Θεός, ἤ ὁ διάβολος,
καί
τι νος νεργε ες τόν χρο τς φυσικς καρδις το νθρώπου. Ατό
σημαίνει,
τι ες τόν νθρωπο, τά
νοήματα καί ο
λογισμοί
του πηγάζουν
πό τόν χρον τς φυσικς του καρδις καί χι πό τόν γκέφαλον. λόγος ες τόν κατά φύσιν νθρωπον
κπορεύεται κ τς πνευματικς καρδις του, πού νεργε ες τόν χρο το στήθους,
καί
χι κ το γκεφάλου του, πως
σχυρίζεται πιστήμη. Ατός λόγος, ατοί ο λογισμοί, πού κπορεύονται
κ το νο, τς
πνευματικ
ς καρδίας,
καί
νεργονται ες τόν χρον το
στήθους,γίνονται σκέψεις καί νοήματα
ταν
νέργεια το νο νεβ πό τόν χρον το στήθους ες τόν γκέφαλον. κε, νέργεια το νο ταυτίζεται μέ τήν διάνοια. τσι, διάνοια εναι κείνη δύναμις τς ψυχς πού πεξεργάζεται
τόν λόγον πού πηγάζει
ενάως ες τόν νον, τό
κέντρο τ
ς ψυχς, ταν ατός λόγος, νέργεια το νο, κ το χώρου τς καρδίας νεβ ες τόν γκέφαλον.

Ατή πεξεργασία
το
λόγου πό τήν διάνοιαν λαμβάνει χώραν ες τόν γκέφαλον, ταν νθρωπος εναι ν ζω, ετε εναι ν γρηγόρσει,
ε
τε κοιμται, καί ταν γκέφαλος εναι γιής.Ες νακατεστραμμένο
γκέφαλο, π.χ. νός
βαρειά τραυματισμένου
σθενος, το ποίου, μως καρδιά λειτουργε, διάνοιά τουδέν ερίσκει
ργανο γιά νά κφρασθ. Ες τόν σθενή ατόν, μως, πειδή καρδιά του πάλλει, νος του, πού
νεργε ες τόν χρον το στήθους του, παράγει νδιάθετο λόγο. Ατός,
μως, λόγος δέν
μπορε
νά νεβ ες τόν γκέφαλο,
νά
πεξεργασθ πό τήν
διάνοια καί νά
κφρασθ διά το γκεφάλου καί, τσι,
δίδεται
ντύπωσις,
ψευδαίσθησις,
τι σθενής ατός δέν χει ζωή,
δέν
χει
συνείδησι, δέν
χει
πρόσωπο, δέν
χει σωτερική ζωή.

Προσεγγιστικά, μπορομε νά πομε καί τοτο, περί το ζεύγους
διανοίας-
γκεφάλου: τι ὁ ἐγκέφαλος εναι τό λικό πόστρωμα ες τό ποο «γκαθίσταται» τό λογισμικό, δηλ. διάνοια. διάνοια εναι τό «λογισμικό» τοῦ ἐγκεφάλου καί νεργε ες τόν γκέφαλον. Ὁ ἐγκέφαλος εναι πλᾶ ὁ ἐπεξεργαστής τν
σκέψεων το
ῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἐγκέφαλος εναι ὁ ἠλεκτρονικός πολογιστής
το
ῦἀνθρώπου.
Καί,
πως ὁ ἄνθρωπος χειρίζεται τόν λεκτρονικό πολογιστή
του, διά τ
ς διανοίας
του,
τσι καί νος τοῦ ἀνθρώπου, πυρνας τς ψυχς του, χειρίζεται, διά τς διανοίας, τόν γκέφαλο
το
ῦ ἀνθρώπου.

ρα, πηγή το λόγου, πηγή τν νοημάτων
καί τ
ν λογισμν τοῦ ἀνθρώπου εναι διάνοια; χι, δέν εναι διάνοια. Εναι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου; χι, βέβαια. πηγή το λόγου εναι νος, φθαλμός τς ψυχς. Τόν γκέφαλο,
ποιός τόν κινε
; διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, νοερή νέργεια τς ψυχς το νθρώπου.
Καί, τήν διάνοια το
ῦ ἀνθρώπου
ποιός τήν κινε
; νος τοῦἀνθρώπου, ὁὀφθαλμός τς ψυχς, δηλ. ψυχή. Καί τήν
ψυχή ποιός τήν κινε
; Θεός, τό Πνεμα
τό
γιον. Ατά, συμβαίνουν σέ κάθε
νθρωπο πάνω στήν
γ
. ταν νθρωπος καταφέρη καί καταστήση, το Θεο συνεργοντος, τό σμα του ναό
το
γίου Πνεύματος, τότε καί τό σμα του κινεται πο τό Πνεμα τό γιον.

Ποιά, τώρα, εναι
διαφορά μας πό
τά ζ
α;
Συμβαίνει,
πως επαμε, νος τοῦ ἀνθρώπου,
νοουμένου
ς πηγή τν νοημάτων
καί τ
ν λογισμν του, πού εναι ὁ ὀφθαλμός, πυρνας τς ψυχς τοῦἀνθρώπου,
δηλ.
ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, νά εναι
να αθυπόστατο
κτίσμα, νά
χη δηλ. δική της πόστασι, ποία
παραμένει ζωντανή καί μετά τόν βιολογικό θάνατο το
ῦ ἀνθρώπου, πειδή εναι θάνατη. Εναι δηλ. ψυχή μία ντότητα ξεχωριστή πό
τό σ
μα τοῦ ἀνθρώπου, πού ζε
καί μετά τόν βιολογικό του θάνατο, κάτι πού δέν συμβαίνει ε
ς τά ζα. Τά ζα, καί δή χιμπαντζς, πού λέγουν ο
ξελικτικοί τι εναι τό πλησιέστερο πρός τόν νθρωπο, ξελικτικά,
ζ
ο, δέν χουν ψυχή ς αθυπόστατη ντότητα, λλά εναι
θνητόψυχα.
ψυχή τν ζώων πεθαίνει μαζί μέ τόν βιολογικό θάνατο το σώματός τους. πίσης,
τά ζ
α δέν χουν ψυχή μοια μέ τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. πού νά συνίσταται πό νον, λόγον
καί πνε
μα, γι ατό καί τά
ζ
α δέν χουν λόγον. χουν
φωνήν,
λλά δέν χουν λόγον. χουν ποτυπώδη λογικήν, λλά
δέν
χουν
λόγον. Γιατί δέν
χουν
λόγον;
πειδή δέν χουν νον, πού εναι, πως επαμε, πηγή το λόγου. Ες τά ζα δέν πάρχει δυνατότης νά λθη
καί νά
νεργήση ες ατά τό Πνεμα τό γιον, πειδή τά ζα δέν χουν νον, ς οσία, πού
νά δέχεται τό Πνε
μα τό γιον. Δέν χουν ψυχή θάνατη κατ εκόνα το Θεο πλασμένη.

λλά, τά ζα, οτε ατεξούσιον χουν, λλά κινονται
νομοτελειακά. Δέν
πάρχει
περίπτωσις
να ζο πού πεινάει νά μή προσεγγίση τήν τροφήν, ταν ατή το προσφερθ. Ὁ ἄνθρωπος, μως, μπορε νά τήν ρνηθ, πειδή χει ατεξούσιο. ξ λλου, ποτέ
ε
ς τήν νθρωπίνην στορίαν
δέν
χει
καταγραφ

περιστατικόν, κατά τό
ποον να ζον νά μφανίσθηκε
ε
ς ναν ζντα νθρωπον μετά τόν θάνατον το ζώου ατο. Καί τοτο, διότι πλούστατα τά ζα
δέν
χουν ψυχή
πού νά ζ
μετά τόν
βιολογικό τους θάνατο.
πάρχουν, μως, καταγεγραμμένες χιλιάδες μαρτυρίες μφανίσεως νεκρν νθρώπων, γίων καί
μή, ε
ς λλους νθρώπους
πού ζο
ν. Τί μφανίζεται ες τούς ζντας; ψυχή το νεκρο, ἡ ὁποία ζε καί μετά
τόν βιολογικό του θάνατο.

Πς, λοιπόν,
ε
ναι
δυνατόν ποτέ
ὁ ἄνθρωπος νά
προέρχεται,
ξελικτικά,
πό τά ζα; πειδή χει
παραπάνω
πό 99% τό διο DNA
μέ τόν χιμπαντζ
; , πειδή γκέφαλός
του μοιάζει νά ε
ναι διος, κατά τήν δομή, μέ κενον το χιμπαντζ; πειδή, δηλ., σωματικά, φαίνεται νά χη συγγένεια μέ τόν χιμπαντζ; Μά, σωματικά, τά ζα καί νθρωπος εναι
πλασμένα
πό τό διο λικό. πό λη, πό χμα, ες τό ποο, καί τά ζα, καί μες
καταλήγομε.
διαφορά
μας
πό τά ζα δέν εναι τόσο
στό
λικό
μέρος,
λλά στό
νοερό, στό πνευματικό μέρος. Τό πνευματικό μέρος το
νθρώπου γιάζει τό σωματικό του μέρος. Κάτι τέτοιο δέν μπορε νά γίνη στά ζα.
Καί
διαφορά ατή εναι ατή πού νεπτύξαμε,
δηλ. χαώδης. Ε
ναι
τέτοιας φύσεως, πού δέν μπορε
νά γεφυρωθ. ρα, δέν εναι δυνατόν νθρωπος νά προέρχεται ξελικτικά πό τά ζα.

πό λα τά κτεθέντα
μέχρις
δ, δη
καταφαίνεται, νομίζω, ξεκάθαρα, τό μέγα χάσμα πού
πάρχει μεταξύ τς πιστήμης καί τς ρθοδόξου κκλησίας ες τό νθρωπολογικό
ζήτημα. Καί,
μέν ρθόδοξη κκλησία
διδάσκει
λα τά νωτέρω, πειδή
γνωρίζει,
ξ ποκαλύψεως καί κ
τ
ς σκητικς Της μπειρίας, τήν φύσι τοῦἀνθρώπου. δέ πιστήμη διδάσκει ,τι
διδάσκει, περί τ
ς φύσεως
το
ῦ ἀνθρώπου,
βασισμένη ε
ς τήν πιστημονική ρευνα καί
ε
ς τήν ξελικτική Θεωρία, πού εναι φιλοσοφία
της.

Τά δύο πρότυπα, τά δύο ποδείγματα, τά δύο μοντέλλα, ν θέλετε, περί νθρώπου,
πού προβάλλουν
κκλησία καί Επιστήμη, φάνηκε καθαρά, τι δέν εναι
συμβατά μεταξύ τους. Παρ
λα ατά,
σήμερα, κάποιοι ‘φωταδιστές’ μέσα στήν
ρθόδοξη
κκλησία, λαϊκοί, ερες καί πίσκοποι,
προσπαθο
ν νά
παντρέψουν α
τά τά δύο
μοντέλλα, στήν
γωνιώδη
προσπάθειά τους νά παντρέψουν τήν
πιστήμη μέ
τήν
ρθόδοξη νθρωπολογία, σως
γιατί τούς φαίνεται βαρύ
πισθοδρομικό, σήμερα, κκλησία νά
διαφοροποι
ται πό τήν πιστήμη
στό
νθρωπολογικό
ζήτημα. Στήν προσπάθειά τους α
τή,
φθάνουν νά
ποστηρίζουν
τι Θεός
χρησιμοποίησε τήν
ξέλιξι σάν
μέθοδο δημιουργίας τ
ν φυτν, τν ζώων, λλά καί το νθρώπου, καί χουν
διαμορφώσει
δική τους νθρωπολογία, βασισμένη σέ καινοφαν πιχειρήματα,
πού ε
ναι, ποκλειστικά, προϊόντα λογικς πεξεργασίας,
καί ο
ποοι φθάνουν
νά
ποστηρίζουν,
τελείως α
θαίρετα, τι καί ο Πατέρες τς κκλησίας πεννόουν, ες τήν νθρωπολογία τους, τήν δημιουργία το νθρώπου ς προερχομένη, ξελικτικά,
πό τά ζα,
διαστρέφοντας καί παρερμηνεύοντας τήν διδασκαλία τους. Α
τό τό φαινόμενο,γιά σους δέν τό γνωρίζουν, δυστυχς εναι σήμερα
να γεγονός μέσα στήν κκλησία, καί ποτελε, κατά τήν γνώμη μου, μία ρολογιακή βόμβα μέσα στούς κόλπους τς κκλησίας, ποία
κάποτε θά σκάση καί θά δημιουργήση καινούργια α
ρεσι. Τό φαινόμενο ατό, χει μεσι σχέσι μέ τό πνεμα το
νεοβαρλααμισμο
πού χει ρχίσει νά
πνέη καί μέσα στήν
λλαδική ρθόδοξη κκλησία τά
τελευτα
α χρόνια.

ς
συνεχίσωμε,
μως. χομε δη
σκιαγραφήσει τό π
ς θεωρε πιστήμη τόν νθρωπο.
Στήν συνέχεια, θά
κθέσωμε ναλυτικώτερα τί διδάσκει πιστήμη
περί τ
ς φύσεως
το
νθρώπου.

πιστήμη διδάσκει τι
νος τοῦ ἀνθρώπου – μέ ατόν
τόν
ρον, ‘νον’, πιστήμηννοε ποκλειστικά
τήν διάνοια (
mind)
το
ῦ ἀνθρώπου –
ε
ναι μία
ψυχική
νέργεια,
μία ψυχική δύναμις το
ῦἀνθρώπου,
καί τήν ταυτίζει μέ τήν
νέργεια το γκεφάλου. πιστήμη
δέν
μιλε, δέν σχολεται, δέν γνωρίζει, τι
πάρχει καί νας λλος ‘νος’, ὁ ὁποος εναι ὁ ὀφθαλμός, πυρνας τς ψυχς τοῦ ἀνθρώπου. Δέν γνωρίζει, τι ὁ ἄνθρωπος, κτός πό τό σμα του, χει καί αθυπόστατη ψυχή,
ποία τό ζωοποιε
καί τ
ς ποίας πυρνας εναι ατός ὁ ἄλλος νος. Δέν γνωρίζει, τι
τήν ψυχή το
ῦἀνθρώπου
τήν ζωοποιε
ῖ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν γνωρίζει, τι ατός ὁ ἄλλος ‘νος’, καί
κατ
᾽ἐπέκτασιν ψυχή, φίσταται, πάρχει, καί μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦἀνθρώπου, πάλι σάν αθυπόστατη
ντότητα, σάν οσία.
πιστήμη ποστηρίζει τι ὁ ἄνθρωπος πιστρέφει
ε
ς τήν νυπαρξία μετά τόν βιολογικό του θάνατο, πως τά ζα. τι, δηλ., πέραν το
τάφου δέν
πάρχει
τίποτε
πολύτως.

πιστήμη δέχεται μόνον, τι τά νοήματα καί ο
σκέψεις το
ῦ ἀνθρώπου
πηγάζουν
ποκλειστικά
πό τόν γκέφαλό
του,
ὁὁποος, λέγουν, τι εναι ἡἕδρα χι μόνο τν σκέψεων,
λλά καί τν
συναισθημάτων καί το
ατεξουσίου, τό ποο, κατά τούς πιστήμονες,
ε
ναι νελεύθερο ς πηρεαζόμενο πό τό DNA
καί
ς ποτέλεσμα βιοχημικν
διεργασι
ν. πιστήμη, τσι, δέχεται, τι
ὁ ἄνθρωπος λειτουργε
λίγο-πολύ νομοτελειακά,
πως τά ζα, δέ
φαινομενική
λευθερία πιλογς πού χει εναι προϊόν
το
ῦ ἐξελιγμένου
γκεφάλου του,
ποος το παρέχει καί μία πιό ξελιγμένη λογική.

ποτέλεσμα
α
τς τς ς νω
θεωρήσεως το
ῦ ἀνθρώπου πό τήν πιστήμη εναι νά καταβάλλεται σήμερα προσπάθεια πό τούς νευροεπιστήμονες νά χαρτογραφηθῆ ὁ ἀνθρώπινος γκέφαλος
μέ τίς νέες τεχνολογίες πού
ναπτύσσονται
γιά νά
νιχνευθον καί νά ντοπισθον τά κέντρα νεργείας
το
ατεξουσίου, τς
προσωπικότητοςκαί το
λόγου (τς πεξεργασίας
το
λόγου, χι τς πηγς το λόγου).
Ταυτίζουν,
μως, σφαλμένα,τό κέντρο νεργείας,
π.χ. το
λόγου,
πού νομίζω ε
ρίσκεται ες τόν ριστερόν
λωβόν το
γκεφάλου, μέ τό κέντρο πηγς, κπορεύσεως
το
λόγου, τό
ποο, πως επαμε, εναι νος το νθρώπου, φθαλμός τς ψυχς του.

Μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ψυχή του
διατηρε
τά πάντα,
λα σα εχε ὁ ἄνθρωπος
πρό το
θανάτου
του. Μετά θάνατον,
ὁἄνθρωπος
διατηρε
καί τήν
προσωπικότητά του, καί τόν λ