Το χρονικό της εκτελέσεως των Εξ (Νοέμβριος 1922)

Μέρος Α’

Τον μήνα αυτό συμπληρώνονται ογδόντα πέντε
(85) έτη από την εκτέλεση των έξι στο Γουδί. Το γεγονός αυτό ανήκει στη σφαίρα
της ιστορίας και δεν προσφέρεται για εκμετάλλευση. Ο λαός, όμως, ο οποίος ξεχνά
την ιστορία του δεν έχει μέλλον και ως εκ τούτου οι Έλληνες οφείλουν να
θυμούνται τους έξι αδίκως φονευθέντες πολιτικούς και στρατιωτικούς, οι οποίοι
έπεσαν θύματα του κομματικού φανατισμού αλλά και των περιστάσεων. Είναι
αξιοσημείωτο ότι όσοι βαρύνονται με κάποιες ευθύνες και άφησαν γραπτές
μαρτυρίες αναφέρθηκαν στο τραγικό αυτό γεγονός συνοπτικά, σαν να ήθελαν να το
προσπεράσουν. Ίσως, βαθιά μέσα τους η συνείδησή τους να τους έλεγχε και να τους
είχε ήδη καταδικάσει για τον ρόλο τους σε ένα από τα θλιβερότερα γεγονότα της
πρόσφατης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδος.  

 

Στις αρχές του
Σεπτεμβρίου του 1922 (ν.ημ.), η Μικρά Ασία αιμορραγούσε. Η άλλοτε περήφανη και
νικηφόρα στρατιά, σταλμένη από την Ελλάδα για να την απελευθερώσει, είχε
μετατραπεί (πλην ελαχίστων τιμητικών εξαιρέσεων) σε ένα ασύντακτο πλήθος
φυγάδων, οι οποίοι έσπευδαν προς τη θάλασσα για να σωθούν. Οι γηγενείς έβλεπαν
με απόγνωση αυτό το θλιβερό θέαμα και ακολουθούσαν όσα συντεταγμένα τμήματα
Ελλήνων στρατιωτών περνούσαν από τα μέρη τους στο δρόμο προς τα παράλια. Αυτό
είχε ως αποτέλεσμα να συρρεύσουν στη Σμύρνη εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων από
το εσωτερικό, οι οποίοι έψαχναν απεγνωσμένα για ένα πλεούμενο προς την Ελλάδα.
Τα πλοία, όμως, δεν επαρκούσαν και σύντομα τα ελάχιστα όργανα της ελληνικής
διοικήσεως, τα οποία είχαν παραμείνει στην πόλη, έχασαν κάθε έλεγχο της
καταστάσεως, ενώ στην Αθήνα η κυβέρνηση προσπαθούσε ακόμα να εκτιμήσει την
έκταση της ήττας.[1] Μέσα
σε αυτό το ζοφερό κλίμα, υπήρχαν και ορισμένοι «Έλληνες», οι οποίοι πανηγύριζαν
για τις εξελίξεις, θεωρώντας ότι η ήττα του ελληνικού στρατού δικαίωνε τις
πολιτικές τους επιλογές. Όταν έφθασαν σε ελληνικό έδαφος (στη Μυτιλήνη και τη
Χίο), κάποιοι αξιωματικοί, βενιζελικών κυρίως φρονημάτων, τους οποίους δεν
είχαν αποστρατεύσει οι «επάρατες» μετανοεμβριανές[2]
κυβερνήσεις, στασίασαν. Τα αίτια του κινήματος αυτού καθώς και το όποιο έργο
της επαναστάσεως θα αποτελέσουν αντικείμενο προσεχούς άρθρου. Στο παρόν κείμενο
θα γίνει αναφορά μόνο στα επακόλουθα γεγονότα της επαναστάσεως[3]
αυτής, με αποκορύφωμα την εκτέλεση των έξι. Ο συγγραφέας ελπίζει ότι το παρόν
άρθρο θα αποτελέσει το έναυσμα για τη συνολικότερη επανεξέταση της υποθέσεως
από μέρους της ελληνικής πολιτείας και την αποκατάσταση της μνήμης των έξι,
μέσω της αναθεωρήσεως της «δίκης» τους.

             Την 13η/26η Σεπτεμβρίου, ένα
αεροπλάνο υπερίπτατο της πόλεως των Αθηνών, οι κάτοικοι της οποίας προσπαθούσαν
ακόμα να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της καταστροφής στη μακρινή, γι’ αυτούς,
Μικρά Ασία. Το αεροπλάνο έκανε δύο γύρους πάνω από την πόλη και έριξε ορισμένες
προκηρύξεις, οι οποίες έγραφαν τα εξής :

                                            

«                                                     
ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΛΑΟΝ

ΠΡΟΕΔΡΟΝ
ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ

ΒΑΣΙΛΕΑ, ΔΙΑΔΟΧΟΝ,

ΠΡΟΕΔΡΟΝ
ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

 

Ο εν Μυτιλήνη και
Χίω στρατός και στόλος μοι ανέθηκαν αυθορμήτως την ηγεσίαν αυτών, όπως
διατυπώσω εν ονόματί των τας κάτωθι αξιώσεις, εν τη απολύτω πεποιθήσει ότι εις
ταύτας είναι σύμφωνος και ο λοιπός στρατός και στόλος και ιδία ολόκληρος ο
ελληνικός λαός, πλην ίσως ασημάντου μειοψηφίας, ουχί εξ ευγενών ελατηρίων
αντιφρονούσης.

Η
σωτηρία της Πατρίδος και μόνη επιβάλλει τας αξιώσεις μας ταύτας :

1ον.
Παραίτησις του Βασιλέως χάριν της Πατρίδος υπέρ του Διαδόχου.

2ον.
Άμεσος διάλυσις της Εθνοσυνελεύσεως.

3ον.
Σχηματισμός κυβερνήσεως αχρόου και εμπνεούσης εμπιστοσύνην εις την Αντάντ δια
την ταχίστην και αμερόληπτον ενέργειαν εκλογών Εθνοσυνελεύσεως και την
διαχείρισιν των εξωτερικών ζητημάτων, μέχρις ου ο λαός αποφασίση τελικώς δια
των εκλογών περί της τύχης του.

4ον.
Άμεσος ενίσχυσις του Θρακικού μετώπου.

            Ας
επικρατήση και παρ’ υμίν ο αγνός πατριωτισμός προς αποσόβησιν αλληλοσπαραγμού
και ταχυτέραν έναρξιν του έργου της εθνικής παλινορθώσεως, δι’ ης θα ανασταλή η
πλήρης καταστροφή, προς ην φερόμεθα, και θα επιτευχθή η σωτηρία της Πατρίδος.

           

Μυτιλήνη,
11 Σεπτεμβρίου 1922

 

                                                                                                         
    Σ. Γονατάς

                                                                                                         
Συνταγματάρχης»

 

Πολλά θα μπορούσαν
να γραφούν για τα αιτήματα των επαναστατών π.χ. το κατά πόσον εθνικά υπερήφανη
ήταν η απαίτηση να σχηματιστεί μία κυβέρνηση αρεστή στους ξένους ακόμα και αν
αυτή ερχόταν σε αντίθεση με την εκλεγμένη, μέσω αδιάβλητων εκλογών, υπάρχουσα
κυβέρνηση ή το πόσο δημοκρατικό ήταν το αίτημα να καταργηθεί η εκλεγμένη
Εθνοσυνέλευση και να εκλεγεί άλλη, προφανώς εναρμονισμένη με τις βουλήσεις των
επαναστατών. Η ουσία είναι ότι η νόμιμη κυβέρνηση παραιτήθηκε δίχως να προβάλει
αντίσταση, αν και διέθετε πιστές σε αυτήν δυνάμεις τουλάχιστον στην πρωτεύουσα,
ενώ το ίδιο έπραξε και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, ο οποίος επιπλέον έθεσε τον
εαυτό του στη διάθεση των επαναστατών, εκφράζοντας την επιθυμία να μεταβεί ο
ίδιος προσωπικά στη Θράκη προς ενίσχυση του μετώπου.[4]
Προφανώς, είχε και ο ίδιος πιστέψει τα γραφόμενα στην προκήρυξη,[5]
τα οποία είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσο ενστερνίζονταν έστω και λίγοι από τους
ηγέτες της επαναστάσεως.[6]
Πάντως, οι τελευταίοι δεν περίμεναν να επικρατήσουν τόσο εύκολα και
εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα ύστερα από την πάροδο δύο ημερών. Κατά τη διάρκεια
των ημερών που μεσολάβησαν, συνέβησαν διάφορα έκτροπα στην πρωτεύουσα με
πρωταγωνιστές παραστρατιωτικά στοιχεία και άτομα του υποκόσμου με επικεφαλής
τον απόστρατο υποστράτηγο και μετέπειτα δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο. Οι συμμορίες
αυτές, κινούμενες από ιδιοτελή ελατήρια και προσωπικά μίση, έδρασαν δίχως την παραμικρή
νομιμοποίηση, συλλαμβάνοντας πολλούς ανώτερους κρατικούς λειτουργούς και
αξιωματικούς. Στους συλληφθέντες συγκαταλέγονταν μεταξύ άλλων οι πρώην
Πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ο υπουργός Μιχαήλ
Γούδας καθώς και ο Στρατηγός Κωνσταντινόπουλος, οι οποίοι κρατούνταν στο κτίριο
της Διευθύνσεως της Αστυνομίας επί της οδού Πατησίων. Χαρακτηριστικό της όλης
καταστάσεως ήταν το γεγονός ότι ο Συνταγματάρχης Σκανδάλης αυτοδιορίστηκε
φρούραρχος Αθηνών, καταλαμβάνοντας διάφορα δημόσια κτίρια! Ένα ζοφερό κλίμα
τρόμου και αναρχίας είχε «εγκαθιδρυθεί» στην Αθήνα, όπου ουδείς αισθανόταν
πλέον ασφαλής.

            Οι ηγέτες της επαναστάσεως
εξεπλάγησαν από τα προαναφερθέντα γεγονότα, τα οποία και κατεδίκασαν με το
κάτωθι ανακοινωθέν :

 

«                                                       ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

 

Χθες, και προ της
εισόδου του επαναστατικού στρατού εις Αθήνας, αξιωματικοί τινες και υπάλληλοι,
μη διατελούντες εν ενεργεία, κατέλαβον εν τη πρωτευούση αρχάς τινάς προς
εξασφάλισιν της τάξεως, εκδώσαντες μάλιστα και προκηρύξεις ως προσωρινή
επαναστατική επιτροπή. Δηλούμεν ότι δια τας ενεργείας των ταύτας δεν
εξουσιοδοτήθησαν παρά της Επαναστατικής Επιτροπής, ήτις θα εγκαταστήση τας νέας
αρχάς, συμφώνως προς το πνεύμα της πρώτης προκηρύξεώς της.

           

                                                                                  Εκ
της Επαναστατικής Επιτροπής

 

                                 
Συνταγματάρχαι : Γονατάς, Πλαστήρας. Αντιπλοίαρχος Φωκάς»

 

Την
αποκήρυξη των θλιβερών εκείνων γεγονότων συμπλήρωσε και ο νέος φρούραρχος
Αθηνών Αντισυνταγματάρχης Μαυροσκότης μέσω μίας προκηρύξεώς του. Τόσο το
προαναφερθέν ανακοινωθέν όσο και η προκήρυξη του Μαυροσκότη προκάλεσαν την οργή
του Πάγκαλου, ο οποίος παρουσιάστηκε ενώπιον των ηγετών της επαναστάσεως και τους
«έπεισε» να εκδώσουν ένα νέο «διασαφητικό» ανακοινωθέν, την επόμενη ημέρα.
Σύμφωνα με το ανακοινωθέν αυτό, ουδεμία διαφωνία ή παρεξήγηση έλαβε χώρα μεταξύ
των επαναστατών καθώς ο Πάγκαλος είχε παραδώσει τη διεύθυνση  της επαναστάσεως στην Αθήνα στα μέλη της
τριμελούς επαναστατικής επιτροπής αμέσως μετά την άφιξη των τελευταίων στην
πρωτεύουσα. Η παρέμβαση του Πάγκαλου είχε ως αποτέλεσμα τη μη απελευθέρωση των
παρανόμως κρατουμένων πολιτικών και στρατιωτικών. Ήταν προφανές ότι σε
διαφορετική περίπτωση θα έμενε εκτεθειμένος ο προαναφερθείς αξιωματικός, υπό
τις εντολές του οποίου δρούσαν αυτοί που πραγματοποίησαν τις παράνομες
συλλήψεις.[7]

Το
απόγευμα της ιδίας ημέρας (15ης/28ης Σεπτεμβρίου), ο Γονατάς και ο
Πλαστήρας επισκέφθηκαν τους επικεφαλής των ξένων διπλωματικών υπηρεσιών στο
κτίριο της βρεταννικής πρεσβείας. Αυτό ήταν τουλάχιστον παράδοξο διότι αφ’ ενός
έπρεπε οι ηγέτες της επαναστάσεως να προσκαλέσουν τους ξένους διπλωμάτες και
αφ’ ετέρου οι επαναστάτες δεν είχαν σχηματίσει καν κυβέρνηση. Η μετάβαση αυτή
εξηγείται από το ότι οι μεν ηγέτες της επαναστάσεως επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν
την εύνοια των ξένων, οι δε διπλωματικοί κύκλοι είχαν τρομοκρατηθεί από το
ενδεχόμενο εκλεγμένοι πολιτικοί μίας χώρας να εκτελεσθούν άνευ δίκης, όπως
διέρρεε το περιβάλλον του Πλαστήρα. Οι διπλωμάτες συνέστησαν μετριοπάθεια στους
προσκεκλημένους τους και κατέστησαν τους δύο αξιωματικούς προσωπικώς υπεύθυνους
για την ασφάλεια του παραιτηθέντος Βασιλέως Κωνσταντίνου. Επιπλέον, ο Ολλανδός
πρεσβευτής
W. H. De Beaufort, o Βρεταννός επιτετραμμένος C. H. Bentinck και ο α΄ γραμματέας της βρεταννικής
πρεσβείας
Atchley έλαβαν την άδεια να επισκεφθούν τους παρανόμως κρατουμένους πολιτικούς
και στρατιωτικούς. Σχετικά με τους τελευταίους, οι πρεσβευτές της Γαλλίας
De Marsilly και
της Μεγάλης Βρεταννίας
Sir Francis Oswald Lindley συνέστησαν μετ’ επιτάσεως όπως παραπεμφθούν σε τακτικά δικαστήρια μετά
τον σχηματισμό κανονικής κυβερνήσεως.

 Οι δύο Συνταγματάρχες εξέφρασαν αρχικώς την
άποψη ότι επιθυμούσαν να «εξουδετερώσουν» τους υπαιτίους της καταστροφής και
μετά να κηρύξουν γενική αμνηστία. Κατόπιν, μετέβαλαν στάση, δείχνοντας ότι
συνέπλεαν με τις απόψεις των πρεσβευτών, δήλωσαν, όμως, ότι φοβόντουσαν τις
αντιδράσεις των οπαδών τους. Τέλος, οι ηγέτες της επαναστάσεως ρώτησαν τους
ξένους διπλωμάτες εάν θα μπορούσαν να τους υποδείξουν ένα σχήμα κυβερνήσεως!
Αξιοσημείωτη είναι η ανακοίνωση, την οποία εξέδωσε η επαναστατική επιτροπή μετά
το πέρας της συναντήσεως. Σε αυτήν αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι : «Λόγου
γενομένου περί κολασμού των υπευθύνων πολιτικών και στρατιωτικών, των
κρατουμένων εις τας φυλακάς, οι πρεσβευταί εξέφρασαν την γνώμην ότι δεν θα
απήχει καλώς εις την εν Ευρώπη και Αμερική κοινήν γνώμην η παραπομπή τούτων εις
επαναστατικά δικαστήρια…» Η διατύπωση του ανακοινωθέντος και το γεγονός ότι
αναφερόταν σε αυτό η σύσταση των ξένων διπλωματών σχετικά με τους παρανόμως
συλληφθέντες έδωσαν σε όλους την εντύπωση ότι θα αποφεύγονταν οι ακραίες
εξελίξεις.
To ίδιο βράδυ, δημοσιεύθηκε μία απόφαση της επαναστάσεως στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία : «Οι προ του σχηματισμού της κυβερνήσεως
συλληφθέντες ως ένοχοι των επελθουσών εθνικών συμφορών θα παραμείνωσιν εν ταις
φυλακαίς εν προφυλακίσει, μέχρις ότου η μέλλουσα Συνέλευσις αποφασίσει περί του
τρόπου της ταχυτέρας δίκης των».

            Την επόμενη ημέρα, ορκίστηκε η νέα
κυβέρνηση, προς την οποία οι επαναστάτες μεταβίβαζαν μέρος της εξουσίας τους.
Πρωθυπουργός ανελάμβανε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος, όμως, ήταν στη Βιέννη
για ιατρικούς λόγους, πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου (και αντικαταστάτης
του Ζαΐμη) ο ευρισκόμενος στην Κορινθία Σωτήριος Κροκιδάς και υπουργός
Εξωτερικών ο μόνιμος κάτοικος Παρισίων, υψηλόβαθμος διπλωμάτης (και Γάλλος
υπήκοος) Νικόλαος Πολίτης. Επομένως, οι τρεις σημαντικότεροι παράγοντες της
νέας κυβερνήσεως απουσίαζαν. Επίσης, δημοσιεύτηκε και μία απόφαση της
επαναστάσεως, η οποία όριζε, μεταξύ άλλων, ότι : «οι μέχρι του σχηματισμού της
κυβερνήσεως συλληφθέντες ως ένοχοι των επελθουσών εθνικών συμφορών θα
παραμείνουν εν ταις φυλακαίς εν προφυλακίσει μέχρις ότου η μέλλουσα Συνέλευσις
αποφασίση περί του τρόπου της ταχυτέρας δίκης των». Ήταν πασιφανές ότι οι ξένοι
διπλωμάτες είχαν επιδράσει καταλυτικά επί των ηγετών της επαναστάσεως και οι
όποιες σκέψεις περί «εκτελέσεως άνευ δίκης» ή περί «συστάσεως ειδικού
επαναστατικού δικαστηρίου» είχαν πλέον εγκαταλειφθεί. Δυστυχώς, η εντύπωση αυτή
ήταν μόνο προσωρινή.

            Την 26η Σεπτεμβρίου/9η
Οκτωβρίου, υπεγράφη ένα διάταγμα περί αμνηστεύσεως των πολιτικών και άλλων
συναφών αδικημάτων, τα οποία είχαν διαπραχθεί κατά την περίοδο των μετανοεμβριανών
κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό, απαλλάσσονταν από κάθε ποινική δίωξη
όσοι είχαν προβεί σε οιαδήποτε αδικοπραξία εναντίον των νόμιμα εκλεγέντων
ελληνικών κυβερνήσεων κατά την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1920 έως 15ης
Σεπτεμβρίου 1922. Η έκδοση του διατάγματος αυτού ήταν πολύ σημαντική και
αποκάλυπτε τις πραγματικές προθέσεις των ηγετών της επαναστάσεως, οι οποίοι
είχαν ανέλθει στην αρχή, δηλώνοντας ότι «απέβλεπαν μόνο στη σωτηρία της
πατρίδος δίχως να κινούνται από κομματικά ελατήρια».[8]
Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι τη συγκεκριμένη περίοδο (δηλαδή από τον Νοέμβριο του
1920 έως τον Σεπτέμβριο του 1922) η χώρα βρισκόταν σε πόλεμο και οι δρώντες
εναντίον της κυβερνήσεώς της ζημίωναν ουσιαστικά την πολεμική προσπάθεια της
Ελλάδος. Ως γνωστόν, κατά τη διάρκεια της περιόδου των μετανοεμβριανών
κυβερνήσεων, πολλοί βενιζελικοί αξιωματικοί βρέθηκαν εκτός στρατεύματος.[9]
Οι περισσότεροι παραιτήθηκαν είτε γιατί δεν ήθελαν να υπηρετήσουν την πατρίδα
τους υπό τις εντολές μη βενιζελικών κυβερνήσεων, είτε γιατί θεώρησαν εαυτούς
υποβιβασμένους από την επαναφορά στο στράτευμα ορισμένων, απότακτων από τον
Βενιζέλο, αξιωματικών. Πολλοί από τους αξιωματικούς αυτούς, συγκεντρώθηκαν στην
Κωνσταντινούπολη και βυσσοδομούσαν εναντίον της νόμιμα εκλεγμένης ελληνικής κυβερνήσεως.
Όργανά τους έφθασαν μέχρι του σημείου να πληροφορήσουν τους Τούρκους περί των
διαμειφθέντων σε μυστική σύσκεψη των Ελλήνων επιτελών, στην οποία παρίστατο και
ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος![10]
Επιπλέον, είναι γνωστό ότι οι Έλληνες κομμουνιστές, αν και ήταν περιορισμένοι
αριθμητικά, ασκούσαν έντονη φιλειρηνική προπαγάνδα [όπως φαίνεται ενδεικτικά
από τις προκηρύξεις της Κεντρικής Επιτροπής του Σοσιαλιστικού Εργατικού
Κόμματος Ελλάδος – Σ.Ε.Κ.Ε. (μετέπειτα Κ.Κ.Ε), οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην
εφημερίδα «Ριζοσπάστης» την 1/1/1922 και την 22/2/1922].[11]
Αποτέλεσμα της προπαγάνδας αυτής ήταν η οργάνωση διαφόρων απεργιών (με δίκαια
ίσως αιτήματα), οι οποίες παρεμπόδιζαν την πολεμική προσπάθεια της χώρας, π.χ.
στους σιδηροδρόμους. Όλες αυτές οι πράξεις αμνηστεύονταν από την επανάσταση, η
οποία τοποθετούσε τον εαυτό της αυτομάτως σε θέση αντιπάλου των μετανοεμβριανών
κυβερνήσεων. Σημαντικότερο, όμως, όλων ήταν ότι η πράξη αυτή  αποτελούσε την πρώτη μίας σειράς νομικών
υπερβάσεων και αυθαιρεσιών, οι οποίες καταρράκωσαν κάθε έννοια δικαιοσύνης και
ισονομίας στη χώρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι από την αμνήστευση εξαιρούνταν όσοι
βαρύνονταν με οιαδήποτε άλλη κατηγορία για πράξεις, οι οποίες είχαν τελεστεί
κατά την προαναφερθείσα περίοδο (δηλαδή οι ήδη συλληφθέντες πολιτικοί και
στρατιωτικοί), ενώ καθίστατο δυνατή η σύλληψη και άλλων «ενόχων». Η επανάσταση
δικαιολόγησε την εξαίρεση αυτή με το σκεπτικό ότι η ίδια δεν μπορούσε να
αμνηστεύσει τους συλληφθέντες, την τύχη των οποίων είχε εναποθέσει στα χέρια
των μελών της μελλοντικής Εθνοσυνελεύσεως. Την ημέρα εκείνη, συνελήφθη στην
οικία του και ο Στρατηγός Χατζανέστης ύστερα από μήνυση, η οποία υποβλήθηκε
εναντίον του. Ο ίδιος είχε σπεύσει να εκθέσει συνοπτικά το έργο του στη Μικρά
Ασία κατά τη διάρκεια της αρχιστρατηγίας του αμέσως μετά από την επιστροφή του
στην Αθήνα. Μετά από τρεις ημέρες, μεταφέρθηκε και αυτός, μαζί με τους άλλους
παρανόμως συλληφθέντες, στις φυλακές Αβέρωφ.      

            Στις 2/15 Οκτωβρίου, έφθασε στην
Αθήνα, προερχόμενος από το Παρίσι, ο νεοδιορισθείς  υπουργός Εξωτερικών Πολίτης, ο οποίος
ορκίστηκε την επομένη. Η άφιξή του έδωσε νέα διάσταση στην έντονη διαπάλη, η
οποία είχε ξεσπάσει στο εσωτερικό της επαναστάσεως. Η διαπάλη αυτή είχε ως
συνέπεια τον συνεχή ανασχηματισμό της ηγετικής ομάδας των επαναστατών. Διαφοροποιείτο
ακόμα και ο αριθμός των μελών της, ο οποίος κυμαινόταν από  δεκατέσσερα (14) – περί την 16η/29η
Σεπτεμβρίου – έως τέσσερα (4) – την 29η Σεπτεμβρίου/12η
Οκτωβρίου. Οι μόνοι αμετακίνητοι σε όλους τους ανασχηματισμούς ήταν ο Γονατάς
και ο Πλαστήρας. Στα μέσα Οκτωβρίου (ν.ημ.), ο Πάγκαλος προέβη σε μία επίδειξη
ισχύος, μιλώντας σε συγκέντρωση τριακοσίων (300) περίπου κατωτέρων αξιωματικών
στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» με θέμα την άμεση και παραδειγματική
τιμωρία των υπαιτίων της καταστροφής. Η συγκέντρωση κατέληξε στην έκδοση ενός
αυστηρού ψηφίσματος. Τότε, κατέστη φανερό ότι οι μετριοπαθείς ηγέτες της
επαναστάσεως περιθωριοποιούνταν. Την 4η/17ηη Οκτωβρίου, η
επικράτηση των αδιαλλάκτων πιστοποιήθηκε με την κοινοποίηση ενός διαγγέλματος
προς τον ελληνικό λαό, το οποίο ανέφερε :

« Η Επαναστατική
Επιτροπή έχουσα την αντίληψιν ότι εισέτι δεν έχει επιτευχθή πλήρης σαφήνεια ως
προς τον πολιτικόν χαρακτήρα και του σκοπούς της Επαναστάσεως, θεωρεί
επιβεβλημένον όπως προβή εις τας ακολούθους δηλώσεις :

H Eπανάστασις
έχει ταχθή υπεράνω των κομμάτων. Αυτό σημαίνει ότι η Επανάστασις ούτε
κομματίζεται, ούτε φατριάζει. Και θα τηρήση, μέχρι των εκλογών, κατά τας οποίας
θα εκφρασθή ελευθέρως η κυρίαρχος θέλησις του λαού, και δικαιοσύνην, και
ευνομίαν, και τάξιν.

Αλλά δεν σημαίνει
ότι η Επανάστασις δεν ακολουθεί ορισμένην εθνικήν πολιτικήν, αφού αυτή ακόμη η
ύπαρξις της Επαναστάσεως αποτελεί πολιτικήν. Και η πολιτική της εθνικής
σωτηρίας, την οποίαν διέγραψεν η Επανάστασις, δεν συνίστατο μόνον εις τον
εξαναγκασμόν της παραιτήσεως του Κωνσταντίνου, αλλά – χωρίς βεβαίως να θίγη τας
βάσεις του πολιτεύματος – και εις την κατάλυσιν ολοκλήρου του Κωνσταντινικού –
αυλικού, πολιτικού και στρατιωτικού- συγκροτήματος, το οποίον έταξε τον Βασιλέα
υπεράνω της Πατρίδος, κατέλυσε τας λαϊκάς ελευθερίας, και τοιουτοτρόπως
επροκάλεσε την μεγάλην εθνικήν συμφοράν.

Επίσης, η πολιτική
της Επαναστάσεως συνίσταται εις την προσπάθειαν προς πλήρη ανασύνδεσιν των
συμμαχικών σχέσεων της Ελλάδος προς τας Μεγάλας Δυνάμεις, επειδή πιστεύει ότι
μόνον τοιουτοτρόπως είναι δυνατή η εθνική σωτηρία.

Συνεπώς, η
Επαναστάσις ευρίσκεται αντιμέτωπος και θεωρεί εχθρούς της Πατρίδος όλους
ανεξαιρέτως τους πρωτοστατήσαντας παράγοντας του Κωνσταντινισμού, εις τους
οποίους οφείλεται η διάρρηξις των συμμαχιών, η μεγάλη τραγωδία του γένους.

Τέλος, η πολιτική
της εθνικής σωτηρίας συνίσταται εις την προσπάθειαν προς έξαρσιν του εθνικού
φρονήματος και συναδέλφωσιν. Αλλ’ η συναδέλφωσις θα ήτο αρχή ανήθικος αν
επρόκειτο να σημάνη λήθην ή μετάθεσιν των τρομερών ευθυνών, σύγχυσιν των αθώων
και των ενόχων.

Η Επανάστασις
αποβλέπει εις την συναδέλφωσιν του πλανηθέντος λαού, ο οποίος υπέστη υπό των
αναξίων αρχόντων τας σκληροτάτας θυσίας αίματος, χρήματος και τιμής. Αλλά
θεωρεί επιβεβλημένην την παραδειγματικήν ποινικήν τιμωρίαν των “εχθρών της
Πατρίδος”, εις τους οποίους οφείλεται η κατάρρευσις του Μικρασιατικού μετώπου,
καθώς και η διεθνής καταδίκη της Θράκης- η οποία δυστυχώς είχε προηγηθεί της
Επαναστάσεως- καθώς και τον οριστικόν, ηθικόν και πολιτικόν θάνατον των πρωτουργών
της καταστροφής».           

            Πολλά
θα μπορούσαν να γραφούν για το περιεχόμενο του προαναφερθέντος διαγγέλματος,
π.χ. σχετικά με την απώλεια της (ανατολικής) Θράκης, η οποία απωλέσθη μετά από
την επικράτηση της επαναστάσεως! Στο παρόν, όμως, άρθρο θα γίνει αναφορά μόνο
στα γεγονότα τα σχετιζόμενα με τους έξι. Το διάγγελμα αυτό αναιρούσε πλήρως τις
προηγούμενες απόψεις των ηγετών της επαναστάσεως επί του θέματος όπως αυτές
είχαν εκφραστεί είτε μέσω διαγγελμάτων και δημοσιεύσεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
είτε μέσω των δηλώσεων του Πλαστήρα και του Γονατά στους ξένους διπλωμάτες, την
15η/28η 
Σεπτεμβρίου. Η αναγγελία του υποδήλωνε ότι οι νέοι ηγέτες της χώρας
είχαν αποφασίσει εκ των προτέρων για την τύχη των παρανόμως συλληφθέντων, τους
οποίους έκριναν ως ενόχους της Μικρασιατικής καταστροφής. Προκειμένου δε να
δικαιολογήσουν τη μεταβολή αυτή των απόψεών τους, οι ηγέτες της επαναστάσεως
άφηναν να εννοηθεί ότι εάν δεν τιμωρούνταν οι υπαίτιοι της καταστροφής, δεν θα
ήταν δυνατή η επανασύνδεση των σχέσεων της Ελλάδος με την
Entente. Κατά
συνέπεια, η τιμωρία των υπευθύνων ήταν απαίτηση των ξένων, οι οποίοι, όμως,
ήταν κάθετα αντίθετοι προς οιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια, όπως έχει ήδη
καταδειχθεί. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς με ποια κριτήρια κατέληξαν στην
επιλογή των ενόχων. Ορισμένοι άλλοι διατύπωσαν το εύλογο ερώτημα εάν ήταν
ηθικώς ορθόν οι επαναστάτες, οι οποίοι ως αξιωματικοί πολέμησαν και ηττήθηκαν
στη Μικρά Ασία, να κρίνουν τους πολιτικούς ηγέτες μίας ολοκλήρου παρατάξεως (οι
οποίοι είχαν εκλεγεί από τον ελληνικό λαό με άνω του 55% των ψήφων για να
κυβερνήσουν την χώρα) ως «εχθρούς της Πατρίδος»! Τέλος, ορισμένοι διερωτήθηκαν
ποιος ήταν ο παράγοντας εκείνος, ο οποίος επέδρασε καταλυτικά στην αλλαγή των
ισορροπιών στους κόλπους της ηγετικής ομάδος των επαναστατών και υιοθετήθηκε
μία πιο σκληρή γραμμή. Στο τελευταίο ερώτημα πολλοί αποκρίθηκαν πως ευθυνόταν ο
Νικόλαος Πολίτης, άποψη η οποία ενισχύεται και από την περίφημη επιστολή του
τελευταίου προς τον Βενιζέλο με ημερομηνία 17/30 Οκτωβρίου 1922.

            Την 6η/19η
Οκτωβρίου, δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μία νέα απόφαση της
επαναστάσεως, σύμφωνα με την οποία :

«Προς εκτέλεσιν του
προγράμματος της Επαναστάσεως, η επαναστατική επιτροπή κρίνουσα αναγκαίαν και
επείγουσαν την διακρίβωσιν των υπευθύνων της τελευταίας εθνικής συμφοράς,
στρατιωτικών και μη, και την ταχίστην τιμωρίαν αυτών, αποφασίζει την
συγκρότησιν ανακριτικής επιτροπής υπό την προεδρίαν ανωτάτου αξιωματικού, του
αριθμού και των μελών αυτής διοριζομένων παρά του προέδρου αυτής.

Η ανακριτική
επιτροπή δια των μελών της θα ενεργήση το ταχύτερον ευρείαν ανάκρισιν, δυναμένη
προς τούτο να καλή μάρτυρας και κατηγορουμένους, να διατάσση την σύλληψιν και
προφυλάκισιν ατόμων δια διαταγής του προέδρου αυτής, να αναθέτη εις
αξιωματικούς και δικαστικούς υπαλλήλους την εξέτασιν μαρτύρων ή κατηγορουμένων
και εν γένει την ενέργειαν ανακριτικών πράξεων, τηρουμένων των διατάξεων της
Ποινικής Νομοθεσίας κατά το μάλλον εφικτόν.

Ο πρόεδρος της
επιτροπής, συγκεντρών τα στοιχεία ενοχής κατά των υπαιτίων, θα υποβάλλη δι’
εκθέσεώς του εκάστοτε τα πορίσματά του εις την επαναστατικήν επιτροπήν, ήτις θα
αποφασίζη περί της παραπομπής ή μη τούτων εις έκτακτον στρατοδικείον, συμφώνως
προς εκδοθησομένην διαταγήν της, δι’ ης θέλουσι καθορισθή τα της συστάσεως τούτου,
της τηρητέας διαδικασίας και εκτελέσεως των αποφάσεών του.

Μετά το πέρας των
ανακρίσεων, ο πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής θα υποβάλη γενικήν έκθεσιν επί
των αιτίων της καταστροφής και της σχετικής ευθύνης εκάστου».

Το
μόνο που δεν ανέφερε το κείμενο εκείνο ήταν το όνομα του επικεφαλής των
ανακρίσεων, ο οποίος αποκτούσε απεριόριστες εξουσίες και διόριζε ακόμα και τα
μέλη της ανακριτικής επιτροπής. Θα ήταν άραγε κάποιος επιφανής αξιωματικός,
γνωστός για την ευρυμάθειά του, την αμεροληψία και τη νηφαλιότητα, που
απαιτούσε η συγκεκριμένη θέση ; Η απάντηση ήταν αρνητική. Πρόεδρος της
ανακριτικής επιτροπής τοποθετήθηκε ο Υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος
δεν συγκέντρωνε κανένα από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά. Κατωτέρω, θα
παρατεθούν αδιάσειστα  στοιχεία για την
«αντικειμενικότητα» και τη «νηφαλιότητα» του συγκεκριμένου υποστρατήγου καθ’
όλη την εξέλιξη των γεγονότων. Η ελληνική κοινή γνώμη, οι παρανόμως
συλληφθέντες και οι ξένοι διπλωμάτες, οι οποίοι υπηρετούσαν στην Αθήνα, αμέσως
προδίκασαν το αποτέλεσμα των ανακρίσεων. Ουδεμία αμφιβολία χωρούσε. Η
επανάσταση εκτρεπόταν σε επικίνδυνες ατραπούς, παρασύροντας μαζί της και τη
χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι εγκαταλειπόταν και η ιδέα περί παραπομπής της
υποθέσεως στη νέα Εθνοσυνέλευση, άποψη την οποία διατυμπάνιζε μετ’ επιτάσεως η
επανάσταση. Επιπλέον, αξίζει να προσεχθεί το νομικό παράδοξο να δικάζονται από
έκτακτο στρατοδικείο μαζί με στρατιωτικούς και πολιτικοί, ενώ δηλωτική των
πραγματικών προθέσεων των επαναστατών ήταν η φράση «..τηρουμένων των διατάξεων
της Ποινικής Νομοθεσίας κατά το μάλλον εφικτόν». Στην πραγματικότητα επρόκειτο
να τηρηθούν ελάχιστες δικονομικές διατάξεις καθώς οι στρατοδίκες θα προέβαιναν
στη διάπραξη πλήθους δικονομικών παραβάσεων.

            Η ανακοίνωση αυτή προκάλεσε σάλο και
οξύτατες αντιδράσεις από ξένους κύκλους. Χαρακτηριστικά, ο Βρεταννός πρεσβευτής
απηύθυνε μία προσωπική επιστολή προς τον Πολίτη, ενώ ο Ιταλός ομόλογός του
G. C. Montagna προέβη
σε προφορικό διάβημα προς τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών. Οι αντιδράσεις
καθίσταντο εντονότερες με την πάροδο των ημερών, γεγονός το οποίο έφερε σε πολύ
δύσκολη θέση τους ηγέτες της επαναστάσεως. Ως εκ τούτου, αυτοί υποχρέωσαν
τον  Υποστράτηγο Πάγκαλο να δηλώσει ότι
καμμία άλλη σύλληψη δεν επρόκειτο να λάβει χώρα. Η δήλωση αυτή έγινε την 11η/24η
Οκτωβρίου και αφορούσε κυρίως τον πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος ήταν στο στόχαστρο
των επαναστατών.[12]
Εντούτοις, λίγες μόνο ώρες αργότερα, συνελήφθησαν τόσο ο πρίγκιπας Ανδρέας όσο
και ορισμένες σημαίνουσες προσωπικότητες του αντιβενιζελικού στρατοπέδου (οι
πολιτικοί Χαράλαμπος Βοζίκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, ενώ ο δημοσιογράφος
Νικόλαος Κρανιωτάκης συνελήφθη την επομένη). Επίσης, κατά τις προσεχείς ημέρες
συνελήφθησαν όλοι σχεδόν οι ηγέτες της αντιβενιζελικής παρατάξεως, μεταξύ των
οποίων συγκαταλέγονταν ο Νικόλαος Καλογερόπουλος και ο Παναγής Τσαλδάρης. Είναι
αξιοσημείωτο ότι οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν τη δυνατότητα διαφυγής (η οποία
τους υποδείχθηκε ακόμα και από μετριοπαθείς πολιτικούς τους αντιπάλους, όπως ο
εκδότης του «Ελευθέρου Βήματος» Δημήτριος Λαμπράκης στην περίπτωση του Νικολάου
Στράτου) αλλά αρνήθηκαν.[13]
Αργότερα, άλλοι πολιτικοί όπως ο Πλαστήρας και ο Ιωάννης Μεταξάς διέφυγαν στο
εξωτερικό για να γλιτώσουν τη ζωή τους χωρίς αυτό να αποτελέσει ψόγο για τη
σταδιοδρομία τους. Συνολικά, εντός ολίγων μόνο ημερών είχαν συλληφθεί
εκατοντάδες άτομα χωρίς να υπάρχει εισαγγελική εντολή και με κατηγορίες, οι
οποίες τροποποιούνταν κατά το δοκούν. 

            Η επανάσταση δεν αρκέστηκε στις
συλλήψεις αυτές αλλά διοργάνωσε και ένα συλλαλητήριο για να δείξει προς τον έξω
κόσμο ότι συγκέντρωνε την υποστήριξη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού ακόμα
και μετά την απώλεια της ανατολικής Θράκης. Η επανάσταση προετοίμασε επί ημέρες
την οργάνωση του συλλαλητηρίου αυτού, το οποίο έλαβε χώρα το απόγευμα της
Κυριακής 9ης/22ας Οκτωβρίου προκειμένου να είναι κλειστά
τα καταστήματα. Ως εκ τούτου, συγκεντρώθηκε αρκετός κόσμος, ο οποίος αποτελείτο
στην πλειοψηφία του από γνωστά στελέχη των βενιζελικών, πρόσφυγες και
στρατιώτες. Ομιλητές ήταν ο Γονατάς και ο Πλαστήρας (ο οποίος έκανε λόγο για
αιματηρή τιμωρία των ενόχων της εθνικής συμφοράς). Στο τέλος των ομιλιών
αναγνώσθηκε ένα ψήφισμα της «επιτροπής του συλλαλητηρίου», το οποίο είχε
συνταχθεί προ ημερών, παρουσία των μελών των προεδρείων διαφόρων σωματείων,
καθηγητών πανεπιστημίου και πολιτευόμενων. Αυτοί είχαν κληθεί από κάποια
στελέχη της επαναστάσεως, τα οποία δεν φαντάζονταν ότι θα συναντούσαν τις
αντιδράσεις των παρισταμένων στην απόπειρά τους όπως συμπεριληφθούν στο ψήφισμα
φράσεις περί καταδίκης των πρωταιτίων της καταστροφής. Τελικώς, εκδηλώθηκαν
πολύ έντονες αντιδράσεις και οιαδήποτε τέτοια αναφορά διαγράφηκε,
περιοριζομένου του ψηφίσματος σε μία απλή έκφραση υποστηρίξεως προς την
επανάσταση. Εντούτοις, οι ηγέτες των επαναστατών θεώρησαν τους εαυτούς τους
αρκετά ισχυρούς και προχώρησαν στη δημοσίευση ενός νομοθετικού διατάγματος με
θέμα τη σύσταση ενός ειδικού επαναστατικού δικαστηρίου. Σημειωτέον, ότι η
επανάσταση είχε αποφασίσει την εκχώρηση του «δικαιώματος» να εκδίδει διατάγματα
(το οποίο είχε αποκτήσει «επαναστατικώ δικαίω») στην κυβέρνηση Κροκιδά.
Επομένως, παρουσιαζόταν ανακόλουθη και στο σημείο αυτό.

Το
διάταγμα αυτό παρουσιάστηκε αρχικώς στα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο
Πολίτης ήταν σφόδρα αντίθετος στην αναφορά της ποινής της υπερορίας (εξορίας)
και δήλωσε ότι θα αποχωρούσε της συνεδριάσεως, μη αποδεχόμενος την «κωμωδία της
εξορίας της Κορσικής» (όπου είχαν εξοριστεί οι αντιβενιζελικοί πολιτικοί μετά
την κατίσχυση του Βενιζέλου το 1917 και έως το 1920). Τελικώς, παρέμεινε αφού
του παρασχέθηκαν οι διαβεβαιώσεις ότι η αναφορά στην εξορία είχε
μόνο…φιλολογική αξία. Το διάταγμα αυτό όριζε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν τη
δυνατότητα να λάβουν γνώση της δικογραφίας εντός τριημέρου και ότι μπορούσαν να
προτείνουν μάρτυρες υπερασπίσεως κατά την ακροαματική διαδικασία υπό τον όρο
ότι ο αριθμός τους δεν θα ξεπερνούσε αυτόν των μαρτύρων κατηγορίας! Επίσης, το
διάταγμα όριζε ότι κάθε κατηγορούμενος μπορούσε να διορίσει έναν μόνο συνήγορο,
ότι ουδείς μάρτυρας ήταν εξαιρετέος και ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου είχε
απεριόριστη εξουσία όπως απαγορεύσει την υποβολή ερωτήσεων. Τέλος, υπήρχαν τρία
άρθρα, τα οποία προδίκαζαν κατά πολλούς την αιματηρή έκβαση της δίκης. Πιο
συγκεκριμένα αναγραφόταν :

 «(άρθρον 18ον) – Κατά των
κηρυχθησομένων ενόχων επιβάλλονται, αναλόγως της ευθύνης εκάστου, κατά την
κυριαρχικήν κρίσιν του δικαστηρίου, εις την ευσυνειδησίαν του οποίου επαφίεται
η Επαναστατική Επιτροπή, αι ποιναί, αι προβλεπόμεναι υπό της Στρατιωτικής
Ποινικής Νομοθεσίας και του κοινού Ποινικού Νόμου, προστιθεμένης της ποινής της
υπερορίας, ισοβίου ή προσκαίρου, οπότε ορίζεται εν τη αποφάσει και η διάρκεια
αυτής. Αι σχετικαί διατάξεις του Συντάγματος δεν ισχύουσιν εν προκειμένω.

(άρθρον 19ον)
– Το αυτό δικαστήριον αποφαίνεται και περί χρηματικής αποζημιώσεως υπέρ του
δημοσίου κατ’ ελευθέραν κρίσιν, επιτρεπομένης κατά το στάδιον της προδικασίας
της κατασχέσεως, ήτις επιβάλλεται δια διαταγής του προέδρου της Ανακριτικής
Επιτροπής κατά την κρίσιν του.

(άρθρον 20ον)
– Κατά των υπό του Εκτάκτου Στρατοδικείου εκδιδομένων αποφάσεων ουδέν χωρεί τακτικόν
ή έκτακτον ένδικον μέσον, η εκτέλεσις δε αυτών γίνεται συμφώνως τοις κειμένοις
Νόμοις, διαταγή της Επαναστατικής Επιτροπής.»

            Η τύχη των κατηγορουμένων ήταν πλέον
προδιαγεγραμμένη. Τίποτα και κανείς (εκτός ίσως του Βενιζέλου) δεν θα μπορούσε
να τους σώσει. Η επανάσταση, η οποία οργανωνόταν επί μακρόν (όπως γράφει ο
Γονατάς στα Απομνημονεύματά του) και εξερράγη προκειμένου να
αποφύγουν ορισμένοι να λογοδοτήσουν για τη στάση τους στο μέτωπο (σύμφωνα με
πολλές μαρτυρίες), αποκήρυττε εμπράκτως τις αρχικές της διακηρύξεις περί
«σωτηρίας της πατρίδος και επιτεύξεως εκ νέου της εθνικής ομοψυχίας»,
μεταβαλλόμενη σε όργανο των πλέον τυχοδιωκτικών ατόμων της μίας πολιτικής
μερίδος. Στο β΄ και τελευταίο μέρος του άρθρου θα περιγραφούν συνοπτικά τα
γεγονότα της «προανακρίσεως», της «δίκης» και της εκτελέσεως των έξι, τα οποία
δίχασαν για πολλά έτη τον ελληνικό λαό και ώθησαν τον φιλέλληνα πρεσβευτή της
Ολλανδίας
W.H. de Beaufort να γράψει : «Το έγκλημα το οποίον διεπράχθη από τας ελληνικάς αρχάς
έχει προκαλέσει την αγανάκτησιν και τον αποτροπιασμόν παντός πολιτισμένου
ανθρώπου». 

  

ΤΟ
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΞ (ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1922)

                                                                                        (Μέρος
Β΄)

 

Στο προηγούμενο άρθρο παρουσιάστηκαν
συνοπτικά τα γεγονότα στην πολιτική σκηνή της Ελλάδος από την αναγγελία της
καταστροφής στη Μικρά Ασία έως την αποστολή στο Υπουργικό Συμβούλιο του νομοθετικού
διατάγματος για τη συγκρότηση του στρατοδικείου, το οποίο θα δίκαζε τους
πρωταιτίους της προαναφερθείσης καταστροφής. Εξετάστηκαν τα γεγονότα, που
οδήγησαν στην εύκολη και αναίμακτη επικράτηση των στασιαστών (επαναστατών)
καθώς και στην παράνομη σύλληψη πλειάδας αξιωματούχων των μετανοεμβριανών,
νομίμως εκλεγμένων, κυβερνήσεων. Τέλος, περιγράφηκε η διολίσθηση της
επανάστασης προς την αδιαλλαξία, η οποία τη μετέτρεψε από ένα ακομμάτιστο
κίνημα εθνικού χαρακτήρα σε όργανο πολιτικής αντεκδικήσεως.

 

Την 13η/26η
Οκτωβρίου, δημοσιεύτηκε το νομοθετικό διάταγμα για την προσαγωγή σε δίκη οκτώ
σημαινόντων πολιτικών και στρατιωτικών της αντιβενιζελικής παρατάξεως. Το
διάταγμα αυτό αναιρούσε ουσιαστικά όλες τις προηγούμενες ανακοινώσεις της
επαναστάσεως αλλά και τις διαβεβαιώσεις των ηγετών της προς τους ξένους
διπλωμάτες περί της τύχης των παρανόμως συλληφθέντων αξιωματούχων. Έχει ήδη
αναφερθεί ότι τα νήματα της υποθέσεως κινούσε ουσιαστικά ο Πάγκαλος, ο οποίος
καταφερόταν με πραγματικό μένος εναντίον των παρανόμως συλληφθέντων. Αυτός
εξασφάλισε την τοποθέτησή του στη θέση του επικεφαλής των ανακρίσεων, ενώ ο
ίδιος θα όριζε και τα μέλη του εκτάκτου στρατοδικείου.

Είναι
αξιοσημείωτη η προσπάθεια της επαναστάσεως να δικαιολογήσει τις συνεχείς
παλινωδίες της για την τύχη των παρανόμως συλληφθέντων στην ελληνική κοινή
γνώμη. Μόνιμη επωδός των επαναστατών ήταν ότι επιθυμούσαν να εναρμονίσουν τις
πράξεις τους με τις βουλήσεις των κυβερνήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων.  Η αναλήθεια του επιχειρήματος έχει ήδη
καταδειχθεί στο προηγούμενο άρθρο. Στο σημείο αυτό (και προτού συνεχισθεί η
χρονολογική παράθεση των γεγονότων) θα παρατεθούν ορισμένα αποσπάσματα από την
έκθεση του Βρεταννού πρεσβευτή στην Αθήνα
Sir Francis Oswald Lindley προς
τον προϊστάμενό του υπουργό
George Nathaniel Curzon με ημερομηνία 21
Οκτωβρίου/3 Νοεμβρίου 1922.

            Ο Lindley ανέφερε στην αρχή
της εκθέσεώς του ότι η παραπομπή σε έκτακτο στρατοδικείο των κατηγορουμένων
ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την προσωπική διαβεβαίωση προς αυτόν των ηγετών
της επαναστάσεως Γονατά και Πλαστήρα. Κατόπιν, ο Βρεταννός διπλωμάτης σημείωνε
τη συζήτηση, την οποία είχε για το θέμα αυτό με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών
Πολίτη. Ο πρώτος επέστησε την προσοχή του Έλληνα υπουργού «επί των
καταστρεπτικών συνεπειών μίας δίκης διεξαχθείσης ενώπιον δικαστηρίου, το οποίον
ουδείς αντιβενιζελικός θα ανεγνώριζεν ως αμερόληπτον ή αρμόδιον». Ιδιαίτερη
εντύπωση προκάλεσε στον Βρεταννό διπλωμάτη η στάση του πολύπειρου συνομιλητή
του, ο οποίος δεν κατάφερε να κρύψει την απέχθειά του για τους κατηγορουμένους.
Ο Πολίτης δεν αρκέστηκε στο να επαναλάβει τη συνήθη επιχειρηματολογία της
κυβερνήσεως αλλά επιπλέον τόνισε ότι είχε επικρατήσει υπερβολική ανευθυνότητα
στην Ελλάδα και απαιτείτο να δοθεί ένα παράδειγμα για την πολιτική
διαπαιδαγώγηση των Ελλήνων! Ο
Lindley επικαλέστηκε πολλά επιχειρήματα υπέρ της
αδήριτης ανάγκης όπως τοποθετηθούν τουλάχιστον αμερόληπτοι δικαστές. Επίσης,
αυτός τόνισε το κακό προηγούμενο, το οποίο θα δημιουργείτο με την εκτέλεση
υπουργών για λάθη ή παραλείψεις επί εξωτερικών ή στρατιωτικών ζητημάτων κατά τη
διάρκεια της θητείας τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Βρεταννός διπλωμάτης έκανε
λόγο για «εκτέλεση», καθώς θεωρούσε την έκβαση της δίκης ως προδιαγεγραμμένη! Ο
Lindley κατέληξε στην αναφορά του, σημειώνοντας επί λέξει τα εξής : «Όχι μόνον
ο Πολίτης ουδόλως ήτο ικανοποιητικός εις την στάσιν του γενικώς, αλλ’ άφηνεν
ευκόλως να διαφανή ότι ωθείτο από το πλέον εμπαθές πολιτικόν μίσος και ότι με
αρκετήν ευχαρίστησιν θα έβλεπε τους αρχηγούς των παλαιών κομμάτων τιμωρουμένους
προκειμένου να εξαφανίση από τον πολιτικόν στίβον τινάς εκ των αντιπάλων του
και να ενσπείρη πανικόν εις τους λοιπούς».

            Η προαναφερθείσα αναφορά προσφέρει
για πρώτη φορά το κίνητρο των επαναστατών για την εξόντωση των ηγετών
της αντιβενιζελικής παρατάξεως. Εντούτοις, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει
πιστευτό ότι πολιτικοί και στρατιωτικοί άνδρες της εποχής θα έφθαναν μέχρι του
σημείου της φυσικής εξοντώσεως των αντιπάλων τους. Και όμως το κίνητρο αυτό
επιβεβαιώνεται από δύο εκ των πρωταγωνιστών της εκτελέσεως των έξι, τον Πολίτη
και τον Πάγκαλο. Ο μεν πρώτος έγραψε στην περίφημη επιστολή του προς τον
Βενιζέλο με ημερομηνία 17/30 Οκτωβρίου 1922. «Ότε προ δύο εβδομάδων έφθανον εις
Ελλάδα κατόπιν διετούς απουσίας, εφανταζόμην ότι η Επανάστασις είχεν εκριζώσει
τον κωνσταντινισμόν και ότι ετίθετο ζήτημα υπερισχύσεως μίας των δύο
φιλελευθέρων ομάδων, της συντηρητικής ή της δημοκρατικής. Δεν ήργησα ν’
αντιληφθώ ότι τούτο ήτο βαθυτάτη πλάνη. Ο κωνσταντινισμός παραμένει ο
κυριώτερος κίνδυνος του νέου καθεστώτος…Υπό τοιαύτας συνθήκας, μετά πεποιθήσεως
φρονώ ότι εάν το Κόμμα των Φιλελευθέρων κατέλθη εις εκλογάς αντιμέτωπον των
άλλων κομμάτων με καθαρώς φιλελευθέρους συνδυασμούς, ασφαλώς θα αποτύχη,
εξασφαλίζοντος την νίκην του νέο-κωνσταντινισμού…Η Επαναστατική Επιτροπή
απαρτιζομένη εκ πέντε μελών, περιλαμβάνει σήμερον εν πλειοψηφία στοιχεία εκ των
αδιαλλάκτων φιλελευθέρων. Εμφορείται από τον πλέον αγνόν πατριωτισμόν αλλά
στερείται πολιτικού πνεύματος και πολιτικού προγράμματος. Όλη η προσοχή της
εστράφη πλέον εις την εκδίκασιν των πολιτικών και στρατιωτικών υπευθύνων της
εθνικής συμφοράς. Κατόπιν της αρχικής επεμβάσεως των πρέσβεων της Αγγλίας και
της Γαλλίας, είχε δεχθή την αναβολήν της δίκης μέχρι των εκλογών όπως διαταχθή
και διεξαχθή παρά της Εθνοσυνελεύσεως. Τούτο είχε πτοήσει τους Φιλελευθέρους.
Εδημιουργήθη ρεύμα αρκετής μερίδος της κοινής γνώμης. Η Επαναστατική Επιτροπή
υπό την πίεσιν ταύτην απεφάσισε να προβή άνευ αναβολής εις την δίκην,
επαναστατικώ δικαίω. Συνεστήθη ανακριτική επιτροπή…και επελήφθη της ανακρίσεως
μετ’ ιδιαζούσης σπουδής…Η δίκη θα διαρκέση ολίγας μόνον ημέρας και αν
απολήξη εις θανατικάς αποφάσεις η Επαναστατική Επιτροπή εννοεί να προβή εις την
άμεσον εκτέλεσιν
αυτών…» [14]

Ακόμα
πιο αποκαλυπτικός υπήρξε ο Πάγκαλος στην επιστολή, την οποία απέστειλε στον
Βενιζέλο, συμπτωματικά την αυτή ημέρα με τον Πολίτη, δηλαδή την 17η/30η
Οκτωβρίου 1922. Αυτός έγραφε χαρακτηριστικά : «…ανέλαβον το άχαρι έργον του
προέδρου της ανακριτικής επιτροπής και απέστειλα ήδη εις το Επαναστατικόν
Στρατοδικείον την πρώτην δόσιν των οκτώ κατηγορουμένων ων η δίκη αρχίζη αύριον.
Κατ’ εμήν πεποίθησιν θα καταδικασθούν και θα τυφεκισθούν ασφαλώς. Η Επανάστασις
ηθέλησεν εν αρχή να επιτύχη την περίφημον γεφύρωσιν δια της ανοχής και της
επιεικίας. Διαφωνήσας απεσύρθην εντελώς πάσης αναμίξεως εν τη κατευθύνσει αυτή.
Πολύ ταχέως κατόπιν οι διευθύνοντες επείσθησαν ότι επλανώντο. Η Επανάστασις
ήρξατο εκφυλιζομένη και οι απομείναντες πυρήνες του Κωνσταντινικού μολύσματος
ήγειρον θρασείαν την κεφαλήν. Εζήτησαν τότε την συνεργασίαν μου και επείσθην να
αναλάβω το έργον της ανακρίσεως υπό ωρισμένους όρους, να κατευθύνω δικτατορικώς
ου μόνον ταύτην, αλλά και την όλην διαδικασίαν μέχρι και αυτής της εκλογής των
προσώπων του Στρατοδικείου…»

            Η παρέκβαση αυτή ήταν απαραίτητη για
να καταδειχθεί ότι το κίνητρο της εκτελέσεως των έξι ήταν η αποτροπή της
επανόδου στην εξουσία της αντιβενιζελικής παρατάξεως. Βέβαια, οι ηγέτες της
επαναστάσεως δεν τόλμησαν να θανατώσουν αμέσως τους παρανόμως συλληφθέντες αλλά
ήθελαν να υπάρχει η «κάλυψη» μίας δικαστικής αποφάσεως. Προς τούτο, επέλεξαν να
διακωμωδήσουν τη δικαιοσύνη, διεξάγοντας μία δίκη-παρωδία, η απόφαση της οποίας
ήταν προειλημμένη. Κατωτέρω, θα παρατεθούν λεπτομέρειες σχετικά με τη νομική
εξέλιξη της υποθέσεως, που στιγμάτισε την Ελλάδα διεθνώς και οδήγησε στη
μακροχρόνια διπλωματική της απομόνωση με ανυπολόγιστες συνέπειες για τα εθνικά
της θέματα. (βλέπε ενδεικτικά Δωδεκανησιακό, διαχάραξη της ελληνοαλαβανικής
μεθορίου, υπόθεση
Tellini/Κερκύρας).

Η
χρονολογική εξιστόρηση των γεγονότων σταμάτησε στην έκδοση του νομοθετικού
διατάγματος «Περί συστάσεως και λειτουργίας Εκτάκτου Στρατοδικείου προς
εκδίκασιν των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών». Ύστερα από
ελάχιστες ημέρες, συστήθηκε και η ανακριτική επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο
Πάγκαλος (ως πρόεδρος) και οι Συνταγματάρχες Ι. Καλογεράς και Χ. Λούφας (ως
μέλη). Αυτοί κατήρτισαν το κατηγορητήριο. Το κείμενο αυτό ανέφερε : «
Κατηγορείσθε ότι από της 1 Νοεμβρίου 1920 και εφ’ εξής μέχρι της 26 Αυγούστου
1922 συναποφασίσαντες μετά των συνυπουργών υμών περί πράξεως εσχάτης προδοσίας
εκουσίως και εκ προθέσεως υπεστηρίξατε την εισβολήν ξένων στρατευμάτων, ήτοι
του τουρκικού εθνικιστικού στρατού, εις την επικράτειαν του Βασιλείου,
τουτέστιν εις την υπό της Ελλάδος κατεχομένην και δια της Συνθήκης των Σεβρών
κατακεκυρωμένην χώραν της Μ. Ασίας, παραδόσαντες άμα εις τον εχθρόν πόλεις,
φρούρια, μέγα μέρος του στρατού και μεγίστης αξίας υλικόν πολέμου κ.λ.π. δια
των επομένων μέσων». Ακολούθως, εξειδικεύονταν οι κατηγορίες. Πιο αναλυτικά, οι
παρανόμως συλληφθέντες κατηγορούνταν α. διότι ενηργήθη το δημοψήφισμα και
επανήλθεν ο Βασιλεύς, ενώ ήτο το τοιούτον πράξις εχθρική προς τας Δυνάμεις της
Συνεννοήσεως, β. διότι ημελήθη η προσάρτησις της Βορείου Ηπείρου, γ. διότι
παρεγνωρίσθη η σχετική διακοίνωσις των (Μεγάλων) Δυνάμεων και υπέστη η Ελλάς
τον οικονομικόν αποκλεισμόν, δ. διότι ετοποθετήθησαν απειροπόλεμοι αρχηγοί
μονάδων, ε. διότι παρά τας δυσμενείς περί Βασιλέως Κωνσταντίνου δηλώσεις των
πρωθυπουργών Αγγλίας και Γαλλίας, δεν υπεδείχθη εις αυτόν να παραιτηθή, στ.
διότι διετάχθη προώρως η ατυχής επιχείρησις του Μαρτίου 1921, ζ. διότι διετάχθη
η από Εσκή Σεχήρ προς Άγκυραν εκστρατεία παρά την γνώμην του Αρχηγού της
Στρατιάς, η. διότι ανετέθη η αρχιστρατηγία εις τον ανεύθυνον Βασιλέα, θ. διότι
εψηφίσθησαν υπό της Εθνοσυνελεύσεως νόμοι διασπαθίσεως του δημοσίου χρήματος,
καίτοι ο στρατός υφίστατο στερήσεις, ι. διότι δεν εγένοντο δεκταί αι προτάσεις
του Ιουνίου 1921 δι’ ών εσώζετο η Θράκη και επετυγχάνετο η αυτονόμησις της
Μικρασίας, ια. διότι διωρίσθη αρχιστράτηγος ο στρατηγός Χατζανέστης, ιβ. διότι
απεσπάσθησαν εκ Μικρασίας δυνάμεις χάριν της εκφοβιστικής κινήσεως προς την
Κωνσταντινούπολιν, ιγ. διότι υπεγράφη σύμβασις παραιτήσεως από των συμμαχικών
πιστώσεων προς την Ελλάδα, ιδ. διότι εγένετο ανεκτή παρακυβέρνησις υπό τον Πρίγκηπα
Νικόλαον και τους Στρέϊτ, Δούσμανην, Κωνσταντινόπουλον, ιε. διότι ημποδίσθησαν
να ηγηθούν της διπλωματικής αντιπροσωπείας οι Δ. Ράλλης και Ελ. Βενιζέλος».
Εκτός από τις προαναφερθείσες γενικές κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν όλους
τους κατηγορουμένους, υπήρχαν και ειδικές κατηγορίες εναντίον του Θεοτόκη, του
Στράτου, του Στρατηγού και του Χατζανέστη. Ο Γούναρης δήλωσε προς τους
συγκατηγορούμενούς του, όταν άκουσε το κατηγορητήριο : «Δεν έχει τίποτε που να
στηρίζεται μέσα εις το κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει
την καταδίκην μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους
φαινομενικώς ισχυρούς».  

Την
15η /28η Οκτωβρίου, άρχισαν οι απολογίες των
κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν τεθεί υπό καθεστώς αυστηρής απομόνωσης. Αξίζει
να σημειωθεί ότι οι τελευταίοι στερήθηκαν την πρόσβαση σε όσα έγγραφα
επιθυμούσαν, κατά παράβαση της Δικονομίας. Χαρακτηριστικά, κατά τη σύλληψη του
Γούναρη κατασχέθηκε και η δερμάτινη τσάντα του, γεμάτη από έγγραφα, η οποία
ουδέποτε του επεστράφη. Το μείζον αυτό θέμα ανέφερε ο πρώην πρωθυπουργός στην
έγγραφη απολογία του προς την ανακριτική επιτροπή. Το θέμα επανέφερε και ο
συνήγορος του Γούναρη κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Οι
κατηγορούμενοι ζήτησαν να μεταβούν στα υπουργεία τους τουλάχιστον ο Θεοτόκης
και ο Μπαλτατζής, συνοδεία αστυνομικών για να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα, για
την υπεράσπισή τους, έγγραφα. Η Επαναστατική Επιτροπή αρνήθηκε. Τότε,
παρακάλεσαν να τους σταλούν συγκεκριμένα έγγραφα στη φυλακή διότι δίχως αυτά
ήταν αδύνατο να συγκροτήσουν την υπερασπιστική τους γραμμή. Τους το αρνήθηκαν
εκ νέου. Τέλος, ζήτησαν από το στρατοδικείο όπως διατάξει την εύρεση των
εγγράφων και την αποστολή τους στους κατηγορουμένους. Ο νομομαθής Γούναρης
δήλωσε χαρακτηριστικά : «Είναι δικαίωμα του δικαστηρίου, επιτρέψατέ μοι να είπω
και υποχρέωσις αυτού». Φυσικά, το στρατοδικείο αρνήθηκε και πάλι… Άλλωστε, η
επανάσταση είχε δηλώσει ξεκάθαρα με το ανακοινωθέν της 6ης/19ης
Οκτωβρίου ότι οι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας θα τηρούνταν «κατά το μάλλον
εφικτόν». Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει κανείς νομικά για να αντιληφθεί το
μέγεθος της παραβάσεως και το πόσο αυτή επιβάρυνε δραματικά τη θέση των
κατηγορουμένων.

            Οι κατηγορούμενοι προσήχθησαν στα
γραφεία της ανακριτικής επιτροπής στη Σχολή Ευελπίδων. Οι περισσότεροι εξ αυτών
περιορίσθηκαν σε βραχύβιες απολογίες. Η πλήρης επιχειρηματολογία τους θα
αναπτυσσόταν στο στρατοδικείο, τα μέλη του οποίου αυτοί ήλπιζαν ότι θα ήταν
περισσότερο αντικειμενικά από τον Πάγκαλο. Ο μόνος, ο οποίος διαφοροποιήθηκε
ήταν ο Γούναρης. Ήταν ήδη ορατά τα πρώτα σημάδια του τύφου, από τον οποίο είχε
προσβληθεί κατά τη διάρκεια της παράνομης κράτησής του. Εφοβείτο ότι θα πέθαινε
αναπολόγητος (όπως και εν πολλοίς έγινε). Γι’ αυτό και μετέβαλε την αρχική
απόφασή του να μην απολογηθεί για ένα κατηγορητήριο, το οποίο ήταν απλά συρραφή
των άρθρων των πλέον φανατικών βενιζελικών εφημερίδων. Στις 15/28 Οκτωβρίου,
επέστρεψε στο κελί του από τα γραφεία της ανακριτικής επιτροπής. Αν και έπασχε
από υψηλό πυρετό (38 και 6) και ένιωθε εξασθενημένος, κάθισε και έγραψε ένα
απολογητικό υπόμνημα, σε 67 σελίδες! Ξεκίνησε από τις 9 το πρωΐ και τελείωσε
τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες. Η πολύωρη συγγραφή εξήντλησε και τις
τελευταίες δυνάμεις του και τον οδήγησε στο νοσοκομείο ύστερα από δύο ημέρες.

Την
24η Οκτωβρίου/6η Νοεμβρίου, η ανακριτική επιτροπή υπέβαλε
το πόρισμά της στην επανάσταση, ούτως ώστε η τελευταία να αποφανθεί περί της
τύχης των κατηγορουμένων. Ταυτόχρονα, διοχετεύτηκαν στον Τύπο και κάποια
έγγραφα (ορισμένα εκ των οποίων απεδείχθησαν πλαστογραφημένα) προκειμένου να
δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα στην κοινή γνώμη. Η επανάσταση παρέπεμψε την
υπόθεση στο έκτακτο στρατοδικείο, τα μέλη του οποίου θα όριζε ο Πάγκαλος. Στο
σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το αρχικό διάταγμα περί παραπομπής των
υπευθύνων της καταστροφής στη δικαιοσύνη έγραφε ότι η σύνθεση των μελών του
στρατοδικείου υπαγόταν στην αρμοδιότητα του υπουργού Στρατιωτικών. Το αξίωμα
αυτό κατείχε ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Χαραλάμπης. Ο τελευταίος ήταν
μετριοπαθής και έντιμος αξιωματικός. Συνέταξε έναν κατάλογο με τα ονόματα
αξιωματικών, οι οποίοι διέθεταν, κατά τη γνώμη του, τα προσόντα, προκειμένου να
αποτελέσουν μέλη του στρατοδικείου. Ο κατάλογος αυτός πετάχτηκε στον κάλαθο των
αχρήστων και μέλη του στρατοδικείου ορίστηκαν άλλοι αξιωματικοί, τα ονόματα των
οποίων απλώς γνωστοποιήθηκαν στον Χαραλάμπη από την επανάσταση. Ο υπουργός
εξανέστη και διαμαρτυρήθηκε εντόνως, δηλώνοντας ότι αδυνατούσε να αναλάβει
οιανδήποτε ευθύνη έναντι της κοινής γνώμης, εάν δεν επέλεγε αυτός τους
στρατοδίκες. Έπρεπε «η κοινή γνώμη να μη κρίνη ότι προκαταβολικώς έχουσι
προεξοφλήσει την καταδικαστικήν απόφασίν των, ότι διάκεινται αδιαλλάκτως και
ότι ο διορισμός των ισοδυναμεί εις τοιούτους δημίων». Οι διαμαρτυρίες του
υπουργού δεν άλλαξαν την απόφαση της επαναστατικής επιτροπής, η οποία
περιορίστηκε απλώς στο να εκδώσει ένα τροποποιητικό διάταγμα. Σύμφωνα με αυτό,
ανελάμβανε η ίδια την πλήρη ευθύνη της συγκρότησης του στρατοδικείου.

Η
τελική σύνθεση του στρατοδικείου ήταν η εξής : πρόεδρος ο Υποστράτηγος Οθωναίος
Αλ.[15]
και μέλη οι Συνταγματάρχες Παναγιωτόπουλος Ανδρ., Σκανδάλης Γ. και Χαβίνης
Θεοδ., ο Αντισυνταγματάρχης Μαμούρης Κ., ο Ταγματάρχης Γραβάνης Χαρ., ο Λοχαγός
Καραπαναγιώτης Βυρ., ο Πλοίαρχος Γιαννηκώστας Ιωαν., ο Αντιπλοίαρχος Κανάρης Λεων.
και οι στρατιωτικοί δικαστικοί σύμβουλοι Ζωγράφος Μιχ. (α΄ τάξεως) και  Τσερούλης Κων. (β΄ τάξεως). Επίσης, ορίστηκαν
τρεις (!) επαναστατικοί επίτροποι, ο πρώην αρεοπαγίτης Γεωργιάδης Κ., ο
σύμβουλος της στρατιωτικής δικαιοσύνης Ζουρίδης Ν. και ο Συνταγματάρχης
Γρηγοριάδης Νεοκ.. Η σύνθεση του στρατοδικείου άλλαξε αρκετές φορές κυρίως λόγω
της διαπάλης μεταξύ των αντιμαχομένων ομάδων στους κόλπους της επαναστάσεως
αλλά και ύστερα από αίτημα των κατηγορουμένων για την εξαίρεση τεσσάρων
στρατοδικών .

Οι
συνεδριάσεις θα ελάμβαναν χώρα στη μεγάλη αίθουσα της Παλαιάς Βουλής. Η έναρξη
της δίκης ορίστηκε για την 31η Οκτωβρίου/13 Νοεμβρίου. Οι
κατηγορούμενοι  κάθισαν στην πρώτη σειρά
και όπισθεν αυτών οι συνήγοροι υπερασπίσεως, ήτοι ο Σωτ. Σωτηριάδης για τους Γούδα
και Γούναρη, ο Κων. Τσουκαλάς για τους Στράτο και Χατζανέστη, ο Αρ. Ρωμανός για
τον Θεοτόκη, ο Οικονομίδης για τον Ξ. Στρατηγό και ο Αναστ. Παπαληγούρας για
τους Μπαλτατζή και Πρωτοπαπαδάκη. Αρχικώς, εξετάστηκαν κάποιες ενστάσεις των
κατηγορουμένων επί της διαδικασίας, οι οποίες και φυσικά απερρίφθησαν. Κατόπιν,
ξεκίνησε η κατάθεση των διαφόρων μαρτύρων. Πρώτοι κλήθηκαν να καταθέσουν οι
δώδεκα (12) μάρτυρες κατηγορίας, αρχής γενομένης από τον επί είκοσι (20) μήνες
αρχιστράτηγο στη Μικρά Ασία Αναστάσιο Παπούλα. Ήταν ο πρώτος μάρτυρας
κατηγορίας, αν και η θέση του ήταν μάλλον μεταξύ των κατηγορουμένων. Η κατάθεσή
του ήταν ασαφής και γεμάτη αντιφάσεις. Ο μάρτυς απέβλεπε μόνο στο να αποσείσει
κάθε ευθύνη από πάνω του. Στην εναγώνια προσπάθειά του αυτή πολύτιμος αρωγός
στάθηκε ο πρόεδρος του στρατοδικείου Οθωναίος, για τη στάση του οποίου θα γίνει
ειδική μνεία κατωτέρω. Η πλέον δύσκολη στιγμή για τον Παπούλα ήταν όταν κλήθηκε
να απαντήσει στις ερωτήσεις του διαδόχου του στην αρχιστρατηγία Χατζανέστη, τον
οποίο ο ίδιος είχε προτείνει για τη θέση αυτή! Ο Χατζανέστης κυριολεκτικά
αποστόμωσε τον Παπούλα. Γενικότερα, η στάση του Χατζανέστη κατά τη διάρκεια της
ακροαματικής διαδικασίας κατέπληξε ακόμα και τους στρατοδίκες, υποχρεώνοντας
τον Οθωναίο να του αφαιρεί συχνά τον λόγο.

Δεύτερος
μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο απόστρατος Συνταγματάρχης Μ. Πάσσαρης και τρίτος ο
Υποστράτηγος Π. Σουμίλας.  Οι καταθέσεις
και των δύο μαρτύρων υπήρξαν ελάχιστα επιβαρυντικές για τους κατηγορουμένους.[16]
Ο Σουμίλας, μάλιστα, κατέθεσε ότι όταν ανέλαβε την αρχιστρατηγία ο Χατζανέστης
οι διάφοροι στρατιώτες, γόνοι καλών οικογενειών, οι οποίοι διαβιούσαν στη
Σμύρνη παρατύπως, ανευρέθησαν και εστάλησαν στο μέτωπο. Επίσης, ο νέος
αρχιστράτηγος προχώρησε σε λεπτομερή και ιδιαιτέρως κοπιώδη επιθεώρηση των
στρατευμάτων στο μέτωπο. Επιπλέον, ο Σουμίλας παραδέχθηκε ότι αμέσως μόλις
ανέλαβε την αρχιστρατηγία ο Χατζανέστης κατεβλήθησαν οι χρεωστούμενοι μισθοί
και διετάχθησαν ανακρίσεις για τις καταχρήσεις στην επιμελητεία και τις
προμήθειες. Τέλος, δήλωσε ότι δεν δεχόταν ότι ήταν δυνατόν Έλληνας να προδώσει
την πατρίδα του. Ένας μάρτυρας υπερασπίσεως δεν θα κατέθετε ευνοϊκότερα για
τους κατηγορουμένους. Τέταρτος μάρτυς κατηγορίας ήταν ο Συνταγματάρχης Γ.
Σπυρίδωνος, διευθυντής του 4ου Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς και
πέμπτος ο Αντισυνταγματάρχης Μιλτ. Κοιμήσης, επιτελάρχης της
VII Μεραρχίας.
Ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι η επιθεώρηση του Χατζανέστη στο μέτωπο ήταν
σχολαστική καθώς αυτός τη διεξήγαγε πεζή και έθετε πολλές ερωτήσεις τόσο προς
τους αξιωματικούς όσο και προς τους οπλίτες (π.χ. εάν σιτίζονταν επαρκώς, εάν
είχαν πένθος, εάν ελάμβαναν την αλληλογραφία από τους οικείους τους κ.ο.κ.).
Επιπλέον, ο Κοιμήσης δήλωσε ότι Χατζανέστης δεν απεμάκρυνε κανέναν από τη θέση
του λόγω των φρονημάτων του ούτε έκανε διακρίσεις. Άλλωστε, διοικητής του
Κοιμήση ήταν ο Κουρουσόπουλος, γνωστός βενιζελικός αξιωματικός.

Ο
Ταγματάρχης Θεόδ. Σκυλακάκης, υπασπιστής του Παπούλα, ήταν ο έκτος μάρτυρας
κατηγορίας. Η κατάθεσή του ήταν λίαν αποκαλυπτική καθώς δήλωσε ότι μία από τις
βασικές αιτίες της καταρρεύσεως του ηθικού του στρατεύματος ήταν τα
δημοσιεύματα του Τύπου. Ιδίως οι εφημερίδες της Κωνσταντινουπόλεως (όπου
δραστηριοποιούνταν οι «Αμυνίτες» με επικεφαλής, μεταξύ άλλων, τους Πάγκαλο και
Οθωναίο) «εξυπηρέτουν τόσον τον εχθρόν ώστε έφθανον εις τας γραμμάς μας μέσω
αυτού»! Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε αίσθηση στο ακροατήριο και ο Οθωναίος έμεινε
στη θέση του αποσβολωμένος. Ο επαναστατικός επίτροπος Γρηγοριάδης προσπάθησε να
διασκεδάσει τις εντυπώσεις για να εισπράξει τη νέα απάντηση του Σκυλακάκη «…Σας
επαναλαμβάνω, επανειλημμένως τα αεροπλάνα του Κεμάλ μας έρριψαν εφημερίδας, τον
“Ριζοσπάστην” και τας ελληνικάς εφημερίδας της Κωνσταντινουπόλεως, δια να
κάμουν προπαγάνδαν»! Επιπλέον, ο συγκεκριμένος μάρτυρας έδωσε λεπτομερείς
πληροφορίες για την επιθεώρηση του Χατζανέστη. Πιο συγκεκριμένα, αυτή διεξήχθη
με αυτοκίνητο επί 900 χλμ και σιδηροδρομικώς και πεζή επί άλλα 900 χλμ.! Ο νέος
αρχιστράτηγος ήταν σε κίνηση είκοσι (20) ώρες καθημερινώς για να προλάβει να
σχηματίσει πλήρη εικόνα του μετώπου. Ο μάρτυρας, ο οποίος ακολουθούσε τον
Χατζανέστη ασθένησε επανειλημμένως, καίτοι είχε τα μισά του ακριβώς χρόνια.
Ακολούθως κατέθεσαν οι Λοχαγοί Κ. Κανελλόπουλος και Λ. Σπαής. Αξίζει να
σημειωθεί ότι ο τελευταίος ήταν από τα πρωτοπαλλήκαρα της επαναστάσεως και είχε
«συνόδεψει» τον Χατζανέστη από το σπίτι του στις φυλακές Αβέρωφ. Καθ’ οδόν είπε
στον πρώην αρχιστράτηγο : «Στρατηγέ μου ευρήκατε τον μπελά σας την τελευταίαν
ώραν. Φέρετε σεις τας αμαρτίας των άλλων». Τη στιχομυθία αυτή επιβεβαίωσε και
στο δικαστήριο.

