Βούλγαροι, ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς της Ελλάδας τον περασμένο αιώνα.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Οι άμαχοι Έλληνες υποχρεώθηκαν να υποστούν εξαναγκαστική εργασία στα γνωστά «ντουρντουβάκια». Αναγκάζονταν να σπάνε πέτρες και να ανοίγουν δρόμους υπό άθλιες συνθήκες, με ξυλοδαρμούς, πείνα και βία.

Μπορεί τα τελευταία χρόνια να έχουμε αλισβερίσια με τους Βούλγαρους με πιο πρόσφατο παράδειγμα την παράδοση των οστών του Τσάρου Σαμουήλ, ωστόσο οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν ότι, από τις αρχές του περασμένου αιώνα και μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, ο μεγαλύτερος εχθρός της Ελλάδας (ακόμα και από Τούρκους και Γερμανούς, τους οποίους πολλοί θεωρούν ως τους κυριότερους αντιπάλους μας) ήταν οι Βούλγαροι μαζί με τους Ιταλούς, στους οποίους έχω αναφερθεί εκτενέστερα σε άλλο άρθρο. Από τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο, μέχρι τη σκληρή βουλγαρική κατοχή κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Βούλγαροι επανέλαβαν ξανά και ξανά την ίδια πολιτική βίας, καταπίεσης και εκβουλγαρισμού, με απώτερο σκοπό την Μεγάλη Βουλγαρία και πρόσβαση στις Ελληνικές θάλασσες.

Το 1904, στην καρδιά του Μακεδονικού Αγώνα, ένας νέος δάσκαλος, ο Ιωάννης Πίτσουλας, μόλις 23 ετών, αποφάσισε να υπηρετήσει την πατρίδα και τα ελληνόπουλα σε ένα ελληνικό σχολείο στη Γουμένισσα. Η Μακεδονία ήταν υπό οθωμανική κατοχή, ενώ οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, υπό τον Αποστόλ Πετκώφ, απαιτούσαν από τους κατοίκους να δηλώσουν βούλγαροι, επιβάλλοντας φόβο και τρόμο.

Ο Πίτσουλας ξεκίνησε για το καθήκον του, γεμάτος πίστη και ενθουσιασμό, ακολουθώντας τις οδηγίες του Έλληνα Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά. Μα ποτέ δεν έφτασε στο σχολείο του. Έπεσε σε ενέδρα, υπέστη τριήμερα βασανιστήρια, μαχαιρώθηκε πάνω από είκοσι φορές και κρεμάστηκε από ένα πλάτανο έξω από τη Γουμένισσα. Με την τελευταία του ανάσα, φωνάζοντας «Ζήτω η Ελλάς» και τραγουδώντας τον Εθνικό μας Ύμνο, άφησε την ψυχή του στον αγώνα για την πατρίδα. Η αναθηματική πλάκα στο μεγάλο πλάτανο θυμίζει την ανδρεία του:

“ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟ 1904 ΕΚΡΕΜΑΣΘΗ ΥΠΟ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΒΟΥΡΓΑΡΩΝ Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΙΤΣΟΥΛΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΣ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ” (βλ. φώτο στο τέλος).

Η θυσία του Εθνομάρτυρα Ιωάννη Πίτσουλα ενέπνευσε γενιές Μακεδονομάχων και έδωσε δύναμη στις καρδιές των Ελλήνων Μακεδόνων να συνεχίσουν τον αγώνα για την ελευθερία. Η ιστορία όμως δεν σταμάτησε εκεί. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Βούλγαροι επανέλαβαν τις ωμότητες εναντίον των Ελλήνων, σε μια περίοδο που οι περισσότεροι πολέμησαν και για την ίδια τους την επιβίωση. Επίσης, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η βουλγαρική κατοχή στη Μακεδονία και τη Θράκη απέδειξε την αμείλικτη συνέπεια αυτής της πολιτική· χιλιάδες Έλληνες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, οι ελληνικές αρχές αντικαταστάθηκαν, η γλώσσα και η παιδεία καταλύθηκαν και οι άμαχοι υποχρεώθηκαν να υποστούν εξαναγκαστική εργασία στα γνωστά «ντουρντουβάκια».

Οι άνδρες αναγκάζονταν να σπάνε πέτρες και να ανοίγουν δρόμους υπό άθλιες συνθήκες, με ξυλοδαρμούς, πείνα και βία. Οι γυναίκες και τα παιδιά υπέφεραν από την πείνα και την απουσία των δικών τους. Οι εκτελέσεις, οι διωγμοί και η καταπίεση ήταν καθημερινή πραγματικότητα. Η εξέγερση της Δράμας καταπνίγηκε βίαια, με περισσότερους από 2.000 νεκρούς, και οι απάνθρωποι Βούλγαροι ζήτησαν ακόμη από τους Έλληνες να πληρώσουν για τις σφαίρες με τις οποίες εκτέλεσαν τους συγγενείς τους. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε και την αισχρή σύμπραξη Βουλγάρων και Ελλήνων κομμουνιστών κατά την διάρκεια της κατοχής αλλά και του εμφυλίου που ακολούθησε η οποία βασίστηκε στην ιδεολογική συγγένεια και την κοινή γραμμή της Κομιντέρν αποσκοπώντας στην απόσχιση της Μακεδονίας.

Κι όμως, η ελληνική ψυχή παρόλες αυτές τις επαίσχυντες και ύπουλες συνεχείς επιθέσεις δεν υποτάχθηκε. Οι Μακεδόνες, οι Θρακιώτες και όλοι οι Έλληνες που έζησαν εκείνα τα χρόνια διατήρησαν την ταυτότητά τους, την πίστη και την ελπίδα τους ζωντανή. Οι θυσίες του ηρωικού Δασκάλου Πίτσουλα, όλων των Μακεδονομάχων αλλά και των χιλιάδων θυμάτων των «ντουρντουβακίων» δημιούργησαν φλόγα, που δεν έσβησε ποτέ. Σήμερα, η ιστορία μπορεί να μην επαναλαμβάνεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αλλά προειδοποιεί.

ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Υ.Γ. Όσα κρατήθηκαν με φωτιά και αίμα στον περασμένο αιώνα, δεν επιστρέφουν σήμερα ως πόλεμος. Επιστρέφουν πιο ύπουλα ως χρήμα, ως επιρροή, ως αθόρυβη παρουσία. Στη Μακεδονία, σε όλο τον Θερμαϊκό κόλπο, στην Καβάλα, στη Χαλκιδική, η γη αλλάζει συνεχώς χέρια και η πραγματικότητα μεταβάλλεται όχι με κραυγές, αλλά με συμβόλαια. Βουλγάροι, Σκοπιανοί, Κοσσοβάροι αγοράζουν ασταμάτητα Ελληνική γη, ανοίγουν επιχειρήσεις κ.ο.κ. Δεν είναι βεβαία εχθρός όποιος επενδύει. Εχθρός γίνεται η αφέλεια. Η λήθη. Η απουσία στρατηγικής. Γιατί τα σύνορα δεν απειλούνται μόνο όταν τα περνούν στρατοί αλλά κι όταν τα εγκαταλείπει η συνείδηση. Δεν μπορεί να ξεπουλιούνται το αίμα και οι θυσίες των προγόνων μας στο βωμό του χρήματος. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από το παρελθόν. Κινδυνεύει μόνο αν το ξεχάσει.

Ο εθνομάρτυρας εκ Ναύπακτου Ιωάννης Πιτσούλας μετά την αποτρόπαια πράξη των ανιερων Βουλγάρων.

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

1. Η δασκάλα Αικατερίνη Χατζηγεωργίου.

Μια ημέρα μετά τον ηρωικό θάνατο του Παύλου Μελά, στις 14 Οκτωβρίου 1904, έπεσε ηρωικά μαχόμενη κατά των κομιτατζήδων, η δασκάλα Αικατερίνη Χατζηγεωργίου. Όλα έγιναν μερικά χιλιόμετρα βορειότερα. Η Ελληνίδα δασκάλα στο χωριό Γκρήτσιστα της Γευγελής, αντιστάθηκε σε επίθεση από Βούλγαρους κομιτατζήδες μέσα στο σπίτι της. Μετά από τετράωρη μάχη οι κομιτατζήδες πυρπόλησαν την οικία, σκοτώνοντάς την, όπως και τους συμπολεμιστές της.

Η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου υπήρξε ένα κορίτσι, το οποίο άφησε τον μάταιο ετούτο κόσμο μόλις στα είκοσι της χρόνια μιας και είχε μπει στο μάτι του βουλγαρικού κομιτάτου, το οποίο την είχε “προγράψει” για την αγάπη που έτρεφε στην Ελλάδα και για το ότι κρατούσε την φλόγα της ελπίδας για λευτεριά ζωντανή στα σκλαβωμένα εδάφη της Μακεδονίας των αρχών του 20ου αιώνα. Πριν όμως καεί ζωντανή, πήρε μαζί τις στον τάφο αρκετές ψυχές Βουλγάρων κομιτατζήδων δια μέσου του πιστολιού της, αν και εγκλωβισμένη στο σπίτι, στο οποίο έβαλαν τελικά φωτιά, καίγοντας την μαζί με όσους βρίσκονταν μαζί της εκείνο το κρύο βράδυ του 1904.

Δείτε πως περιγράφουν τα γεγονότα εκείνης της φοβερής, μέρας:

«…Όλοι στο χωριό την γνωρίζουν σαν το καλόκαρδο κορίτσι που βοηθάει πάντα τους Μακεδονομάχους αγωνιστές με όποιον τρόπο μπορεί. Οι βούλγαροι κομιτατζήδες την έχουν βάλει στο μάτι γιατί κρατάει άσβεστη την φλόγα της Ελληνικότητας στα μικρά παιδιά και στο χωριό. Την παρενοχλούν συνεχώς, την βρίζουν, την απειλούν, της περιγράφουν τι θα της κάνουν όταν θα πέσει στα χέρια τους. Την Κατερίνα όμως, δεν την νοιάζει η ζωή της παρά μόνο να μην χάσει η Μακεδονία την ελληνικότητά της.

Οι βούλγαροι μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά έχουν αποθρασυνθεί και θέλουν να τελειώνουν με κάθε εστία Ελληνικής αντίστασης. Όταν οι κομιτατζήδες καταφτάνουν στο χωριό, τα παράθυρα και οι πόρτες των σπιτιών κλείνουν. Οι χωριανοί κρυφοκοιτάζουν ανάμεσα από τις γρίλιες τους κομιτατζήδες να κατευθύνονται στο σπίτι της δασκάλας. Φτάνοντας έξω από την πόρτα του σπιτιού της, της φωνάζουν να βγει έξω. Η Κατερίνα τους ακούει από μέσα και αποκρίνεται πως «δεν παραδίδεται ποτέ της μια Ελληνίδα». Η ατρόμητη ψυχή της δεν τους φοβάται.

Μαζί της βρίσκονται ακόμη έξι Μακεδονομάχοι έτοιμοι να δώσουν την ζωή τους για την πατρίδα. Η περήφανη Ελληνίδα λέει πως δεν παραδίδεται και με το όπλο της ρίχνει μια βολή εναντίον των αιμοβόρων κομιτατζήδων και η μάχη ξεκινάει. Οι σφαίρες των βουλγάρων χτυπάνε τους τοίχους του σπιτιού γεμίζοντάς το τρύπες.

Μετά από τρεις ώρες αναποτελεσματικών πυροβολισμών κι ενώ φαίνεται ότι το σπίτι της δασκάλας είναι άπαρτο κάστρο, ένας κομιτατζής δίνει την ιδέα να το κάψουν. Όλοι συμφωνούν, μιας και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καταβάλουν τους Έλληνες αγωνιστές. Ένας κομιτατζής τρέχει με αναμμένο πυρσό, σπάει το παράθυρο και τον ρίχνει μέσα. Το εσωτερικό του σπιτιού είναι ξύλινο και λαμπαδιάζει αμέσως. Οι αγωνιστές όμως δεν βγαίνουν έξω. Προτιμούν να καούν ζωντανοί παρά να πέσουν στα χέρια των βουλγάρων.

Οι φλόγες λαμπαδιάζουν το σπίτι, δημιουργώντας μια κόλαση πυρός. Η Κατερίνα όπως και οι άλλοι αγωνιστές συνεχίζουν να πυροβολούν μέχρι να σωθούν οι σφαίρες τους και να τους καταπιούν οι φλόγες. Οι βούλγαροι πανηγυρίζουν για το φοβερό «κατόρθωμά» τους, καθώς από το σπίτι έχουν πια μείνει μόνο στάχτη και καπνισμένα ντουβάρια. Ένα ακόμη ολοκαύτωμα, πήρε την θέση του δίπλα στο Κούγκι, στο Σούλι, στα Σάλωνα, στο Αρκάδι της Κρήτης και σε όλα τα ολοκαυτώματα του Ελληνισμού για την ελευθερία της πατρίδας από τον βάρβαρο ζυγό…».

Το 1939 βρέθηκε στο νεκροταφείο της Γευγελής ο τάφος της ηρωικής Ελληνίδας δασκάλας. Ο σταυρός, έγραφε:

«Υπέρ της εις τον Θεόν των Ελλήνων πίστεως αγωνιζομένη, πυρί υπό των Βουλγάρων παραδοθείσα, ενθάδε κείμαι, Αικατερίνη Χατζηγεωργίου διδάσκαλος, 14 Οκτωβρίου 1904».

«Παιδιά μου , γιατί χύνεται δάκρυα με τόση λαύρα
κι όλα φοράτε μαύρα στο έρμο αυτό σχολειό;
– Έκαψαν τη δασκάλα μας Βούλγαροι δολοφόνοι
κι έχουμε μείνει μόνοι , χωρίς μανούλα πλειό.
Γιατί από μάνα πιο πολύ μας αγαπούσε εκείνη,
η δόλια Αικατερίνη από τη Γευγελή.
Της είπαν να παραδοθεί τα τέρατα εκείνα.
Μ’ αυτή σαν Μπουμπουλίνα, ενώ πυροβολεί, τους λέει
”Δεν παραδίνεται ποτέ της μια Ελληνίδα“.
Κι ως λύκαινα ηρωίδα τρεις ώρες τους κρατεί.
Μα τέλος την εκάψανε κι επέταξε στα ουράνια
κι εμάς σε μαύρη ορφάνια μας άφησε στη γη.».

( Δημοτικό τραγούδι )

2. Τι ήταν η “Μπελομόριε” (“Βelomora”);

“Τρομοκρατία, φόβος, ξύλο. Έτρωγες ξύλο ακόμη και αν σε έβλεπαν με το χέρι στην τσέπη”.
“Αν από αφέλεια περνούσε ο πρόεδρος και δεν σηκωνόσουν, ερχόταν και σου έδινε δύο χαστούκια”.
“Αν άκουγαν ότι κάποιος είπε κάτι εναντίον της Βουλγαρίας, τον έπιαναν και ξύλο μέχρι θανάτου”.
“Αν μιλούσες ελληνικά, σε δέρνανε”.
“Πείνα, πείνα, ψείρες, ψώρα”.
“Σε ένα χρόνο μέσα εμείναμε σκελετοί”.
“Μας σφάξαν”.

Αυτές είναι μερικές από τις αναμνήσεις των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας που γνώρισαν την βουλγαρική κατοχή ανάμεσα στο 1941 και το 1944.

Μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, όλη η περιοχή από τον Στρυμόνα ως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν από την Γερμανία στους συμμάχους τους Βούλγαρους. Έκτοτε για την Βουλγαρία ανήκαν διοικητικά στην περιφέρεια “Αιγαίου” ή “Αιγαιίδα” (“Μπελομόριε”).

Η βασική διαφορά ανάμεσα στην γερμανική, ιταλική και βουλγαρική κατοχή ήταν, πως Γερμανοί και Ιταλοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, αντίθετα όλη η πολιτική των Βουλγάρων από το 1941 έως το 1944 βασίστηκε στην πεποίθηση, πως η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη ήταν βουλγαρικό έδαφος, που είχε απελευθερωθεί από τους Έλληνες.

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Συνδεθείτε!

14,566FansLike
2,479FollowersFollow
7,040SubscribersSubscribe