Ο Επιτάφιος Θρήνος. Μικρό αφιέρωμα σ’ ένα αξιόλογο υμνογράφημα.

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

 

 

 

 

 

Α. Γενικά χαρακτηριστικά

Ο Επιτάφιος Θρήνος, γνωστός και ως τα εγκώμια ή μεγαλυνάρια του Όρθρου του Μεγάλου

Σαββάτου, αποτελείται από μία μακρά σειρά προσόμοιων τροπαρίων σε τρεις στάσεις, τα

οποία συμψάλλονταν αρχικά με τους στίχους του ριη΄ ψαλμού. Ο εν λόγω ψαλμός

ονομάζεται και Άμωμος από τον πρώτο στίχο του, και αποτελεί  το ιζ΄ κάθισμα του Ψαλτηρίου, το οποίο

στιχολογείται, σύμφωνα με τη μοναστική βυζαντινή

λειτουργική παράδοση, κατά τον Όρθρο του Σαββάτου.

Η  ονομασία  αυτού  του  ύμνου  είναι  από  τα  ζητήματα  που  έχουν απασχολήσει τους μελετητές της βυζαντινής υμνογραφίας.

Η ονομασία «ἐγκώμια» απαντάται στο έντυπο Τριώδιο και δεν δικαιολογείται από τη χειρόγραφη παράδοση.

Ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης σωστά παρατήρησε ότι τα εγκώμια απευθύνονται στους ανθρώπους και όχι στο Θεό, στον οποίο αναπέμπονται ύμνοι. Η ονομασία «ἐπιτάφιος» απαντάται

στο χειρόγραφο Τυπικό του κώδικα 92 της βιβλιοθήκης της Μεγίστης Λαύρας του 15ου  αιώνα .  Οι  ονομασίες  «μακαρώνεια»  και «μακαριστάρια»,  οι  οποίες συσχετίζονται με τον πρώτο στίχο του Αμώμου, απαντώνται στα εγκώμια της Θεοτόκου και των αγίων. Η ονομασία «μεγαλυνάρια» απαντάται στη συντριπτική πλειονότητα των χειρογράφων. Στο σύνταγμα Δημητρίου μοναχού στο Τυπικό του 15ου αιώνα τα τροπάρια αυτά επιγράφονται «μεγαλυνάρια εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν», ενώ στο Σιναϊτικό κώδικα 1098 του έτους 1392 ονομάζονται «ἐπιτάφια μεγαλυνάρια».

Ο όρος «μεγαλυνάρια» υπήρξε, πιθανότατα, η αρχική ονομασία της υμνογραφικής αυτής σύνθεσης, ενώ οι όροι «ἐγκώμια», «μακαρώνεια» και «μακαριστάρια»  εμφανίστηκαν  μεταγενέστερα,  πιθανώς όταν το είδος επεκτάθηκε σε άλλες υμνογραφικές περιοχές, δηλαδή στην υμνογραφία της Θεοτόκου και των αγίων. Η ευρέως διαδεδομένη ονομασία «’Επιτάφιος Θρῆνος», με τηνοποία είναι γνωστός σήμερα ο ύμνος, συσχετίζεται προφανώς με την αυξανόμενη έμφαση στο θέμα του θρήνου της Θεοτόκου που παρατηρείται στην υμνογραφία και την ομιλητική της μεσοβυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου, αλλά και με το ομώνυμο εικονογραφικό θέμα.

Τα εγκώμια ψέλνονται σε τρεις στάσεις:

Η πρώτη στάση αρχίζει:

«Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην».

Η δεύτερη: «Άξιον εστί, μεγαλύνειν Σε τον Ζωοδότην, τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείνοντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού».

Η τρίτη: «Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι, Χριστέ μου».

Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης τα κείμενα έχουν συντεθεί σύμφωνα με τη ρυθμοτονική της βυζαντινής υμνογραφίας, όπου πους είναι η λέξη και οι κανόνες της ομοτονίας και ισοσυλλαβίας έρχονται σε δεύτερη μοίρα προ της μουσικής τονής.

Από λογοτεχνική πλευρά ο Επιτάφιος θρήνος «έχει μια απόλυτη ηθική και αισθητική αυτάρκεια». Σε όλη την έκταση των ποιητικών κειμένων δεσπόζουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετα στοιχεία: ο δραματικός λόγος και το θριαμβευτικό στοιχείο, η θνητότητα και η αθανασία, η λύπη και η χαρά, ο πόνος του Σταυρού, αλλά και ο θρίαμβος της Αναστάσεως.

Μεταξύ του Επιταφίου θρήνου και των άλλων θρηνωδών ασμάτων υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Επιτάφιος θρήνος, αν και γράφτηκε για να υμνήσει το νεκρό Χριστό, δεν καταλήγει σε απόγνωση, γιατί προβάλλει περισσότερο το θρίαμβο της ζωής, που συμβολίζει το ανέσπερο Φως της Αναστάσεως. Περιέχει τον οραματισμό ενός αισίου τέρματος προς το οποίο οδηγούν τα πολλά αναστάσιμα προανακρούσματα. Παντού διατυπώνεται μια έννοια προσωρινότητας στην ταφή του Χριστού και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, ενώ οι στόχοι των εγκωμίων είναι θρηνητικοί, προεορτάζεται η Ανάσταση.

Όπως παρατηρεί δόκιμος συγγραφέας της Εκκλησιαστικής υμνολογίας «η θρησκευτική μέθεξη του ποιητή των εγκωμίων είναι ψυχική, ποτέ εγκεφαλική. Σε κάθε φράση του ο ποιητής των εγκωμίων εγκολπώνεται σύντομες και δόκιμες συνθέσεις πολλές φορές. Προχωρά στην καθαρτική δύναμη της ποιήσεως μαζί και της θρησκευτικής ζωής με τις διαμορφωμένες πεποιθήσεις του, με έξαρση απαλλαγμένη από κάθε σπασμωδικότητα και θορυβώδη έκρηξη».

Στα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής παρελαύνουν: η άψυχη και έμψυχη φύση, οι άγγελοι, οι άνθρωποι, οι προφήτες, τα πτηνά, τα ευγενή ζώα, τα αστέρια και άλλα δημιουργήματα του Θεού. Όλα συμπονούν και συμπάσχουν στο φρικτό θέαμα του ενταφιασμού της Ζωής, που είναι ο Κύριος της Δόξης.

Ο Θεάνθρωπος αναφέρεται εδώ ως ο πλέον όμορφος από όλους τους θνητούς. Βασιλιάς του παντός. Φως, που φωτίζει τον εξωτερικό και εσωτερικό μας κόσμο. Φιλάνθρωπος. Κριτής. Ζωοδότης. Εκείνος που κρατάει στην παλάμη του τη Γη. Αυτός που είναι η προσωποποίηση της ίδιας της ζωής. Η πλήρης έκφραση της ευγένειας και της ανθρωπιάς.

Επί πλέον ο Επιτάφιος θρήνος ενέπνευσε τη βυζαντινή αγιογραφία του 10ου αι. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι παραστάσεις του Επιταφίου σε λειτουργικά άμφια και κεντητούς επιταφίους.

Ο Επιτάφιος θρήνος είναι ένα ποιητικό ανθολόγιο γεμάτο ωραίες εικόνες και συγκινητικές εκφράσεις, που προκαλούν την άφατη θλίψη του πιστού για την πρόσκαιρη δύση του «μη δύοντος ηλίου». Ως εκ τούτου τα ποιητικά του αντίφωνα δεν είναι ψυχρά διανοητικά κατασκευάσματα, αλλά βιωματικές εκρήξεις και ξεχειλίσματα καρδιάς. Γι’ αυτό αγαπήθηκαν από το λαό μας, βρίσκονται διαρκώς στα χείλη του, κατανύσουν την ψυχή του και αποτελούν την καλύτερη προετοιμασία για την Ανάσταση του Χριστού, που είναι ταυτόχρονα και η Ανάσταση του ανθρώπου. Αποτελούν την τελειότερη έκφραση του σταυροαναστάσιμου χαρακτήρα της Μεγάλης Εβδομάδος.

Ο αριθμός και η σειρά των τροπαρίων του Επιταφίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία τόσο στα χειρόγραφα όσο και στις  έντυπες εκδόσεις. Στα έντυπα λειτουργικά βιβλία ο αριθμός των εγκωμίων είναι συνήθως  176, τόσοι όσοι οι στίχοι του Αμώμου. Στο τέλος της κάθε στάσης ψάλλονται το δοξαστικόν,  το θεοτοκίον και το πρώτο τροπάριον της κάθε στάσης (σύνολο 185 τροπάρια).

Περιεχόμενο του Επιταφίου θρήνου.

Κύρια θέματα του Επιταφίου είναι η ταφή του Χριστού και ο θρήνος της Υπεραγίας

Θεοτόκου για την απώλεια του Έαρος της Ζωής, για τη δύση του άδυτου Ηλίου και Φωτός

των οφθαλμών της. Οι άνθρωποι, οι άγγελοι, τα αστέρια, ο ουρανός και η γη, o έμψυχος και  άψυχος κόσμος, θρηνούν σαν αντικρίζουν το φρικτό θέαμα της ταφής της Ζωής. Από

θεολογική άποψη το ποίημα είναι ένας διαλογισμός γύρω από το μυστήριο της Κενώσεως

και της Άκρας Ταπείνωσης του Θεανθρώπου ως μέρος της πατρικής οικονομίας

και ένας ευχαριστήριος ύμνος για τη συγκατάβαση και μακροθυμία του Λόγου του Θεού

σεσαρκωμένου. Η εις Άδου κάθοδος, η επαναφορά στην πατρική δόξα των πνευμάτων των

δικαίων και ο ύπνος του Χριστού στον όλβιο τάφο, από τον οποίο θα γεννηθεί η Εκκλησία,

όπως άλλοτε η Εύα από τον ύπνο του προπάτορα Αδάμ, είναι μοτίβα που συναντάμε σε

μερικά από τα τροπάρια.

Ο Επιτάφιος Θρήνος συμπεριελήφθη στην πρώτη έκδοση του Τριωδίου, γεγονός που τον

κατέστησε βασικό στοιχείο της βυζαντινής υμνογραφίας της Μεγάλης Εβδομάδας και μία

από τις δημοφιλέστερες σήμερα ακολουθίες της Εβδομάδας των Παθών. Το πρώτο γνωστό

έντυπο Τριώδιον δημοσιεύτηκε στη Βενετία το 1552. Τα 176 τροπάρια του Επιταφίου

της πρώτης γνωστής έκδοσης του Τριωδίου γνώρισαν από τότε εκατοντάδες ανατυπώσεις,

κατά τις οποίες όχι σπάνια υπέστησαν τις αυθόρμητες παρεμβάσεις εκδοτών και διορθωτών.

Τα  κύρια  θέματα των  εγκωμίων  του  Επιταφίου  είναι : 

1. Η   ταφή  του  Χριστού  (τροπ. α΄ 2, 5, 10, 16‐19, 23, 25, 48, 52 και 59, β΄ 12, 13, 15, 17, 26, 46, 54 και 55, γ΄ 15, 22),

2. Η απελευθέρωση του Αδάμ (τροπ. α΄ 25, 29, 33, 39 και 58, β΄ 17, 38 και γ΄ 31) και της Εύας (τροπ. α΄ 39, β΄ 57 και γ΄ 31),

3.Ο θρήνος της Υπεραγίας Θεοτόκου για την απώλεια του Έαρος της Ζωής, για τη δύση του άδυτου Ηλίου και Φωτός των οφθαλμών της (τροπ. α΄ 28, 52, 61, 68, 70 και 75, β΄ 14, 18, 20, 21, 22, 48, 49, 53, 54 και 62, γ΄ 16, 17, 18, 29, 30, 32, 37, 43 και 48).

4. Ο θρήνος των ανθρώπων,  (τροπ. α΄ 7, 13, 20, 24, 32, 35, 45, 46, 54 και 62, β΄ 4, 9, 12, 23, 24, 37, 39 και 60, γ΄ 4, 6, 14, 28, 42 και 46), αγγ’ελων (τροπ. α΄ 1, 12, 20, 34, 36 και 42, β΄ 6, 24 και 41, γ΄ 39 και 44),

 5. Ο θρήνος της φύσεως: τα αστέρια, ο ουρανός και η γη, ο έμψυχος και άψυχος κόσμος θρηνούν όταν αντικρίζουν το φρικτό θέαμα της ταφής της Ζωής (τροπ. α΄ 12, 26, 30, 31 και 69, β΄ 7, 8, 28, 30,

36 και 52, γ΄ 39).

6. Οι Μυροφόρες γυναίκες. Οι μυροφόρες γυναίκες (τροπ. β΄ 10 και 11, γ΄ 3, 5, 19, 35 και 45), οι οποίες σπεύδουν προς τον τάφο λίαν πρωί της μιας των Σαββάτων για να μυρώσουν με θείο Μύρο και αξιώνονται από το Θεό να ακούσουν πρώτες το «χαίρε», αρχικά από τον άγγελο και έπειτα από το στόμα του ίδιου του  αναστάντος Χριστού, αποτελούν το χαρμόσυνο αντίβαρο του θρήνου.

Β. Τα ζητήματα της ονομασίας, χρονολογίας και πατρότητας του ύμνου.

Η ονομασία της ποιητικής αυτής σύνθεσης είναι ένα από τα ζητήματα που έχουν απασχολήσει τους μελετητές της βυζαντινής υμνογραφίας. Η ευρέως διαδεδομένη ονομασία ΕΓΚΩΜΙΑ, η οποία απαντάται στο έντυπο Τριώδιο, δεν δικαιολογείται από τη χειρόγραφη  παράδοση, αφού αυτή απαντάται μόνο στο τυπικόν της Μονής του Αγίου Παύλου του έτους  1850 και στο τυπικόν της Ιεράς Μονής Κασταμονίτου του 1854.

Κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τον Επιτάφιο Θρήνο, όπως πότε συγγράφτηκε, ποίος υπήρξε ο  συγγραφέας του ή πότε ακριβώς εισήλθε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας δεν έχουν βρει  ακόμα σαφείς απαντήσεις παρ’ όλες τις προσπάθειες που προς αυτήν την κατεύθυνση κατέβαλαν τον περασμένο κυρίως αιώνα ερευνητές όπως οι Ευστρατιάδης, Παντελάκης,Millet, Pallas, Ξύδης, Belting και Δετοράκης.

Η πλειονότητα των μελετητών τοποθετεί τη συγγραφή του ποιήματος στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453). Η θεωρία αυτή στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι τα χειρόγραφα τριώδια και τυπικά των μεγάλων εκκλησιαστικών και μοναστικών κέντρων της προπαλαιολόγιας περιόδου αγνοούν παντελώς την ύπαρξη της καινούριας αυτής  υμνογραφικής σύνθεσης .

Οι πολλές μετρικές ανωμαλίες μας οδηγούν στο συμπέρασμα για την ύπαρξη πολλών ποιητών. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι τα εγκώμια δεν ανήκουν στους αρχαίους χριστιανικούς ύμνους. Από μαρτυρίες χειρογράφων έχουμε την πληροφορία ότι σε άγνωστο χρόνο ο αρχιμ. Ιγνάτιος της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους συνέθεσε ορισμένα εγκώμια. Για τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη ποιητής των Εγκωμίων είναι ο Μητροπολίτης Ρόδου Νείλος (ιδ’ αι.). Άλλοι θέλουν ως ποιητές των Εγκωμίων τον Θεόδωρο Στουδίτη (θ’ αι.) και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αρσένιο (ιγ’ αι.). Στην περίπτωση των Εγκωμίων έχουμε το ίδιο επιστημονικό πρόβλημα, που έχουμε και με τον ποιητή του Ακαθίστου Ύμνου.

Η ερευνήτρια FRANCISCO JAVIER GARCÍA BÓVEDA σε σχετική της εργασία σημειώνει τα εξής σχετικά με τον δημιουργό ή δημιουργούς του ύμνου.:

«Όσον αφορά την απόδοση της σύνθεσης η θεωρία της ομαδικής πατρότητας του ποιήματος

που υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ο Ξύδης, πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να απορριφτεί. Οι

μετρικές ανωμαλίες και οι πολλαπλές παραλλαγές του κειμένου που επικαλείται ο Ξύδης

οφείλονται στις ιστορικές συνθήκες κατά τις οποίες μας παραδόθηκε το κείμενο και στις

επεμβάσεις που έκαναν σε αυτό διάφοροι αντιγραφείς, μιμητές και εκδότες, οι οποίοι δεν

έδειξαν πάντοτε το απαιτούμενο σεβασμό.

Επίσης πρέπει να απορρίψουμε ως αβάσιμες τις θεωρίες που αποδίδουν τον Επιτάφιο στον

Θεόδωρο τον Στουδίτη ή τη μοναχή Κασιανή .

Η απόδοση του Επιταφίου στον  Στουδίτη, ο οποίος συνέθεσε ένα κανόνα για το Μέγα Σάββατο οφείλεται  προφανώς στη συμβολή του ιδίου αλλά και ολόκληρης της στουδιτικής υμνογραφικής  σχολής στην τελική διαμόρφωση της βίβλου του Τριωδίου. Η απόδοση του ποιήματος στην  Κασία, η οποία συνέθεσε επίσης ένα τετραώδιον για το Μέγα Σάββατον, συσχετίζεται  προφανώς με την από τον ιβ΄ αιώνα (Θεόδωρος Πρόδρομος) εσφαλμένη απόδοση στη  μεγάλη βυζαντινή ποιήτρια των ειρμών του κανόνος “Kύματι θαλάσσης”, ο οποίος ψάλλεται  επίσης κατά την ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου.

Ελάχιστα τεκμηριωμένες είναι οι θεωρίες που συνδέουν τη συγγραφή του Επιταφίου με τα

ονόματα των πατριαρχών Αρσενίου και Αθανασίου Α΄, οι οποίοι προέστησαν της

Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 1254-1309.

Οφείλουμε να απορρίψουμε επίσης την απόδοση του Επιταφίου στον λόγιο μητροπολίτη

Ρόδου Νείλο Διασωρινό την οποία υποστήριξαν ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης

και ο Ιωακείμ Ιβηρίτης. Πρόκειται για ένα από τους πολλούς αντιγραφείς που

δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό να προσθέσουν στο έργο δικά τους μεγαλυνάρια ή δικές

τους παραλλαγές των ήδη υπαρχόντων μεγαλυναρίων, μεταξύ των οποίων πρέπει να

κατατάξουμε και τον αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο της αγιορειτικής Μονής του Αγίου Δημητρίου

(Βατοπαιδίου), το όνομα του οποίου συναντάμε σε μερικά χειρόγραφα, όπως, π. χ., στον  Σιναϊτικό κώδικα 746, και τον μητροπολίτη Εφέσου Ματθαίο Γαβαλά . Στην  ίδια κατηγορία ανήκει, κατά την εκτίμησή μας, και ο λόγιος αντιγραφέας-ποιητής της  συλλογής του Μαρκιανού ελληνικού κώδικα II, 123.

Στη σημερινή κατάσταση της έρευνας δεν βρισκόμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε την

ταυτότητα του ποιητή του Επιταφίου. Ίσως η μελέτη των εκατοντάδων χειρογράφων όπου

διέσωζονται οι γνωστές σήμερα αλλά και οι μέχρι σήμερα ακόμα άγνωστες συλλογές

μεγαλυναρίων να μας οδηγήσει κάποτε στην αποκάλυψη του ονόματός του. Αδύνατη

κατέστη η ταύτιση του ποιητή του Επιταφίου με κάποιο από τους γνωστούς λόγιους

υμνογράφους της εποχής, τα έργα των οποίων εντάσσονται στα παραδοσιακά πλέον

υμνογραφικά είδη και αρχαΐζουν ως επί το πλείστον. Οι συνθέσεις των υμνογράφων αυτών

διαφέρουν έντονα από το ύφος, τη γλώσσα και την αισθητική του Επιταφίου, ένας ύμνος που  χαρακτηρίζεται για την πρωτοτυπία του αλλά και για τη δυνατότητα του να έλθει σε άμεση  επικοινωνία με τον πιστό. Ο ποιητής του Επιταφίου, σε αντίθεση με άλλους λόγιους υμνογράφους της ίδιας εποχής, οι οποίοι είναι συνήθως κάτοχοι τόσο της αρχαίας ελληνικής  γραμματείας, όσο και των πατέρων της Εκκλησίας, φαίνεται να είναι εξοικειωμένος κυρίως  με τους ύμνους και τα βιβλικά αναγνώσματα των ιερών ακολουθιών.

Γ. Συλλογές του Επιταφίου θρήνου.

1. Συλλογή Μεγαλυναρίων  του Μαρκιανού κώδικα.

Εκδόθηκε το 1987 από τον καθηγητή της βυζαντινής  φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Θεοχάρη Ε. Δετοράκη μαζί με μία αξιόλογη μελέτη.

Αποτελούν την αρχαιότερη μέχρι στιγμής γνωστή συλλογή εγκωμίων για το Μέγα  Σάββατο.Ο κώδικας, χρονολογείται από το 1352, αλλά το περιεχόμενο σε αυτό υλικό είναι πιθανώς αρχαιότερο.

Η συλλογή, περιέχει  συνολικά 187 τροπάρια (τα έντυπα τριώδια περιλαμβάνουν συνήθως 176 τροπάρια,  δοξαστικών και θεοτοκίων εξαιρουμένων), από τα οποία 84 ανήκουν στην α΄ στάση, 63 στη  β΄ και 40 στην γ΄, δίχως τριαδικά και θεοτοκία (μόνο τα τροπάρια 31 και 32 της α΄ στάσης  και 62 και 63 της β΄ θα μπορούσαν να θεωρηθούν τριαδικά και θεοτοκία, αντιστοίχως). Τα  τροπάρια της α΄ στάσης εμφανίζονται χωρισμένα σε δύο διαφορετικές κατά μέρος συλλογές.

2. Χειρόγραφο της Τραπεζούντος.

Ο από Τραπεζούντος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Φιλιππίδης στο έργο του «Η Εκκλησία της Τραπεζούντος»   αναφέρει την ύπαρξη στην πρωτεύουσα του Πόντου ενός

χειρογράφου του 1364, το οποίο συμπεριλάμβανε τον Επιτάφιο Θρήνο με την ονομασία

«μεγαλυνάρια»

3. Συλλογή Μεγίστης Λαύρας .Τυπικό 1431.

Στο εν λόγω τυπικόν συναντάμε την ονομασία «μεγαλυνάρια»  αλλά και τη ρητή  αναφορά στη στιχολογία του Αμώμου. Το πρώτο μεγαλυνάριο της β΄ στάσης της εν λόγω συλλογής είναι το ¨΄Εφριξεν η γή»  (τρίτο στο έντυπο Τριώδιον) και όχι το γνωστό «Άξιον εστίν»

Η συμψαλμωδία των μεγαλυναρίων του Μεγάλου Σαββάτου με τους στίχους του Αμώμου

επιβεβαιώνεται και από τα χειρόγραφα E. 48 (φ. 66) και I. 79 (φ. 135 και εξής) της

βιβλιοθήκης της ίδιας μονής.

4. Συλλογή Μονής Οσίου Γρηγορίου.(ιε αι)

Η συλλογή του υπ’ αριθμόν 48 τριωδίου (φφ. 362r-366v) της βιβλιοθήκης της αγιορειτικής

Μονής του Οσίου Γρηγορίου2375 (ιε΄ αι.) αποτελείται από 94 μόνο τροπάρια (37 για την α΄

στάση, 32 για τη β΄ και 25 για την γ΄), τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από

εκείνα του έντυπου Τριωδίου.

5. Συλλογές Μονής Διονυσίου.(ιστ αι.)

Η συλλογή του τριωδίου 400 (φφ. 178r-182r) της Μονής Διονυσίου2376 (ιστ΄ αι.),  είναι

όμοια σε αυτή του έντυπου Τριωδίου. Αντιθέτως η συλλογή του τριωδίου 430 (φφ. 65v-71r)

της ίδιας μονής2377, επίσης του ιστ΄ αιώνα, παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από το

κείμενο των σύγχρονων εκδόσεων του Τριωδίου. Η συλλογή, η οποία απαρτίζεται από 177

τροπάρια (71 για την α΄ στάση, 61 για τη β΄, και 45 για την γ΄), αρχίζει με το γνωστό «Η ζωή εν τάφω».Στο χειρόγραφο αυτό τριώδιον γίνεται και πάλι ρητή αναφορά στη στιχολογία του Αμώμου.

6. Συλλογή Σιναϊτικού Κώδικα 746.

Τα μεγαλυνάρια του Σιαϊτικού κώδικα 746, μία συλλογή πανόμοια με εκείνη του τριωδίου

430 της Μονής Διονυσίου, εκδόθηκαν το 1936 από τον Εμμανουήλ Παντελάκη.

Η  πατρότητα της συλλογής αποδίδεται στον αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο της Μονής του

Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου (σήμερον Βατοπεδίου), ο οποίος φέρεται σε διάφορα

χειρόγραφα ως συγγραφέας του Επιταφίου ή μερικών τουλάχιστον τροπαρίων του.

Αγιορειτικά χειρόγραφα χρησιμοποίησε ο μοναχός Παγκράτιος Βατοπεδινός2380 (μετέπειτα  Ιβηρίτης) για την έκδοση των εγκωμίων του Μεγάλου Σαββάτου που δημοσίευσε στην  Κωνσταντινούπολη το 1920. Πρόκειται για μία συλλογή με σημαντικές διαφορές από εκείνη  του έντυπου Τριωδίου.

7. Συλλογή μοναχού Ιωακείμ Ιβηρίτη

Ο επίσης Ιβηρίτης μοναχός Ιωακείμ δημοσίευσε άλλη συλλογή βασισμένη και πάλι σε

αγιορειτικά χειρόγραφα. Ως ποιητής της συλλογής αυτής φέρεται ο μητροπολίτης Ρόδου

Νείλος Διασωρινός (μέσα του ιδ΄ αι.), ο οποίος θεωρήθηκε από τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη

συγγραφέας του Επιταφίου.

Γνωρίζουμε επίσης ότι ο από το 1329 μητροπολίτης Εφέσου (1329-1351) Ματθαίος, ο κατά

κόσμον Μανουήλ Γαβαλάς (περί το 1271/1272-προ του 1359/1360), συνέθεσε, πιθανώς  πριν από το 1330, μερικά μόνο τροπάρια για τη β΄ και γ΄ στάση του Επιταφίου. Ο

Ματθαίος υπήρξε συγγραφέας φιλολογικών, ρητορικών και φιλοσοφικών έργων και

αντιγραφέας χειρογράφων.

8. Συλλογή της Μονής Βατοπαιδίου(κώδικας 320)

Στα τραπεζούντιας προελεύσεως σαββαϊτικά τυπικά ανήκει εκείνο του κώδικα 320 (931) της

Μονής Βατοπεδίου, το κείμενο του οποίου εκδόθηκε από τον Dmitrievskij μαζί με μία σειρά

αρκετών μεταγενέστερων παραλλαγών, η οποία απαρτίζεται από τους κώδικες Vat. Pal. gr.                                                  2384 DMITRIEVSKIJ, Opisanie, III, 174. 2385 DMITRIEVSKIJ, Opisanie, III, 253. 2386 DMITRIEVSKIJ, Opisanie, III, 273. 2387 DMITRIEVSKIJ, Opisanie, III, 300. 2388 DMITRIEVSKIJ, Opisanie, III, 380.  της Βατικανής Βιβλιοθήκης, 321 ή 324 της Μονής Βατοπεδίου και 448 της Μονής  Διονυσίου.

Αναφορά στον Επιτάφιο Θρήνο γίνεται και σε μερικά από τα συμπεριλαμβανόμενα στον

τρίτο τόμο του έργου του Dmitrievskij νεώτερα αγιορειτικά χειρόγραφα τυπικά, μεταξύ των

οποίων είναι εκείνο του κώδικα 94 της Μεγίστης Λαύρας του ιστ΄ αιώνα , το τυπικόν του αρχιγραμματέως της ελληνικής γλώσσας στο κοινόβιο του  Αγίου Παντελεήμονος Ναθαναήλ ιερομονάχου,το τυπικόν της Μονής του Οσίου Γρηγορίου του 1851, το

οποίο επιμελήθηκε επίσης ο Ιάκωβος Αγιορείτης και αποτελεί παραλλαγή του προηγουμένου  και, τέλος, το Τυπικόν της Μονής Ιβήρων του 1879, το οποίο αποτελεί αντίγραφο  του τυπικού της Μονής Διονυσίου του ιερομονάχου Ιγνατίου του έτους 1624 .

Ο Επιτάφιος Θρήνος συμπεριελήφθη στην πρώτη έκδοση του Τριωδίου, γεγονός που τον

κατέστησε βασικό στοιχείο της βυζαντινής υμνογραφίας της Μεγάλης Εβδομάδας και μία

από τις δημοφιλέστερες σήμερα ακολουθίες της Εβδομάδας των Παθών.

Το πρώτο γνωστό  έντυπο Τριώδιον δημοσιεύτηκε στη Βενετία το 1552. Τα 176 τροπάρια του Επιταφίου  της πρώτης γνωστής έκδοσης του Τριωδίου γνώρισαν από τότε εκατοντάδες ανατυπώσεις,  κατά τις οποίες όχι σπάνια υπέστησαν τις αυθόρμητες παρεμβάσεις εκδοτών και διορθωτών.

. Από τις σύγχρονες εκδόσεις των  λειτουργικών βιβλίων που συμπεριλαμβάνουν τον Επιτάφιο Θρήνο θα αναφέρουμε εκείνες  του Τριωδίου του αθηναϊκού εκδοτικού οίκου Φως και της Αποστολικής Διακονίας της  Εκκλησίας της Ελλάδος2401 και την έκδοση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας του  εκδοτικού οίκου του Β. Ρηγοπούλου, την οποία επιμελήθηκε ο Θεοδόσιος Δ.

ΠΗΓΕΣ.

Α. Αρχιμ. Σιλουανού (AMIR) ONER -Η ΟΜΙΛΗΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ  ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑΣ   ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Β. Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ.ΕΚΔΟΣΗ Β.ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ-ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ-ΦΩΣ

Γ. FRANCISCO JAVIER GARCÍA BÓVEDA -ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ.

Δ.Ν.ΤΩΜΑΔΑΚΗ.ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο Επιτάφιος Θρήνος. Μικρό αφιέρωμα σ’ ένα αξιόλογο υμνογράφημα. (Απόσπασμα)

 

(2519) αναγνώσεις

One comment

  1. Η υμνογραφία της Μ. Παρασκευής

    Ἡ ζωή ἐν τάφω
    κατετέθης, Χριστέ,
    καί ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο,
    συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.
    Ἡ ζωή, πῶς θνήσκεις;
    πῶς καί τάφω οἰκεῖς;
    τοῦ θανάτου τό βασίλειον λύεις δέ,
    καί τοῦ Ἅδου τούς νεκρούς ἑξανιστᾶς.
    Μεγαλύνομεν σέ,
    Ἰησοῦ βασιλεῦ,
    καί τιμῶμεν τήν ταφήν καί τά πάθη σου,
    δί’ ὧν ἔσωσας ἠμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
    Μέτρα γής ὁ στήσας
    ἐν σμικρῶ κατοικεῖς,
    Ἰησοῦ παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
    ἐκ μνημάτων τούς θανόντας ἀνιστῶν.
    Ἰησοῦ Χριστέ μου,
    βασιλεῦ τοῦ παντός,
    τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ Ἅδη ἐλήλυθας,
    ἤ τό γένος ἀπολύσαι τῶν βροτῶν;
    Ὁ δεσπότης πάντων
    καθορᾶται νεκρός,
    καί ἐν μνήματι καινῶ κατατίθεται
    ὁ κενώσας τά μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
    Ἡ ζωή ἐν τάφω
    κατετέθης Χριστέ,
    καί θανάτω σου τόν θάνατον ὤλεσας
    καί ἐπήγασας τῷ κόσμω τήν ζωήν.
    Μετά τῶν κακούργων
    ὡς κακοῦργος, Χριστέ,
    ἐλογίσθης, δικαιῶν ἠμᾶς ἅπαντας
    κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.
    Ὁ ὡραῖος κάλλει
    παρά πάντας βροτούς
    ὡς ἀνείδεος νεκρός καταφαίνεται,
    ὁ τήν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.
    Ἅδης πώς ὑποίσει, Σῶτερ,
    παρουσίαν τήν σήν
    καί μή θάττον συνθλασθείη σκοτούμενος,
    ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθεῖς;
    Ἰησοῦ, γλυκύ μοί
    καί σωτήριον φῶς,
    τάφω πῶς ἐν σκοτεινῶ κατακέκρυψαι;
    ὤ ἀφάτου καί ἀρρήτου ἀνοχῆς!
    Ἀπορεῖ καί φύσις
    νοερά καί πληθύς
    ἡ ἀσώματος, Χριστέ, τό μυστήριον
    τῆς ἀφράστου καί ἀρρήτου σου ταφῆς.
    Ὤ θαυμάτων ξένων,
    ὤ πραγμάτων καινῶν!
    ὁ πνοῆς μοί χορηγός ἀπνοῦς φέρεται
    κηδευόμενος χερσί τοῦ Ἰωσήφ.
    Καί ἐν τάφω ἔδυς
    καί τῶν κόλπων, Χριστέ
    τῶν πατρώων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας•
    τοῦτο ξένον καί παράδοξον ὁμού.
    Ἀληθής καί πόλου
    καί τῆς γής βασιλεύς,
    εἰ καί τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
    ἐπεγνώσθης πάση κτίσει Ἰησοῦ.
    Σού τεθέντος τάφω,
    πλαστουργέτα Χριστέ,
    τά τοῦ ἅδου ἐσαλεύθη θεμέλια
    καί μνημεῖα ἀνεώχθη τῶν βροτῶν.
    Ὁ τήν γῆν κατέχων
    τή δρακί νεκρωθεῖς,
    σαρκικῶς ὑπό τῆς γής νῦν συνέχεται,
    τούς νεκρούς λυτρῶν τῆς ἅδου συνοχῆς.
    Ἐκ φθορᾶς ἀνέβης
    ἡ ζωή μου, Σωτήρ,
    σού θανόντος καί νεκροῖς προσφοιτήσαντος
    καί συνθλάσαντος τοῦ ἅδου τούς μοχλούς.
    Ὡς φωτός λυχνία
    νῦν ἡ σάρξ τοῦ Θεοῦ
    ὑπό γῆν ὡς ὑπό μόδιον κρύπτεται
    καί διώκει τόν ἐν ἅδη σκοτασμόν.
    Νοερῶν συντρέχει
    στρατιῶν ἡ πληθύς
    Ἰωσήφ σύν Νικοδήμω συστεῖλαι σέ
    τόν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.
    Νεκρωθεῖς βουλήσει
    καί τεθεῖς ὑπό γῆν
    ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου, ἐζώωσας
    νεκρωθέντα παραβάσει μέ πικρά.
    Ὁ χειρί σου πλάσας
    τόν Ἀδάμ, ἐκ τῆς γής
    δί’ αὐτόν τή Φύσει γέγονας ἄνθρωπος
    καί ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῶ.
    Ἠλλοιοῦτο πάσα κτίσις
    πάθη τῷ σῶ•
    πάντα γάρ σοί, Λόγε, συνέπασχον,
    συνοχέα σέ γινώσκοντα παντός.
    Τῆς ζωῆς τήν πέτραν
    ἐν κοιλίαν λαβῶν,
    ἅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν,
    ἐξ αἰῶνος οὖς κατέπιε νεκρούς.
    Ἐν καινῶ μνημείω
    κατετέθης, Χριστέ,
    καί τήν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας,
    ἀναστᾶς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
    Ἐπί γής κατῆλθες,
    ἴνα σώσης Ἀδάμ,
    καί ἐν γῆ μή εὐρηκῶς τοῦτον, Δέσποτα,
    μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν.
    Συγκλονεῖται φόβω
    πάσα, Λόγε, ἡ γῆ,
    καί φωσφόρος τάς ἀκτίνας ἀπέκρυψε,
    τοῦ μεγίστου γῆ κρυβέντος σου φωτός.
    Ὡς βροτός μέν θνήσκεις
    ἑκουσίως Σωτήρ,
    ὡς Θεός δέ τούς θνητούς ἑξανέστησας
    ἐκ μνημάτων καί βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
    Δακρυρρόους θρήνους
    ἐπί σέ ἡ ἁγνή
    μητρικῶς, ὤ Ἰησοῦ, ἐπιρραίνουσα
    ἀνεβόα• πῶς κηδεύσω σέ Υἱέ;
    Ὥσπερ σίτου κόκκος
    ὑποδύς κόλπους γής
    τόν πολυχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν,
    ἀναστήσας τούς βροτούς τούς ἐξ Ἀδάμ.
    Ὑπό γῆν ἐκρύβης,
    ὥσπερ ἥλιος, νῦν
    καί νυκτί τή τοῦ θανάτου κεκάλυψαι•
    ἀλλ’ ἀνατειλον φαιδρότερον, Σωτήρ.
    Ὡς ἡλίου δίσκον
    ἡ σελήνη, Σωτήρ
    ἀποκρύπτει, καί σέ τάφος νῦν ἔκρυψεν,
    ἐκλιπόντα τῷ θανάτω σαρκικῶς.
    Ἡ ζωή θανάτου
    γευσαμένη, Χριστός
    ἐκ θανάτου τούς βροτούς ἠλευθέρωσε
    καί τοῖς πάσι νῦν δωρεῖται τήν ζωήν.
    Νεκρωθέντα πάλαι
    τόν Ἀδάμ φθονερῶς,
    ἐπαναγεις πρός ζωήν τή νεκρώσει σου
    νέος, Σῶτερ, ἐν σαρκί φανεῖς Ἀδάμ.
    Νοεραί σέ τάξεις,
    ἠπλωμένον νεκρόν,
    καθορῶσαι δί’ ἠμᾶς ἐξεπλήττοντο,
    καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι, Σωτήρ.
    Καθελῶν σέ, Λόγε
    ἀπό ξύλου νεκρόν,
    ἐν μνημείω Ἰωσήφ νῦν κατέθετο.
    Ἀλλ’ ἀνάστα, σώζων πάντας ὡς Θεός.
    Τῶν ἀγγέλων, Σῶτερ,
    χαρμονή πεφυκῶς,
    νῦν καί λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος,
    καθορώμενος σαρκί ἀπνοῦς νεκρός.
    Ὑψωθέν ἐν ξύλω,
    καί τούς ζώντας βροτούς
    συνυψοῖς• ὑπό τήν γῆν δέ γενόμενος,
    τούς κειμένους ὑπ’ αὐτήν ἑξανιστᾶς.
    Ὥσπερ λέων, Σῶτερ,
    ἀφυπνώσας σαρκί,
    ὡς τίς σκύμνος ὁ νεκρός ἐξανίστασαι,
    ἀποθέμενος τό γῆρας τῆς σαρκός.
    Τήν πλευράν ἐνύγης
    ὁ πλευράν εἰληφῶς
    τοῦ Ἀδάμ, ἐξ ἤς τήν Εὔαν διέπλασας,
    καί ἐξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.
    Ἐν κρυπτῶ μέν πάλαι
    θύεται ὁ ἀμνός•
    σύ δ’ ὑπαίθριος τυθεῖς, ἀνεξίκακε,
    πάσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας, Σωτήρ.
    Τίς ἐξεῖποι τρόπον
    φρικτόν, ὄντως καινόν;
    ὁ δεσπόζων γάρ τῆς κτίσεως σήμερον
    πάθος δέχεται καί θνήσκει δί’ ἠμᾶς.
    Ὁ ζωῆς ταμίας
    πῶς ὀρᾶται νεκρός;
    ἐκπληττόμενοι οἱ ἄγγελοι ἔκραζον•
    πῶς δ’ ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;
    Λογχονύκτου, Σῶτερ,
    ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν
    τή ζωή, τή ἐκ ζωῆς ἐξωσάση μέ,
    ἐπιστάζεις καί ζωοῖς μέ σύν αὐτή.
    Ἁπλωθεῖς ἐν ξύλω
    συνηγάγου βροτούς•
    τήν πλευράν σου δέ νυγεῖς τήν ζωήρρυτον,
    πάσιν ἄφεσιν πηγάζεις, Ἰησοῦ.
    Ὁ εὐσχήμων, Σῶτερ,
    σχηματίζει φρικτῶς
    καί κηδεύει ὡς νεκρόν εὐσχημόνως σέ
    καί θαμβεῖταί σου τό σχῆμα τό φρικτόν.
    Ὑπό γῆν βουλήσει
    κατελθῶν ὡς θνητός,
    ἐπαναγεις ἀπό γής πρός οὐράνια
    τούς ἐκεῖθεν πεπτωκότας, Ἰησοῦ.
    Καν νεκρός ὠράθης,
    ἀλλά ζῶν ὡς Θεός
    νεκρωθέντας τούς βροτούς ἀνεζώωσας,
    τόν ἐμόν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
    Ὤ χαρᾶς ἐκείνης!
    ὤ πολλῆς ἡδονῆς!
    ἦσπερ τούς ἐν Ἅδη πεπλήρωκας,
    ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.
    Προσκυνῶ τό πάθος,
    ἀνυμνῶ τήν ταφήν,
    μεγαλύνω σου τό κράτος, φιλάνθρωπε,
    δί’ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.
    Κατά σου ρομφαία
    ἐστιλβοῦτο, Χριστέ,
    καί ρομφαία ἰσχυροῦ μέν ἀμβλύνεται
    καί ρομφαία δέ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.
    Ἡ ἀμνάς τόν ἄρνα
    βλέπουσα ἐν σφαγή
    ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε,
    συγκινοῦσα καί τό ποίμνιον βοᾶν.
    Καν ἐνθάπτη τάφω,
    καν εἰς Ἅδου μολῆς,
    ἀλλά, Σῶτερ, καί τούς τάφους ἐκένωσας
    καί τόν Ἅδην ἀπεγύμνωσας Χριστέ.
    Ἑκουσίως, Σῶτερ,
    κατελθῶν ὑπό γῆν,
    νεκρωθέντας τούς βροτούς ἀνεζώωσας
    καί ἀνήγαγες ἐν δόξη πατρική.
    Τῆς Τριάδος ὁ εἰς
    ἐν σαρκί δί’ ἠμᾶς
    ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον•
    φρίττει ἥλιος καί τρέμει δέ ἡ γῆ.
    Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης,
    τῆς Ἰούδα φυλῆς
    οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκω κατέθεντο
    τόν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦ.
    Ὁ κριτής ὡς κρίτος
    πρό Πιλάτου κριτοῦ
    καί παρίστατο καί θάνατον ἄδικον
    κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικοῦ.
    Ἀλαζών Ἰσραήλ,
    μιαιφόνε λαέ,
    τί παθῶν τόν Βαραββᾶν ἠλευθέρωσας,
    τόν Σωτήρα δέ παρέδωκας σταυρῶ;
    Ὁ χειρί σου πλάσας
    τόν Ἀδάμ ἐκ τῆς γής,
    δί’ αὐτόν τή φύσει γέγονας ἄνθρωπος
    καί ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῶ.
    Ὑπακούσας, Λόγε,
    τῷ ἰδίω Πατρί,
    μέχρις ἅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας
    καί ἀνέστησας, τό γένος τῶν βροτῶν.
    Οἶμοι, φῶς τοῦ κόσμου
    οἶμοι φῶς τό ἐμόν!
    Ἰησοῦ μου ποθεινότατε, ἔκραζεν
    ἡ Παρθένος θρηνωδοῦσα γοερῶς.
    Φθονουργέ, φονουργέ,
    καί ἀλάστορ λαέ,
    καν σινδόνας καί αὐτό τό σουδάριον
    αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.
    Δολοφόνε δεῦρο,
    μιαρέ μαθητά,
    καί τόν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξον μοί,
    δί’ ὄν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.
    Ὡς φιλάνθρωπος τίς
    ὑποκρίνει, μωρέ
    καί τυφλέ πανολεθρότατε ἄσπονδε,
    ὁ τό μύρον πεπρακῶς διά τιμῆς.
    Οὐρανίου μύρου
    ποίαν ἔσχες τιμήν;
    τοῦ τιμίου τί ἐδέξω ἀντάξιον;
    λύσσαν εὖρες καταρώτατε Σατᾶν.
    Εἰ φιλόπτωχος εἰ
    καί τό μύρον λυπεῖ,
    κενουμένου εἰς ψυχῆς ἰλαστήριον,
    πῶς χρυσῶ ἀπεμπολεῖς τόν φωταυγή;
    Ὤ Θεέ καί λόγε,
    ὤ χαρά ἡ ἐμή,
    πῶς ἐνέγκω σου ταφήν τήν τριήμερον;
    νῦν σπαράττομαι τά σπλάχνα μητρικῶς.
    Τίς μοί δώσει ὕδωρ
    καί δακρύων πηγᾶς;
    ἡ θεονυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,
    ἴνα κλαύσω τόν γλυκύν μου Ἰησοῦν;
    Ὤ βουνοί καί νάπαι
    καί ἀνθρώπων πληθύς,
    κλαύσατε καί πάντα θρηνήσατε
    σύν ἐμοί τή τοῦ Θεοῦ ὑμῶν Μητρί.
    Πότε ἴδω, Σῶτερ,
    σέ τό ἄχρονον φῶς,
    τήν χαράν καί ἡδονήν τῆς καρδιᾶς μου;
    ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.
    Καν ὡς πέτρα, Σῶτερ,
    ἡ ἀκρότομος σύ
    κατεδέξω τήν τομήν, ἀλλ’ ἐπήγασας
    ζῶν τό ρεῖθρον ὡς πηγήν ὧν τῆς ζωῆς.
    Ὡς ἐν κρήνης μιᾶς
    τόν διπλοῦν ποταμόν
    τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι,
    τήν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.
    Θέλων ὤφθης, Λόγε,
    ἐν τῷ τάφω νεκρός,
    ἀλλά ζῆς καί τούς βροτούς, ὡς προείρηκας,
    ἀναστάσει σου, Σωτήρ μου, ἐγερεῖς.
    Δόξα Πατρί
    Ἀνυμνοῦμεν, Λόγε,
    σέ τόν πάντων Θεόν,
    σύν Πατρί καί τῷ Ἁγίω σου Πνεύματι,
    καί δοξάζομεν τήν θείαν σου ταφήν.
    Καί νῦν
    Μακαρίζομεν σέ
    Θεοτόκε ἁγνή,
    καί τιμῶμεν τήν ταφήν τήν τριήμερον
    τοῦ Υἱοῦ σου καί Θεοῦ ἠμῶν πιστῶς.
    Ἡ ζωή ἐν τάφω
    κατετέθης, Χριστέ,
    καί ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο
    συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.

    Άξιον εστί
    μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην,
    τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
    και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.

    Άξιον εστί
    μεγαλύνειν σε τον πάντων κτίστην•
    τοις σοις γαρ παθήμασιν, έχομεν
    την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.

    Έφριξεν η γη,
    και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη,
    σου του ανεσπέρου φέγγους, Χριστέ,
    δύναντος εν τάφω σωματικώς.

    Ύπνωσας, Χριστέ,
    τον φυσίζωον ύπνον εν τάφω
    και βαρέος ύπνου εξήγειρας
    του της αμαρτίας το των ανθρώπων γένος.

    Μόνη γυναικών
    χωρίς πόνον έτεκόν σε, τέκνον,
    πόνους δε νυν φέρω πάθει τω σω
    αφορήτους, έλεγεν η σεμνή.

    Άνω σε, Σωτήρ,
    αχωρίστως τω Πατρί συνόντα,
    κάτω δε νεκρόν ηπλωμένον γη
    φρίττουσιν ορώντα τα Σεραφείμ.

    Ρήγνυται ναού
    καταπέτασμα τη ση σταυρώσει,
    κρύπτουσι φωστήρες, Λόγε, το φως
    σου κρυβέντος, Ήλιε, υπό γην.

    Γης ο κατ’ αρχάς
    μόνω νεύματι πήξας τον γύρον,
    άπνους ως βροτός καθυπέδυ γην•
    φρίξον τω θεάματι, ουρανέ.

    Έδυς υπό γην
    ο τον άνθρωπον χειρί σου πλάσας
    ιν’ εξαναστήσης του πτώματος
    των βροτών τα στίφη πανσθενεστάτω κράτει.

    Θρήνον ιερόν
    δεύτε άσωμεν Χριστώ θανόντι,
    ως αι μυροφόροι γυναίκες πριν
    ίνα και το χαίρε ακουσώμεθα συν αυταίς.

    Μύρον αληθώς
    συ ακένωτον υπάρχεις, Λόγε•
    όθεν σοι και μύρα προσέφερον
    ως νεκρώ τω ζώντι γυναίκες μυροφόροι.

    Άδου μεν ταφείς
    τα βασίλεια, Χριστέ, συντρίβεις,
    θάνατον θανάτω δε θανατοίς
    και φθοράς λυτρούσαι τους γηγενείς.

    Ρείθρα της ζωής
    η προχέουσα Θεού σοφία
    τάφον υπεισδύσα ζωοποιεί
    τους εν τοις αδύτοις Άδου μυχοίς.

    Ίνα των βροτών
    καινουργήσω συντριβείσαν φύσιν,
    πέπληγμαι θανάτω θελών σαρκί,
    Μήτερ ουν μη κόπτου τοις οδυρμοίς.

    Έδυς υπό γην
    ο φωσφόρος της δικαιοσύνης
    και νεκρούς ώσπερ εξ ύπνου εξήγειρας,
    εκδιώξας άπαν το εν τω άδη σκότος.

    Κόκκος διφυής
    ο φυσίζωος εν γης λαγόσι
    σπείρεται, συν δάκρυσι σήμερον,
    αλλ’ αναβλαστήσας κόσμον χαροποιήσει.

    Έπτηξεν Αδάμ
    Θεού βαίνοντος εν Παραδείσω,
    χαίρει δε προς άδην φοιτήσαντος,
    πεπτωκός το πρώην και νυν εγηγερμένος.

    Σπένδει σοι χοάς
    η τεκούσα σε, Χριστέ, δακρύων,
    σαρκικώς κατατεθέντι εν μνήματι,
    εκβοώσα• Τέκνον ανάστα, ως προέφης.

    Τάφω Ιωσήφ
    ευλαβώς σε τω καινώ συγκρύπτων,
    ύμνους εξοδίους θεοπρεπείς
    τοις συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι, Σωτήρ.

    Ήλοις σε σταυρώ
    πεπαρμένον η ση μήτηρ, Λόγε
    βλέψασα, τοις ήλοις λύπης πικράς
    βέβληται και βέλεσι την ψυχήν.

    Σε τον του παντός
    γλυκασμόν η μήτηρ καθορώσα
    πόμα ποτιζόμενον το πικρόν,
    δάκρυσι τας όψεις βρέχει πικρώς.

    Τέτρωμαι δεινώς
    και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
    βλέπουσα την άδικον σου σφαγήν•
    έλεγεν η πάναγνος εν κλαυθμώ.

    Όμμα το γλυκύ
    και τα χείλη σου πως μύσω, Λόγε;
    πως νεκροπρεπώς δε κηδεύσω Σε;
    φρίττων ανεβόα ο Ιωσήφ.

    Ύμνους Ιωσήφ
    και Νικόδημος επιταφίους
    άδουσι Χριστώ νεκρωθέντι νυν•
    άδει δε συν τούτους και Σεραφείμ.

    Δύνεις υπό γην,
    Σώτερ, ήλιε δικαιοσύνης•
    όθεν η τεκούσα σελήνη σε ταις
    λύπαις εκλείπει, της θέας στερουμένη.

    Έφριξεν ορών,
    Σώτερ, Άδης σε τον ζωοδότην
    πλούτον τον εκείνου σκυλεύοντα
    και τους απ’ αιώνος νεκρούς εξανιστώντα.

    Ήλιος φαιδρόν
    απαστράπτει μετά νύκτα, Λόγε,
    και συ δ’ αναστάς εξαστράψειας
    μετά θάνατον φαιδρώς ως εκ παστού.

    Γη σε, πλαστουργέ,
    υπό κόλπους δεξαμενή,
    τρόμω συσχεθείσα, Σώτερ, τινάσσεται,
    αφυπνώσασα νεκρούς τω τιναγμώ.

    Μύροις σε, Χριστέ,
    ο Νικόδημος και ο ευσχήμων
    νυν καινοπρεπώς περιστείλαντες,
    Φρίξον, ανεβόων, πάσα η γη!

    Έδυς, φωτουργέ,
    και συνέδυ σοι το φως ηλίου•
    τρόμω δε η κτίσις συνέχεται,
    πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

    Λίθος λαξευτός
    τον ακρόγωνον καλύπτει λίθον•
    άνθρωπος θνητός δ’ ως θνητόν Θεόν
    κρύπτει νυν τω τάφω• φρίξον η γη!

    Ίδε μαθητήν,
    ον ηγάπησας και σην μητέρα,
    τέκνον, και φθογγήν δος, γλυκύτατον,
    έκραζε δακρύουσα η Αγνή.

    Συ ως ων ζωής
    χορηγός, Λόγε, τους Ιουδαίους
    εν σταυρώ ταθείς ουκ ενέκρωσας,
    αλλ’ ανέστησας και τούτων τους νεκρούς.

    Κάλλος, Λόγε, πριν,
    ουδέ είδος εν τω πάσχειν έσχες,
    αλλ’ εξαναστάς υπερέλαμψας,
    καλλωπίσας τους βροτούς θείαις αυγαίς.

    Έδυς τη σαρκί
    ο ανέσπερος εις γην φωσφόρος•
    και μη φέρων βλέπειν ο ήλιος
    εσκοτίσθη μεσημβρίας εν ακμή.

    Ήλιος ομού
    και σελήνη σκοτισθέντες, Σώτερ,
    δούλους ευνοούντας εικόνιζον,
    οι μελαίνας αμφιέννυνται στολάς.

    Οίδε σε Θεόν
    Εκατόνταρχος, καν ενεκρώθεις•
    πως σε ουν, Θεέ μου, ψαύσω χερσί;
    φρίττω, ανεβόα ο Ιωσήφ.

    Ύπνωσεν Αδάμ,
    αλλά θάνατον πλευράς εξάγει•
    συ δε νυν υπνώσας, Λόγε Θεού,
    βρύεις εκ πλευράς σου κόσμω ζωήν.

    Ύπνωσας μικρόν
    και εζώωσας τους τεθνεώτας
    και εξαναστάς εξανέστησας
    τους υπνούντας εξ αιώνων Αγαθέ.

    Ήρθης από γης,
    αλλ’ ανέβλυσας της σωτηρίας
    σου τον οίνον, ζωήρυττε άμπελε.
    Δοξάζω σου το πάθος και τον σταυρόν.

    Πως οι νοεροί
    ταγματάρχαι σε, Σωτήρ, ορώντες
    γυμνόν, ημαγμένον, κατάκριτον,
    έφερον την τόλμην των σταυρωτών;

    Αραβιανόν,
    σκολιώτατον γένος Εβραίων,
    έγνως την ανέγερσιν του ναού•
    δια τι κατέκρινας τον Χριστόν!

    Χλαίναν εμπαιγμού
    τον κοσμήτορα πάντων ενδύεις,
    ος τον ουρανόν κατηστέρωσε
    και την γην εκόσμησε θαυμαστώς.

    Ώσπερ πελεκάν,
    τετρωμένος την πλευράν σου, Λόγε,
    σους θανόντας παίδας εζώωσας,
    επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς.

    Ήλιον το πριν
    Ιησούς τους αλλοφύλους κόπτων
    έστησεν• αυτόν δε απέκρυψας,
    καταβάλλων τον του σκότους αρχηγόν.

    Κόλπων πατρικών
    ανεκφοίτητος μείνας, οικτίρμον,
    και βροτός γενέσθαι ευδόκησας
    και εις άδην καταβέβηκας, Χριστέ.

    Ήρθη σταυρωθείς
    ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
    και ως άπνους εν αυτή νυν προσκλίνεται,
    ο μη φέρουσα εσείετο δεινώς.

    Οίμοι, ω Υιέ!
    η απείρανδρος θρηνεί και λέγει•
    ον ως βασιλέα γαρ ήλπιζον,
    κατάκριτον νυν βλέπω εν σταυρώ.

    Ταύτα Γαβριήλ
    μοι απήγγειλεν, ότε κατέπτη,
    ος την βασιλείαν αιώνιον
    έφη του Υιού μου του Ιησού.

    Φευ! του Συμεών
    εκτετέλεσται η προφητεία•
    η γαρ ση ρομφαία διέδραμε
    την εμήν καρδίαν Εμμανουήλ.

    Καν τους εκ νεκρών
    επαισχύνθητε, ω Ιουδαίοι,
    ους ο ζωοδότης ανέστησεν,
    ον υμείς εκτείνατε φθονερώς.

    Έφριξεν ιδών
    το αόρατον φως, σε Χριστέ μου,
    μνήματι κρυπτόμενον άπνουν τε,
    και εσκότασεν ο ήλιος το φως

    Έκλαιε πικρώς
    η πανάμωμος μήτηρ σου, Λόγε,
    ότε εν τω τάφω εώρακε
    σε τον άφραστον και άναρχον Θεόν.

    Νέκρωσιν την σην
    η πανάφθορος, Χριστέ, σου μήτηρ
    βλέπουσα, πικρώς σοι εφθέγγετο•
    Μη βραδύνης, η ζωή, εν τοις νεκροίς.

    Άδης ο δεινός
    συνετρόμαξεν, ότε σε είδεν,
    ήλιε της δόξης αθάνατε,
    και εδίδου τους δεσμίους εν σπουδή.

    Μέγα και φρικτόν,
    Σώτερ, θέαμα νυν καθοράται!
    ο ζωής γαρ πέλων παραίτιος
    θάνατον υπέστη, ζωώσαι θέλων πάντας.

    Νύττη την πλευράν
    και ηλούσαι, δέσποτα, τας χείρας,
    πληγήν εκ πλευράς σου ιώμενος
    και την ακρασίαν χειρών των προπατόρων.

    Πριν τον της Ραχήλ
    υιόν έκλαυσεν άπας κατ’ οίκον•
    νυν τον της Παρθένου εκόψατο
    μαθητών χορεία συν τη Μητρί.

    Ράπισμα χειρών
    Χριστού δέδωκαν εν σιαγόνι,
    του χειρί τον άνθρωπον πλάσαντος
    και τας μύλας θλάσαντος του θηρός.

    Ύμνοις σου, Χριστέ,
    νυν την σταύρωσιν και την ταφήν τε
    άπαντες πιστοί εκθειάζομεν,
    οι θανάτου λυτρωθέντες ση ταφή.

    Δόξα Πατρί

    Άναρχε Θεέ,
    συναΐδιε Λόγε και Πνεύμα,
    σκήπτρα των ανάκτων κραταίωσον
    κατά πολεμίων, ως αγαθός.

    Και νυν

    Τέξασα ζωήν,
    παναμώμητε αγνή Παρθένε,
    παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα
    και βράβευσον ειρήνην, ως αγαθή.

    Άξιον εστί
    μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην
    τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
    και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού

    Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
    Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
    Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
    Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
    Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
    Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

    Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
    Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
    Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
    Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
    Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *