Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Να ισχυρίζεται κανείς κατηγορηματικά ότι το Κρυφό Σχολειό «δεν υπήρξε ποτέ», δεν είναι απλώς λάθος· είναι εντελώς ανιστόρητο, είναι μια ολομέτωπη επίθεση στην ιστορία μας και στις ρίζες μας. Είναι μια αναίσχυντη προσπάθεια να σβηστεί η μνήμη ενός λαού, που κράτησε ζωντανή τη φλόγα της γνώσης, της γλώσσας και της πίστης του.
Οι λόγοι αυτής της στάσης είναι πολλοί και διάφοροι. Πρώτον, υπάρχει ο αντι-ρομαντικός ορθολογισμός των νεότερων ιστορικών ρευμάτων, που θεωρεί ύποπτο οτιδήποτε εμπεριέχει συγκίνηση, πίστη ή εθνικό πάθος. Δεύτερον, λειτουργεί ένας ιδεολογικός μηδενισμός, που επιχειρεί να αποδομήσει τις συλλογικές μνήμες στο όνομα μιας ψυχρής «αντικειμενικότητας», παραβλέποντας πως η ιστορία δεν είναι μόνο γεγονότα, αλλά και βίωμα. Τρίτον, υπάρχει μια πολιτισμική μόδα απομυθοποίησης: όσο πιο ριζοσπαστικά αμφισβητεί κανείς τα σύμβολα του παρελθόντος, τόσο πιο «προοδευτικός» μοιάζει. Έτσι, η ιστορική αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην πρόθεση εντυπωσιασμού.
Ωστόσο οι ιστορικές πηγές και οι μαρτυρίες είναι αδιαψευστες. Από τον 15ο αιώνα ήδη, οι πηγές μιλούν για περιορισμούς στην ελληνική παιδεία. Ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση, Γεννάδιος Σχολάριος, το 1460 σημειώνει: «πού τα παιδευτήρια της σοφίας; Κατεπόθησαν υπό του Μωάμεθ». Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς γράφει το 1570 ότι «εν δουλεία όντες, τα ελευθέροις ανήκοντα μαθήματα σπουδάζειν κωλύονται». Ο Άγγλος περιηγητής George Sandys καταγράφει πως «το φως της γνώσης δεν επιτρέπεται… από τα άγρια κτήνη της ανθρωπότητας». Ο Ιησουΐτης François Richard μιλά για διώξεις σκληρότερες από εκείνες του Νέρωνος και του Διοκλητιανού.
Εν συνεχεία στον 17ο και 18ο αιώνα οι μαρτυρίες πυκνώνουν. Ο Sir Paul Rycaut αναφέρει κρυφά σχολεία και κρυφές εκκλησίες. Ο Στέφανος Κανέλλος και ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός καταγράφουν διδασκαλία «εν σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους». Ο Κωνσταντίνος Κούμας περιγράφει σχολείο στη Λαρίσα, που άνοιξε μετά από 24 χρόνια κλειστό λόγω σκληρών διώξεων και περιορισμών. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος αναφέρει ότι το σχολείο της Σμύρνης διώχθηκε για το «έγκλημα» ότι δίδασκε Μαθηματικά και Φιλοσοφία. Τέλος, το γνωστό φιρμάνι Χάτ-ι Χουμαγιούν (1856) το οποίο είχε ως στόχο την παραχώρηση πολιτικών, αστικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων στους χριστιανούς παραδέχεται έστω και έμμεσα ότι Οθωμανοί αξιωματούχοι εμπόδιζαν τη λειτουργία και την επισκευή σχολείων.
Και μέσα σε αυτό το σκοτάδι, ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον «αγράμματο διαφωτιστή», που μέσα σε 16 χρόνια ίδρυσε περίπου 200 σχολεία, αφυπνίζοντας την παιδεία στην Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα. Στις Διδαχές του προτρέπει τους γονείς:
«Να σπουδάζετε και εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν».
Αυτά είναι τα αληθινά κρυφά σχολειά της Ελλάδας· κινούμενα, μετακινούμενα, ζωντανά, προσαρμοσμένα στις δύσκολες εποχές, με δασκάλους και ιερείς που δίδασκαν στα μοναστήρια, στα βουνά και στις απομονωμένες σπηλιές. Ο περίφημος πίνακας του Γύζη δεν είναι μύθος, όπως κάποιοι αδαείς ισχυρίζονται, αλλά μια συμβολική απόδοση του πνεύματος της αντίστασης.
Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι τόπος ούτε αίθουσα, είναι ιδέα· η γνώση που επιβιώνει παρά την καταπίεση, η ελληνική γλώσσα που διασώζεται, η ταυτότητα που φυλάσσεται ζωντανή από γενιά σε γενιά. Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, δεν αντιμάχονται έναν πίνακα ή ένα παραμύθι, αλλά αγνοούν το ιστορικό γεγονός, διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και προσβάλλουν τη μνήμη των αγώνων μας. Από τον 15ο αιώνα μέχρι τον 19ο, η ιστορική αλήθεια είναι αδιάψευστη: Οι Έλληνες υπόδουλοι δίδασκαν, μάθαιναν και μετέφεραν το φως της παιδείας ενάντια σε κάθε απαγόρευση, έμμεση ή άτυπη, και ο Κοσμάς ο Αιτωλός μαζί με τους κληρικούς (πραγματικούς διαφωτιστές) ήταν οι ηγετικές μορφές αυτής της πνευματικής αντίστασης. Το Κρυφό Σχολειό δεν ήταν ποτέ «ανύπαρκτο». Ήταν και είναι σύμβολο αντοχής, μόρφωσης και ελευθερίας και αυτήν την αλήθεια κανένας «ιστορικός του ψαροντούφεκου» δεν μπορεί να την σβήσει.
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Ο Άγγλος καθηγητής Noehden το 1828 αναφέρει το Γυμνάσιον Μηλιωτικόν (Μηλιές Πηλίου) ότι «ήταν αρκετά μακρυά από το φθονερό μάτι του Τούρκου κυβερνήτη».
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων το 1821 γράφει ότι «Το σχολείον της Σμύρνης εδιώκετο, δια μόνον έν μεγάλον έγκλημα, ότι διδάσκει μαθηματικά και φιλοσοφία», ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέται «ποίον σχολείον ηδύνατο να σταθεί εις την Ελλάδα;».
Ο Σ. Τρικούπης στην Ιστορία της Ελ. Επαναστάσεως αναφέρει σχετικά με τα αλληλοδιδακτικά σχολεία Χανίων και Ρεθύμνου το 1821 ότι «εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του Μαρτίου και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν».
Ο Μακάριος Χριστιανόπουλος (Μαριδάκης) το 1743 γράφει αναφερόμενος «εις σένα τέκνον όπου μήτε ελληνικήν, μήτε λατινικήν έλαβες μάθησιν. Έμαθες να διαβάζεις ελευθέρως, ίσως μήτε ελευθέρως, εις τα απλά της εκκλησίας μας βιβλία», παρόλο που ζούσε στη «χρυσή πεντηκονταετία» 1720-1770, όπου οι διωγμοί κατά της παιδείας ήταν ελάχιστες με άνθιση σχολείων.
Ο Ευγένιος Βούλγαρις το 1771 αναφέρει ρητά ότι είναι «επικίνδυνο» να μαθαίνεις ελληνικά γράμματα. Να σημειωθεί ότι πρόκειται για κορυφαίο του ελληνικού διαφωτισμού, ο οποίος γνώριζε την κατάσταση της παιδείας των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία όσο ελάχιστοι, διδάσκοντας Νεύτωνα, Καρτέσιο και Βολταίρο στα Γιάννενα, την Κοζάνη, το Άγιο Όρος και στην Κωνσταντινούπολη επί 20 έτη.
Ο Νίκος Δραγούμης αναφέρει για τον πατέρα του Μάρκο Δραγούμη ότι «εκαυχάτο πάντοτε ότι εδάρη υπό Οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων» και ότι πάντα υπήρχε ένας μαθητής ο οποίος πρόσεχε από το παράθυρο μήπως αντιληφθεί κανείς ότι γίνονταν μάθημα.
Την ίδια περίοδο ο Μελέτιος Πηγάς αναφέρει 30 χιλιάδες κομμένες γλώσσες στην Αίγυπτο επειδή «μιλούσαν ελληνικά».
Στο ίδιο μήκος κύματος πηγές για την δίωξη της παιδείας έχουμε το 1627 από Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μητροφάνη Κριτόπουλο, τον διάδοχό του Γεράσιμο Α’ το 1631.
Έχουμε τη μαρτυρία του Thomas Smith το 1680, του Ηλία Μηνιάτη το 1688, του Γεωργίου Φατζέα, μητροπολίτη Φιλαδελφείας το 1760, του Αδαμαντίου Κοραή το 1801 στο «Σάλπισμα Πολεμιστήριον» («μας στερούσι τα αναγκαία μέσα να συστήσωμεν σχολεία»), καθώς και σε κείμενο Κρητών επαναστατών το 1866.

