Ανασκόπηση των αντιδράσεων για το βιβλίο Ιστορίας της Στ Δημοτικού

Μετά την οριστική απόσυρση του εγχειριδίου Ιστορίας της Στ Δημοτικού, είναι ώρα να γίνει μία ανασκόπηση των αντιδράσεων που οδήγησαν σ’ αυτήν, τουλάχιστον όπως τις βιώσαμε εμείς στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αντίβαρο, από το οποίο ξεκίνησαν πολλά με την δημοσίευση άρθρων και την πρωτοβουλία της συλλογής υπογραφών.

biblio-st-dhmotikou-repoush

 

Η προεργασία της πρωτοβουλίας

Η τριμελής επιτροπή[1] αξιολόγησης του σχολικού εγχειριδίου Ιστορίας της Στ Δημοτικού ενέκρινε την έκδοσή του, παρά ορισμένες αρχικές παρατηρήσεις (2004-2005) του συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Γιάννη Παπαγρηγορίου. Ο σχολικός σύμβουλος Αντώνης Παυλίδης στις αρχές Φθινοπώρου 2005 με σημείωμα στον τότε Πρόεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου επεσήμανε τη μη συγγραφή κεφαλαίου για τον ελληνισμό του Πόντου και της Μικράς Ασίας, όπως επέβαλλε το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών. Το βιβλίο βρισκόταν ήδη υπό έκδοση και δεν προχώρησε το θέμα περαιτέρω.

Το πρώτο κριτικό άρθρο, που δημοσίευσε το Αντίβαρο, επί του περιεχομένου του βιβλίου της Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού, γράφτηκε από τον Δημήτρη Νατσιό, δάσκαλο στο Κιλκίς και αναρτήθηκε στο διαδίκτυο στις 21 Μαίου 2006. Ο δάσκαλος είχε ενημερωθεί για το βιβλίο από σεμινάρια την άνοιξη του 2006, ενώ εκτύπωσε το εγχειρίδιο από την ιστοσελίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, όπου βρισκόταν από τις αρχές του έτους, προτού ακόμα τυπωθεί επίσημα για να διανεμηθεί στα σχολεία το Σεπτέμβριο του 2006.

Τον Ιούνιο του 2006, ο σχολικός σύμβουλος Δρ Αντώνης Παυλίδης και ο καθηγητής της Στρατηγικής Θεωρίας στο πανεπιστήμιο της Λιόν και στρατηγικός σύμβουλος Δρ Νίκος Λυγερός έγραψαν από κοινού ένα άρθρο για τα λάθη του συγκεκριμένου βιβλίου, ενώ ακολούθησε και μία δεύτερη μελέτη τους. Το άρθρο και η μελέτη τους δημοσιεύθηκαν αρχικά στην ιστοσελίδα του δεύτερου, ενώ ένα μήνα αργότερα αναρτήθηκαν και στο Αντίβαρο.

Το ίδιο διάστημα ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αναφέρθηκε με κριτικό πνεύμα στα νέα σχολικά εγχειρίδια του Δημοτικού σχολείου σε δημόσια εκδήλωση, ενώ στις αρχές Ιουλίου 2006 προέκυψε ομόφωνο ψήφισμα από 541 Ποντιακές και Προσφυγικές Οργανώσεις από όλον τον κόσμο, κατά τη διάρκεια του Παμποντιακού Συνεδρίου κατά της παραλείψεως του βιβλίου να αναφερθεί στο ποντιακό ολοκαύτωμα. Το ψήφισμα έθεσε για ψηφοφορία ο Ιστορικός Δρ Βλάσης Αγτζίδης.

Ενώ είχαν αρχίσει σποραδικά δημοσιεύματα στον τύπο[2], το επόμενο σχετικό άρθρο στο Αντίβαρο, του πολιτικού επιστήμονα Κωνσταντίνου Χολέβα, απετέλεσε την απαρχή του ηλεκτρονικού αφιερώματος στο σχολικό εγχειρίδιο, προτού ακόμα καν ξεκινήσει η σχολική χρονιά. Οι πρώτες επί του περιεχομένου του πληροφορίες άρχισαν να διαχέονται στην κοινωνία, ενώ εκδηλώθηκε αμέσως ενδιαφέρον από τον καθηγητή Μ.Ε. και συνεργάτη του ραδιοσταθμού της Πειραϊκής Εκκλησίας κ. Παναγιώτη Χαρατζόπουλο, να διοργανώσει ενημερωτική ημερίδα για το βιβλίο. Το αφιέρωμα του Αντίβαρου εξασφάλισε τον Σεπτέμβριο του 2006, ως στοιχείου τεκμηρίωσης, την παράθεση ολόκληρου του εγχειριδίου σε μορφή pdf, με δυνατότητα ελεύθερου «κατεβάσματος» από κάθε ενδιαφερόμενο χρήστη του διαδικτύου.

Tην κριτική κατά του βιβλίου στο αφιέρωμα ενίσχυσαν με άρθρα τους την περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2006 o Δρ. Σύγχρονης Ιστορίας Βλάσης Αγτζίδης κι ο μεταπτυχιακός της Νομικής δικηγόρος Θεόδωρος Ορέστης Σκαπινάκης. Εκείνη την περίοδο εκδήλωσε ενδιαφέρον και προχώρησε στην αναδημοσίευση μερικών άρθρων ο εκδότης του μηνιαίου περιοδικού «Ρεσάλτο[3]» Θύμιος Παπανικολάου, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα επέδειξε η συγγραφέας Ειρήνη Στασινοπούλου, καθώς και ο αντιστράτηγος ε.α. Δημήτρης Αλευρομάγειρος, επίτιμος γενικός επιθεωρητής Στρατού που πολέμησε ηρωικά στην Κύπρο το 1974[4] .

Έτσι, με πρωτοβουλία του υπογράφοντος συγκροτήθηκε στις αρχές Οκτωβρίου 2006 η ομάδα των πρώτων συνεργατών του Αντίβαρου με τους προαναφερθέντες (εκτός βέβαια του Αρχιεπισκόπου, αλλά και του συμβούλου Γ. Παπαγρηγορίου του οποίου η αντίδραση δεν μας ήταν τότε γνωστή) με σκοπό να συνταχθεί μία επιστολή διαμαρτυρίας που να ζητά την απόσυρση του εγχειριδίου. Στην ομάδα επεξεργασίας εντάχθηκε και η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά καθώς και δύο ακόμα φίλοι από ηλεκτρονικές λίστες, ο Φειδίας Μπουρλάς και ο Ανδρέας Φαρμάκης. Η επιστολή θα συγκέντρωνε την υπογραφή όσων συμφωνούσαν και θα καλούσε την πολιτική ηγεσία να αποσύρει το εν λόγω εγχειρίδιο. Στην ομάδα αργότερα προστέθηκε ο καθηγητής κ. Παναγιώτης Ήφαιστος και οι δάσκαλοι Χρήστος Κορκόβελος, Έλλη Γρατσία Ιερομνήμων.

Κατά τα τέλη Οκτωβρίου 2006 ο συγγραφέας Κρίτων Σαλπιγκτής με τετρασέλιδο άρθρο του στην Μακεδονία της Κυριακής άσκησε σφοδρή κριτική κατά των αναφορών του βιβλίου στα χρόνια του Αγώνα, στην παρουσίαση ως ασυνεχούς του Ελληνισμού και στην κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας από τους συγγραφείς. Με το άρθρο του παρακίνησε το ενδιαφέρον για την υπόθεση του εκδότη και αρθρογράφου της εφημερίδας Κώστα Ζουράρι, ο οποίος έκτοτε καταπιάστηκε με την ανάγνωση κάθε λεπτομέρειας του βιβλίου κι από το Δεκέμβριο του 2006 και μετά ξεκίνησε να δημοσιεύει σχεδόν κάθε εβδομάδα πύρινα κατά του σχολικού εγχειριδίου ολοσέλιδα άρθρα[5] στην Μακεδονία της Κυριακής. Άλλες αναφορές στον τύπο την ίδια περίοδο έγιναν στο περιοδικό Άρδην[6] το οποίο ασχολήθηκε εκτενώς και με ένα παρεμφερές θέμα, του Κέντρου για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη[7] (CDRSEE) και το τετράτομο Ιστορίας των Βαλκανίων που εξέδωσε.

Εντωμεταξύ, κατά τα τέλη Νοεμβρίου 2006, η επιστολή του Αντίβαρου προς την πολιτική ηγεσία ετοιμάστηκε και οι πρώτες ηλεκτρονικές υπογραφές που τέθηκαν ήταν από τα μέλη της ομάδας συνεργατών. Την πρώτη Δεκεμβρίου δημοσιοποιήθηκε η πρωτοβουλία και πλέον κάθε χρήστης του διαδικτύου μπορούσε να συνυπογράψει την επιστολή μας.

Ο αριθμός των ηλεκτρονικών υπογραφών, μέχρις ότου αποσυρθεί το βιβλίο, τον Σεπτέμβριο του 2007, έφτασε τις 9550, οι οποίες εν συνόλω φθάνουν στις 11.650 υπογραφές, αν προστεθούν στις πρώτες και οι 2100 ιδιόχειρες υπογραφές που συγκεντρώθηκαν με πρωτοβουλία της Μαρίας Παπαδοπούλου, που συνεργάστηκε με το Αντίβαρο.

Οι πρώτες αντιδράσεις

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πρώτο στάδιο των υπογραφών, η πλατφόρμα που έφτιαξε το Αντίβαρο επέτρεπε την παράδοση της επιστολής προσωπικά από τον υπογράφοντα προς τις αρχές της χώρας. Παραλήπτες της επιστολής ήταν τα στελέχη της Κυβέρνησης, τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, τα μέλη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και οι Ευρωβουλευτές Ελλάδας και Κύπρου.

Η ανταπόκριση κατά τις πρώτες ημέρες ήταν εντυπωσιακή. Μέσα σε 8-9 ημέρες ο αριθμός των υπογραφών ξεπέρασε τις 1.000 και, όλες μαζί και μία-μία, βρέθηκαν στα γραφεία του συνόλου της πολιτικής και εκπαιδευτικής ηγεσίας του. Αποτέλεσμα της μεγάλης ανταπόκρισης υπήρξε σχετικά σύντομα η τροποποίηση της διαδικασίας, καθώς πλέον το Αντίβαρο αποφάσισε να στέλνει τακτικά τη λίστα με τα στοιχεία όσων συνυπέγραφαν την επιστολή στις αρχές της χώρας. Οι αντιδράσεις θορύβησαν τα γραφεία των αρμοδίων από τις πρώτες κι όλας ημέρες του Δεκεμβρίου. Απόδειξη το δημοσίευμα της Απογευματινής την Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2006 ότι «το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο θορυβείται από το μέγεθος των αντιδράσεων», καθώς και οι πρώτες επίκαιρες ερωτήσεις επί του θέματος στο Κοινοβούλιο από βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Ας σημειωθεί ότι οι ερωτήσεις αντέγραφαν αυτούσιες παραγράφους ή προτάσεις από την επιστολή του Αντίβαρου.

Στο μεταξύ η κ. Μαρία Ρεπούση, με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, μ’ ένα κείμενό της, το οποίο έτυχε πολύ καλής προβολής από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (17/09/2006) όπου δημοσιεύτηκε, ζητούσε να υπερκεραστεί η αναχρονιστική ιστορική αφήγηση από την εκμοντερνισμένη δική της και παρότρυνε σε… συστράτευση τους δασκάλους: «Ελπίζουμε ότι οι εκπαιδευτικοί θα στηρίξουν την προσπάθειά μας. Αυτοί γνωρίζουν στην πράξη ότι «δεν πήγαινε άλλο». Η τελευταία έκφρασή της αποτελούσε και τον τίτλο του άρθρου. Την εποχή της δημοσίευσής του (Σεπτέμβριο του 2006) βεβαίως, οι αντιδράσεις ήταν ακόμα πολύ λίγες. Στο άρθρο της έσπευσαν να απαντήσουν με επιστολή τους εννέα (9) Θεσσαλονικείς δάσκαλοι[8], αλλά η επιστολή τους δεν δημοσιεύτηκε από ΤΟ ΒΗΜΑ. Στις διαμαρτυρίες τους προβλήθηκε ως λόγος το μέγεθος της επιστολής (900 λέξεις) και ετέθη ως προϋπόθεση δημοσίευσης ο περιορισμός της σε 400 περίπου λέξεις. Η διόρθωση έγινε και η επιστολή εστάλη εκ νέου, αλλά η εφημερίδα εξακολούθησε να μην την δημοσιεύει. Μετά από επανειλημμένες διαμαρτυρίες την δημοσίευσε τελικώς τρεις μήνες μετά από το σχετικό άρθρο της κ. Ρεπούση (τον Δεκέμβριο του 2006!) και μάλιστα λογοκριμένη κατά το μέρος όπου οι δάσκαλοι δήλωναν ότι δεν θα διδάξουν το βιβλίο! Τελικώς πλήρης η επιστολή (στην αρχική μορφή των 900 λέξεων) δημοσιεύτηκε στο γύρισμα του χρόνου (στις 31-12-2006) από την Μακεδονία της Κυριακής, συμπληρωμένη με νέες υπογραφές βορειοελλαδιτών δασκάλων, που ξεπερνούσαν πια τους σαράντα (40). Την άρνησή τους να διδάξουν στα παιδιά το βιβλίο διατύπωσαν κι από τηλεοράσεως οι διδάσκαλοι Χρήστος Κορκόβελος, Δημήτρης Νατσιός και Κώστας Σαμοΐλης στα κανάλια Mega, Alpha και Alter αντίστοιχα την 25η Μαρτίου 2007. Οι δηλώσεις προξένησαν αίσθηση και προβλήθηκαν αρκετές φορές εντός της ημέρας. Στις 10 Μαΐου του 2007 εκατόν εβδομήντα τρεις (173) τον αριθμό δάσκαλοι από όλη την Ελλάδα απηύθυναν επιστολή προς την Υπουργό Εθνικής Παιδείας κ. Μαριέττα Γιαννάκου με παρόμοια δήλωση. Η επιστολή τους δημοσιεύτηκε στη δεκαπενθήμερη εφημερίδα Ρήξη και στο περιοδικό Ρεσάλτο.

Στο μεταξύ στις 21.12.2006 διατυπώθηκε η πρώτη επίκαιρη ερώτηση στην Βουλή από τον βουλευτή της ΝΔ Κώστα Γκιουλέκα (Α’ Θεσσαλονίκης) και ακολούθησε ερώτηση από τους βουλευτές του ιδίου κόμματος Μπεκίρη Μιχαήλ (Αχαΐας), Κοντογιάννη Γιώργο (Ηλείας), Κασαπίδη Γεώργιο (Κοζάνης), Καρπούζα Αντώνιο (Πιερίας), Γιαννάκη Μιχαήλ (Βοιωτίας), Καλογήρου Χριστιάνα (Λέσβου), Μπούγα Ιωάννη (Φωκίδας), Τον Ιανουάριο μία Τρίτη επίκαιρη ερώτηση διατυπώθηκε από τον Δημήτρη Κωνσταντάρα (Α Αθηνών) και ακολούθησε τέταρτη επίκαιρη ερώτηση του Στέλιου Παπαθεμελή κατά τέλη Ιανουαρίου.

Αυτήν, την τέταρτη κατά σειρά επέλεξε για να απαντήσει στη Βουλή προφορικώς η Υπουργός κ. Μαριέττα Γιαννάκου[9], ενώ στις προηγούμενες ως τότε είχε απαντήσει γραπτώς ο Υφυπουργός κ. Καλός. Η δημόσια αυτή αντιπαράθεση στη Βουλή προσέλκυσε ιδιαιτέρως την προσοχή των μέσων ενημέρωσης.

Ο τύπος

Το πρώτο σαββατοκύριακο του Δεκεμβρίου η εφημερίδα Α1 του κόμματος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑ.Ο.Σ.) δημοσίευσε ολόκληρη την ηλεκτρονική επιστολή του Αντίβαρου και τα πρώτα ονόματα που την υπέγραψαν. Την επιστολή είχε λάβει ο ίδιος ο κ. Καρατζαφέρης ως ευρωβουλευτής. Να σημειωθεί ότι το δημοσίευμα δεν συνοδεύτηκε από σχόλια της εφημερίδας, παρά απλώς και μόνο το πλήρες κείμενο της επιστολής του Αντίβαρου.

Η δημοσίευση αυτή σε εκτενές δημοσίευμα Α1 έδωσε αφορμή στην εφημερίδα Έθνος, παρά πάσα λογική να αποδώσει αμέσως τις πάνδημες αντιδράσεις στο κόμμα του κ. Καρατζαφέρη. Τελικώς το δημοσίευμα του Έθνους (αν αγνοία του Αντίβαρου) απαντήθηκε δεόντως από την εφημερίδα Ρήξη, που εκδίδεται, όπως και το περιοδικό Άρδην, από τον Γιώργο Καραμπελιά, ο οποίος είχε αντιληφθεί από την πρώτη στιγμή την αντίδραση του Αντίβαρου και τις υπερκομματικές διαστάσεις της.

Πέραν αυτών, και κάποιας αναφοράς στο δεκαπενθήμερο αριστερό περιοδικό «Αντί» από τον Απόστολο Διαμαντή[10] επικράτησε μάλλον ησυχία στο δημοσιογραφικό τοπίο της Ελλάδας το Δεκέμβριο του 2006, την ώρα δηλαδή που τα γραφεία της πολιτικής και εκπαιδευτικής ηγεσίας βομβαρδίζονταν από υπογραφές. Περισσότερες από 2000 υπογραφές είχαν φτάσει στα γραφεία των αρμοδίων μέχρι την Πρωτοχρονιά του 2007! Ήταν λογικό πως κάποτε αυτές οι αντιδράσεις θα έφταναν και στον τύπο.

Στις 7 Ιανουαρίου 2007 η κ. Χριστίνα Κουλούρη[11] έχοντας αντιληφθεί το εύρος των αντιδράσεων, επιχείρησε συκοφαντική απαξίωση των πάντων στο Βήμα της Κυριακής: «πρόκειται απλώς», έγραψε, για «νοικοκυρές, εργάτες και κτηνοτρόφους». Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί, αν και στη συνέχεια της φράσης της, μικρή προσοχή δόθηκε. Είπε η κ. Κουλούρη ότι όλοι αυτοί «δεν είναι δυνατόν να έχουν διαβάσει το βιβλίο»! Τέτοια απαξίωση…

Η εφημερίδα «Το Παρόν της Κυριακής» του Μάκη Κουρή στις αρχές Ιανουαρίου πήρε κι αυτή θέση κατά του βιβλίου και ξεκίνησε αγώνα, μέχρι την τελική έκβαση της μάχης.

Στις 28 Ιανουαρίου 2007, η εφημερίδα Το Βήμα παρουσιάζει αφιέρωμα όπου αρθρογραφούν η συγγραφέας του βιβλίου Ιστορίας κ. Μαρία Ρεπούση, η κ. Χριστίνα Κουλούρη και ο πνευματικός τους μέντορας Αντώνης Λιάκος, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τη μία δηλώνουν την έκπληξή τους για το μέγεθος των αντιδράσεων κι από την άλλη ο κ. Λιάκος με ακόμη σκληρότερα λόγια από τα προ τριών εβδομάδων της κ. Κολούρη απαξιώνει (στον τίτλο μάλιστα του άρθρου του!) ως «ψυχωτικούς» όλους τους αντιδρώντες!

Τις επόμενες ημέρες, μετά από την αντιπαράθεση απόψεων του επερωτώντος κ. Παπαθεμελή και της απαντώσης κ. Γιαννάκου στη Βουλή, ο κ. Παπαθεμελής διοργάνωσε δύο ημερίδες στην Αθήνα (23/1/2007) και στην Θεσσαλονίκη (13/2/2007) με ομιλητές τον Κώστα Ζουράρι, τον Γιώργο Καραμπελιά, το Νίκο Λυγερό, τον Αντώνη Παυλίδη, τον Κωνσταντίνο Χολέβα, τον Βλάση Αγτζίδη, τον π. Γεώργιο Μεταλληνό και την Αλκμήνη Σταυρίδου με σκοπό την ενημέρωση του κόσμου. Οι ημερίδες βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση, βοήθησαν στην ενημέρωση ευρέων στρωμάτων του κόσμου και οι αντιδράσεις έλαβαν μεγάλες διαστάσεις. Παρόλο που δεν έγινε μνεία του δικτυακού τόπου, ο οποίος συλλέγει υπογραφές, μεγάλο μέρος των ομιλητών, όπως γίνεται από την παράθεση των ονομάτων ήταν από τους προαναφερθέντες συνεργάτες του Αντίβαρου.

Πρώτος τηλεοπτικός σταθμός που ασχολήθηκε εκτενώς με το ζήτημα ήταν το Κυπριακό ΡΙΚ. Στις αρχές Φεβρουαρίου, το θέμα είχε ήδη αγγίξει όλα τα κλιμάκια της Κύπρου και η αντίδραση ήταν καταδικαστική και ομόφωνη από όλα τα πολιτικά κόμματα! Έτσι, δε δυσκολεύτηκε το κανάλι να αναφερθεί στο θέμα σε έντονα επικριτικό ύφος, αφιερώνοντας αρκετό τηλεοπτικό χρόνο.

Την ίδια περίοδο, διαπιστώνοντας το Αντίβαρο και οι συνεργάτες του την κατηγορηματική άρνηση της κ. Γιαννάκου και την απρόσμενη επιμονή και υποστήριξη του εγχειριδίου, αποφάσισαν να διευρυνθεί η ενημέρωση και να κλιμακωθούν οι αντιδράσεις, οι οποίες ως τότε ακόμα δεν είχαν κατακτήσει την κρίσιμη μάζα ώστε να παρακινηθεί το σύνολο της κοινής γνώμης να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό.

Ο Σχολικός Σύμβουλος Αντώνης Παυλίδης έχει ήδη διεξάγει μία πρώτη έρευνα για την ποιότητα του βιβλίου σε 30 δασκάλους της Στ τάξης της περιφέρειάς του και τα πρώτα αποτελέσματα έδειχναν περίπου 70% των δασκάλων να προτείνου απόσυρση και το 30% διορθώσεις. Τα αποτελέσματα αυτά οδήγησαν τον σύμβουλο στην αποστολή των ερωτηματολογίων σε 10 διαφορετικές περιοχές της Ελάδας, ώστε να αποκτήσει επιστημονική αξιοπιστία η έρευνά του. Ο σχολικός σύμβουλος της Καλαμαριάς μοίρασε τα ερωτηματολόγια στους δασκάλους της δικής του περιοχής, όμως αμέσως διέρρευσαν στις εφημερίδες Ελευθεροτυπία και Βήμα, ενώ εκδόθηκε και ειδική διαταγή από το ΥΠΕΠΘ να σταματήσει αμέσως η σχετική έρευνα[12].

Έτσι, ενώ οι υπογραφές πλησίαζαν τις 3500, με χρήση της νέας τεχνολογίας, ξεκινήσαμε τη μαζική αποστολή φαξ με την επιστολή του Αντίβαρου και τις τελευταίες εξελίξεις, σε χιλιάδες σχολεία της χώρας! Επιχειρήθηκε έτσι να ενημερωθούν επαρκώς οι ίδιοι οι δάσκαλοι και γενικότερα οι εκπαιδευτικοί, πολλοί από τους οποίους έστελναν στη συνέχεια οι ίδιοι φαξ στο Υπουργείο, ζητώντας την απόσυρση του βιβλίου. Την ίδια ώρα γονείς ζητούσαν από διευθυντές των σχολείων την απαλλαγή των παιδιών τους από το μάθημα της Ιστορίας (όπως για παράδειγμα ο καθηγητής ΤΕΙ κ. Γιώργος Κακαρελίδης), ενώ δάσκαλοι επέστρεφαν ταχυδρομικά το βιβλίο στο Υπουργείο!

Αυτή η δεύτερη κίνηση του Αντίβαρου θορύβησε ακόμη περισσότερο τους αρμοδίους και σύντομα οι αντιδράσεις απέκτησαν διαστάσεις χιονοστιβάδας και άγγιξαν βαθιά την κοινή γνώμη.

Στα μέσα Φεβρουαρίου 2007, ανακάλυψε το θέμα η τετραμελής ομάδα δημοσιογράφων «Ιός της Κυριακής» και στο ένθετο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την λογική του «τσουβαλιάσματος» που συνηθίζει, «συνωστίζοντας» σε τέσσερα σακιά όλους όσοι άσκησαν κριτική στο εγχειρίδιο: την Εκκλησία, τον Λα.Ο.Σ., την ομάδα Καραμπελιά (Άρδην/Ρήξη) και την ομογένεια της Αμερικής. Αποδίδοντας μάλιστα ρόλο «κεντρικού συνονιστή» στο Αντίβαρο. Μέχρι την ημέρα του αφιερώματος του Ιού, από τις 3.736 υπογραφές που είχαν συγκεντρωθεί στην ηλεκτρονική μας σελίδα, διάλεξαν 3-4 ονόματα από κάθε κατηγορία-σακί για να αποδείξουν τα αναπόδεικτα. Αντί απαντήσεων από τους θιγόμενους[13] του δημοσιεύματος, η Ελευθεροτυπία δημοσίευσε τις επόμενες 5 ημέρες κείμενα των βασικών συντακτών της Στάθη (Σταυρόπουλου) και Γιάννη Τριάντη και επιστολές ή άρθρα αναγνωστών της εναντίον του βιβλίου (για παράδειγμα του Φαίδωνα Μαλιγκούδη, Δημήτρη Τζερεφού και Νίκου Παπανικολάου). Τα κείμενα αυτά καθιστούσαν προφανές το ότι οι αντιδράσεις ήταν κατά πολύ ευρύτερες κι εξανέμιζαν από μόνα τους το σκεπτικό του Ιού της ίδιας εφημερίδας περί «τέσσερων συνιστωσών». Η μόνη απάντηση που προερχόταν από άμεσα θιγόμενο και δημοσίευσε η εφημερίδα ήταν του Γιώργου Καραμπελιά, καθώς ο τελευταίος είδε το όνομά του να συνδέεται απρεπώς στο αφιέρωμά του Ιού με δήλωση άλλου προσώπου. Η δημοσιογραφική τετράδα του Ιού έσπευσε να δικαιολογηθεί στις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες του, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο κ. Γ. Καραμπελιάς, έπεσε θύμα του «δαίμονος του τυπογραφείου». Ο Ιός επιχείρησε να επανέλθει στο θέμα ορίζοντας τον «εθνικό χώρο» στις 11 Μαρτίου την ίδια ημέρα που ο δημοσιογράφος της ίδιας εφημερίδας Γιώργος Παπαδόπουλος Τετράδης ασκούσε ακόμη μία φορά σφοδρή κριτική κατά του βιβλίου Ιστορίας, αλλά και του Αντώνη Λιάκου και άλλων σχετικά με δηλώσεις τους σε δημόσια εκδήλωση

Τα θέμα είδε τεθεί δημοσίως πλέον με τον πιο έντονο τρόπο δημοσίως κι οι αντιδράσεις άρχισαν να γιγαντώνονται σαν χιονοστιβάδα! Στη στροφή του Μαρτίου 2007, το ζήτημα κατέστη σε καθημερινή βάση βασικό θέμα συζήτησης στα κεντρικά δελτία ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών σταθμών της Ελλάδας!

Τελική φάση

Η Υπουργός παρά την επιθυμία της να υπερασπιστεί μέχρι τέλους το εγχειρίδιο, αναζήτησε διέξοδο στην γενική πίεση μ’ έναν ελιγμό. Ζήτησε επισήμως τη γνώμη της Ακαδημίας Αθηνών. Στις 18 Μαρτίου η εφημερίδα «Παρόν της Κυριακής» δημοσίευσε το «προσχέδιο» του πορίσματος. Η Ακαδημία με ανακοίνωσή της αρνήθηκε την πατρότητα του «προσχεδίου». Τελικά στις 22 Μαρτίου η τελική έκθεσή της υποβλήθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και χαρακτηρίστηκε «καταπέλτης». Σε σχέση με το κείμενο, που είχε διαρρεύσει στο «Παρόν της Κυριακής» η αρίθμηση είχε υποστεί μεταβολή, μερικοί σκληροί χαρακτηρισμοί είχαν αφαιρεθεί ή λειανθεί, αλλά η ραχοκοκαλιά των παρατηρήσεων παρέμεινε η ίδια. Ογδόντα μία (81) κριτικές παρατηρήσεις απετέλεσαν τη βάση του πορίσματός της, το οποίο παραδόθηκε αυτομάτως από το Υπουργείο στη συγγραφική ομάδα, με την εντολή να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις. «Δε συμβάλλει στην ενίσχυση της εθνικής μνήμης και της ελληνικής αυτογνωσίας», επιδεικνύει «προχειρότητα στην προσέγγιση μείζονος σημασίας ζητημάτων και αδυναμία διακρίσεως του εκάστοτε ουσιώδους από το επουσιώδες», παρουσιάζει «ικανό αριθμό ανακριβειών, λαθών και παραλείψεων ουσιώδους συχνά σημασίας» και «στην τελική κρίση οφείλει να αποδοθεί η επιβεβλημένη βαρύτης στην επιταγή του Συντάγματος για την ανάπτυξη μέσω της παιδείας της “εθνικής συνειδήσεως των Eλλήνων», είναι μερικές από τις συμπερασματικές αναφορές της Ακαδημίας.

[Για να αντιληφθούμε την υποβάθμιση του κριτικού τόνου από το «προσχέδιο» στην τελική έκθεση, το πρώτο συμπέρασμα του «προσχεδίου» ήταν το εξής: «Το βιβλίο πάσχει πρώτον ως βιβλίο ιστορίας. Οι αδυναμίες του αποκαλύπτουν ότι οι συγγραφείς δεν έχουν αρκετές ιστορικές γνώσεις και καθόλου ιστορική σκέψη. Ούτε εμπειρία συγγραφής βιβλίων έχουν»!]

Η υπεύθυνη της συγγραφικής ομάδας αρνήθηκε αμέσως να ακολουθήσει τις παρατηρήσεις. Τρεις ημέρες μετά την επίσημη παράδοση της έκθεσης στα χέρια της, σε συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό Φλας στις 28 Μαρτίου η κ. Ρεπούση δήλωνε ότι «ο κεντρικός άξονας του βιβλίου δεν αλλάζει σε καμία περίπτωση». Ευθεία, δια του τύπου, απάντηση στην Ακαδημία, που προφανώς (δια των ανωτέρω) ζητούσε αλλαγή αυτού ακριβώς του «κεντρικού άξονα» του βιβλίου.

Η περιφρόνηση αυτή προς την Ακαδημία Αθηνών εκδηλώθηκε πολλές φορές ακόμα έκτοτε. Αρκετές φορές καταγράφηκαν δημοσίως δηλώσεις και ισχυρισμοί της κ. Μαρίας Ρεπούση σε εκδηλώσεις (στη Δράμα στις 11/6), σε εφημερίδες (Ελευθεροτυπία 5/8) και σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς (Άλφα 12/6) ότι «η Ακαδημία δεν έχει την τεχνογνωσία να κρίνει το εγχειρίδιο», «είναι αναρμόδια» κοκ. Το ίδιο έκανε και μετά την απόσυρση, πχ στα Νέα και στην εκπομπή[14] του Αλέξη Παπαχελά Νέοι Φάκελοι στον ΣΚΑΙ, όπου μάλιστα έγινε και εκτενής αναφορά στο Αντίβαρο.

Παρόμοια τακτική είχε υιοθετηθεί από την ίδια και την συγγραφική ομάδα της και στο παρελθόν. Την θυμίζει ο κ. Παπαγρηγορίου, σύμβουλος του Π.Ι., με επιστολή του προς TA NEA (9-10-2007): «το δείγμα υλικού αναπέμφθηκε 2 φορές…με πλήθος παρατηρήσεις… συζητήθηκε πρόταση διακοπής της συνεργασίας σε επίσημη συνεδρίαση (23-6-2004) για ανεξήγητα αντισυμβατική στάση (παραβίαση προγράμματος και προκήρυξης)… από τις 100 και πλέον συγγραφικές ομάδες… μόνο η ομάδα Ρεπούση αντέδρασε έντονα… μέσω του Τύπου… άσκησε αφόρητες πιέσεις για να καμφθούν οι επιφυλάξεις του Π.Ι.». Όντως η κ. Ρεπούση την εποχή εκείνη με άρθρο της (ΤΑ ΝΕΑ 14-9-2004), ζήτησε να παραμεριστούν με πολιτική ευθύνη όσοι “Εμποδίζουν την ανανέωση στα σχολικά εγχειρίδια” και τον κατηγορούσε ότι κωλυσιεργεί και καθυστερεί τη διαδικασία έγκρισης και αξιολόγησης. Τις υποδείξεις που δεχόταν η κ. Ρεπούση τις χαρακτήρισε ειρωνικά μετά από λίγες μέρες (ΤΑ ΝΕΑ, 15-10-2004) ως “εθνικού” περιεχομένου ο “Μικροπολιτικός”[15].

Το πόρισμα της Ακαδημίας Αθηνών προξένησε τις εντονόταττες αντιδράσεις των υποστηρικτών της κ. Ρεπούση, οι οποίοι με μένος εστράφησαν εναντίον της[16]. Παρά ταύτα η Υπουργός Παιδείας και Εθνικών Θρησκευμάτων δεν διέθετε πλέον ηθικό ή πολιτικό έρεισμα να υπαναχωρήσει και έλαβε την απόφαση να συμμορφωθεί η συγγραφική ομάδα με τις παρατηρήσεις της Ακαδημίας Αθηνών και να προχωρήσει στις δέουσες διορθώσεις, ώστε να εγκριθούν αυτές από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και από την επόμενη χρονιά να τεθεί το εγχειρίδιο σε αξιολόγηση σε δείγμα 200 δασκάλων από όλα τα σχολεία της χώρας.

Παρά την δημόσια ανακοίνωση αυτής της απόφασης η επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας δεν έδειχνε διατεθειμένη να συμμορφωθεί με τις παρατηρήσεις της Ακαδημίας, κάτι που εκδήλωνε δημοσίως, πυροδοτώντας νέες αντιδράσεις στην κοινωνία και οδογώντας κάθε βράδυ τα κεντρικά δελτία ειδήσεων να ασχολούνται με το ζήτημα.

Δεδομένου:

Πρώτον, ότι στο δελτίο τύπου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου από τις 15 Φεβρουαρίου (το οποίο είχε αποσταλεί και στο Αντίβαρο απ’ ευθείας για ενημέρωσή μας και προσπάθειας καθησυχασμού των αντιδράσεων) αναφερόταν ρητά η «προτεραιότητα αξιολόγησης» του εγχειριδίου από την εκπαιδευτική κοινότητα και υπήρχαν πληροφορίες για σχεδιασμό ερωτηματολογίων αξιολόγησης προς δασκάλους,

Δεύτερον, ότι σύμφωνα με τις συχνές δηλώσεις στελεχών της κ. Γιαννάκου αλλά και του γ. Γραμματέα του Υπουργείου κ. Καραμάνου «το βιβλίο θα πάει οπωσδήποτε διορθωμένο την επόμενη σχολική χρονιά»,

Τρίτον, ότι ακόμα και η αρχική έγκριση του εγχειριδίου από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πριν από τη διανομή του στα σχολεία, προέβλεπε πιλοτική εφαρμοφή και αξιολόγηση του βιβλίου [Πρακτικά 16/31/5/2005 του Τμήματος του Π.Ι. όπου τονίζεται ότι «η συγγραφική ομάδα, μετά από τις υποδείξεις που της έγιναν, έκανε αρκετές διορθωτικές παρεμβάσεις και η αποτελεσματικότητα αυτών των διορθωτικών παρεμβάσεων θα φανεί στη διδακτική πράξη”, δηλαδή στην προγραμματισθείσα πιλοτική εφαρμογή και αξιολόγηση»]

δημιουργήθηκε εκείνο το διάστημα η εντύπωση ότι τα ερωτηματολόγια καθυστερούσαν και δεν υπήρχε χρόνος να γίνει αξιολόγηση κατά την τρέχουσα σχολική χρονιά. Εν τω μεταξύ το ναυάγιο της Σαντορίνης και το ζήτημα των ομολόγων εκπαραθύρωσαν από την επικαιρότητα τον Απρίλιο του 2007 το βιβλίο και καθώς έφτανε ο τελευταίος μήνας του σχολικού έτους, καλλιεργήθηκε η εικόνα ότι αγνοούνται εν τω συνόλω τους οι παρατηρήσεις της Ακαδημίας, ότι λησμονούνται οι από 15/2/2007 υποσχέσεις αξιολόγησης κατά προτεραιότητα και ότι δεν είναι ακόμη έτοιμα τα ερωτηματολόγια προς τους εκπαιδευτικούς. Συμπερασματικά ότι το θέμα υποβαθμίζεται με σκοπό να διαιωνιστεί ως έχει.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα κωλυσιεργίας το Αντίβαρο έλαβε την πρωτοβουλία να διοργανώσει Ημερίδα Ενημέρωσης στις 17 Μαίου 2007 στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ στην Αθήνα και προσκάλεσε όλον το δημοσιογραφικό κόσμο.

Ομιλητές ήταν οι κάτωθι:

Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης Καθηγητής Ιστορίας, πρ. Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,

Νεοκλής Σαρρής (καθηγητής Κοινωνιολογίας Παντείου)

Γιάννης Παπαμιχαήλ (καθηγητής Κοινωνιολογίας Παντείου)

Κώστας Ρωμανός (καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αιγαίου)

Βλάσης Αγτζίδης (Δρ Ιστορίας),

Γιώργος Καραμπελιάς (συγγραφέας)

Γιώργος Παπαδόπουλος-Τετράδης (δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας)

Περικλής Νεάρχου (πρ. σύμβουλος του Α. Παπανδρέου για το Κυπριακό)

Ανδρέας Σταλίδης (Αντίβαρο)

Γιώργος Κακαρελίδης (καθηγητής Εφ/γων Επιχ.Έρευνας ΤΕΙ)

Χρήστος Κορκόβελος (εκπαιδευτικός)

Ο κ. Παπαδόπουλος – Τετράδης τελικά δεν παρέστη λόγω προβλήματος υγείας.

Συντονιστής της Ημερίδας και οργανωτής της εκδήλωσης ήταν ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γιαννόπουλος.

Η συμμετοχή των δημοσιογράφων υπήρξε αντιστρόφως ανάλογη της αθρόας προσέλευσης απλών ανθρώπων. Εν πάση περιπτώσει η φωνή και ο λόγος του Αντίβαρου ακούστηκε, έστω και αν τις επόμενες ημέρες δεν υπήρξαν αναφορές στον τύπο για την εκδήλωση ή τις τοποθετήσεις των ομιλητών. Μετά από τις παρεμβάσεις των ομιλητών, το λόγο έλαβαν άνθρωποι από το κοινό, οι οποίοι εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για το περιεχόμενο του βιβλίου. Ξεχώρισε η παρουσία της κ. Άννας Συνοδινού και άλλων προσωπικοτήτων του πνευματικού χώρου, στελεχών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ.

Στα τέλη Μαϊου η συγγραφική ομάδα παρέδωσε τα διορθωμένα κείμενα του βιβλίου Ιστορίας στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (κατά πληροφορίες μόλις το βράδυ, πριν από την επικείμενη συνεδρίαση!). Και στις δύο συνεδριάσεις που ακολούθησαν, στις 30 Μαίου και στις 13 Ιουνίου το αρμόδιο Τμήμα του Π.Ι. συμπέρανε ότι οι διορθώσεις ήταν «ανεπαρκείς», όπως χαρακτηριστικά εγράφη στον τύπο εκείνες τις ημέρες (εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος 31 Μαίου 2006).

Εντωμεταξύ, το πολιτικό θερμόμετρο ανέβαινε, κυριαρχούμενο από φήμες για επίσπευση εντός του επερχομένου φθινοπώρου του χρόνου διεξαγωγής των εκλογών. Ως αποτέλεσμα αναβλήθηκε 3-4 φορές η ανακοίνωση της τελικής τύχης του βιβλίου για μετά το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στις αρχές Ιουλίου. Στις 2 Αυγούστου η κ. Γιαννάκου, παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ανακοίνωσε ότι το βιβλίο θα διδαχθεί στα σχολεία, μετά από τις διορθώσεις που έχουν ήδη γίνει και θα αξιολογηθεί από την εκπαιδευτική κοινότητα. Ανακοίνωσε επίσης ότι έχουν πραγματοποιηθεί «όλες οι διορθώσεις που προέκυψαν από τις παρατηρήσεις της Ακαδημίας Αθηνών», χωρίς να ανακοινώσει επισήμως καμία διόρθωση. Μόνο μία διόρθωση διέρρευσε (ήδη από τον Ιούνιο) σχετικά με τη γνωστή έκφραση του «συνωστισμού στο λιμάνι της Σμύρνης», η οποία είχε γίνει «εγκατάλειψη υπό δραματικές συνθήκες». Έπρεπε να περιμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου στα σχολεία για να πληροφορηθούμε ποιες ακριβώς θα ήταν οι υπόλοιπες διορθώσεις.

Η ανωτέρω διόρθωση που διέρρευσε δεν τηρούσε καν τις παρατηρήσεις της Ακαδημίας. Η έκφραση αυτή είχε επισημανθεί παρέλειπε τρία στοιχεία: α) ότι συνετελέσθη εκδίωξη, β) ότι ο χαρακτήρας της εκδίωξης υπήρξε βίαιος και γ) ότι αντίστοιχη μοίρα υπέστησαν και άλλοι πληθυσμοί (από τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη). Η συγγραφική ομάδα αρνήθηκε να εντάξει τα τρία αυτά στοιχεία στη διορθωμένη εκδοχή της έκφρασης. Επίσης, η απόκρυψη του συνόλου των διορθώσεων οδήγησε σε ακόμη πιο έντονο κλίμα καχυποψίας και αμφισβήτησης των επίσημων ανακοινώσεων.

Στα μέσα Αυγούστου, προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Σεπτεμβρίου 2007. Η σχολική χρονιά ξεκίνησε στις 11 Σεπτεμβρίου χωρίς το εγχειρίδιο Ιστορίας της Στ Δημοτικού. Οι αρμόδιοι του ΥΠΕΠΘ απέδιδαν την καθυστέρηση στα «απασχολημένα τυπογραφεία με το προεκλογικό υλικό». Υπήρχαν όμως φήμες ότι η τελική εντολή «τυπωθείτω» δεν είχε δοθεί ποτέ, λόγω της αδυναμίας να εξασφαλιστεί η έγκριση από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (εφημερίδα Το Βήμα 16/9/2007).

Στις εκλογές, η κ. Γιαννάκου πλήρωσε το τίμημα της αταλάντευτης στάσης της στο όλο ζήτημα του βιβλίου. Ήρθε μόλις δέκατη σε σταυρούς προτίμησης στην Α’ Αθηνών και δεν εξελέγη (η Νέα Δημοκρατία εξέλεξε επτά βουλευτές).

Στη νέα κυβέρνηση ανέλαβε Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο οποίος κάλεσε αμέσως το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να αποφανθεί εκ νέου επί του θέματος του βιβλίου. Η απόφαση παρέμεινε απαράλλακτη: ανεπαρκείς οι διορθώσεις. Με αφορμή την επιβεβαίωση αυτή, ο νέος Υπουργός ικανοποίησε το πάνδημο αίτημα και στις 25 Σεπτεμβρίου 2007 το βιβλίο απεσύρθη και προσωρινά θα χρησιμοποιηθεί το προηγούμενο μέχρις ότου διενεργηθεί νέος διαγωνισμός.

Είναι αξιοσημείωτο ότι λίγες μόνον ημέρες πριν τις εκλογές, στις 12 Σεπτεμβρίου 2007, ο κ. Στυλιανίδης επιβεβαίωνε σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ ότι «Αυτό το βιβλίο είναι προϊόν μίας από τις χαμηλές συμφωνίες που έχει υπογράψει ο Γιώργος Παπανδρέου ως υπουργός Εξωτερικών με τον κ. Τζεμ κατά το παρελθόν, εκ των οποίων μονομερώς κάποιες εφαρμόστηκαν και κάποιες δεν εφαρμόστηκαν». Επρόκειτο για το νόμο 2929/2001, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 142/Α/2001 όπου στο άρθρο 1(ι) αναφέρεται ότι «[Τα Μέρη, δηλαδή η Ελλάδα και η Τουρκία] θα συνεργάζονται στην παρουσίαση της ιστορίας, της γεωγραφίας, του πολιτισμού και της οικονομίας της άλλης χώρας, ιδιαίτερα στα σχολικά βιβλία. Με αυτόν το στόχο, θα συστήσουν μία Μικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, η οποία θα ανταλλάξει και θα μελετήσει τα σχολικά βιβλία, για να προτείνει τη διόρθωση των ανακριβειών»[17]

Οι αντιδράσεις

Παρουσιάζουμε έναν (ίσως ημιτελή) κατάλογο όσων αντέδρασαν και άσκησαν σφοδρή κριτική στο εγχειρίδιο Ιστορίας της Στ Δημοτικού, ζητώντας μέχρι και την οριστική απόσυρσή του, ο καθένας βέβαια από τη δική του σκοπιά:

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χρήστος Σαρτζετάκης

Οι βουλευτές της Ν.Δ.: Μπεκίρης Μιχάηλ (Αχαΐας), Κοντογιάννης Γιώργος (Ηλείας), Κασαπίδης Γεώργιος (Κοζάνης), Καρπούζας Αντώνιος (Πιερίας), Γιαννάκης Μιχαήλ (Βοιωτίας), Καλογήρου Χριστιάνα (Λέσβου), Μπούγας Ιωάννης (Φωκίδας), Κώστας Γκιουλέκας (Θεσ/νίκης), Δημήτρης Κωνσταντάρας (Α Αθήνας), Μιλτιάδης Έβερτ, Γιώργος Σούρλας, Αδάμ Ρεγκούζας, Σοφία Βούλτεψη (Β Αθήνας), Αντώνης Σαμαράς (ευρωβουλευτής)

Τα στελέχη του ΠαΣοΚ: Γιάννης Καψής, Παναγιώτης Κρητικός, Ελευθέριος Βερυβάκης, Δημήτρης Βουνάτσος, Κώστας Λαλιώτης.

Επισήμως το ΚΚΕ και ο ΛαΟΣ

Ο ανεξάρτητος βουλευτής Στέλιος Παπαθεμελής (Δημοκρατική Αναγέννηση)

Η Ένωση διατελεσάντων εκπροσώπων του ελληνικού λαού στο κοινοβούλιο και στην ευρωβουλή, μετά από εισήγηση της Άννας Συνοδινού, του Αριστείδη Δημόπουλου και άλλων

Όλα τα κόμματα στην Κύπρου (μηδενός εξαιρουμένου!)

Δύο πρώην υπουργοί παιδείας της Κύπρου: η Κλαίρη Αγγελίδου και ο Ουράνιος Ιωαννίδης

Η Εκκλησία της Ελλάδος

Η Εκκλησία της Κύπρου

Πρώην και νυν διπλωμάτες

(π.χ. ο νυν πρέσβης στην Αυστραλία και ο πρόξενος στη Νέα Ζηλανδία, ο πρώην πρέσβης Θέμος Στοφορόπουλος κλπ)

Πάνω από 250 καθηγητές πανεπιστημίου

Περισσότεροι από 200 δάσκαλοι (40 τον Οκτώβριο 2006 και 173 το Μάιο 2007 δήλωσαν, με επιστολή τους προς το ΥΠΕΠΘ, ότι δεν θα το διδάξουν)

Διευθυντές δημοτικών σχολείων

Περισσότεροι από 2500 εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων (συνυπογράφοντας την επιστολή του Αντίβαρου)

541 Ποντιακοί και προσφυγικοί σύλλογοι απ’ όλον τον κόσμο

Η Ένωση Σμυρναίων

Ενώσεις Κωνσταντινουπολιτών

Η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών

Η Ακαδημία Αθηνών (υπέρτατος πνευματικός θεσμός της χώρας)

Μέλη, σύμβουλοι και πρώην Αντιπρόεδροι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Σχολικοί σύμβουλοι

Πλήθος προσωπικοτήτων (ενδεικτικά: Χρήστος Γιανναράς, Μίκης Θεοδωράκης[18], Κώστας Ζουράρις, π. Γεώργιος Μεταλληνός, Νίκος Κούνδουρος, Μανόλης Γλέζος), και δημοσιογράφων (ενδεικτικά: Στάθης Σταυρόπουλος, Γιάννης Τριάντης, Παπαδόπουλος-Τετράδης, Σταύρος Λυγερός), περιοδικών από αριστερούς πολιτικούς χώρους (Ρεσάλτο, Άρδην, Ρήξη) και πλειάδα άλλων…

Έντονη κριτική άσκησαν δεκάδες πολιτικές εφημερίδες (ενδεικτικά: Παρόν της Κυριακής, Μακεδονία, Εστία, Πρώτο Θέμα) και περιοδικά πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας από ευρύτατης έκτασης διάφορους πολιτικούς χώρους, τηλεοπτικοί σταθμοί με συνεχείς εκπομπές (High TV με τον κ. Χούντα και τον καθηγητή Νεοκλή Σαρρή, Blue Sky με τον Γ. Ζερβό και Τηλε-άστυ με τον Άδωνι Γεωργιάδη), καθώς και ραδιοφωνικοί σταθμοί (Αντέννα, Εκκλησίας της Ελλάδος, Πειραική Εκκλησία)

Το Ιστολόγιο “Πόντος και Αριστερά” κατέγραψε επιπλέον τις εξής αριστερές τάσεις εναντίον του βιβλίου Ιστορίας: ΑΣΚΕ, ΕΝΑΝΤΙΑ, ΚΚΕ (μ-λ), ΚΟΕ (ΣύΡιζΑ), ΜεΡΑ, (Μ-Λ) ΚΚΕ

Η ΔΑΚΕ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων δημοτικού σχολείου (και γονείς που αιτήθηκαν απαλλαγή των παιδιών τους από το μάθημα Ιστορίας με αυτό το βιβλίο)

Επιστήμονες και ερευνητές όλων των ειδικοτήτων (ενδεικτικά εκ των ιστορικών: Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης καθηγητής Παν. Αθηνών, Δώρα Μόσχου, Έλλη Γιωτοπούλου-Σισιλιανού, πρώην μέλος του Π.Ι., Φανούρης Βώρος επίτιμος σύμβουλος του Π.Ι., Κυριάκος Κατσιμάνης, τέως αντιπρόεδρος του Π.Ι. και εκ των Πολιτικών Επιστημόνων, ο Παναγιώτης Ήφαιστος, ο Βασίλης Καραποστόλης, ο Κωνσταντίνος Ρωμανός, ο Ηλίας Ηλιόπουλος και χιλιάδες άλλοι)

Ευρύτατη εκπροσώπηση της Θράκης (εφημερίδα Αντιφωνητής, περιοδικό Ενδοχώρα, Μορφωτικός Όμιλος Κομοτηνής, Εταιρεία Παιδαγωγικών Επιστημών, Θρακική Εταιρεία, Πανελλήνια Ομοσπονδία Θρακικών Σωματείων, σύλλογος φοιτητών Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και οι 4 Μητροπολίτες Θράκης)

Ο Απόδημος Ελληνισμός (Παμμακεδονικές Οργανώσεις όλων των ηπείρων, ελληνοαμερικανικές ομογενειακές οργανώσεις, Ελληνικοί πολιτιστικοί σύλλογοι Ευρώπης, Αμερικής και Αυστραλίας)

Περισσότεροι από 11.500 πολίτες μέσω της συλλογής υπογραφών της επιστολής του Αντίβαρου εκ των οποίων οι 2000 ιδιοχείρως στο ίδιο ή σε αντίστοιχα κείμενα

(πολλοί ακόμα που δεν γνωρίζουμε…)

… και συνολικά

ένα ποσοστό περίπου 80 % του ελληνικού λαού, που αντιτάχθηκε στο βιβλίο, σύμφωνα με το Παρόν της Κυριακής και σχετικές δημοσκοπήσεις του, στις οποίες οι υπέρμαχοι του βιβλίου δεν ξεπέρασαν το 7%, με το υπόλοιπο ποσοστό των ερωτηθέντων να δηλώνει «δεν ξέρω/δεν απαντώ».

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ και το βιβλίο Ιστορίας

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το αίτημα ήταν σχεδόν πάνδημο και διαπερνούσε όλο το πολιτικό φάσμα σε μια πλήρη ομοφωνία ως προς την αντίθεση και μόνη διαφορά την διαφορετική οπτική γωνία, που γεννούσε αυτή την αντίθεση . Το βιβλίο βομβαρδίστηκε με κριτική από κάθε πλευρά και από κάθε άποψη. Πέραν του περιεχομένου, βλήθηκε για την ανακολουθία του ως προς το πρόγραμμα σπουδών με βάση το οποίο αναλήφθηκε η συγγραφή από το Π.Ι., για αντιπαιδαγωγικό χαρακτήρα του, για την φτωχή και ανερμάτιστη γλώσσα του, ακόμα και για την επιλεγείσα μέθοδο διδασκαλίας, η οποία υποτίθεται ότι αποτελούσε το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου.

Δυστυχώς όμως το φίλτρο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης, και η μικροπολιτική σκοπιμότητα ορισμένων κομμάτων κατά την μακρά (από τις αρχές του 2007 στην ουσία) προεκλογική περίοδο που διανύθηκε, παρεμπόδισε την ανάδειξη του πάνδημου ο χαρακτήρα αυτού του αιτήματος.

Έτσι, αρκετές επίσημες δηλώσεις κομματικών φορέων, αλλά πολύ περισσότερο το κλίμα που μετέδιδε ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος της χώρας αποσκοπούσαν όλο αυτό το διάστημα στο να καθορίσουν και να περιχαρακώσουν το εύρος των αντιδράσεων αποκλειστικά και μόνο σε έναν πολιτικό φορέα ή σε μία μόνο – περιθωριοποιημένη – πολιτική «γραμμή» του φάσματος.

Η τακτική αυτή έχει γνωστά κίνητρα και εφάπτεται του εξής άξονα: όποιος ασχολείται με ένα μεγάλο μέρος σοβαρών ζητημάτων (εξωτερική πολιτική, παιδεία, αναζήτηση συλλογικής αυτοσυνειδησίας και ταυτότητας) εξορίζεται αυτομάτως ως περιθωριακός, και άρα χάνει την αξιοπιστία του ως συνομιλητής.

Ο άξονας αυτός είναι εξαιρετικά βολικός, ώστε να μπορούν να διαμορφώνονται αποφάσεις χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η γνώμη του “κυρίαρχου λαού”. Διαίρει και βασίλευε; Το γεγονός είναι ότι η «στιγμιαία» περί το βιβλίο ενότητα και το ομόψυχο του ελληνικού λαού έδειξε ότι φοβίζει.

Στο σημείο αυτό μία παρέκβαση: ο «απλός λαός» διατηρεί προφανώς ζώσα τη μνήμη του από την ιστορική του διαδρομή, τουλάχιστον των τελευταίων τριών γενεών. Όποιος ισχυρίζεται ότι αυτός ο «απλός λαός» δεν δικαιούται να έχει γνώμη για την ιστοριογραφία του, δηλαδή για την πορεία του εαυτού του(!) ως συλλογικής οντότητας, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επιδιώκει να αποκόψει την ιστοριογραφία από τη μνήμη. Όταν όμως αποκόπτεις την ιστοριογραφία από τη (ζώσα) μνήμη, τότε μπορείς να διαμορφώσεις αυτή τη συλλογική οντότητα όπως εσύ θέλεις: εν προκειμένω στα πλαίσια του μετα-εθνικού παγκοσμιοποιητικού χαρακτήρα, τον οποίο οι αναθεωρητές της Ιστορίας προσπαθούν να επιβάλουν άνωθεν.

Έτσι, είδαμε και στη διαμάχη για το βιβλίο Ιστορίας ότι ο “διάλογος” από την πλευρά των υπερασπιστών του εγχειριδίου ξεκίνησε με την αναφορά ότι οι αντιδράσεις προέρχονται από το «εθνικιστικό λόμπυ» (βλ. πρώτη συνέντευξη Τύπου κ. Ρεπούση) και στη συνέχεια με απαξιωτικές ύβρεις που σταδιακά προσέγγιζαν ιδεολογικοπολιτικούς χαρακτηρισμούς, όπως νοικοκυρές, εργάτες και κτηνοτρόφοι, αγράμματοι, ψυχωτικοί(!), εσμός Αλευρομαγείρων[19], εθνικιστικό λόμπυ, φαιοχίτωνες, ακροδεξιοί, φαικόκκινη συμμαχία κλπ.

Δεν ταιριάζει φαίνεται στον τρόπο θέασης του κόσμου από την πλευρά μιας ηχηρής μειοψηφίας, να προέρχονται οι αντιδράσεις από το σύνολο των γραμμών του φάσματος και να είναι τόσο μαζικές, ώστε να προκαλούν τριγμούς σε όλους τους πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους. Ακολούθως, όταν γινόταν αναφορά στον τύπο για τις αντιδράσεις, ποτέ δεν έλειπαν δηλώσεις ενός συγκεκριμένου πολιτικού φορέα, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των υπολοίπων γραμμών του φάσματος έλαμπε δια της απουσίας της. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

Το Αντίβαρο, που πήρε την πρωτοβουλία το φθινόπωρο του 2006 της συλλογής υπογραφών, όταν με μία εμπεριστατωμένη επιστολή ζήτησε από τους αρμοδίους την απόσυρση του βιβλίου, κατέστη αντίβαρο αυτού του άξονα.

Προσέφερε συγκροτημένο λόγο, με επάρκεια και επιχειρηματολογία, χωρίς ακρότητες, χωρίς φωνές ή υπερβολές. Όσο και αν προκαλέστηκε από την μεθοδική επιχείρηση απαξίωσης, όσο και αν αγνοήθηκε ο ρόλος και η πρωτοβουλία του από ανθρώπους που διαφωνούσαν, ή άλλους που συμφωνούσαν με το αίτημα της απόσυρσης, εν τούτοις πέτυχε:

1. να ενημερώσει μία κρίσιμη μάζα

2. να πείσει ένα μεγάλο μέρος όσων το επισκέπτονταν

3. να θορυβήσει τα γραφεία της πολιτικής και εκπαιδευτικής ηγεσίας (βουλευτές και μέλη του ΠΙ)

4. να προσφέρει μία πλούσια πηγή επιχειρημάτων

5. να καλλιεργήσει το κλίμα ακόμα και στους αρμοδίους να πουν δημοσίως αυτό που σκέπτονταν χαμηλόφωνα

και εν τέλει, κατάφερε να μείνει έξω από τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, το πεδίο βολής των οποίων ήτανε πάντα αόριστο και ασαφές.

Αντίπαλος είναι ο άξονας που ρίπτει συστηματικά απαξιωτικά επίθετα σε όσους διαφωνούν με την επικρατούσα γραμμή και καλλιεργεί τις συνθήκες αυξημένης έντασης στις ακραίες φωνές.

Προκειμένου να καταδειχθεί το πρόβλημα από την υιοθέτηση αυτού του άξονα από το σύνολο σχεδόν του τύπου (όπως περιγράφτηκε πιο πάνω), θα δοθεί ένα παράδειγμα. Σε άρθρο του στην Αυγή στις αρχές Οκτωβρίου 2007, ο Άγγελος Ελεφάντης απαντώντας σε προηγούμενο άρθρο της Χριστίνας Αγριαντώνη στα Νέα ότι “Οι διανοητές συνέβαλαν στην νίκη του σκοταδισμού” (εννοώντας ότι δια της σιωπής τους άφησαν ανυπεράσπιστο το βιβλίο της κ. Ρεπούση) είπε ότι ο ίδιος εσιώπησε συνειδητά, παρόλο που η κ. Ρεπούση του είχε στείλει εξ αρχής το εγχειρίδιο, το βιβλίο δασκάλου και το βιβλίο ασκήσεων, προκειμένου να λάβει δημοσίως θέση. Και σιώπησε διότι δεν ήθελε η κακή γνώμη του για το βιβλίο να καταστεί υπό εκμετάλλευση από τους “ακραίους”! Και ολοκλήρωσε το άρθρο του ασκώντας την δυσμενή για το βιβλίο κριτική του, αφού πλέον είχε αποφασιστεί η απόσυρση.

Έτσι βλέπουμε ότι το κλίμα [20] αποκλειστικής απόδοσης των αντιδράσεων σε έναν και μόνο φορέα ή σε μία μόνο ιδεολογική χροιά, όχι απλώς παρεμπόδισε τον δημόσιο διάλογο, αλλά εμπόδισε κι έναν άνθρωπο με κύρος στον ιδεολογικό περίγυρο της ίδιας της συγγραφικής ομάδας να ασκήσει δημόσια την κριτική του!

Συμπερασματικά, επειδή η Δημοκρατία σε όλες τις μορφές της (άμεση ή κοινοβουλευτική) λειτρουγεί μόνο εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον των πολιτών για τα κοινά, το ζήτημα του εγχειριδίου Ιστορίας της Στ Δημοτικού κατάφερε να αφυπνίσει και να ενεργοποιήσει μία πολύ μεγάλη μερίδα του κοινωνικού σώματος. Ο λαός αγκάλιασε την έγκυρη επιβεβαίωση ιστορικών και ειδικών επιστημόνων ότι το βιβλίο είναι πολλαπλώς ακατάλληλο για διδασκαλία στα Ελληνόπουλα και αντέδρασε μαζικά και οριζόντια από όλο το πολιτικό φάσμα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι τελικά το βιβλίο το απέσυρε ο ίδιος ο ελληνικός λαός[21].

 

 

 

 


[1] Την επιτροπή αποτελούσαν οι κυρίες Α. Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη και Δ. Μουζάλα και ο κύριος Α. Καραπαπάς. Ο σύμβουλος Γιάννης Παπαγρηγορίου ήταν υπεύθυνος του υποέργου, εκ μέρους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

[2] Μετά το Παγκόσμιο ποντιακό Συνέδριο, την Κυριακή 13 Αυγούστου, η εφημερίδα Αδέσμευτος Τύπος παρουσίασε ρεπορτάζ με σχετικές δηλώσεις των Παυλίδη — Λυγερού, ενώ παράλληλα παρουσίασε και σημεία του άρθρου του Νατσιού. Εκτενές άρθρο των δύο πρώτων δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερης κυκλοφορίας ποντιακή εφημερίδα “Εύξεινος Πόντος”, τεύχος Αυγούστου, που έκανε αίσθηση. Συνέντευξη του κ. Παυλίδη δημοσιεύθηκε στην “Εγνατία” Θεσσαλονίκης (2 Σεπτ.2006), ενώ άρθρα του μαζί με τον κ. Λυγερό δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες: Αγγελιοφόρος (18 Σεπτ. 2006) και Έθνος (7 Οκτ. 2006).

[3] Το Ρεσάλτο από το τεύχος (αρ. 10) του Οκτωβρίου του 2006 είχε αρχίσει τη δημοσίευση αρθρογραφίας με τα κείμενα των Ν. Λυγερού – Αντ. Παυλίδη «Οι φανατικοί της λήθης και η Ιστορία του μέλλοντος», του Φιλόλογου – Ιστορικού Ανδρέα Μακρίδη «Η Ιστορία στο κρεβάτι του Εθνομηδενιστή προκρούστη», ενώ συνέχισε στο τεύχος (αρ. 11) Νοεμβρίου 2006 με το αφιέρωμα «Η Ιστορία στο χειρουργείο της Νέας Τάξης» και κείμενα του εκδότη Θύμιου Παπανικολάου «Νέα Τάξη και Ιστορία», του Γ. Μακρινού «Η Ιστορία στο χειρουργείο» και του π. Γ. Σχοινά «Η νέα γραφή της Ιστορίας» (γραμμένα για το Ρεσάλτο), του Δ. Νατσιού «Τα νεοταξικά βιβλία», του Κ. Χολέβα «Κάποιος κύριος Κοσμάς» και «Σχολική Ιστορία χωρίς Εθνική Αξιοπρέπεια» και του Βλάση Αγτζίδη «Η Ιστορία της Στ’ Δημοτικού (αντλημένα από το Αντίβαρο) και του Κρ. Σαλπιγκτή «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένηή από αμερικανικές υποδείξεις; » (αναδημοσίευση από την Μακεδονία της Κυριακής).

[4] Ο Ταγματάρχης, τότε, Δημήτρης Αλευρομάγειρος ήταν διοικητής του 336 Τάγματος Επιστράτων. Ο Κύπριος δημοσιογράφος Λάζαρος Μαύρος σε άρθρο του στη Ρήξη (τ. 8, Μάρτιος 2007), περιγράφει αναλυτικά τη μάχη του Στρατηγού. Στο τάγμα ανατέθηκε η άμυνα της δυτικής πλευράς της Λευκωσίας, μέχρι και την περιοχή Αγίου Παύλου. Οι Τουρκικές δυνάμεις ήταν καταφανώς υπέρτερες, τόσο που Καναδός Ταγματάρχης της UNFICYP αφού του εξήγησε ότι δεν έχει καμία τύχη να αντέξει την πίεση, του πρότεινε να υποχωρήσει σύμφωνα με τις αξιώσεις των Τούρκων. Ο Δημήτρης Αλευρομάγειρος όμως αρνήθηκε με ένα ξερό όχι, που δεν μπόρεσε να αιτιολογήσει επί τόπου επειδή «δεν είχε καιρό να εξηγήσει ολόκληρη την ελληνική Ιστορία» στον Καναδό. Το Τάγμα του κατάφερε τελικά να υπερασπίσει τις θέσεις του και κράτησε ελεύθερο τον Άγιο Παύλο, τον Άγιο Ανδρέα, τον Άγιο Δομέτιο, την «Κιβωτό με τα Άγια των Αγίων» του κυπριακού Ελληνισμού: Τα Φυλακισμένα Μνήματα των αθανάτων της ΕΟΚΑ, εννέα απαγχονισθέντων και τεσσάρων πεσόντων στον αντιαποικιακό αγώνα του 1955-1959, Μιχαλάκη Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου, Ανδρέα Ζάκου, Ιάκωβου Πατάτσου, Χαρίλαου Μιχαήλ, Στέλιου Μαυρομμάτη, Μιχάλη Κουτσόφτα, Ανδρέα Παναγίδη, Μάρκου Δράκου, Γρηγόρη Αυξεντίου, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Στυλιανού Λένα και Κυριάκου Μάτση.

[5] Τα άρθρα αυτά στη συνέχεια (μαζί με δύο κείμενα, ως επίμετρο, του δασκάλου στον Τρίλοφο Θεσσαλονίκης Θωμά Γκιάτα και του Κρίτωνα Σαλπιγκτή) εξέδωσε τον Ιούνιο του 2007 (εκδόσεις Αρμός) σε βιβλίο, με τίτλο «Βέβηλα, κίβδηλα, σκύβαλα». Το βιβλίο βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό και αναφέρεται επί πολλές εβδομάδες στα ευπώλητα. Ορισμένα από τα άρθρα του Κώστα Ζουράρι στη «Μακεδονία» που αναδημοσιεύθηκαν στο Αντίβαρο είναι τα εξής: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10.

[6] Το «Άρδην» στο τ. 59, τον Μάρτιο του 2006, πέρα από τα άρθρα «Τι είναι το Πρόγραμμα Κοινής (Βαλκανικής) Ιστορίας» του Γ. Καραμπελιά και «Η “μέθοδος” της νεοταξικής ιστορίας» του Γ. Ρακκά στο αφιέρωμα στο τετράτομο έργο Ιστορίας του CDRSEE, δημοσίευσε στο τελευταίο τεύχος του 2006 (τεύχος 62) και κάποια άρθρα για το βιβλίο της Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού με γενικό τίτλο «Τα Νέα Βιβλία Ιστορίας – Μία γενοκτονία της Μνήμης»

[7] Το θέμα αυτό που το είχε αναδείξει με σοβαρή τεκμηρίωση και πολλαπλές αναφορές ο Γιώργος Καραμπελιάς και οι συνεργάτες του περιοδικού Αρδην από τον Μάρτιο του 2006 (αρ. τ. 58), αναδείχθηκε εκ νέου στις 12-11-2007 από την εφημερίδα Παρόν, με την ευκαιρία της δημόσιας παρουσίασης των βιβλίων του τετράτομου «Εναλλακτικό Εκπαιδευτικό Υλικό για τη Διδασκαλία της Νεότερης Ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης», τα οποία εξέδωσε το αποκαλούμενο και εδρεύον στην Θεσσαλονίκη «Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιοανατολικής Ευρώπη» (C.D.R.SE.E.), με τη χρηματοδότηση των Υπουργείων Εξωτερικών των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της αμερικανική κυβερνητική υπηρεσία US A.I.D., των επιχειρήσεων Χάγιατ, της Κόκα Κόλα και του Τζορτζ Σόρος. Η παρουσίαση από τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα έφερε στο φως ένα πλήθος προσώπων, τα οποία εκτός του ότι αποτελούν τον εν Ελλάδι πολιορκητικό κριό που προωθεί τις προσπάθειες του CDRSEE για τη νεο-οθωμανική «συμφιλίωση» στα Βαλκάνια και την παρέμβαση στον χώρο της ιστορίας και των εκπαιδευτικών, τους επόμενους μήνες συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με την υποστήριξη (ως συνιστώσας και της δικής τους προσπάθειας) της συγγραφής του βιβλίου της Στ’ Δημοτκού από την κ. Μαρία Ρεπούση και την ομάδα της και με την κατασυκοφάντηση των προθέσεων και της όλης προσπάθειας των συνεργατών του Αντίβαρου και κάθε Έλληνα που αντέδρασε στην προσπάθειά τους. Επί παραδείγματι η επίκουρη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, Ευρωβουλευτής και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ κ. Μαριλένα Κοππά, κατά την παρουσίαση των τεσσάρων βιβλίων εξήρε την υποστήριξή της στην όλη προσπάθεια, η οποία αποσκοπεί «στην επανεξέταση των συμβόλων και των στερεοτύπων» και «στην επανανάγνωση της Ιστορίας», κατά τους επόμενους μήνες, με άρθρο της στην Ημερησία (31/03/2007) υποστήριξε ότι «Η θλιβερή κατάσταση που ζούμε τους τελευταίους μήνες με το βιβλίο της Ιστορίας της Στ Δημοτικού και τις άναρθρες κραυγές εναντίον του, είναι μια ακόμη έκφραση της παθογένειας του δημόσιου λόγου στη χώρα μας.». Ανάλογη έντονη υποστήριξη προσέφεραν αργότερα προς την κ. Ρεπούση (βλ. σχετική αναφορά στη συνέχεια) η διευθύντρια της συγκεκριμένης έκδοσης και καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κ. Χριστίνα Κουλούρη, οι συμμετέχουσες σε επιτροπές της έκδοσης κ.κ. Άννα Φραγκουδάκη και Θάλεια Δραγώνα και οι παρόντες στην παρουσίαση κ. Αντώνης Λιάκος, καθηγητής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Νίκος Γεωργιάδης επτανήσιος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Θ. Βερέμης, Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, ο οποίος εισηγήθηκε στο Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο και έγινε δεκτό, να προωθηθεί η χρήση του τετράτομου έργου ως βοηθήματος των καθηγητών της Ιστορίας στα σχολεία.

[8] Ήταν οι δάσκαλοι: Κώστας Σαμοΐλης, Θωμάς Γκιάτας, Νατσιός Δημήτρης, Ζήσου Αθανάσιος, Κριεζής Ηρακλής, Ιατρίδου Αργυρώ, Πετρίδου Μαρία, Πανταζοπούλου Χριστίνα, Μιζιούλη Σοφία..

[9] Κατά την απάντηση της Υπουργού στη συγκεκριμένη επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή (228/23-1-2007) ειπώθηκε από την κ. Γιαννάκου και το εξής σχετικά με το τετράτομο της Ιστορίας του CDRSEE: «Το τετράτομο υπηρετεί άλλο σκοπό τον οποίο αντιλαμβάνεστε στην περιοχή μας. Γράφτηκε δηλαδή μ’ έναν συγκεκριμένο στόχο και σκοπό. Δεν είναι το ίδιο concept με αυτό που υπάρχει στο βιβλίο της Ιστορίας. Επομένως σας λέω ότι δεν έχει σταλεί και παρά τη θετική απόφαση του Παιδαγωγικού επανεξετάζεται από εμένα προσωπικά.». Τα υπονοούμενα για ύποπτους σκοπούς και στόχους πέρασαν απαρατήρητα από τον τύπο παρόλο που ο Κέντρο CDRSEE και το τετράτομο χρηματοδοτείται ακόμα και από επίσημους ελληνικούς φορείς, ενδεικτικά: το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Μακεδονίας –Θράκης, την Εθνική Τράπεζα και άλλους (πχ την Ευρωπαική Ένωση κλπ)

[10] Ο οποίος έγραψε πως είπε στον γιο του «Άσ’ το, παιδί μου, αυτό το βιβλίο είναι Οθωμανικό».

[11] Καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και διευθύντρια της σειράς του τετρατόμου Ιστορίας της CDRSEE),

[12] Σε άρθρο του στην Ημερησία στις 3 Φεβρουαρίου, ο Νίκου Μπίστης κατηγορεί ανοιχτά το Σχολικό Σύμβουλο Αντώνη Παυλίδη ότι «αντί επιμόρφωσης κάνει προπαγάνδα εναντίον του βιβλίου»

[13] Η εφημερίδα αρνήθηκε να δημοσιεύσει τουλάχιστον τις επιστολές: του Γιώργου Καραμπελιά, του Παναγιώτη Ήφαιστου, του Ανδρέα Σταλίδη και του Φειδία Μπουρλά, δεύτερη επιστολή του Παναγιώτη Ήφαιστου, και ένα άρθρο του Ιστορικού Βλάση Αγτζίδη. Να σημειωθεί ότι η εφημερίδα είχε αρνηθεί τη δημοσίευση και άλλης επιστολής του Ανδρέα Σταλίδη τον Ιανουάριο του 2007. Μετά το «δεύτερο» χτύπημα του Ιού, στις 11 Μαρτίου 2007, δημοσίευσαν απαντητικές επιστολές του Γιάννη Κολοβού, του Θύμιου Παπανικολάου, του Πάνου Πικραμένου και του Παναγιώτη Καράμπελα. Τις απαντήσεις στο πρώτο δημοσίευμα τις αγνόησαν και πάλι, αφήνοντας έτσι το Αντίβαρο χωρίς δυνατότητα αντιλόγου μέσα από τις σελίδες της Ελευθεροτυπίας.

[14] Στην ίδια εκπομπή, η κ. Ρεπούση επέμεινε ακόμη μία φορά ότι μετά από τόσους μήνες δημόσιας αντιπαράθεσης και πανταχόθεν κριτικής στο βιβλίο της, δε βρήκε παρά μόνο μία λέξη ως προβληματική. Είπε: «Ξαναδιάβασα όλο το βιβλίο, με την γνώση την τωρινή, δηλαδή με τα μάτια του σήμερα, εκτός από αυτή την έκφραση ‘συνωστίζονται στο λιμάνι της Σμύρνης’ δεν βρήκα κάποια άλλη που θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ωστόσο είμαι σίγουρη ότι ακόμα και εάν δεν βρισκόταν η λέξη συνωστίζονται κάποια άλλη θα είχε βρεθεί». Και αυτήν όμως τη λέξη προσπάθησε να την υπερασπιστεί λέγοντας «Φυσικά δεν θα ξανάβαζα αυτή τη λέξη, παρόλο που υπάρχει στο δεκάτομο έργο της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού και είπα από την αρχή ότι αυτή ήταν μια άστοχη έκφραση και θα διορθωθεί αμέσως».

[15] Σχετικό άρθρο με την εξιστόρηση των πιέσεων δια του τύπου, αλλά και τις αρχικές παρατηρήσεις του Γιάννη Παπαγρηγορίου με εκτενή αποσπάσματα από την αλληλογραφία του με τη συγγραφική ομάδα δημοσιεύθηκε στο Αντίβαρο την άνοιξη του 2007.

[16] Όπως π.χ. ο κ. Αντ. Λιάκος, ή ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Μπίστης, ο οποίος σε τηλεοπτική συζήτηση με τον δημοσιογράφο κ. Κύρτσο και τον –ενάντιο στο βιβλίο- κ. Κώστα Ζουράρι, αντί να επιφυλαχθεί να μελετήσει το πόρισμα της Ακαδημίας και τις τεκμηριωμένες παρατηρήσεις του, έσπευσε να θυμηθεί ότι προ 40/ετίας, επί Χούντας, τα μέλη της τότε Ακαδημίας σιώπησαν προ του δικτάτορα Παπαδόπουλου, για να δεχθεί την παρατήρηση του κ. Κύρτσου ότι «για το βιβλίο λέμε, δεν θα βγάλουμε τώρα σκελετούς από την ντουλάπα»).

[17] Η αναφορά αυτή αντέστρεψε πλήρως και το επιχείρημα ορισμένων εκ των υπερασπιστών του εγχειριδίου ότι όσοι ζητούν την απόσυρση ουσιαστικά ζητούν πολιτική παρέμβαση σε ένα επιστημονικό κείμενο. Καταδείχθηκε έτσι ότι ακριβώς το αντίθετο ήταν πιθανότερο να έχει συμβεί. Δηλαδή το σχολικό εγχειρίδιο ίσως να ήταν προϊόν πολιτικής παρέμβασης στην παρουσίαση της ιστοριογραφίας. Επίσης, στις 13 Απριλίου 2004, δηλαδή λίγες μόνον ημέρες μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές και την ανάληψη του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων από την κ. Μαριέττα Γιαννάκου, δημοσιεύθηκε συνέντευξή της στην Απογευματινή από το δημοσιογράφο Μανόλη Κοττάκη. Στην ερώτηση αν θα πρέπει να ξαναγραφτούν τα σχολικά βιβλία Ιστορίας Ελλάδας και Τουρκίας η Υπουργός απάντησε Εμείς πρέπει να είμαστε κατά κάποιον τρόπο περισσότερο γενναιόδωροι από όλους. Η συνέντευξη είχε εξαφανιστεί από τον αρχικό σύνδεσμο, αλλά παρέμεινε στο αρχείο του διαδικτύου στην ανωτέρω διεύθυνση.

[18] Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν έμεινε μόνο στην καταδίκη του βιβλίου την άνοιξη του 2007, αλλά επικρότησε δημοσίως και την απόσυρσή του από τον Υπουργό κ. Στυλιανίδη

[19] Μετά την υποσημείωση για τον ρόλο και τη δράση του Στρατηγού κ. Αλευρομάγειρου, ο χαρακτηρισμός «εσμός αλευρομαγείρων», όπως και «ψυχωτικοί», που προέρχεται και αυτός από τον καθηγητή Ιστορίας κ. Αντώνη Λιάκο δείχνουν έναν χουλιγκανικό τρόπο αντίδρασης. Απόδοση χαρακτηρισμών που δεν αρμόζουν σε καθηγητή πανεπιστημίου ο οποίος επιδιώκει μάλιστα να θεωρείται διανοούμενος περιωπής και ηγήτωρ ομάδας Ιστορικών.

[20] Το συγκεκριμένο κλίμα επηρέασε και άλλους ανθρώπους, οι οποίοι ενώ δεν πήραν θέση κατά τη διάρκεια της πολύμηνης δημόσιας διαμάχης, έσπευσαν μετά την οριστική απόσυρση του βιβλίου από τον Υπουργό κ. Στυλιανίδη, να ξιφουλκήσουν την κριτική τους εναντίον του. Για παράδειγμα ο καθηγητής του ΕΜΠ Βένιος Αγγελόπουλος με άρθρο του σε δύο συνέχειες (μέρος 1ο και μέρος 2ο) στην Ελευθεροτυπία στις 7 και 8 Νοεμβρίου 2007, που απαντήθηκε από τη Βάσω Κιντή, και ανταπαντήθηκε και πάλι από τον κ. Αγγελόπουλο. Άλλο σχετικό παράδειγμα ο Νίκος Σαραντάκος με το άρθρο του Το εκτροχιασμένο τρένο της κυρίας Ρεπούση που εστίασε την κριτική του εν προκειμένω στη γλώσσα σε μία αναφορά που είχε απασχολήσει και τον Κώστα Ζουράρι

[21]Φράση που ειπώθηκε στην εκπομπή Νέοι Φάκελοι του Αλέξη Παπαχελά, αφιερωμένη στο ζήτημα του βιβλίου Ιστορίας, στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ στις 9 Οκτωβρίου 2007 (απομαγνητοφωνημένο κείμενο και ολόκληρο το βίντεο από τον ιστοχώρο της εκπομπής. Το ίδιο βίντεο έχει αναρτηθεί και στο youtube: μέρος 1 και μέρος 2). Η ιστοσελίδα του ΣΚΑΙ έκανε την εξαιρετική τιμή στον υπογράφοντα να τον συμπεριλάβει στα υποψήφια πρόσωπα της χρονιάς(!) του 2007, συμβολίζοντας τη δράση μέσω διαδικτύου και τα αποτελέσματα που μπορεί να φέρει.

 

.

 

(6836) αναγνώσεις

One comment

  1. Τὸ χειρότερο δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ γράφουν (μιὰ ἀτυχὴς ἢ καὶ ὠμὰ προσβλητικὴ λέξις ὅπως «συνωστίζονται», ἢ τὰ ὁποιαδήποτε νεοταξικὰ φληναφήματα) -ποὺ καὶ αὐτὰ βεβαίως δηλητηριάζουν ψυχές.

    Χειρότερο εἶναι τὸ τὶ ΔΕΝ γράφουν.

    Καταλαβαίνει τὸ παιδί καθὼς ἀνοίγει μὲ τὴν δασκάλα του αὐτὲς τὶς σελίδες καὶ προβάλλουν οἱ μπαρουτοκαπνισμένες μορφὲς τῶν ἡρώων μὲ τὶς ἀγριωπὲς μουστάκες, ὅτι ἀνοίγει τὸ μπαοῦλο μὲ τὰ πολύτιμα κειμήλια τοῦ παπποῦ καὶ τῆς γιαγιᾶς; Γνωρίζει τὴν οἰκογένειά του καὶ νιώθει ἀγάπη καὶ περηφάνεια γι᾿ αὐτήν; Νιώθει ὅτι ἐκείνη τὴν στιγμὴ γίνεται ἄνδρας, καὶ οἱ παπποῦδες μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια τοῦ ἐμπιστεύονται τὰ ὅπλα, τὸ μυστρί, τὸ ἄροτρο καὶ τὴν πένα, νὰ συνεχίσῃ, νὰ χτίσῃ ἀκόμη καλύτερο μέλλον γιὰ τὰ δικά του παιδιά;

    Ἐὰν δὲν προσφέρῃς αὐτὸ στὸ παιδί, δὲν ἔκανες τίποτε. Ἄφησες τὴν καρδιὰ καὶ τὸ πνεῦμα του κενό, ξερό καὶ διψασμένο. Τὴν μνήμη του σβησμένη. Damnatio memoriae. Τὰ ὄνειρά του ἄδεια.

    Εὐτυχῶς ὅμως ἡ χρεωκοπημένη κρατικὴ «παιδεία» τῶν ἐθνομηδενιστῶν εἶναι ἡ τελευταία ἀπὸ τὴν ὁποία περιμένουμε πραγματικὴ παιδεία. Διότι ὑπάρχει ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια. Καὶ ὑπάρχει ὁ ἥλιος αὐτῆς τῆς χώρας κι ἡ θάλασσα, κι οἱ πέτρες ποὺ ὣς κι αὐτὲς λαλοῦν, ἀντίλαλους φέρνουν μακρινοὺς καὶ μνῆμες βαθειὲς ξυπνοῦν… Καὶ πάνω στὶς πέτρες αὐτὲς ρεπούσεια ἀθύρματα δὲν ριζώνουν· τὸ ἀεράκι φυσᾷ καὶ χάνονται, μαζὶ μὲ τοὺς φορεῖς των.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *