“Σώζοντας το ευρώ, διαλύοντας την Ε.Ε.” Θα μπορούσε η βαθύτερη ενοποίηση της Ευρώπης να διώξει την Βρετανία;

R. Daniel Kelemen

Σε ένα άρθρο που έγραψα τον περασμένο Μάιο [1], υποστήριξα ότι το μέλλον της Ευρώπης θα πρέπει να ορίζεται από ένα «νέο φυσιολογικό». Ο δρόμος προς την οικονομική ανάκαμψη θα είναι μακρύς και επίπονος, αλλά χάρη στην επιθετική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των νέων ευρωπαϊκών δομών διακυβέρνησης που τέθηκαν σε εφαρμογή, η κατάρρευση της ευρωζώνης δεν αποτελεί πλέον έναν σοβαρό κίνδυνο. Οι Οίκοι Αξιολόγησης τώρα φαίνεται να συμφωνούν. Το έτος 2012 έκλεισε με την Standard & Poors να αναβαθμίζει την αξιολόγηση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Την περασμένη εβδομάδα, η Fitch δήλωσε ότι το ενδεχόμενο για διάλυση της ευρωζώνης είναι πλέον «πολύ απίθανο». Αν και η ανεργία παραμένει σε επίπεδα ρεκόρ στην περιφέρεια της κοινής νομισματικής περιοχής και οι προοπτικές ανάπτυξης έχουν γίνει πιο αχνές για την Γερμανία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, υπάρχει μια αυξανόμενη συναίνεση ότι τα χειρότερα μπορεί να έχουν περάσει.

Αντί να διαλυθούν, όπως τόσοι πολλοί σκεπτικιστές είχαν προβλέψει, οι ευρωπαϊκές χώρες ανταποκρίθηκαν στην οικονομική κρίση λαμβάνοντας σημαντικά βήματα προς την εμβάθυνση της ολοκλήρωσης της. Οι ηγέτες της ηπείρου χάρισαν στα θεσμικά όργανα της ΕΕ μεγαλύτερο έλεγχο επί της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών, επικύρωσαν ένα δημοσιονομικό σύμφωνο και κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με το περίγραμμα μιας Ένωσης Τραπεζών. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, τόνισε τη δέσμευση της Τράπεζας να κάνει «ό, τι χρειάζεται» για να σώσει το κοινό νόμισμα.

Αλλά αυτή η σταδιακή εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να έχει κάποιο κόστος: Δεν θέλουν και τα 27 κράτη-μέλη να είναι μέρος μιας στενότερης Ένωσης – λιγότερο από όλους το θέλει το Ηνωμένο Βασίλειο. Η συζήτηση για μια «Grexit» από το ευρώ έχει αντικατασταθεί από εκείνη για μια «Brexit» – μια βρετανική έξοδο – από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ευρωσκεπτικισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει φτάσει σε ιστορικά ύψη. Το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο έχει αναλάβει τη δέσμευση να βγάλει το Λονδίνο από την ΕΕ, έχει ξεπεράσει τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες ως το τρίτο πιο δημοφιλές κόμμα. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των κατοίκων στην Βρετανία ευνοούν μια έξοδο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, αντιμετωπίζοντας τεράστια πίεση από τους ευρω-σκεπτικιστές νεαρούς βουλευτές στο ίδιο του το κόμμα, θα δώσει σύντομα μια σημαντική ομιλία σχετικά με τη σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πιθανό να ζητήσει τον επαναπατρισμό των εξουσιών που έχουν παραχωρηθεί στην ΕΕ σε τομείς όπως η κοινωνική πολιτική, η απασχόληση και η δικαιοσύνη, και θα υποσχεθεί ένα εθνικό δημοψήφισμα για μια «νέα συμφωνία» με την Ευρώπη (σ.σ.: η ομιλία όντως εξεφωνήθη στις 23 Ιανουαρίου 2013 με αυτό το περιεχόμενο). Εν τω μεταξύ, πολλοί ηγέτες στην γηραιά ήπειρο έχουν κουραστεί από την αντι-ευρωπαϊκή ρητορική τού Κάμερον και τις απαιτήσεις του για την ειδική μεταχείριση και εξαιρέσεις.

Δεδομένου ότι η ΕΕ λαμβάνει μέτρα για να ενισχύσει την οικονομική και πολιτική ένωσή της, είναι πιθανό να οδηγήσει σε ένα βαθύτερο χάσμα μεταξύ του πυρήνα της ευρωζώνης και των κρατών μελών εκτός του κοινού νομίσματος που είναι απρόθυμα να συμμετάσχουν. Αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες έχουν προτείνει ότι οι εντάσεις που θα προκληθούν από τον στενότερο συντονισμό στην κοινή νομισματική ζώνη μπορούν να αντιμετωπιστούν με την ανάπτυξη νέων μορφών αυτού που είναι γνωστό ως «ολοκλήρωση δύο ταχυτήτων» ή «πολλών ταχυτήτων», σύμφωνα με το οποίο ομάδες χωρών του πυρήνα θα προχωρήσουν σε βαθύτερη Ένωση σχετικά με ορισμένες πολιτικές, ενώ οι υπόλοιποι θα επιλέξουν να μείνουν απ’ έξω. Αν και αυτή η ευέλικτη προσέγγιση έχει λειτουργήσει στο παρελθόν, συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και αυτήν την ίδια την δημιουργία της ευρωζώνης, υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι λιγότερο λειτουργική σήμερα, καθώς η ΕΕ κινείται προς μια άνευ προηγουμένου στενή οικονομική, δημοσιονομική και πολιτική Ένωση. Ευέλικτες, à la carte προσεγγίσεις δεν θα επιλύσουν από μόνες τους τις εντάσεις μεταξύ των χωρών που έχουν δεσμευτεί στην εμβάθυνση της Ένωσής τους και εκείνων που αρνούνται να πάρουν μέρος.

Το αρχικό άρθρο στις 18/5/2012

Η νέα κατάσταση στην Ευρώπη

Η Ελλάδα μπορεί να φύγει από το ευρώ αλλά η ευρωζώνη πρόκειται να επιζήσει

Τα προβλήματα της ευρωζώνης δεν θεωρούνται πλέον ως μια κρίση, μια κατάσταση αστάθειας που θα μπορούσε είτε να βελτιωθεί γρήγορα ή να κάνει μια δραματική στροφή προς το χειρότερο. Είναι, αντίθετα, η νέα φυσιολογική κατάσταση στην Ευρώπη – επώδυνη, σίγουρα, αλλά που θα διαρκέσει για τα επόμενα χρόνια. Οι πολίτες, οι επενδυτές και οι πολιτικοί θα πρέπει να ξεχάσουν την ιδέα ότι υπάρχει κάποια μαγική συνταγή που θα μπορούσε γρήγορα να θεραπεύσει τις ασθένειες της Ευρώπης. Με την ίδια λογική, παρά την πραγματική πιθανότητα μιας ελληνικής εξόδου, η ευρωζώνη δεν είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινό νόμισμα θα επιδείξουν συνοχή, αλλά ο δρόμος προς την ανάκαμψη θα είναι μακρύς.

Έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χρόνια από τότε που η νεοεκλεγείσα σοσιαλιστική κυβέρνηση στην Ελλάδα ανακάλυψε την έκταση στην οποία η προκάτοχός της είχε συσσωρεύσει χρέη, επισπεύδοντας μια οικονομική θύελλα που έχει αφήσει στο πέρασμά της περικεκομμένους προϋπολογισμούς, κυβερνήσεις υπό κατάρρευση και μια ανεργία ρεκόρ. Με κάθε δραματική καμπή της κρίσης, οι αναλυτές προέβλεπαν το ξεκαθάρισμα αυτής της ιστορίας. Αλλά επανειλημμένως, μια οριστική λύση – είτε μια σταθερή πολιτική είτε μια πλήρης κατάρρευση – δεν μπορούσε να αναδειχθεί.

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει γρήγορη απόδραση από την δύσκολη θέση που βρίσκεται η ευρωζώνη. Το διαζύγιο δεν είναι λύση. Αν και ορισμένοι οικονομολόγοι προτείνουν ότι οι προβληματικές χώρες της περιφέρειας θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν το ευρώ και να επιστρέψουν σε εθνικό νόμισμα προκειμένου να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα και να αποκατασταθεί η ανάπτυξη, καμία χώρα δεν θα εγκαταλείψει οικειοθελώς την ευρωζώνη. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με οικονομική αυτοκτονία. Το χρηματοπιστωτικό της σύστημα θα καταρρεύσει και οι επακόλουθες μαζικές αναλήψεις από τις τράπεζες και οι ταραχές θα κάνουν την σημερινή κοινωνική αναταραχή να φαίνεται σαν περίπατος. Επιπλέον, ακόμη και μετά από μερική χρεοκοπία, η κυβέρνηση της χώρας που θα βγει από το ευρώ και οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα θα εξακολουθούν να επιβαρύνονται με μεγάλο χρέος που είναι εκφρασμένο σε ευρώ. Καθώς η αξία του νέου εθνικού νομίσματος θα πέσει κατακόρυφα, το χρέος θα γίνει ανυπόφορο και η κυβέρνηση, που πλέον θα βρίσκεται έξω από το κλαμπ, δεν θα είναι σε θέση να στραφεί στην ευρωζώνη για βοήθεια.

Ορισμένοι οικονομολόγοι προχωρούν περαιτέρω και υποστηρίζουν ότι οι χώρες στην περιφέρεια της Ευρώπης θα μπορούσαν να αναπτυχθούν εκτός του μανδύα του ευρώ. Αυτό είναι εξίσου μη πειστικό. Οι οικονομίες των χωρών της νότιας Ευρώπης πάσχουν από βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα προγενέστερα του ευρώ. Τα ισπανικά ποσοστά ανεργίας κυμαίνονταν μεταξύ 15% και 22% στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990. Η Ελλάδα ήταν σε κατάσταση χρεοκοπίας για το ήμισυ σχεδόν της ιστορίας της ως ανεξάρτητου κράτους. Οι χώρες αυτές είναι πολύ πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα προβλήματά τους και να ευδοκιμήσουν στο εσωτερικό της ευρωζώνης παρά έξω από αυτήν.

Άλλοι, έχουν προτείνει ότι η Γερμανία και άλλες χώρες του πυρήνα -κουρασμένες από τη χρηματοδότηση ατελείωτων διασώσεων – θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν το ευρώ. Αυτό είναι ακόμα λιγότερο πιθανό. Η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος ωφελημένος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και του κοινού νομίσματος. Το 40% των γερμανικών εξαγωγών πηγαίνουν σε χώρες της ευρωζώνης και το κοινό νόμισμα έχει μειώσει το κόστος των συναλλαγών και ενίσχυσε την γερμανική ανάπτυξη. Το ξήλωμα της ευρωζώνης θα αφανίσει τις γερμανικές τράπεζες και το νέο γερμανικό νόμισμα θα ανατιμηθεί γρήγορα, καταστρέφοντας το οικονομικό μοντέλο της χώρας που βασίζεται στις εξαγωγές.

Μια σειρά από πολιτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να βελτιώσουν την οικονομική κατάσταση της ευρωζώνης, αλλά καμία δεν είναι πανάκεια: Τα ευρωομόλογα, η αύξηση των επενδύσεων στις προβληματικές οικονομίες μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και άλλων ταμείων, αυστηρότεροι κανονισμοί στις τράπεζες, ένα κοινό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων, η μετατόπιση από τις περικοπές του προϋπολογισμού προς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και την ενθάρρυνση του ιδιωτικού τομέα, η δημιουργία θέσεων απασχόλησης – όλα αυτά θα μπορούσαν να βελτιώσουν την οικονομική κατάσταση της Ευρώπης και πρέπει να εφαρμοστούν.

Αλλά κανένα από αυτά τα μέτρα δεν θα αποκαταστήσει γρήγορα την ανάπτυξη ή θα φέρει την απασχόληση στα προ κρίσης επίπεδα. Και τούτο επειδή δεν εστιάζουν στο κεντρικό οικονομικό πρόβλημα της Ευρώπης: τη μαζική συσσώρευση χρέους στις χώρες της περιφέρειας κατά τη διάρκεια της πιστωτικής άνθησης της τελευταίας δεκαετίας. Στα χρόνια πέριξ του 2000 ένα τεράστιο ποσό κεφαλαίων έρευσε από τις χώρες της βόρειας Ευρώπης σε δανειολήπτες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Γερμανία και άλλες χώρες με πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών πλημμύρισαν την περιφέρεια με εύκολες πιστώσεις και η περιφέρεια τις καταβρόχθισε. Αυτό έδωσε ώθηση στην εγχώρια ζήτηση και δημιούργησε ανάπτυξη στην περιφέρεια, αλλά ενθάρρυνε και έναν μισθολογικό πληθωρισμό, γεγονός που υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητα και άφησε ως αποτέλεσμα τεράστια χρέη. Όπως οι οικονομολόγοι Κάρμεν Ράινχαρτ και Κένεθ Ρογκόφ έχουν επισημάνει, όταν οι χώρες υποφέρουν από ύφεση που προκαλείται από μια οικονομική κρίση και υπερβολικό χρέος, θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να ανακάμψουν.

Με αμφότερες την διάλυση και τις άμεσες λύσεις στο τραπέζι, λοιπόν, η ευρωζώνη μπαίνει σε μια νέα φυσιολογική κατάσταση. Καθώς η Ένωση βγαίνει σιγά-σιγά από τον οικονομική λάκκο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι το σύστημα τής οικονομικής της διακυβέρνησης έχει ήδη μεταμορφωθεί ριζικά κατά τα τελευταία δύο χρόνια.

Πρώτον, η ευρωζώνη έχει, τουλάχιστον στην πράξη, απομακρυνθεί από τις θεμελιώδεις αρχές της. Σε κάθε νομισματική ένωση στην οποία τα κράτη διατηρούν την αυτονομία να φορολογούν, να δαπανούν και να δανείζονται, υπάρχει κίνδυνος ότι ο υπερβολικός δανεισμός από ορισμένες χώρες θα μπορούσε να απειλήσει την αξία του κοινού νομίσματος. Αναγνωρίζοντας αυτό, οι δημιουργοί του ευρώ συνέταξαν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και την ρήτρα «μη διάσωσης» στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Το ΣΣΑ έθεσε νομικούς περιορισμούς σχετικά με το έλλειμμα των κρατών-μελών και τα επίπεδα του χρέους, και η ρήτρα μη διάσωσης απαγόρευσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε μεμονωμένα κράτη μέλη να διασώσουν υπερχρεωμένα κράτη ώστε να αποφύγουν μια κρίση εμπιστοσύνης.

Το καθεστώς της διακυβέρνησης που προκύπτει από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ είναι νεκρό. Το ΣΣΑ δεν ήταν αυστηρά υποχρεωτικό και όταν χτύπησε η κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση πέταξε κατά μέρος την ρήτρα μη διάσωσης. Φοβούμενη την μετάδοση της κρίσης, επέκτεινε τα δάνεια έκτακτης ανάγκης για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και δημιούργησε ένα μόνιμο ταμείο διάσωσης – τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) – ο οποίος θα είναι σε λειτουργία αυτό το καλοκαίρι.

Αφού έσπασε το ταμπού περί την διάσωση, η Ευρώπη έπρεπε να βρει έναν τρόπο να περιορίσει την κρίση εμπιστοσύνης των κρατών που στρέφονταν ξανά και ξανά στην Ευρωπαϊκή Ένωση για βοήθεια. Οι νομοθέτες της ΕΕ εισήγαγαν το λεγόμενο νομοθετικό πακέτο, το οποίο ενίσχυσε την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παρακολουθεί τις δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών και να επιβάλλει τα όρια του χρέους. Είκοσι πέντε κράτη μέλη της ΕΕ υπέγραψαν μια φορολογική συνθήκη, με την οποία δεσμεύθηκαν να κατοχυρώσουν τα όρια του ελλείμματος στο εθνικό δίκαιο. Μόνο τα κράτη που θα κυρώσουν τη Συνθήκη τελικά θα είναι επιλέξιμα για δάνεια από το ESM.

Αυτές οι νομικές διατάξεις από μόνες τους δεν θα ξεπεράσουν την κρίση εμπιστοσύνης, αλλά συνοδεύονται από εξελίξεις στις αγορές ομολόγων, οι οποίες τώρα κάνουν διάκριση μεταξύ του χρέους των υγιών χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα και των αδύναμων στην περιφέρεια. Στην πρώτη δεκαετία της ζωής του νεαρού ευρώ, οι αγορές ομολόγων αξιολόγησαν το ρίσκο των ομολόγων των περιφερειακών οικονομιών σχεδόν το ίδιο με αυτά της Γερμανίας. Σήμερα, τα spreads των αποδόσεων είναι σημαντικά και διευρύνονται περαιτέρω στο πρώτο σημάδι αυξημένου ρίσκου. Και, με τον καταναγκασμό στους ιδιώτες επενδυτές να υποστούν σχεδόν 75% απώλεια από τα ελληνικά ομόλογα σε συνδυασμό με τη δεύτερη ελληνική διάσωση τον Φεβρουάριο του 2012, οι ευρωπαίοι ηγέτες κατέστησαν σαφές ότι οι ιδιώτες ομολογιούχοι, επίσης δεν θα πρέπει να περιμένουν διασώσεις για να καλύψουν τις ζημίες τους. Τώρα, περισσότερο προσεκτικές αγορές ομολόγων θα αστυνομεύουν τις κυβερνήσεις που διατηρούν μη βιώσιμα ελλείμματα ή των οποίων ο τραπεζικός τομέας γίνεται εύθραυστος.

Η δεύτερη σημαντική διαρθρωτική αλλαγή είναι ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα –για την οποία απαγορεύεται δια νόμου η αγορά του χρέους οποιουδήποτε κράτους μέλους – έχει παραμερίσει αυτούς τους κανόνες και αγοράζει απευθείας ελληνικά, ιρλανδικά, ιταλικά, πορτογαλικά και ισπανικά ομόλογα αξίας δισεκατομμυρίων. Επιπλέον, η ΕΚΤ έχει εμμέσως χρηματοδοτήσει επιπλέον δάνεια μέσω μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, η οποία εκτείνεται σε πάνω από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε χαμηλότοκα δάνεια προς τις εμπορικές τράπεζες.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η Τράπεζα δεν επιδίδεται σε «νομισματική χρηματοδότηση» των χρεών των κρατών-μελών. Αν ήμουν ένας Ιταλός πρόεδρος μιας Κεντρικής Τράπεζας που εδρεύει στη Φρανκφούρτη με μια αποστολή που σχεδιάστηκε από γερμανικά αντιπληθωριστικά γεράκια, θα έλεγα κι εγώ το ίδιο. Αλλά στην πράξη, η ΕΚΤ έχει δείξει ότι είναι πολύ πιο ευέλικτη από ό, τι πολλοί είχαν προβλέψει. Μας αποκάλυψε ότι δεν θα επιβλέψει απλώς τη διάλυση του νομίσματος που δικαιολογεί την ύπαρξή της.

Αυτό το νέο σύστημα διακυβέρνησης της ευρωζώνης είναι πιο βιώσιμο από το καθεστώς προ της κρίσης που είχε τεθεί σε εφαρμογή με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Για παράδειγμα, θα αντέξει μια ελληνική έξοδο. Αν η Ελλάδα αρνηθεί να τηρήσει τους όρους του πακέτου διάσωσής της και αναγκαστεί να εξέλθει από την ευρωζώνη κατά τις προσεχείς εβδομάδες, η ΕΚΤ πιθανότατα θα αγωνιστεί για να σταματήσει την μετάδοση της κρίσης, αλλά δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με την κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος. Στο μεταξύ, αντιμετωπίζοντας αυστηρά την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει επίσης δείξει ότι οι όροι που συνδέονται με διασώσεις είναι σοβαροί, παρακινώντας άλλα κράτη να τηρήσουν τα μεταρρυθμιστικά τους προγράμματα.

Η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα ήταν μια καταστροφή για την Ελλάδα και ένα τραύμα για την Ευρώπη, αλλά δεν θα αλλάξει τις βασικές αρχές του -μετά το 2008- καθεστώτος διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, η οποία θα εξακολουθεί να βασίζεται στην ενίσχυση της δημοσιονομικής εποπτείας, σε πιο αποτελεσματικές διαδικασίες επιβολής, σε πιο προσεκτικές αγορές ομολόγων καθώς και μια πιο ενεργητική Κεντρική Τράπεζα. Με ένα τέτοιο σύστημα ενεργοποιημένο και με θεσμοθετημένη τη δέσμευσή τους για δημοσιονομική πειθαρχία, οι ηγέτες της ΕΕ θα αντιμετωπίσουν πλέον το μακρό, δύσκολο έργο της προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Και αυτά τα βάρη θα πρέπει να τα μοιράζονται όλοι. Είναι κατανοητό ότι η Γερμανία και η ΕΚΤ αρχικά απαίτησαν λιτότητα ως προϋπόθεση για διάσωση, αλλά αυτή η μονόπλευρη προσέγγιση έχει οδηγήσει τις περιφερειακές οικονομίες βαθύτερα στην ύφεση. Προχωρώντας προς τα εμπρός, η λιτότητα, οι μειώσεις μισθών και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην περιφέρεια πρέπει να συνδυαστούν με δημόσιες δαπάνες και μισθολογικές αυξήσεις στη Γερμανία, που θα τονώσουν τη ζήτηση. Δεν θα υπάρξει καμία γρήγορη λύση, όμως η ευρωζώνη θα ανακάμψει, αργά αλλά σταθερά.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

ΠΗΓΗ: http://foreignaffairs.gr/articles/69146/r-daniel-kelemen/sozontas-to-eyro-dialyontas-tin-ee?page=show

(555) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *