Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1066, η ζωή του Χάραλντ Χάλντραντα, διανύοντας περίπου μισό αιώνα περιπετειώδους ζωής, έφτασε στο τέλος της στη Γέφυρα του Στάμφορντ, αλλά η δόξα του παραμένει αθάνατη. Ο Χάραλντ δεν ήταν απλώς ένας Νορβηγός πολεμιστής, ήταν ένας ατρόμητος άνδρας που σφράγισε την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Φρουράς των Βαράγγων.
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του αδελφού του και τον τραυματισμό του στη Νορβηγία σε ηλικία μόλις 15 ετών, βρήκε καταφύγιο στους Ρως στο Νόβγκοροντ και σύντομα ο δρόμος του τον οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, εντάχθηκε στην επίλεκτη Φρουρά των Βαράγγων και συμμετείχε σε εκστρατείες σε όλη τη Μεσόγειο και την Ανατολή. Η στρατιωτική του δεινότητα αναδείχθηκε ιδιαίτερα το 1038, όταν υπό την ηγεσία ενός από τους σπουδαιότερους Στρατηγούς του Αυτοκρατορικού Ελληνισμού, Γεώργιου Μανιακή, οδήγησαν βυζαντινές δυνάμεις εναντίον των Σαρακηνών στη Σικελία. Ο Χάραλντ κατάφερε να καταλάβει τέσσερις πόλεις, αποδεικνύοντας θάρρος, στρατηγική ικανότητα και άψογη συνεργασία με τους συμπολεμιστές του.
Η δράση του Χάραλντ δεν περιορίστηκε μόνο στη Σικελία πολέμησε σε Βαλκάνια, Μικρά Ασία και Βουλγαρία, αντιμετωπίζοντας Πετσενέγους, Βούλγαρους και Άραβες πειρατές. Η φήμη του μεγάλωνε, η θέση του ως ηγέτη των Βαράγγων τον ανέδειξε σε πρωτοσπαθάριο και αργότερα σε σπαθαροκανδιδάτο, ένα από τα υψηλότερα στρατιωτικά αξιώματα του Βυζαντίου. Ο Χάραλντ δεν ήταν μόνο πολεμιστής ήταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός που εφάρμοζε την τέχνη του πολέμου με ακρίβεια, από την Ιερουσαλήμ έως τα ανατολικά οχυρά του Ευφράτη.
Η πολιτική αβεβαιότητα στην Κωνσταντινούπολη δεν τον σταμάτησε συγκέντρωσε πλούτο και εμπειρία, για να επιστρέψει στη Νορβηγία και να διεκδικήσει τον θρόνο. Η τελευταία του εκστρατεία στην Αγγλία το 1066 ήταν η κορύφωση μιας ζωής γεμάτης μάχες, στρατηγική και αδάμαστη τόλμη. Ο Χάραλντ έπεσε στη Γέφυρα του Στάμφορντ, αλλά η μορφή του ως πολεμιστή που υπηρέτησε με δόξα την Κωνσταντινούπολη, πολέμησε στη Μεσόγειο και σημάδεψε την ιστορία των Βίκινγκς ζει αθάνατη.
Σήμερα τον τιμούμε ως τον Βίκινγκ που συνδύασε τη δύναμη του Βορρά με την τέχνη και τον πολιτισμό του Βυζαντίου, έναν στρατηγό που δεν γνώριζε σύνορα και έναν θρύλο που η ιστορία δεν θα ξεχάσει ποτέ!!
✍ Στυλ. Καβάζης

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ.
Οι Σκανδιναβοί συνήθιζαν από παλαιότερα να επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη και εντυπωσιάζονταν βαθιά από τον πλούτο και τα αξιοθέατα της. Επιστρέφοντας στις βόρειες πατρίδες τους, μιλούσαν για την Micklegarth, όπως ονόμαζαν την σπουδαία πόλη, την οποία ταύτιζαν κατά καιρούς με την Asgard (μυθική κατοικία των θεών). Ήδη, το 930 μ.Χ. υπήρχαν άνδρες από τον βορρά, που υπηρετούσαν στον αυτοκρατορικό στρατό. Στις αρχές του 11ου αιώνα ήταν τόσο πολλοί, ώστε είχαν συγκροτηθεί ιδιαίτερα συντάγματα από Βίκινγκς, η περίφημη φρουρά των Βαράγγων.
Οι Βαράγγοι απέκτησαν την συνήθεια να περνούν την άδεια τους ταξιδεύοντας στην Ιερουσαλήμ. Το πρώτο καταγεγραμμένο ταξίδι που γνωρίζουμε είναι κάποιου Κολσκεγκρ, που επισκέφτηκε την Παλαιστίνη το 992. Ο Χάραλντ Χάλντραντα, ο διασημότερος από τους Βαράγγους, βρισκόταν εκεί το 1034. Κατά τον 11ο αιώνα υπήρχαν πολλοί Νορβηγοί, Ισλανδοί και Δανοί, που υπηρετούσαν για πέντε η περισσότερα χρόνια στον αυτοκρατορικό στρατό, έκαναν κατόπιν το προσκύνημα τους και μετά επέστρεφαν, με γεμάτες τις τσέπες στα λημέρια τους στον Βορρά. Παρακινούμενοι από τις ιστορίες τους οι φίλοι τους κατέβαιναν στο νότο απλώς και μόνο για να προσκυνήσουν. Ο Απόστολος της Ισλανδίας, Τορβαλντ Κόντρανσον Βιντφορλι, βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, γύρω στο 990. Πολλοί Νορβηγοί προσκυνητές ισχυρίζονταν ότι είχαν δει εκεί τον Όλαφ Τριγκβασον, τον πρώτο Χριστιανό Βασιλιά της Νορβηγίας, μετά από την μυστηριώδη εξαφάνιση του περίπου το 1000μ.Χ.
Ο Όλαφ Β’ σκόπευε να μιμηθεί το παράδειγμα του, αλλά δεν έκανε ποτέ αυτό το ταξίδι, παρά μόνο μέσα από το σχετικό θρύλο. Οι βόρειοι ηγεμόνες ήταν βίαιοι άνθρωποι, συχνά ένοχοι φόνων και αισθάνονταν την ανάγκη να κάνουν κάποια εξιλεωτική πράξη. Ο κατά το ήμισυ Δανός Σβάιν Γκοντβινσον ξεκίνησε με ένα σώμα Άγγλων το 1051, για να εξιλεωθεί για κάποιο φόνο, πέθανε όμως από το κρύο στα όρη της Ανατολίας μέσα στο επόμενο φθινόπωρο. Ταξίδευε ξυπόλυτος εξαιτίας των αμαρτημάτων που βάραιναν την συνείδηση του. Ο Λάγκμαν Γκουντροντσον, Νορβηγός Βασιλιάς των νήσων Μαν, που είχε σκοτώσει τον αδελφό του, ζήτησε την συγχώρεση κατά τον ίδιο τρόπο. Οι περισσότεροι Σκανδιναβοί προσκυνητές προτιμούσαν να κάνουν τον γύρο ερχόμενοι από την θάλασσα διαμέσου των στενών του Γιβραλτάρ και να επιστρέψουν από την ξηρά διασχίζοντας την Ρωσία.