Κατόπιν,
προσήλθε να καταθέσει ο διευθυντής επιμελητείας του Υπουργείου Στρατιωτικών
Αναστ. Βενετσανόπουλος. Αυτός είχε προσωπικό μίσος εναντίον του Πρωτοπαπαδάκη,
γεγονός που τον έκανε να καταθέτει προφανείς ανακρίβειες και να εκτρέπεται σε
βαρείς χαρακτηρισμούς κατά του πρώην πρωθυπουργού. Ο τελευταίος άκουσε ατάραχος
την κατάθεση του μάρτυρα (ο οποίος σημειωτέον ήταν ιδιαιτέρως εγκωμιαστικός για
έναν άλλον κατηγορούμενο τον Θεοτόκη) και ύστερα του υπέβαλε  ερωτήσεις. Ο Βενετσανόπουλος απήντησε σε
αυτές με νευρικότητα και ασάφεια, ενώ συχνά έπεφτε σε αντιφάσεις. Το τέλος των
ερωτήσεων του Πρωτοπαπαδάκη βρήκε τον μάρτυρα αποστομωμένο, «μη γνωρίζων που να
κρυφθή, ράκος σκιάχτρου από πασσάλου κρεμάμενον»[17].
Όταν τελείωσε τις ερωτήσεις του προς τον μάρτυρα ο Πρωτοπαπαδάκης, ο συνήγορος
του Γούναρη παρακάλεσε τον πρόεδρο να επιτρέψει στον πελάτη του να αποσυρθεί
διότι είχε υψηλό πυρετό. Μετά, θέλησε να απευθύνει ερωτήσεις στον μάρτυρα ο
Στράτος για να αποδείξει τη φροντίδα και την επιμέλεια της κυβερνήσεως
Πρωτοπαπαδάκη για τον στρατό καθώς και τη, συχνά προκλητική, αμέλεια και τα
σοβαρά λάθη της επιμελητείας. Ο Οθωναίος, όμως, του το απαγόρευσε! Παρατίθεται
αυτούσιος ο διαμειφθείς διάλογος :

«-Οθωναίος : Τίνα σημασίαν έχουν αυτά ; Καθήσατε
παρακαλώ.

– Στράτος : Αφού με διατάσσετε να καθήσω, θα καθήσω.

– Οθωναίος : Βεβαίως σας διατάσσω διότι λέγετε τοιαύτας
ασυναρτησίας.

– Στράτος : Δεν εσυνήθισα εις τον βίον μου να λέγω
ασυναρτησίας.

– Οθωναίος : Καθήστε κάτω. Σιωπή!

– Στράτος : Δικαίωμά σας είναι.

– Οθωναίος : Είπα σιωπή! Μην ξεχνάτε ότι είσθε
κατηγορούμενος επί εσχάτη προδοσία και ότι έχω το δικαίωμα να εφαρμόσω το
άρθρον 124 της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας και να σας στείλω εις την
φυλακήν!

– Στράτος : Μάλιστα αυτό το γνωρίζω. Αλλά παρακαλώ να μου
επιτρέψετε να απαντήσω εις την τελευταίαν σας παρατήρησιν.

   
Οθωναίος : Καμμίαν απάντησιν! Ούτε
σας δίδω άλλοτε τον λόγον».

Αυτό ήταν ένα δείγμα μόνο της απρεπούς
συμπεριφοράς του Οθωναίου έναντι των κατηγορουμένων. Αλλά η στάση του Οθωναίου
θα σχολιαστεί αναλυτικώς κατωτέρω.

Ακολούθως,
κλήθηκαν τρεις μάρτυρες κατηγορίας, μη στρατιωτικοί. Ήταν δύσκολο να βρεθούν
τέτοιοι μάρτυρες και ως εκ τούτου η κατηγορούσα αρχή απευθύνθηκε σε γνωστούς
αντιπάλους των κατηγορουμένων. Δέκατος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Γεώργιος
Ράλλης, ο οποίος δήλωσε ευθύς εξ αρχής ότι ήταν εχθρός του Γούναρη εξαιτίας
πολιτικών διαφορών από το 1916. Η κλήση του Ράλλη έκανε τον Γούναρη να
επανέλθει στη δίκη παρά τη ρητή απαγόρευση των γιατρών.  Ο Γούναρης με τις συνεχείς και εύστοχες
ερωτήσεις του έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τον μάρτυρα και τελικώς τον υποχρέωσε
να αναγνωρίσει τις άοκνες προσπάθειες όλων των κατηγορουμένων για την επίλυση
του Μικρασιατικού. Ο Γούναρης, όμως, δεν άντεξε επί μακρόν, κατέρρευσε και η
δίκη διακόπηκε. Την επομένη, κατέθεσε ο βενιζελικός πολιτευτής Φωκ. Νέγρης. Η
βραχύβια κατάθεσή του δεν προσέθεσε τίποτα το ουσιαστικό στην υπόθεση.
Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο διπλωματικός υπάλληλος Κων. Ρέντης, κατά
τη διάρκεια της καταθέσεως του οποίου ο Γούναρης κατέρρευσε εκ νέου και
απεσύρθη οριστικώς της διαδικασίας. Η επανάσταση είχε στηρίξει πολλές ελπίδες
στην κατάθεση του Ρέντη για να θεμελιώσει ένα μεγάλο τμήμα του κατηγορητηρίου.
Δυστυχώς γι’ αυτήν, ο άπειρος Ρέντης δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις
προσδοκίες της, κυρίως όταν κλήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του Μπαλτατζή,
ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών. Εντούτοις, η επανάσταση, για να
ανταποδώσει την προθυμία του να καταθέσει στο στρατοδικείο, τον διόρισε υπουργό
Δικαιοσύνης και προσωρινώς Εξωτερικών, ελάχιστες ημέρες αργότερα!

Την
4η/17η Νοεμβρίου, ολοκληρώθηκαν οι καταθέσεις των
μαρτύρων κατηγορίας και άρχισαν οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Στο
άρθρο αυτό θα παρατεθούν δύο μόνο στοιχεία από τις καταθέσεις των μαρτύρων
υπερασπίσεως. Άλλωστε, οι κατηγορίες δεν είχαν θεμελιωθεί καν από τις
καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Καταρχήν, ο Συνταγματάρχης Ραγκαβής
κατέθεσε ότι ο Χατζανέστης επιθυμούσε να μεταβεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου
από την έναρξη της τουρκικής επιθέσεως αλλά μεταπείστηκε από τους επιτελείς
του. Η έκταση αλλά και η φύση του μετώπου ήταν τέτοια που για τη μεταφορά του
πρώτου κλιμακίου του επιτελείου της Στρατιάς χρειαζόντουσαν δεκαεπτά (17)
οχήματα, δίχως να υπάρχει καμμία ασφάλεια των επιβαινόντων. Εάν δε μεταφερόταν
το κλιμάκιο αυτό, η διοίκηση της Στρατιάς θα έπαυε να υφίσταται προς όλες τις
διευθύνσεις επί μία ολόκληρη ημέρα! Επιπλέον, το επιτελείο μπορούσε να μεταβεί
μόνο στο Ουσάκ, όπου υπήρχε ασύρματος.[18]
Αντιθέτως, παραμένοντας στη Σμύρνη ο αρχιστράτηγος και το επιτελείο είχαν
συνολική εικόνα της καταστάσεως, όπως αποδεικνύεται από τις εκδοθείσες
διαταγές. Αυτές ήταν στο σύνολό τους ορθές αλλά δεν εκτελέστηκαν κυρίως λόγω
της παντελούς ελλείψεως πολεμικού σθένους από μέρους χιλιάδων οπλιτών. Λίαν
σημαντική ήταν και η κατάθεση του Ταγματάρχη Παναγάκου, ο οποίος στάλθηκε στο
μέτωπο ως σύνδεσμος του επιτελείου, την 15η Αυγούστου. Αυτός
περιέγραψε με μελανά χρώματα την απροθυμία των οπλιτών να πολεμήσουν και
ανέφερε την αιτία. Είπε επί λέξει : «..Προ παντός, κύριε πρόεδρε, επέδρασε
σωματικώς δια την αποκαρδίωσιν του στρατού ο κομμουνισμός. Δυστυχώς, προέκυψε
δε τούτο εξ ανακρίσεως…υπήρχε και φάκελος ολόκληρος εκ του οποίου απεδεικνύετο
αυτό το οποίο σας εξέθηκα. Η έδρα ήτο το Ουσάκ, διακλάδωσις δε εφ’ ολοκλήρου
του μετώπου. Ενθυμούμαι ότι επί της προκατόχου διοικήσεως απηγορεύετο η
αποστολή φύλλων του “Ριζοσπάστου” εκ μέρους της Στρατιάς. Οι ενδιαφερόμενοι
όμως απέστελλον τον “Ριζοσπάστην” σκεπασμένον με άλλας εφημερίδας και τον
έστελλον εις το μέτωπον. Προ παντός εφρόντιζεν ο εχθρός να στέλλη “Ριζοσπάστας”
δι’ αεροπλάνων. Συνήθως όμως δια προκεχωρημένων φυλακίων μας έστελλεν. Η
εντύπωσις, την οποίαν αποκομίζω μετά την διάσπασιν του μετώπου, δίδει την
απόλυτον πεποίθησιν ότι κυρίως αυτό επέδρασε..» 
    

Την
7η/20η Νοεμβρίου, υπεβλήθη ένσταση αναβολής της δίκης
(όπως προέβλεπε ρητώς διάταξη της Στρατιωτικής Ποινικής Δικονομίας) λόγω της
ραγδαίας επιδεινώσεως της υγείας του Γούναρη. Ο πυρετός του είχε ξεπεράσει τους
40 βαθμούς και αυτός είχε πέσει σε λήθαργο, συνοδευόμενο από παραληρήματα και
μεγάλη εξάντληση. Ο πρώην πρωθυπουργός εξετάστηκε από στρατιωτικούς γιατρούς,
εμπίστους της επαναστάσεως, οι οποίοι διέγνωσαν ότι έπασχε από βαριάς μορφής
τύφο. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην κλινική Ασημακοπούλου, όπου παρέμεινε καθ’
όλη τη διάρκεια της δίκης, φρουρούμενος αυστηρώς. Εντούτοις, το στρατοδικείο
απέρριψε την ένσταση αναβολής της δίκης, παραβιάζοντας το ύψιστο δικαίωμα του
κατηγορουμένου να απολογηθεί ενώπιον των δικαστών του. Αγανακτισμένος, ο
συνήγορος του Γούναρη Σωτηριάδης δήλωσε ότι αδυνατούσε να συνεχίσει την
υπεράσπιση του πελάτη του. Ο Οθωναίος τον διόρισε συνήγορο αυτεπαγγέλτως και
δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι όφειλαν να καταθέσουν στο στρατοδικείο εκ των
προτέρων κάθε έγγραφο, το οποίο θα μνημόνευαν στην απολογία τους και θα είχε
σχέση με το Υπουργείο Εξωτερικών. Ο Στράτος απήντησε στον Οθωναίο εκ μέρους
όλων των κατηγορουμένων : «Έστω και επί κινδύνω να βλαφθή η υπεράσπισίς μας δεν
θα θυσιάσωμεν τα εθνικά συμφέροντα».

 Στο σημείο αυτό θα γίνει μία σύντομη αναφορά
στη στάση του προέδρου του στρατοδικείου Οθωναίου. Είναι άγνωστο μέχρι σήμερα
το αν υπήρχε κάποια πραγματική ελευθερία δράσεως στον Οθωναίο ή αν αυτός ήταν
απλώς εκτελεστικό όργανο του Πάγκαλου. Εάν συνέβαινε το δεύτερο, τότε ο Οθωναίος
ευθυνόταν διότι όφειλε να μην αποδεχθεί τη θέση του προέδρου του στρατοδικείου
ή έστω να παραιτηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης. Έχουν ήδη αναφερθεί οι
βαρύτατες ευθύνες του Οθωναίου για τις σοβαρές δικονομικές παραβάσεις του
στρατοδικείου σχετικά με την πρόσβαση των κατηγορουμένων στα έγγραφα και τη μη
αναβολή της δίκης μετά τη σοβαρή ασθένεια του Γούναρη. Επιπλέον, αυτός
ευθυνόταν για τον απαράδεκτο τρόπο, με τον οποίο διηύθυνε τη διαδικασία.
Καταρχήν, ήταν ειρωνικός με τους κατηγορουμένους, π.χ. με τον Χατζανέστη όταν ο
τελευταίος εξέταζε τον μάρτυρα Κανελλόπουλο και τον Πρωτοπαπαδάκη όταν αυτός
απολογείτο. Επίσης, ήταν εριστικός με τους κατηγορουμένους και τους συνηγόρους
τους, δηλώνοντας ότι τους ανεχόταν! Μίλησε μειωτικά σ’ έναν από τους κορυφαίους
ποινικολόγους της Ελλάδας τον πρώην Εισαγγελέα Εφετών Ρωμανό, ενώ εξευτέλισε
τον γέροντα Σωτηριάδη. Τρίτον, ήρθε σε οξεία αντιπαράθεση με πολλούς εκ των
κατηγορουμένων (κατά σειράν Χατζανέστη, Στράτο -προαναφερθέν επεισόδιο- και
Στρατηγό), προς τους οποίους συμπεριφέρθηκε με σκαιό τρόπο. Τέταρτον,
προστάτευε προκλητικά τους μάρτυρες κατηγορίας, φθάνοντας μέχρι του σημείου να
απαγορεύει την υποβολή συγκεκριμένων ερωτήσεων, π.χ. τον Παπούλα κατά τις
ερωτήσεις του Χατζανέστη και τον Σπυρίδωνος κατά τα ερωτήματα του Στράτου. Ο
μέχρι πρότινος διοικητής του Χατζανέστης δήλωσε αγανακτισμένος ότι σταματούσε
την υποβολή των ερωτήσεων λόγω των συνεχών παρεμβάσεων του Οθωναίου. Τέλος,
ανέχθηκε τις διακοπές των απολογιών των κατηγορουμένων από τους επαναστατικούς
επιτρόπους, π.χ τις διακοπές των Γεωργιάδη και Γρηγοριάδη κατά την απολογία του
Στράτου.

Την
7η/20η Νοεμβρίου, άρχισαν να απολογούνται οι
κατηγορούμενοι. Στο παρόν άρθρο θα παρουσιαστούν λίγα μόνο στοιχεία των
απολογιών. Εκτενή αποσπάσματα αυτών και το απολογητικό υπόμνημα του Γούναρη
(στο στάδιο της ανακρίσεως) θα εκτεθούν σε προσεχές άρθρο. Πρώτος, ξεκίνησε ο
Χατζανέστης, ο μόνος στρατιωτικός, που καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Αυτός προέβη σε μία λεπτομερή στρατιωτική ανάλυση της Μικρασιατικής εκστρατείας.
Έκλεισε δε την απολογία του σημειώνοντας : «Αναμένω εντελώς ήρεμος την
ετυμηγορίαν σας. Τόσον ήρεμος, όσον είναι η συνείδησίς μου, η οποία δι’ εμέ
είναι το υπέρτατον κριτήριον…Ουδεμία ποινή, ούτε η βαρυτέρα, δεν θα είναι
οδυνηροτέρα από τους διαρκείς εξευτελισμούς και τας ταπεινώσεις και το
μαρτύριον, το οποίον υφίσταμαι επί 1,5 μήνα όχι μόνον ως άτομον, αλλά και ως
αντιστράτηγος ιδίως». Ανάλογη πικρία εξέφρασε και ο Πρωτοπαπαδάκης, ο οποίος
σημειωτέον ουδέποτε επεδίωξε την πρωθυπουργία ή άλλο ανώτατο αξίωμα. Ιδιαίτερης
μνείας αξίζει το γεγονός ότι έλαβε πρωτοποριακά οικονομικά μέτρα, τα οποία
προκάλεσαν τον παγκόσμιο θαυμασμό. Αυτός σημείωσε χαρακτηριστικά : «Αντί
απολογίας, κύριοι δικασταί, δια την κατηγορίαν της εσχάτης προδοσίας η οποία
μας απεδόθη, επιτρέψατέ μου να εκφέρω μίαν ευχήν, η οποία θ’ αποτελέση και τας
τελευταίας λέξεις του πολιτικού μου σταδίου. Επιτρέψατέ μου να ευχηθώ, όπως ο
εξευτελισμός, τον οποίον υπέστησαν μέχρι σήμερον τα ανώτατα αξιώματα του
Κράτους εν τω προσώπω μου και εν τω προσώπω των συναδέλφων μου, μη παρεμποδίση
όσους ακόμη δύνανται να προσφέρωσιν υπηρεσίας εις την πατρίδα να τας
προσφέρωσι».

Ο
Θεοτόκης, γόνος μίας από τις ιστορικότερες οικογένειες της Κερκύρας, τόνισε στο
τέλος της απολογίας του : « Ήλθον να διαθέσω εις τον τόπον αυτόν, εκείνα, τα
οποία ήμην εις θέσιν να του διαθέσω. Ήμην κάτοχος ενός μεγάλου πολιτικού
ονόματος, το έθεσα εις την υπηρεσίαν του τόπου. Ήμην κάτοχος μίας συνειδήσεως
λευκής, την έθεσα εις την διάθεσιν του τόπου. Ήμην κάτοχος τέλος προθέσεως
απολύτως αγνής, την έθεσα και αυτήν εις την διάθεσιν του τόπου. Αν αι ελπίδες
μου δεν απέδωκαν όσα ήλπιζον εξ αυτών, ομολογώ ότι το σφάλμα δεν υπάρχει εις
την πρόθεσιν, υπάρχει ίσως εις τας γενικάς συνθήκας, υπό τας οποίας
επολιτεύθην.» Αργότερα, κλήθηκε να απολογηθεί ο, γεννηθείς στη Σμύρνη,  Μπαλτατζής. Αυτός γνώριζε (μαζί με τον
Γούναρη) καλύτερα από κάθε άλλον τα διπλωματικά παρασκήνια και τις έντονες
προσπάθειες, που κατεβλήθησαν για την επίλυση του προβλήματος. Δήλωσε δε,
μεταξύ άλλων, τα εξής : «..Νομίζω ότι εκάμαμεν ότι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν,
προσεφέραμεν εις τον τόπον με όλην την ειλικρίνειαν και αφοσίωσιν, ότι είχεν η
ψυχή μας, ότι είχεν η καρδιά μας και η διάνοιά μας, είναι δε εκ των φοβεροτέρων
ονείρων όταν μετά την τοιαύτην εργασίαν εφθάσαμεν να ριφθώμεν εδώ εις το
εδώλιον των κατηγορουμένων, κατηγορούμενοι δια το απαισιώτερον των
εγκλημάτων..»

Τέλος,
απολογήθηκε ο Στράτος. Αυτός διαφωνούσε πολιτικά με τον Γούναρη και ήταν ο
πιθανότερος διάδοχός του στην πρωθυπουργία. Δεν δίστασε, όμως, να συμπράξει στην
κυβέρνηση συνασπισμού, επωμιζόμενος ευθύνες, οι οποίες δεν του αναλογούσαν και
θυσιάζοντας το πολιτικό του μέλλον. Ήταν ο μόνος εκ των κατηγορουμένων, για τον
οποίο κατεβλήθησαν έντονες προσπάθειες να σωθεί από κάποιους βενιζελικούς. Ο
εκδότης του «Ελευθέρου Βήματος» Δημ. Λαμπράκης ειδοποίησε τον διευθυντή του
πολιτικού του γραφείου να κρυφθεί για να αποφύγει τη σύλληψη. Ο Στράτος τον
ερώτησε : «Με είδες ποτέ να φεύγω ;». Ο σωματοφύλακάς του συνέλαβε και έδεσε
τον μοίραρχο Βοβολίνη, που πήγε να τον συλλάβει. Ακολούθως, πρότεινε στον
Στράτο να διαφύγει αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε και παραδόθηκε αυτοβούλως. Του
έγιναν επανειλημμένες προτάσεις να δραπετεύσει ακόμα και μέσα από την αίθουσα
του στρατοδικείου! Στο σχέδιο αυτό ήταν αναμεμειγμένοι τόσο ο Οθωναίος όσο και
ο Κονδύλης, οι οποίοι του εξασφάλιζαν ασφαλή μεταφορά στη Θεσσαλονίκη. Ο
Στράτος πάντοτε ηρνείτο. Όχι μόνον αυτό αλλά στη δευτερολογία του απολογήθηκε
και για τον πολιτικό του αντίπαλο Γούναρη! Ήταν πεπεισμένος ότι τόσο αυτός όσο
και οι συγκατηγορούμενοί του είχαν πράξει το χρέος τους στο ακέραιο. Ήλπιζε
στην ευθυκρισία αλλά και την τιμιότητα των αξιωματικών – δικαστών του. Προς
τούτο δήλωσε : «Είπον ότι δεν ζητούμεν επιείκειαν, αλλά δικαιοσύνην. Είμαι
βέβαιος ότι δικαιοσύνη θα δοθή υπό του υμετέρου δικαστηρίου εν απολύτω
αμεροληψία και με την εκδοχήν της προστασίας του συμφέροντος της χώρας, χωρίς
να λαμβάνωνται υπ’ όψιν τα δράσαντα πρόσωπα. Η έξωθεν ενισχυομένη οργή, η
επιζητουμένη Νέμεσις, ουδεμίαν θέσιν έχει εν τω δικαστηρίω τούτω…η Νέμεσις αύτη
εισάγει μόνον εις τον εφαρμόζοντα ταύτην τας Ερινύας εις το δικαστήριον».

Τις
απολογίες των κατηγορουμένων ακολούθησαν οι αγορεύσεις των επαναστατικών
επιτρόπων και των συνηγόρων, ενώ στο τέλος ορισμένοι εκ των κατηγορουμένων
(όπως ο Στράτος) δευτερολόγησαν. Μετά, τα μέλη του στρατοδικείου απεσύρθησαν σε
σύσκεψη. Στις 6:40 το πρωΐ (!) της 15ης /28ης Νοεμβρίου
1922, ο Οθωναίος, κάτωχρος και με τρεμάμενη φωνή, ανακοίνωσε την απόφαση του
στρατοδικείου. Όλοι οι κατηγορούμενοι κρίνονταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας παμψηφεί.
Οι έξι από αυτούς καταδικάζονταν στην ποινή του θανάτου και οι Γούδας και
Στρατηγός σε ισόβια δεσμά. Επιπλέον, στον Χατζανέστη επιβαλλόταν στρατιωτική
καθαίρεση και στους Γούδα, Γούναρη, Θεοτόκη, Μπαλτατζή, Πρωτοπαπαδάκη και
Στράτο χρηματικό πρόστιμο υπέρ του δημοσίου. Η απόφαση προκάλεσε αίσθηση στους
διπλωματικούς κύκλους των Αθηνών αλλά και σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης.
Σήμερα, είναι διαπιστωμένο ότι η απόφαση αυτή ελήφθη εξωδικαστικώς και πως
πολλοί από τους συμμετέχοντες στη δίκη – παρωδία (Γρηγοριάδης, Σπαής, Χαβίνης)
μετανόησαν για την εμπλοκή τους στην υπόθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την
ίδια απόφαση το στρατοδικείο αποφάνθηκε επί της ενοχής των κατηγορουμένων και
επέβαλε τις ποινές στους ενόχους. Είναι αξιοσημείωτο ότι η κυβέρνηση Κροκιδά
παραιτήθηκε την παραμονή της εκδόσεως της αποφάσεως. Τα μέλη της γνώριζαν ότι
θα επιβαλλόταν η θανατική ποινή σε πολλούς εκ των κατηγορουμένων και δεν ήθελαν
να αναλάβουν το βάρος της εφαρμογής μίας τέτοιας αποφάσεως. Τελικώς, την εντολή
έδωσε η Επαναστατική Επιτροπή.

Σε
προσεχές άρθρο θα εκτεθεί το φοβερό παρασκήνιο, που οδήγησε στη λήψη αυτής της
αποφάσεως. Στο παρόν άρθρο θα γίνει αναφορά μόνο στο γεγονός της εκτέλεσης, η
οποία έλαβε χώρα λίγες μόλις ώρες μετά την έκδοση της αποφάσεως, προκειμένου να
προληφθεί η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων (βλέπε αποστολή του Πλοιάρχου
Talbot). Στις 5
π.μ., ο Ταγματάρχης Κατσιγιαννάκης ξύπνησε τον Γούναρη για να τον μεταφέρει
στις φυλακές Αβέρωφ. Οι γιατροί είχαν απαγορεύσει κάθε μετακίνηση του ημιθανούς
Γούναρη και γι’ αυτό του έγινε μία καρδιοτονωτική ένεση. Μάλιστα, ο
Κατσιγιαννάκης απειλούσε να μεταφέρει τον Γούναρη έστω και γυμνό, επειδή ο
τελευταίος αδυνατούσε να ετοιμαστεί ταχέως! Στις 9 π.μ., η απόφαση ανακοινώθηκε
στους κατηγορουμένους από τον επίτροπο Γρηγοριάδη. Όλοι την ανέμεναν εκτός από
τον Χατζανέστη. Σύντομα, έφθασαν οι συγγενείς τους και η ατμόσφαιρα βάρυνε.
Είναι αξιοσημείωτη η ψυχραιμία των μελλοθανάτων, οι οποίοι έδιδαν τις
τελευταίες νουθεσίες προς τα προσφιλή τους πρόσωπα. Χαρακτηριστικά, ο
Πρωτοπαπαδάκης συμβούλευσε τη σύζυγό του να παραμείνει στην Αθήνα γιατί ένα
ενδεχόμενο ταξίδι στο εξωτερικό θα έβλαπτε την υγεία της κόρης τους, ενώ ο
Στράτος έδωσε το ρολόϊ στον γιο του, καλώντας τον να εξακολουθεί να αγαπάει την
Ελλάδα. Σε λίγο, οι μελλοθάνατοι επιβιβάσθηκαν σε δύο οχήματα. Προηγείτο το
αυτοκίνητο του φρούραρχου της εκτελέσεως Ταγματάρχη Σπαή, που ήταν μάρτυρας
κατηγορίας στο στρατοδικείο! Ακολουθούσαν 15 οχήματα, μεταφέροντα φανατικούς
βενιζελικούς, οι οποίοι δεν ήθελαν να χάσουν το θέαμα της εκτελέσεως.

Εντός
μισής ώρας, η θλιβερή πομπή έφθασε στον τόπο του μαρτυρίου, στο Γουδί. Εκεί,
ανέμεναν ενενήντα (90) στρατιώτες, οι οποίοι παρατάχθηκαν σε τετράγωνα. Πρώτος
εξήλθε του οχήματος ο Στράτος, ο οποίος έσπευσε να βοηθήσει τον ημιθανή Γούναρη.
Μετά, κατέβηκαν και οι υπόλοιποι με σωκρατική ηρεμία και αξιοπρέπεια. Αμέσως, ο
επικεφαλής αξιωματικός τους διάβασε την απόφαση και τους διέταξε να σταθούν στα
προκαθορισμένα σημεία. Οι μελλοθάνατοι αρνήθηκαν να τους δέσουν τα μάτια και
δήλωσαν ότι ουδεμία τελευταία επιθυμία είχαν. Πριν από την εκτέλεση, έλαβε χώρα
η καθαίρεση του Χατζανέστη, ο οποίος δήλωσε : «Η μόνη μου εντροπή είναι ότι
υπήρξα αρχιστράτηγος φυγάδων». Στις 11:27 π.μ., ακούστηκαν οι πυροβολισμοί και
η Αττική γη ποτίστηκε με το αίμα έξι αθώων ανθρώπων. Οι εκτελεστές τους δεν
σεβάστηκαν ούτε τις σορούς τους, τις οποίες πέταξαν βιαστικά πάνω στα οχήματα.
Καθ’ όλη τη διαδρομή ως το Α΄ Νεκροταφείο το αίμα των έξι έτρεχε στο οδόστρωμα.
Εκεί, τους παρέλαβαν οι συγγενείς τους για να τους θάψουν. Η επανάσταση διέταξε
όπως οι ταφές έχουν ολοκληρωθεί ως τις 3μ.μ.. Ως εκ τούτου, η ταφή έγινε
βιαστικά, παρουσία ενός μόνο ιερέα και χωρίς ψαλμωδία.

Το
έγκλημα είχε συντελεστεί. Οι έξι ήταν νεκροί, καταδικασμένοι για εγκλήματα, τα
οποία ουδέποτε διέπραξαν. Η Μικρασία δεν ήταν τυπικώς έδαφος ελληνικό. Στη δίκη
δεν αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι εκ προθέσεως και με δόλο κλόνισαν το
ηθικό του στρατού, υποστήριξαν την εισβολή των Κεμαλικών σε ελληνικό έδαφος και
παρέδωσαν στον εχθρό πόλεις, φρούρια, αποθήκες κ.λ.π.. Ο Χατζανέστης έλαβε κάθε
πρόσφορο μέτρο τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της τουρκικής επιθέσεως και
δεν παρέδωσε εκουσίως και εκ προθέσεως μεγάλα τμήματα της Στρατιάς στους
Τούρκους.  Επίσης, τα μέτρα, τα οποία
έλαβε αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του αρχιστρατήγου, συνετέλεσαν στη
βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των στρατευμένων και στην εξύψωση του ηθικού
τους. Ουδέποτε απεδείχθη ότι : «δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του
εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του Στρατεύματος και παρεμπόδισε την
ανασυνάθροισιν αυτού». Ούτε φυσικά απεδείχθη ότι οι πολιτικοί άνδρες
παρακίνησαν τον αρχιστράτηγο στην προδοσία αυτή με προτροπές, συμβουλές, απάτη,
πειθώ και φορτικότητα, όπως όριζαν οι διατάξεις του Ποινικού Νόμου και του
Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα περί ηθικής αυτουργίας. Επιπλέον, ουδεμία ευθύνη
έφεραν πολιτικοί όπως ο Στράτος (ο οποίος δεν συμμετείχε στην τότε κυβέρνηση)
για πράξεις όπως η διενέργεια του δημοψηφίσματος τον Δεκέμβριο του 1920. Τέλος,
η σύσταση ενός στρατοδικείου για να δικάσει πολιτικούς άνδρες ήταν πράξη
αντισυνταγματική και αυτό αναρμόδιο όπως επιληφθεί της υποθέσεως. Είναι
χαρακτηριστική η φράση : «ουδείς στερείται άκων των φυσικών αυτού δικαστών».

Δια
τους προαναφερθέντες λόγους επιβάλλεται η αναθεώρηση της δίκης, η οποία στην
Αγγλία θα εθεωρείτο «ως αληθής φάρσα» (
be considered purely farcical),
σύμφωνα με τη φράση του τότε Βρεταννού πρεσβευτή στην Αθήνα
Lindley, ενώ ο
Ολλανδός συνάδελφός του τη χαρακτήρισε ως «ένα είδος θεατρικής παραστάσεως». Η
επακόλουθη εκτέλεση των έξι χαρακτηρίστηκε ως «δικαστικός φόνος» από τον
Lindley, και ως
πράξη βαρβαρότητας από τον Βρεταννό πρωθυπουργό
Andrew Bonar Law, ο οποίος
διέταξε τη διακοπή των διμερών διπλωματικών σχέσεων. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο
Βέλγος πρεσβευτής έλαβε «ανοικτό» (δηλαδή μη κρυπτογραφημένο) τηλεγράφημα από
την κυβέρνηση του, που εξέφραζε τη βαθιά αγανάκτησή της για την εκτέλεση και
τον καλούσε να τηρεί επιφυλακτική στάση έναντι των κυβερνώντων στην Αθήνα.
Αναλόγου περιεχόμενου τηλεγράφημα έλαβε και ο Σουηδός πρεσβευτής. Η Ρώμη
διέταξε τον επιτετραμμένο της στην Αθήνα να απέχει από οιαδήποτε επαφή με την
κυβέρνηση των Αθηνών και η Ουάσινγκτον διέταξε τον δικό της επιτετραμμένο να
μεταφέρει στην ελληνική κυβέρνηση τη βαθύτατη κατάπληξη του αμερικανικού λαού
για την εκτέλεση των έξι, η οποία καθιστούσε δύσκολη τη συνέχιση της
αμερικανικής αποστολής αρωγής των Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα.

Η
αναθεώρηση επιβάλλεται διότι οι έξι δικαιώθηκαν από τους ίδιους τους αντιπάλους
τους. Ο Πάγκαλος δήλωσε ότι αυτοί υπήρξαν μοιραία κατ’ ανάγκην θύματα στον βωμό
της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές. Ο Βενιζέλος έγραψε στον Τσαλδάρη, τον
Φεβρουάριο του 1929 : «Δύναμαι να βεβαιώσω Υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν
τρόπον ότι ουδείς εκ των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατικής Παρατάξεως θεωρεί
ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις εφηρμόσθη μετά το 1920, δύναται να
κατηγορηθούν δια πράξιν προδοσίας της Πατρίδος ή ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον
τόπον εις την Μικρασιατικήν καταστροφήν. Δύναμαι μάλιστα να Σας διαβεβαιώσω,
ότι το επ’ εμοί πιστεύω ακραδάντως, ότι θα ήσαν ευτυχείς, εάν η πολιτική των
ωδήγει την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον». Τέλος, η αναθεώρηση της δίκης
επιβάλλεται διότι όπως δήλωσε ο Στράτος στην απολογία του : «Χώρα η οποία
ήθελεν αποδειχθή ότι εξέθρεψε μεταξύ των κόλπων του πολιτικού αυτής κόσμου,
μεταξύ των αρίστων του πολιτικού αυτής κόσμου, προδότας καταπτύστους, ενόχους
εσχάτης προδοσίας είναι χώρα νοσηρά εν τη παραγωγή πολιτικών προσώπων. Αλλά και
η κατασκευή προδοτών εκ του μη όντως είναι και αυτό μία νοσηρά εκδήλωσις».       

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1.     
Η Δίκη των Έξ, Τα
εστενογραφημένα πρακτικά.
Αθήνα : Χαρίσης, 1996

2.     
Βασιλάτος Γερ., Η Δίκη και η
εκτέλεση των Έξ.
Αθήνα : Εκδοτ. Ειρήνη,1980

3.     
Μαρκεζίνης Σπυρ., Πολιτική
ιστορία της συγχρόνου Ελλάδος
, τ. Β΄. Αθήνα : Πάπυρος, 1973

4.     
Οικονόμου Αλεξ., Π.
Πρωτοπαπαδάκης.
Αθήνα : τυπ. Μ.Φραγκούλη, 1972

5.     
Πάγκαλος Θεοδ.,Τα
απομνημονεύματά μου,1897-1947.
Αθήνα : Κέδρος, 1950

6.     
Χρονόπουλος Δημ.,  Δημ. Γούναρης. Αθήνα : Eλλην.
Ευρωεκδοτική,  χ.ε.

 

 

 

                                                  
                           ΙΩΑΝΝΗΣ
Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ

                                                                              

                                                              
                 Νομικός -Διεθνολόγος

                                                                    Διδάκτωρ
Πανεπιστημίου Αθηνών

 


[1] Προς τούτο μετέβησαν στη Σμύρνη δύο φορές μέσα σε διάστημα ολίγων
ημερών, οι υπουργοί Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος και Στρατιωτικών Νικόλαος
Θεοτόκης. Το γεγονός ότι δύο εξέχοντα μέλη της κυβερνήσεως πραγματοποίησαν ένα
τόσο κουραστικό ταξίδι και μάλιστα δύο φορές είναι δηλωτικό της αγωνίας των
ιθυνόντων για τα τεκταινόμενα στο μέτωπο. Τελικώς, την 25η
Αυγούστου/ 7η Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και
η εντολή δόθηκε στον Νικόλαο Καλογερόπουλο. Ο τελευταίος δεν κατάφερε να
σχηματίσει κυβέρνηση και η εντολή δόθηκε στον Νικόλαο Τριανταφυλλάκο, την 28η
Αυγούστου/ 10η Σεπτεμβρίου 1922.

[2] «Μετανοεμβριανές» αποκαλούνται όλες οι κυβερνήσεις, οι οποίες
σχηματίστηκαν μετά από τις εκλογές της 1ης/14ης Νοεμβρίου του 1920
και έως την επανάσταση του 1922. Κατά τις προαναφερθείσες εκλογές, η
αντιβενιζελική παράταξη κατήγαγε μεγάλη νίκη εκλέγοντας 258 βουλευτές έναντι
110 των Φιλελευθέρων, αν και η διαφορά σε ψήφους μεταξύ των δύο κομμάτων δεν
ήταν τόσο μεγάλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής ακόμα
και ο Ελευθέριος Βενιζέλος καθώς και 10 ακόμα πρώην υπουργοί των
φιλελευθέρων! 

[3] Ορθότερη μάλλον θα ήταν η χρήση του όρου «στρατιωτικό κίνημα» διότι
εκείνη τουλάχιστον την περίοδο είναι αμφίβολος ο βαθμός αποδοχής της κινήσεώς
τους από την πλειοψηφία του λαού.

[4] Είναι χαρακτηριστική η καταληκτική φράση του διαγγέλματος της
παραιτήσεως του Βασιλέως, την οποία προσέθεσε στο κείμενο ο ίδιος ο
Κωνσταντίνος ιδιοχείρως : « Υπέρ της δόξης της Πατρίδος πάσα θυσία είναι μικρά
και είμαι έτοιμος όπως αγωνισθώ επικεφαλής του στρατού υπέρ των συμφερόντων της
Πατρίδος, εάν η κυβέρνησις και ο ελληνικός λαός κρίνουν χρήσιμον την υπηρεσίαν
προς την φιλτάτη Πατρίδα».

[5] Ο πρίγκιπας Νικόλαος, ο οποίος ήταν το πρώτο μέλος της βασιλικής
οικογένειας που διάβασε μία προκήρυξη, έγραψε ότι σχημάτισε την εντύπωση πως
επρόκειτο πραγματικά περί ενός εθνικού και πατριωτικού κινήματος και «ότι δεν
ήτο κατασκεύασμα Βενιζελικών». Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος απαγόρευσε σε τριακόσιους
(300) περίπου κατώτερους αξιωματικούς, με επικεφαλής τον Υποστράτηγο
Κωνσταντινόπουλο (ο οποίος ήταν διοικητής της Αναπληρωματικής Διοικήσεως
Αθηνών), να προβάλουν οιανδήποτε αντίσταση στους επαναστάτες, προκειμένου να
αποφευχθεί η εμφύλια σύρραξη.

[6] Την 13η/26η Σεπτεμβρίου, σχηματίστηκε
δωδεκαμελής επιτροπή, η οποία θα κατηύθυνε την επανάσταση. Η επιτροπή αυτή
ονομάστηκε «επαναστατική» και αποτελείτο από τους Συνταγματάρχες Γαρδίκα,
Γονατά, Εδιπίδη, Κουρουσόπουλο και Πλαστήρα, τους Αντισυνταγματάρχες Κοιμίση,
Μαμούρη, Παναγόπουλο, Πρωτοσύγκελο και Χασαπίδη καθώς και τους Αντιπλοιάρχους
Πετροπουλάκη και Φωκά.

[7] Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες η εντολή για τις συλλήψεις δόθηκε από
τους ηγέτες της επαναστάσεως, οι οποίοι βρίσκονταν στο θωρηκτό «Λήμνος».
Πάντως, αναμφισβήτητο γεγονός αποτελεί ότι την πρωτοβουλία ανέλαβε ο Πάγκαλος
και καθοριστικό ρόλο στην εκτέλεσή της έπαιξε ο Ταγματάρχης Ευριπίδης
Μπακιρτζής.

[8] Ο Στυλιανός Γονατάς αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι ο ίδιος είχε
αρνηθεί διάφορες προτάσεις όπως ηγηθεί στασιαστικού κινήματος αμέσως μετά από
την άφιξή του στη Μυτιλήνη. Τελικώς, αποφάσισε να συμμετάσχει και να ηγηθεί
μίας «επαναστάσεως» υπό τον όρο ότι αυτή δεν θα είχε μορφή «ούτε βενιζελικήν,
ούτε καθαρώς αντιβασιλικήν δια να έχη το σύνολον του λαού μαζί της».

[9] Ο Στρατηγός Γεώργιος Σπυρίδωνος τους υπολογίζει σε εξήντα (60), εκ των
οποίων τέσσερις (4) στρατηγοί! Άλλοι συγγραφείς και μελετητές κάνουν λόγο για
πολύ περισσότερους.

[10] Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αξιωματικοί, οι οποίοι μετέβησαν στην
Κωνσταντινούπολη ήταν οι πλέον φανατικοί υπέρ της εκτελέσεως των έξι, βλ. Σπυρ.
Μαρκεζίνη, Πολιτική ιστορία της συγχρόνου Ελλάδος, τόμος Β΄ (1922-1924).
Αθήνα :
Πάπυρος, 1973, σελ. 151.

[11] Δηλωτικό των απόψεων των κομμουνιστών για τη Μικρασιατική εκστρατεία
ήταν το μανιφέστο της Κεντρικής Επιτροπής του Σ.Ε.Κ.Ε., το οποίο δημοσιεύτηκε
στον «Ριζοσπάστη» της 22ας Μαΐου 1922 και υπεγράφετο από τον τότε γενικό
γραμματέα του κόμματος Γιάννη Κορδάτο. Στο κείμενο αυτό γραφόταν χαρακτηριστικά
: «…απευθυνόμεθα δε…εις τον εργαζόμενον ελληνικόν λαόν, αποκαλύπτοντες με την
γλώσσαν της αληθείας αυτήν την αιτίαν των σημερινών συμφορών του. Και ιδού
αυτή… : Η εκστρατεία μας εις την Μικρασίαν, ο πόλεμος. Η εκστρατεία την οποίαν
εμείς και μόνοι εμείς εξ όλων των άλλων κομμάτων καταδικάσαμεν από την πρώτην
στιγμήν, συρθέντες μέχρις των στρατοδικείων από τον κ. Βενιζέλον και την οποίαν
έκτοτε και μέχρι σήμερον…δεν επαύσαμεν να καταδικάζωμεν ως καταστρεπτικήν και
ολεθρίαν δια την χώραν ως ξένα συμφέροντα εξυπηρετούσα…Να η αιωνία πληγή σου :
η εκστρατεία της Μικρασίας. Να η ρίζα του κακού :
o μικρασιατικός αγών. Να η
αιτία των φόρων, του απαίσιου δανείου, των υλικών και ηθικών συμφορών σου : η
διαιώνισις της μικρασιατικής περιπέτειας …», βλ. εφημ. « Ριζοσπάστης», 22 του
Μάη 1922, «Το Κ.Κ.Ε. Επίσημα Κείμενα», Αθήνα : Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α΄, σελ.
243.    

[12] Ο πρίγκιπας Ανδρέας διοικούσε αρχικώς τη ΧΙΙ Μεραρχία στο μέτωπο της
Μικράς Ασίας. Αργότερα, προήχθη σε αντιστράτηγο και ανέλαβε την αρχηγία του Β΄
Σώματος Στρατού. Οι άνδρες του Σώματος αυτού προήλασαν μέσω της Αλμυράς Ερήμου
και κατήγαγαν μία σειρά από περίλαμπρες νίκες κάτω από ιδιαιτέρως αντίξοες
συνθήκες. Ο Ανδρέας διαφώνησε με το Επιτελείο για θέματα τακτικής και υπέβαλε
την παραίτησή του, στην αποδοχή της οποίας επέμεινε παρά την αντίθεση του
Αρχιστρατήγου Αναστάσιου Παπούλα. Μετά τη σύμπτυξη των ελληνικών στρατευμάτων,
ο Ανδρέας τοποθετήθηκε στη διοίκηση του Ε΄ Σώματος Στρατού, το οποίο έδρευε στα
Ιωάννινα. Εκεί, τον βρήκε η Μικρασιατική καταστροφή. Αμέσως μετά από την
επικράτηση της επαναστάσεως, παραιτήθηκε και εξεδήλωσε την πρόθεση να
ιδιωτεύσει, παραμένοντας στα ανάκτορα του
Mon Repos στην
Κέρκυρα.

[13] Λίγο καιρό πριν από τη σύλληψή του, ο Γούναρης είχε δηλώσει προς τον
φίλο του δημοσιογράφο Αρίστο Καμπάνη : « Έχω ήσυχον την συνείδησίν μου. Έκαμα
ότι ήτο δυνατόν δια να εξαγάγω τον τόπον από την περιπλοκήν, εις την οποίαν
ευρέθη μετά την ανάμειξίν μας εις τον οικουμενικόν πόλεμον. Η προσπάθειά μου
προσέκρουσε κυρίως εις την αντίδρασιν των αντιπάλων, που εθεώρουν την
καταστροφήν μέσον εισόδου εις την εξουσίαν. Αλλ’ οι πιστεύοντες ότι θα
δραπετεύσω δια να αποφύγω την ευθυνοδοσίαν είναι τουλάχιστον ανόητοι. Δεν
πρόκειται να μιμηθώ κανέναν. Γνωρίζω τι με αναμένει εν τη πραγματοποιήσει
τοιαύτης αποφάσεως. Ίσως και αυτός ο θάνατος επί της πυράς. Δεν πρόκειται να
φύγω! Ας ησυχάσουν», βλ. το δυσεύρετο βιβλίο του Δημ. Χρονόπουλου, Δημήτριος
Γούναρης
. Αθήνα : Ελληνική Ευρωεκδοτική, χ.χ..

[14] Η υπογράμμιση ήταν του ιδίου του Πολίτη.

[15] Ο Αλ. Οθωναίος συγκαταλεγόταν μεταξύ των πλέον φανατικών βενιζελικών
αξιωματικών. Είχε προσχωρήσει από τους πρώτους στο κίνημα της Θεσσαλονίκης.
Αργότερα, τοποθετήθηκε σε καίρια θέση στο Μικρασιατικό μέτωπο. Κατά τα θλιβερά
γεγονότα, που ακολούθησαν την απόπειρα κατά του Βενιζέλου στο Παρίσι (βλέπε
δολοφονία του Δραγούμη, παράνομες συλλήψεις, λεηλασίες οικιών και καταστημάτων
κ.α.) μετακλήθηκε εσπευσμένα στην Αθήνα. Το αποτέλεσμα των εκλογών του
Νοεμβρίου του 1920 απετέλεσε οδυνηρή έκπληξη για τον ίδιο και συμβούλευσε τον
Βενιζέλο να μην παραδώσει την αρχή αλλά να προβεί σε νέο κίνημα. Οι
μετανοεμβριανές κυβερνήσεις τον απεμάκρυναν του στρατεύματος και αυτός μετέβη
στην Κωνσταντινούπολη, όπου συγκαταλεγόταν μεταξύ των πρώτων «Αμυνιτών».

[16] Ο Πάσσαρης κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο Χατζανέστης είχε διατάξει
εγκαίρως την εκπόνηση σχεδίου συμπτύξεως 
προς ασφάλειαν του στρατεύματος και επιβεβαίωσε ότι ο τουρκικός στρατός
απείχε 225  χλμ. από τη Σμύρνη όταν
αντικαταστάθηκε ο Χατζανέστης από την αρχιστρατηγία.

[17] Βλ. Αλ. Οικονόμου, Π. Πρωτοπαπαδάκης, 1859-1922. Αθήνα : τυπ.
Μ. Φραγκούλη, 1972, σελ. 563.

[18] Στο Ουσάκ είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες απείθαρχοι φυγάδες, οι οποίοι
έκλεβαν, έκαιγαν και προκαλούσαν ταραχές. Ο Χατζανέστης δεν διέθετε φρουρά για
να τους επιβληθεί.

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε σε 2
συνέχειες στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2006)

.

(1481) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *